14 Σεπτεμβρίου 2026
Κάτι περίεργες πεποιθήσεις που υπάρχουν εκεί έξω.
Αν αλλάξεις γνώμη, είσαι αναποφάσιστος.
Αν παραδεχτείς ότι έκανες λάθος, είσαι αδύναμος.
Αν εγκαταλείψεις μια επιλογή που δεν σε εκφράζει πια, είσαι ασυνεπής. Ενώ αν συνεχίζεις επί δέκα χρόνια να χτυπάς το κεφάλι σου στο ίδιο ντουβάρι, αυτό λέγεται χαρακτήρας!
Έχει μια λογική...
Τη λογική του ντουβαριού βέβαια, αλλά μια κάποια συλλογιστική παρ' όλα αυτά.
Οι άνθρωποι έχουμε μια ιδιαίτερη εμμονή με τη συνέπεια.
"Αααα, εγώ ό,τι λέω το κάνω!" λέει ο άλλος. Μπράβο. Πέρασε από βδομάδα να παραλάβεις το παράσημο.
Η συνέπεια είναι όντως υπέροχη. Αρκεί να μην είναι συνέπεια στη βλακεία.
Η αλλαγή γνώμης δεν είναι απαραίτητα αστάθεια. Μπορεί να είναι η απολύτως φυσιολογική συνέπεια του γεγονότος ότι έμαθες κάτι που πριν δεν γνώριζες. Ότι απέκτησες εμπειρία. Ότι είδες τα πράγματα από άλλη οπτική. Ότι άλλαξαν οι συνθήκες. Ότι άλλαξες εσύ.
Ο άνθρωπος που είσαι σήμερα δεν διαθέτει ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες, τις ίδιες εμπειρίες, τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια ψυχικά εργαλεία με εκείνον που πήρε μια απόφαση στο παρελθόν. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε υποχρεωτικά να καταλήξει στην ίδια απόφαση;
Και κάπου εδώ μπαίνει η επιστήμη, γιατί δεν θα αφήσουμε όλο αυτό να γίνει ένα ακόμη τσιτάτο του τύπου "να αλλάζεις, πεταλούδα μου".
Ο εγκέφαλος δεν είναι πέτρα. Είναι ένα δυναμικό όργανο που μεταβάλλεται μέσα από την εμπειρία. Η μάθηση, η επανάληψη, οι σχέσεις, οι απώλειες, οι επιτυχίες, τα λάθη και γενικότερα όσα ζούμε μπορούν να μεταβάλλουν τη λειτουργία και τις συνδέσεις των νευρωνικών μας δικτύων.
Αυτή η ικανότητα ονομάζεται νευροπλαστικότητα.
Δεν σημαίνει ότι ξυπνάς ένα πρωί άλλος άνθρωπος επειδή είδες ένα podcast και ανακάλυψες το inner child σου. Ούτε ότι πάντα αλλάζει προς το καλύτερο (άλλη κουβέντα αυτή).
Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος μπορεί να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και, ως έναν βαθμό, να αναδιοργανώνει τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεται πληροφορίες και αντιδρά στις εμπειρίες.
Χάρη σε αυτή την ικανότητα μπορούμε να μάθουμε μια νέα γλώσσα, να αποκτήσουμε μια καινούργια δεξιότητα, να αλλάξουμε συνήθειες, να επεξεργαστούμε φόβους και να διαμορφώσουμε νέους τρόπους αντίδρασης. Με βοήθεια από κάποιο ψυχολόγο; Γιατί όχι; Έτσι, με λίγη τύχη και πολλή δουλειά, μπορεί να πάψουμε κάποια στιγμή να θεωρούμε μοιραίο έρωτα κάθε άνθρωπο που μας φτύνει κι εμείς λέμε ότι βρέχει.
Ο εγκέφαλος, λοιπόν, μπορεί να ενημερώνεται. Το ερώτημα είναι αν ενημερωνόμαστε κι εμείς ή αν πατάμε το snooze από το 2009.
Το να αλλάζεις γνώμη είναι δεξιότητα. Στην ψυχολογία χρησιμοποιείται ο όρος γνωστική ευελιξία για την ικανότητά μας να προσαρμόζουμε τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας όταν αλλάζουν οι συνθήκες, οι απαιτήσεις ή οι διαθέσιμες πληροφορίες.
Με απλά λόγια: Με αυτά που ήξερα τότε, αποφάσισα αυτό. Με αυτά που ξέρω τώρα, αποφασίζω διαφορετικά.
Αυτό δεν ακυρώνει τον παλιό σου εαυτό. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσεις ηλίθιο για να μην του επιτρέψεις να είναι ισόβιος δερβέναγας της ζωής σου. Γιατί αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της αναθεώρησης. Δεν συγκρούεσαι μόνο με μια παλιά απόφαση. Συγκρούεσαι και με την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
"Εγώ δεν κάνω τέτοια."
"Εγώ πάντα πίστευα αυτό."
"Εγώ όταν αποφασίζω κάτι δεν κάνω πίσω."
Και κάπως έτσι μπορεί να φτάσεις να υπερασπίζεσαι όχι πια την απόφαση, αλλά την ταυτότητά σου.
Δεν θέλεις απλώς να αποδειχθεί σωστό αυτό που επέλεξες. Θέλεις να αποδειχθεί ότι εσύ ήσουν σωστός που το επέλεξες.
Και τότε αρχίζει το γλέντι.
- Αφού έδωσα τόσα…
Υπάρχει μια πολύ γνωστή γνωστική παγίδα που ταιριάζει θαυμάσια εδώ: το sunk cost fallacy, το φαινόμενο του βυθισμένου κόστους.
Με δυο λόγια, αφού έχω επενδύσει τόσα, ας επενδύσω κι άλλα.
Έδωσες δέκα χρόνια σε μια σχέση; Μην είσαι μαλάκας και το διαλύσεις τώρα. Δώσε άλλα πέντε. Αντέχει το κορόιδο.
Έχασες ήδη χρήματα σε μια αποτυχημένη επένδυση; Ρίξε κι άλλα. Τώρα θα γυρίσει. Τι διάολο;
Παρήγγειλες το χειρότερο πιάτο της ζωής σου; Φάτο μέχρι τέλους επειδή το πλήρωσες. Λες και το στομάχι σου εργάζεται στο λογιστήριο και πρέπει να κλείσει ταμείο.
Το θέμα όμως είναι ότι ο χρόνος, το χρήμα, ο κόπος ή το συναίσθημα που έχουν ήδη δαπανηθεί έχουν ήδη δαπανηθεί. Δεν επιστρέφουν επειδή συνεχίζεις. Το μόνο που αποφασίζεις τώρα είναι αν θα προσθέσεις καινούργιο κόστος στο παλιό.
Κι όμως, η αποχώρηση συχνά μοιάζει με παραδοχή αποτυχίας.
Κι μετά αρχίζουν τα:
"Δεν μπορεί, τόσα χρόνια…"
Μπορεί!
"Θα αλλάξει αυτή τη φορά."
Το πας στοίχημα;
"Θα δικαιωθώ στο τέλος το ξέρω"
Στο τέλος ποιανού;
"Δεν γίνεται να πάνε όλα χαμένα."
Γίνεται.
Ο άνθρωπος λατρεύει την ιδέα ότι το αύριο θα δικαιολογήσει το χθες.
Μόνο που το σύμπαν δεν έχει καμία υποχρέωση να αποζημιώσει τις κακές μας επιλογές. Ούτε η ζωή λειτουργεί με πόντους επιβράβευσης. Δεν παίρνεις δωρεάν ευτυχία επειδή άντεξες αρκετά.
Ξέρεις όμως ποιο είναι το πιο αστείο; Μερικές φορές απλώς άντεξες αρκετά. Νέτο-σκέτο. Χωρίς παρελκόμενα.
Ο παλιός σου εαυτός έκανε την καλύτερη επιλογή που μπορούσε με τις πληροφορίες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες που είχε τότε. Ο σημερινός σου εαυτός όμως έχει καινούργια δεδομένα. Αν απαιτείς να αποφασίζει σαν να μην έμαθε τίποτα από τότε, αυτό δεν λέγεται συνέπεια. Λέγεται στασιμότητα.
Ώπα όμως!
Επειδή ο άνθρωπος δεν αφήνει ποτέ μια καλή ιδέα χωρίς να τη διαστρεβλώσει, κάπου εδώ θα εμφανιστεί και ο άλλος...
- Τι θες να πεις δηλαδή; Αυτός που αλλάζει γνώμη κάθε δέκα λεπτά είναι εξαιρετικά ώριμος;
Όχι, καμάρι μου. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αναθεώρηση και στην αστάθεια.
Ο ώριμος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει γνώμη όταν αλλάζουν τα δεδομένα, όταν αντιλαμβάνεται ότι είχε κάνει λάθος ή όταν καταλαβαίνει ότι μια επιλογή δεν υπηρετεί πια τις ανάγκες και τις αξίες του.
Ο παρορμητικός αλλάζει γνώμη επειδή άλλαξε διάθεση.
- Σήμερα θέλει να ανοίξει καφέ.
- Αύριο να γίνει δύτης.
- Μεθαύριο να μετακομίσει στη Νέα Ζηλανδία. (Εγώ! Εγώ!)
- Την Πέμπτη αποφασίζει ότι τελικά χρειάζεται να ακολουθήσει τη ροή της ζωής του.
- Την Παρασκευή να επιστρέφει σε πρώην.
- Το Σάββατο ανακοινώνει ότι μπαίνει σε εποχή απόλυτης αυτογνωσίας.
- Και την Κυριακή πληρώνει για να του πουν τα ταρώ.
κ.ο.κ
Αυτό δεν είναι γνωστική ευελιξία. Είναι να έχεις τον εγκέφαλο στο shuffle όπως το Spotify.
Η συχνή και απότομη μεταβολή αποφάσεων μπορεί να έχει πολλές αιτίες. Από παρορμητικότητα, αναποφασιστικότητα, φόβο της ευθύνης, ανάγκη εξωτερικής επιβεβαίωσης, δυσκολία να αντέξεις την αβεβαιότητα μέχρι απλώς το γεγονός ότι δεν ξέρεις ακόμη τι θέλεις.
Δηλαδή μπορεί να μην άλλαξες άποψη επειδή επεξεργάστηκες καλύτερα τα δεδομένα. Μπορεί απλώς να σου μίλησε κάποιος τελευταίος.
Σωπαίνετε. Ξέρω, δεν καταλάβατε. Εξηγώ αμέσως.
Ούτε το "ποτέ δεν αλλάζω" είναι αρετό γιατί είσαι εγκλωβισμένος στις χθεσινές του βεβαιότητες. (Νάτο το μουλάρι)
Ούτε το "αλλάζω κάθε πέντε λεπτά" είναι εξέλιξη γιατί γίνεσαι όμηρος της τελευταίας σου σκέψης. (Να και η άδεια σακούλα σε μέρα με οκτώ μποφόρ)
Και, παραδόξως, μπορεί και οι δύο να αποφεύγουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Την ουσιαστική ευθύνη μιας απόφασης. Γιατί η πραγματική ωριμότητα απαιτεί δύο πράγματα που στην πράξη είναι πολύ δύσκολα.
- Να έχεις αρκετή ταπεινότητα για να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος.
- Και αρκετή σταθερότητα για να μην εγκαταλείπεις κάθε επιλογή μόλις γίνει δύσκολη.
Να μην παραμένεις από πείσμα. Αλλά να μη φεύγεις και από πανικό. Να μπορείς να δώσεις χρόνο σε μια απόφαση χωρίς να την κάνεις ισόβια καταδίκη. Να μπορείς να ακούσεις τα συναισθήματά σου χωρίς να τους παραδώσεις το τιμόνι και να καθίσεις πίσω να βλέπεις.
Η αλλαγή γνώμης δεν είναι αποτυχία. Αποτυχία είναι να γνωρίζεις ότι κάτι δεν λειτουργεί και να συνεχίζεις μόνο και μόνο για να μη χαλάσει η εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
Αλλά ούτε και η διαρκής μεταβλητότητα είναι ωριμότητα. Γιατί όταν αλλάζεις συνεχώς χωρίς επεξεργασία, απλώς να περιστρέφεσαι.
Η ωριμότητα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ακαμψία και στην αστάθεια. Στο σημείο όπου μπορείς να κοιτάξεις τον χθεσινό σου εαυτό και να του πεις:
- Σ’ ευχαριστώ. Έκανες ό,τι μπορούσες με αυτά που ήξερες. Τώρα όμως κάτσε λίγο στην άκρη, γιατί έμαθα κάτι καινούργιο.
Και ταυτόχρονα να κοιτάξεις τον σημερινό σου εαυτό και να του πεις:
- Ωραία. Μην ενθουσιάζεσαι. Θα το σκεφτούμε λίγο καλύτερα πριν μετακομίσουμε στη Νέα Ζηλανδία.
Πηγές:
- Structural brain plasticity in adult learning and development
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23458777/
- Cognitive and behavioural flexibility: neural mechanisms and clinical considerations
https://www.nature.com/articles/s41583-021-00428-w
- The psychology of sunk cost
12 Σεπτεμβρίου 2026
Κάποιους άλλους πάλι, καποιοί... κάπως... και χωρίς ακριβώς να θυμόμαστε πότε, βρεθήκαμε να τους παίζουμε. Για μένα ήταν κάπως έτσι:
- Η καλή κόρη.
- Η καλή φίλη.
- Η διαθέσιμη.
- Η ψύχραιμη.
- Η ευχάριστη.
- Εκείνη που θα κατανοήσει.
- Εκείνη που θα βοηθήσει.
- Εκείνη που θα ενδιαφερθεί.
- Εκείνη που θα βρει κάτι να πει.
Όχι όμως επειδή δεν νοιαζόμουν. Αλλά επειδή μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τον ίδιο μου τον θόρυβο.
Οι περισσότεροι ρόλοι δεν μας επιβάλλονται με το ζόρι. Αυτό θα ήταν εύκολο.
Από αγάπη.
Από συνήθεια.
Από ιστορία.
Από ανθρώπους που υπήρξαν σημαντικοί.
Από πράγματα που περάσαμε μαζί.
Από μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας που κάποτε μπορούσε (ή ήθελε) να είναι διαθέσιμος με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Και μια μέρα ανακαλύπτεις ότι δεν θέλεις πια να ανέβεις στη σκηνή.
Δεν μισείς το έργο ή τους συμπρωταγωνιστές απαραίτητα. Απλώς κάθε φορά που παίζεις, αφήνεις κάτι από σένα πάνω στα σανίδια. Και όπως ξέρετε όλοι, δεν περισσεύει πάντα.
Το παράξενο είναι ότι το ξέρεις, αν το σκεφτείς απολύτως λογικά.
Κανείς δεν δικαιούται όλο τον χρόνο σου, όλη την ενέργειά σου, όλη την προσοχή σου. Μπορείς να αγαπάς κάποιον χωρίς να έχεις όρεξη πάντα να του μιλήσεις. Μπορείς να νοιάζεσαι χωρίς να είσαι συνέχεια διαθέσιμος. Μπορείς να καταλαβαίνεις γιατί κάποιος σε χρειάζεται χωρίς να αναλαμβάνεις την υποχρέωση να καλύψεις αυτή την ανάγκη.
Εύκολα γράφονται αυτά. Ξέρω. Εγώ τα γράφω. Τα κάνω όμως;
Το πρόβλημα ξεκινάει όταν ο άλλος στενοχωριέται. Γιατί τότε εμφανίζεται εκείνο το μικρό, γελοίο δικαστήριο που έχουμε όλοι μέσα μας και αρχίζει:
- Μήπως γίνεσαι σκληρή;
- Μήπως είσαι αχάριστη;
- Μήπως θα έπρεπε να κάνεις μια μικρή προσπάθεια;
- Ένα τηλέφωνο είναι, πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;
Και να σας πω κάτι που μπορεί να σας φανεί υπερβολικό;
Για μένα πια μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο.
Ναι. Μερικές φορές ένα τηλέφωνο είναι πολύ.
Όχι λόγω της διάρκειάς του. Λόγω του ανθρώπου που πρέπει να γίνω για όσο κρατάει. Κι εδώ νομίζω ότι βρίσκεται η τεράστια παρεξήγηση που με ταλαιπωρούσε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Το να καταλαβαίνω τον άλλον δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπακούω στην ανάγκη του.
Μπορώ να καταλάβω γιατί πληγώνεται.
Μπορώ να καταλάβω γιατί θέλει περισσότερα από μένα.
Μπορώ ακόμη και να λυπάμαι που δεν μπορώ/θέλω να δώσω.
Αλλά μωρέ... Η λύπη μου δεν δημιουργεί χρέος προς κανέναν.
Και αυτό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα που πρέπει να μάθω. Ότι ένα όριο μπορεί να στενοχωρεί κάποιον και παρ’ όλα αυτά να παραμένει σωστό.
Για μένα σωστό; Για μένα, έστω.
Δεν είναι όλα τα δυσάρεστα πράγματα άδικα.
Δεν είναι κάθε απογοήτευση λόγος για .
Δεν είναι κάθε απουσία τιμωρία.
Κι ασφαλώς δεν είναι κάθε "δεν μπορώ" ένα κρυφό "δεν σ’ αγαπώ".
Κάποτε πίστευα ότι ελευθερία σημαίνει να μη μου λένε οι άλλοι τι να κάνω.
Τελικά μόλις σήμερα, μια ανάσα πριν τα πενήντα μου, συνειδητοποίησα ότι είναι κάτι πολύ πολύ δυσκολότερο.
Να μπορούν να μου λένε τι θέλουν από μένα και εγώ να αντέχω να μην τους το δίνω. Χωρίς εκνευρισμό. Χωρίς τύψεις. Χωρίς μακροσκελή απολογία. Χωρίς να χρειάζεται να τους πείσω και για το δικό μου δίκιο. Ότι είναι δικαίωμά μου τέλος πάντων!
Και δεν χρειάζεται καν να συμφωνούν. Αρκεί να ξέρω εγώ ποιον ρόλο θέλω να παίξω στη ζωή μου. Και, κυρίως, ποιους ρόλους δεν θέλω πια.
Θέλω να έχω το δικαίωμα να λείπω, ακόμη κι όταν κάποιος θα προτιμούσε να είμαι εκεί.
Θέλω να έχω το δικαίωμα να αλλάξω, ακόμη κι όταν κάποιος με αγάπησε όπως ήμουν πριν.
Και όταν κάποτε το ξεχάσω (γιατί προφανώς και θα το ξεχάσω) θέλω να θυμηθώ τουλάχιστον ότι η ζωή μου δεν είναι παράσταση στην οποία οφείλω να κρατάω ευχαριστημένο το κοινό.
Κι αν κάποιοι δυσαρεστηθούν επειδή σταμάτησα να παίζω τον ρόλο που τους βόλευε, θα στενοχωρηθώ. Θα το καταλάβω. Ίσως νιώσω και τύψεις γι'αυτό που προκάλεσα, αλλά δεν θα ξανανεβώ στη σκηνή μόνο και μόνο για να με χειροκροτήσουν. Θα αυτοσχεδιάζω με βάση αυτό που νιώθω, χωρίς καν να έχω ανάγκη κανενός είδους χειροκρότημα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν κλείσουν τα φώτα και φύγουν όλοι, εγώ θα πρέπει να μείνω και να ζήσω με εκείνη που έπαιζε.
Και καλό θα ήταν, επιτέλους, να την αναγνωρίζω.
04 Αυγούστου 2026

Όλοι ξέρουμε, ακόμη κι αν δεν το παραδεχόμαστε, ότι κανείς δεν βγαίνει από μια σχέση ίδιος με πριν.
Οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας, κι ακόμη περισσότερο εκείνοι που αγαπήσαμε ή μας αγάπησαν, αφήνουν μέσα μας αποτυπώματα. Άλλα είναι ανεπαίσθητα και άλλα τόσο βαθιά που συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμη κι όταν η σχέση έχει τελειώσει εδώ και χρόνια.
Δεν αλλάζουν μόνο οι αναμνήσεις μας. Αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο. Οι αντοχές μας. Οι προσδοκίες μας. Οι φόβοι μας. Οι ανάγκες μας. Ακόμη και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Αυτό δεν είναι αδυναμία ούτε εξάρτηση.
Είναι η φυσική συνέπεια της ανθρώπινης σύνδεσης.
01 Αυγούστου 2026
Για χρόνια πίστευα κι εγώ ότι αυτό είναι το ώριμο. Το λένε και αρκετοί ψυχοβγάλτες. "Εάν σε ενοχλεί κάτι πες το. Μην το κρατάς. Δεν κάνει..."
Μέχρι που άρχισα να παρατηρώ κάτι παράξενο...
Οι περισσότερες δύσκολες συζητήσεις που έκανα υπό την επήρεια θυμού δεν οδηγούσαν σε μεγαλύτερη κατανόηση. Οδηγούσαν σε μεγαλύτερη απόσταση και σε υπογλώσσια νέα κοπέλα, κρίμα...
26 Ιουλίου 2026

Και αν με ρωτούσε κάποιος σήμερα τι νιώθω, δεν θα μπορούσα να δώσω μία μόνο λέξη ως απάντηση. Δεν είναι μόνο θλίψη. Δεν είναι μόνο νοσταλγία. Δεν είναι ούτε η συντριβή που φοβόμουν ότι θα με ακολουθεί για πάντα.
Είναι χαρμολύπη.
24 Ιουλίου 2026
Ο άνθρωπος που έγραψε ένα βιβλίο 15.145 σελίδων χωρίς να περιμένει να το διαβάσει ποτέ κανείς, λεγόταν Χένρι Ντάργκερ.
Τι κάνει έναν επιστάτη νοσοκομείου από το Σικάγο, που έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του αόρατος, να δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο χωρίς να περιμένει ποτέ ότι θα τον δει κάποιος;
Δεν είχε σπουδάσει λογοτεχνία.
Δεν είχε καλλιτεχνική εκπαίδευση.
Δεν είχε κοινό.
Δεν είχε εκδότη.
Δεν είχε καν φίλους που να γνωρίζουν τι έκανε όταν γύριζε σπίτι από τη δουλειά.
Κι όμως...
Για δεκαετίες, κάθε βράδυ, ανέβαινε στη μικρή σοφίτα όπου ζούσε και συνέχιζε να χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο.
20 Ιουλίου 2026
Ασφάλεια.
Όχι η κοινωνική, η "να είμαστε καλά" και τα λοιπά ψευτοκουβεντιαστά.
Η άλλη. Η αληθινή. Η βαθιά. Η "μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να συμμαζεύομαι".
Πότε ήταν η τελευταία φορά που το νιώσατε; Ε, εκεί ανήκετε. Όχι επειδή ήταν τέλειο ή εύκολο, αλλά επειδή δεν φοβηθήκατε να φανείτε πόσο ατελείς είστε.
11 Ιουλίου 2026
09 Ιουλίου 2026

Έχω μια εξομολόγηση να κάνω.
Τον τελευταίο καιρό είμαι καλά.
Όχι "ουαου κατάφερα το ακατόρθωτο" καλά. Ούτε "κέρδισα το Τζόκερ", καλά.
"Ήρεμα και όμορφα", καλά. Κοιμάμαι. Δουλεύω. Γελάω. Διαβάζω. Βλέπω τους ανθρώπους μου. Κάνω σχέδια για την επόμενη εβδομάδα χωρίς να χρειάζεται να επιβιώσω πρώτα από την τωρινή. Και ξέρετε κάτι; Από κεκτημένη ταχύτητα αυτό με ανησυχεί λίγο.
06 Ιουλίου 2026

"Είμαι ανώμαλη τελικά. Τέλος."
-Όχι. Απλώς είσαι πολύ... συγκεκριμένη. Και θα σε μαλώσω λίγο για τη λέξη "ανώμαλη", γιατί σήμερα με αυτό το θέμα κάνεις συνεχώς το ίδιο. Κάθε φορά που ανακαλύπτεις κάτι για σένα, το επόμενο βήμα είναι να το βαφτίσεις ελάττωμα. Κοίτα όμως τα δεδομένα που έχουμε, όχι τις ταμπέλες.
Και τώρα ας εκτεθούμε ασύστολα.
Εγώ, δηλαδή. Εσείς μια χαρά την περνάτε αλώβητοι. Εγώ έχω υποσχεθεί να ξεβρακώνομαι σε κάθε ευκαιρία. Άσκηση, σου λέει ο ψυχοβγάλτης. Ένα κουμπί είναι. Κατέβασε τα βρακιά σου και πάτα "δημοσίευση". Σαν τι θα γίνει δηλαδή; Τέλος πάντων... Πάμε μουσική και ξεκινάει στο στριπτίζ!
Θα σας μιλήσω λοιπόν για τους διακόπτες μου. Όχι μόνο γι'αυτούς που νόμιζα ότι έχω. Αλλά και για τους χειρότερους που ανακάλυψα ότι έχω.
Για χρόνια πίστευα λοιπόν ότι το πρόβλημά μου είναι πως, κάποια στιγμή, κλείνω. Απότομα. Σαν να πέφτει ο γενικός. Μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορεί να προσπαθώ, να ακούω, να συζητάω, να εξηγώ. Και μετά... τίποτα. Σαν να έκλεισε μια πόρτα στα μούτρα του άλλου.
Το έλεγα shutdown. Διακόπτη. Ασφάλεια (ενίοτε και "κατέβασα τον γενικό", "έπεσε το ρελέ" κτλ κτλ).
02 Ιουλίου 2026
Αυτός ο άνθρωπος που σπούδαζε τόσα χρόνια, για να του λάχει να έχει εμένα απέναντι να του λέω το μακρύ μου και το κοντό μου, εάν δεν αλλάξει επάγγελμα να πάει να ψήνει καλαμπόκια στα πανηγύρια να γλυτώσει από εμένα, να μην σώσω να δω το απολυτήριο μου από τον ψυχοβγάλτη.
Μου την κάρφωσε τώρα ότι δεν νιώθω(;) δεν συμπονώ(;) δεν έχω κατανόηση ίσως(;) υπομονή(;) για τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι. Ότι ίσως είμαι περισσότερο αυστηρή απ' όσο θα ήθελα τέλος παντων. Και με αφορμή αυτό του κάνω την εξής ερώτηση:
"Ρε μήπως είμαι sociopath και δεν κάνει να μου το πεις;"
07 Μαΐου 2026
Παιδιά… έχω άσχημα νέα για το software μας.
Ένα malfunction στο σύστημα ανταμοιβής μας.
Το "μου αρέσει" είναι εμπειρία.
Το "θέλω" είναι ώθηση.
Σημειώστε το αυτό!
Στον εγκέφαλο αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ναι, και στα δύο εμπλέκεται η ντοπαμίνη. Αλλά όχι με τον ίδιο ρόλο.
Η ντοπαμίνη δεν είναι η χημική ουσία της χαράς. Είναι κυρίως η χημική ουσία της αναζήτησης και της κατεύθυνσης. Δηλαδή δεν σε κάνει να απολαμβάνεις. Σε κάνει να κυνηγάς. Και όπως έλεγε κι ο Βέγγος "Ξέρεις από βέσπα;"
15 Απριλίου 2026
Ο όρος “μαθημένη αβοηθησία” (learned helplessness) περιγράφει ένα ψυχολογικό φαινόμενο που μελετήθηκε από τον Martin Seligman τη δεκαετία του ’60. Σε αυτό το φαινόμενο, ένα άτομο μετά από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες όπου δεν είχε έλεγχο στο αποτέλεσμα, σταματά να προσπαθεί.
Όχι επειδή δεν μπορεί. Επειδή πείστηκε ότι δεν έχει νόημα.
Πρόκειται για μάθηση.
Προσπαθείς, δεν αλλάζει κάτι.
Ξαναπροσπαθείς, πάλι τίποτα.
Συνεχίζεις, ίδιο αποτέλεσμα.
19 Μαρτίου 2026
Αυτό ζήτησα, αυτό πήρα και καλά να πάθω. Έκατσα, άνοιξε τα κιτάπια του και που σε πονεί και που σε σφάζει...
11 Μαρτίου 2026
Είπα να το ψάξω. Δεν θα πληρώνω εγώ για απαντήσεις που μπορώ να βρω και μόνη μου. Τι διάολο... Στον κόσμο της πληροφορίας ζούμε.
Μας έμαθαν λοιπόν ότι τα συναισθήματα είναι κάτι που απλώς… συμβαίνει. Σαν τον καιρό.
"Εγώ έτσι είμαι"
"Δεν είμαι συναισθηματικός άνθρωπος"
"Δεν εκφράζομαι εύκολα"
Σαν να μιλάμε για ύψος ή χρώμα ματιών.
Κι όμως, η ψυχολογία και η νευροεπιστήμη δείχνουν κάτι άλλο.
05 Μαρτίου 2026

- θα έκοβε τις σκηνές που ήμασταν λίγοι, κακοί ή γελοίοι και
- θα κρατούσε εκείνες που φαινόμασταν παρεξηγημένοι, γενναίοι, ή απλώς… καλόκαρδοι μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
Ο εγκέφαλος όλων μας έχει μοντέρ. Και PR manager. Και δικηγόρο. Αμέ!
Η ψυχολογία το λέει self-serving bias (μεροληψία αυτοεξυπηρέτησης) και σημαίνει πως ό,τι πετυχαίνουμε το αποδίδουμε σε εμάς, ενώ ό,τι χαλάει το φορτώνουμε στη συγκυρία, στον πρώην, στον καιρό, στον Ερμή τον ανάδρομο και στο περιστέρι που μας κουτσούλησε το πρωί.
28 Φεβρουαρίου 2026

"Νιώθω τύψεις που δεν το έχω ξεπεράσει ήδη ενάμιση χρόνο μετά. Πότε θα τελειώσει; Θα ψειρίζω τη μαϊμού για πολύ ακόμη;".
Με κοίταξε σαν να του είπα ότι νιώθω τύψεις που αναπνέω.
"Γιατί τύψεις; Καινούργιο είναι αυτό τώρα;"
Και άρχισα να τα αραδιάζω ένα-ένα σαν λίστα του σούπερ μάρκετ:
18 Φεβρουαρίου 2026

Ο Carl Jung ήταν από τους πρώτους που μίλησε για εσωστρέφεια και εξωστρέφεια ως δύο βασικούς προσανατολισμούς της προσωπικότητας. Ο εσωστρεφής εστιάζει σε σκέψεις, φαντασία, συναισθήματα. Ο εξωστρεφής στον εξωτερικό κόσμο και στις δράσεις.
Δεν σημαίνει ότι ο ένας αγαπά τους ανθρώπους και ο άλλος όχι. Σημαίνει ότι ο ένας "φορτίζει" με θόρυβο και ο άλλος με ησυχία.
Η βιολογική της βάση είναι υπαρκτή, αλλά πολύπλοκη. Ο Hans Eysenck πρότεινε ότι οι εσωστρεφείς έχουν υψηλότερη βασική φλοιϊκή διέγερση. Η θεωρία δεν επιβεβαιώθηκε ως μοναδική εξήγηση, αλλά υποστηρίχθηκε εν μέρει και οδήγησε σε έρευνες που δείχνουν διαφορές σε δίκτυα προσοχής, ανταμοιβής και επεξεργασίας ερεθισμάτων. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται πιο βαθιά τα ερεθίσματα, άρα χρειάζεται περισσότερη ησυχία μετά για να έρθει στα ίσια του.
Η εσωστρέφεια είναι μείγμα βιολογίας και εμπειρίας. Παιδιά που μεγάλωσαν σε περιβάλλον με έντονη κριτική, πολλούς ενήλικες ή κοινωνική πίεση συχνά στράφηκαν προς τα μέσα για ασφάλεια, αλλά το περιβάλλον δεν δημιουργεί την εσωστρέφεια από το μηδέν. Επηρεάζει μόνο τον τρόπο που εκφράζεται.
22 Ιανουαρίου 2026
Δεν φοβήθηκα ποτέ πραγματικά το σώμα μου.
Φοβήθηκα τα βλέμματα των άλλων πάνω του.
Αυτό το κατάλαβα πολύ αργότερα. Μικρή νόμιζα ότι το πρόβλημα ήμουν εγώ. Όχι η κοροϊδία, τα γέλια, τα σχόλια. Εγώ.
Γιατί ήμουν χοντρή. Και το χοντρή, τότε, δεν ήταν λέξη. Ήταν ταυτότητα. Στο σχολείο δεν σε κορόιδευαν μία φορά και τέλος. Σε κορόιδευαν κάθε μέρα κι από λίγο. Και το λίγο, επαναλαμβανόμενο, γίνεται χαρακτήρας.
Έμαθα λοιπόν ότι όταν φαίνομαι πολύ, κάτι πάει λάθος. Ότι το σώμα μου τραβάει βλέμματα που δεν είναι ασφαλή για την ψυχολογική μου ευημερία. Ότι αν σταθώ λίγο πιο μπροστά, αν γελάσω λίγο πιο δυνατά, αν υπάρξω λίγο πιο έντονα… κάποιος θα βρει κάτι να πει. Στις εκδρομές, στα διαλείμματα, στο δρόμο ακόμα... Το σώμα μου ήταν πάντα το πρώτο πράγμα που έβλεπαν. Και το πρώτο πράγμα που σχολίαζαν.












