16 Σεπτεμβρίου 2026
Δεν έψαχνα τον Κούντερα.

Και, μεταξύ μας τώρα, ποιά διαταραγμένη το κάνει αυτό επί τούτου;
Έφτιαχνα τη βιβλιοθήκη. Ξέρετε τώρα... Μία από εκείνες τις δουλειές που αρχίζεις με την αφελή πεποίθηση ότι θα βάλεις σε τάξη τα πράγματά τάκα τάκα και καταλήγουν να βάζουν εκείνα χέρι μέσα σου.
Κάπου ανάμεσα σε βιβλία που θυμόμουν, βιβλία που είχα ξεχάσει και βιβλία που εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα διαβάσω κάποια στιγμή, ξαναβρήκα την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι".
Το ξεσκόνισα και δεν άντεξα. Το άνοιξα και το ξεφύλλισα για να το ξαναθυμηθώ...
Τι μαλακισμένη γίνομαι ώρες ώρες! Πόσο κακή ιδέα!
Δεν χρειάστηκε να το ξαναδιαβάσω ολόκληρο. Τουλάχιστον μέχρι εκεί μου έκοβε. Μερικές σελίδες τσακισμένες, κάποιες υπογραμμισμένες φράσεις (ναι, είμαι από αυτές που τα καταστρέφουν τα βιβλία, δικά μου δεν είναι;) και κυρίως, ο τίτλος ήταν αρκετά.
Και αυτός ακριβώς ο τίτλος που θυμόμουν πάντοτε ως ωραίο, βαρύγδουπο και μυστηριώδες λογοτεχνικό κατασκεύασμα ξαφνικά αποφάσισε να μου εξηγήσει τι σημαίνει...
Και κάπου εκεί γαμήθηκε όλο το δικό μου "είναι", μαζί με όλη την αβάσταχτη ελαφρότητά του!
Δεν ξέρω ακριβώς τι είχα καταλάβει όταν διάβασα το βιβλίο την πρώτη φορά. Πάει καμιά εικοσαετία από τότε. Θυμόμουν τον έρωτα, τα σώματα, τις απιστίες, τη φυγή, την Πράγα, την εισβολή, την εξορία. Δεν θυμόμουν ούτε κατά διάνοια, φυσικά, τον Τόμας, την Τερέζα, τη Σαμπίνα, τον Φραντς. Και σίγουρα δεν θυμόμουν να είχα σταθεί πραγματικά στη λέξη "είναι".
Κάνω χώρο στο χαμό γύρω μου και ξεκινάω διάλειμμα (αφορμή έψαχνα για καθισιό) με ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο, μια παγωμένη μαύρη μπύρα από το ψυγείο και 18 τσιγάρα ακριβώς!
Το "είναι", σου λέει, δεν είναι ούτε το "Εγώ" ούτε το "Υπερεγώ" ούτε το φροϋδικό "Εκείνο" που έμαθα πρόσφατα. Είναι η ύπαρξη.
Το γεγονός ότι βρεθήκαμε εδώ και έχουμε μία ζωή να ζήσουμε, χωρίς πρόβα, χωρίς επανάληψη και χωρίς τη δυνατότητα να δούμε τι θα είχε συμβεί αν, σε μια κρίσιμη στιγμή, είχαμε στρίψει προς μια άλλη κατεύθυνση.
Σαν πείραμα με δείγμα n=1, χωρίς ομάδα ελέγχου και χωρίς δυνατότητα αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων. Επιστημονικό αίσχος, δηλαδή.
Κι όμως, αυτό είναι όλο κι όλο η ζωή μας.
Ο Κούντερα ανοίγει το βιβλίο με την ιδέα της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε (άλλη ψυχή του πάρτι κι αυτός!).
Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία κάθε στιγμή της ζωής μας επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, αιώνια, ίδια και απαράλλακτη. Όχι, δεν επιστρέφουμε σοφότεροι για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Δεν είναι "Η μέρα της μαρμότας" με υπαρξιακό μεταπτυχιακό. Ζούμε την ίδια ζωή, κάνουμε τις ίδιες επιλογές, πατάμε τις ίδιες μπανανόφλουδες και πέφτουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, άπειρες φορές. Μαρτύριο!
Στην ανάγνωση του Κούντερα, αυτή η αιώνια επανάληψη φορτώνει κάθε πράξη με το βάρος της αιωνιότητας. Επειδή τίποτα δεν περνά πραγματικά. Κάθε στιγμή επιστρέφει και επιμένει για πάντα. Άρα κάθε πράξη καλείται να αντέξει το βάρος της αιωνιότητας, σαν να μας ρωτά "Θα άντεχες να ζεις με αυτή σου την απόφαση για πάντα;"
Αντίθετα, μια ζωή που συμβαίνει μόνο μία φορά εμφανίζεται, περνά και χάνεται. Δεν επαναλαμβάνεται, δεν επιβεβαιώνεται και δεν αφήνει κανένα αιώνιο αποτύπωμα. Γι’ αυτό ο Κούντερα τη χαρακτηρίζει "ελαφριά". Μπροστά στον άπειρο χρόνο, μοιάζει σαν τον καπνό από το τσιγάρο μου που περνάει για μια στιγμή και εξαφανίζεται.
Κάπου εδώ άφησα την μπύρα κάτω και άρχισα να μαλώνω με τον συγχωρεμένο τον συγγραφέα.
- Συγγνώμη, Μίλαν μανάρι μου, αλλά θα με πεθάνεις κι εμένα; Από πού κι ως πού; Επειδή ζω μόνο μία φορά, η ζωή μου έχει μικρότερο βάρος; Επειδή μια στιγμή δεν θα επαναληφθεί ποτέ, σημαίνει λιγότερο και όχι περισσότερο βάρος; Επειδή μια απόφαση είναι οριστική και καμία δεύτερη εκδοχή μου δεν θα επιστρέψει για να επιλέξει διαφορετικά, αυτό την κάνει ελαφριά;
Εμένα μου φαίνεται ακριβώς το αντίθετο. Τι έχω καταλάβει λάθος;
Πάμε... Άλλο τσιγάρο ενώ μουρμουράω...
- Τι λέει αυτός ο Τσέχος ρε φίλε;!
Γυρίζω πάλι στο βιβλίο.
- Ο Τόμας προσπαθεί να ζήσει ελαφριά. Να μη δεθεί, να μη φυλακιστεί μέσα σε μία μοναδική επιλογή, να κρατήσει την ελευθερία του διαθέσιμη.
- Η Τερέζα φέρνει μαζί της το βάρος της αγάπης, του σώματος, της αποκλειστικότητας και της ανάγκης να σημαίνουν τα πράγματα κάτι.
- Η Σαμπίνα αναζητά την ελαφρότητα στη φυγή από κάθε ρόλο, κάθε δέσμευση και κάθε ταυτότητα που απειλεί να την καθορίσει.
- Ο Φραντς, αντίθετα, χρειάζεται το βάρος των μεγάλων ιδεών για να νιώσει ότι η ζωή του συμμετέχει σε κάτι σημαντικότερο από τον ίδιο.
Κανείς τους δεν είναι μόνο βαρύς ή μόνο ελαφρύς. Και ο Κούντερα ούτε που ασχολείται να δώσει μια καθαρή απάντηση.
Βάζει τους ανθρώπους του να κινούνται ανάμεσα στα δύο, να πληρώνουν το τίμημα και των δύο και να ανακαλύπτουν ότι αυτό που κάποτε έμοιαζε ελευθερία μπορεί αργότερα να μοιάζει κενό, ενώ αυτό που έμοιαζε βάρος μπορεί να αποδειχθεί το μόνο πράγμα που τους κρατούσε πραγματικά πάνω στη γη.
Γιατί, φυσικά, ένα βάρος μπορεί να γίνει αβάσταχτο.
Οι δεσμοί μπορούν να γίνουν αλυσίδες.
Η ευθύνη μπορεί να γίνει φυλακή.
Η αγάπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για έλεγχο, κατοχή και αυτοκατάργηση.
Επιπλέον, υπάρχουν και βάρη που δεν τα επιλέξαμε και δεν έχουμε κανένα χρέος να τα κουβαλάμε.
Αλλά ούτε η ελαφρότητα είναι πάντοτε ελευθερία.
Μπορεί να είναι φόβος που έμαθε να συστήνεται ως ανεξαρτησία. (Γκουχ γκουχ κάτι κόλλησε στον λαιμό μου)
Μπορεί να είναι η μόνιμη ανάγκη να μένει μια πόρτα ανοιχτή, ώστε να μπορούμε να φύγουμε πριν κάτι αποκτήσει αρκετή σημασία για να μας πληγώσει. (Ω να σου... Μου βγήκε η μπύρα από τη μύτη!)
Υπάρχει μια ολόκληρη εκδοχή της σύγχρονης ωριμότητας που μας προτρέπει να μη χρειαζόμαστε κανέναν. Να μην περιμένουμε τίποτα. Να περνάμε καλά όσο κρατάει. Να είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να συνεχίσουμε μόνοι, χωρίς απώλειες, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς δράματα.
Ακούγεται σοφό. Και μερικές φορές ίσως και να είναι. (Ξέρω εγώ που σας λέω)
Άλλες φορές όμως, είναι απλώς ο φόβος ντυμένος με καθαρό λινό πουκάμισο.
Για πολύ καιρό πίστευα κι εγώ ότι η ελαφρότητα ήταν ασφάλεια. (Σσσσσσς, ακόμα το πιστεύω)
Αν δεν περιμένω, δεν θα απογοητευτώ.
Αν δεν χρειάζομαι, δεν θα εξαρτηθώ.
Αν δεν δεθώ πολύ, δεν θα πονέσω πολύ.
Αν κρατάω πάντοτε ένα μέρος μου έξω από την πόρτα, θα μπορέσω να φύγω πριν καταρρεύσει το κτίριο.
Άψογο σχέδιο. Με μία μικρή ατέλεια. Λειτουργεί θαυμάσια μόνο εφόσον είσαι φίκος στην γλάστρα.
"Οι άνθρωποι αποκτούμε βάρος ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς να συμπληρώσουμε αίτηση και χωρίς να υπογράψουμε συγκατάθεση", μου είχε πει ο ψυχοβγάλτης μου μια μέρα που τον πλήρωσα για να με συγχύσει. "Μπαίνουμε σε μια καθημερινότητα, σε συνήθειες, σε μνήμη, σε μικρές έστω προσδοκίες. Κάποιος γίνεται η φωνή που θέλεις να ακούσεις, η παρουσία που υπολογίζεις, ο άνθρωπος στον οποίο θέλεις να πεις κάτι που σου συνέβη ή πριν καν ακόμα συμβεί".
Και τότε αρχίζει ο πανικός μου... Γιατί ό,τι αποκτά βάρος μπορεί και να χαθεί. Και εάν χαθεί... Όχι όχι όχι.
Γι'αυτό υπάρχει ο πολύ αποτελεσματικός τρόπος που εφαρμόζω χρόνια, με οχτώ στα δέκα (πες εφτά στα δέκα καλύτερα) επιτυχία ωστε να μην υποφέρω ποτέ από την απώλεια κάποιου:
- Να φροντίσεις να μην τον έχεις ποτέ πραγματικά κοντά.
- Να μειώσεις προκαταβολικά τη σημασία του.
- Να αραιώσεις την οικειότητα.
- Να κρατήσεις τη σχέση αρκετά ελαφριά ώστε η πιθανή απουσία της να παραμείνει διαχειρίσιμη.
(Δεν το μάθατε από εμένα).
Μόνο που έτσι πληρώνεις από πριν για μια απώλεια που μπορεί και να μη συμβεί. "Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις" θα σου πω εγώ. Αρκεί να ξέρεις τι χάνεις. Πως μπορείς να ξέρεις όμως; Τέλος πάντων, δεν μπορούμε να τα έχουμε και όλα!
Αφαιρείς λίγο από την παρουσία, για να προστατευτείς από μια μελλοντική απουσία.
Χάνεις τον άλλον ηθελημένα και προκαταβολικά σε ελεγχόμενες δόσεις όσο βρίσκεται ακόμη στην ζωή σου, ώστε να μην κινδυνεύσεις κάποτε να πληγωθείς μαζεμένα όταν τον χάσεις ολόκληρο.
Και ξαφνικά η "ελαφρότητα" μοιάζει να βαραίνει...
Η ελαφρότητα μοιάζει πολύ με μια ζωή από την οποία έχει αφαιρεθεί προσεκτικά οτιδήποτε θα μπορούσε να την κάνει πολύτιμη.
Ίσως, τελικά, να μη μας βαραίνουν μόνο όσα επιτρέψαμε να αποκτήσουν σημασία.
Ίσως μας βαραίνουν και όσα κρατήσαμε ελαφριά από φόβο.
Οι άνθρωποι που κρατήσαμε ένα βήμα πιο μακριά.
Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Οι επιθυμίες που μικρύναμε για να χωρέσουν μέσα στην υποτιθέμενη αυτάρκειά μας.
Γιατί το βάρος δεν είναι μόνο φορτίο. Είναι και σημασία.
Εκείνο που δεν αντικαθίσταται εύκολα.
Εκείνο που, αν χαθεί, δεν αφήνει απλώς έναν κενό χώρο αλλά αλλάζει λίγο τη γεωγραφία της ζωής μας.
...σαν σεισμός.
Ανεξαρτησία δεν σημαίνει να μη χρειάζεσαι ποτέ κανέναν. Σημαίνει να μη χάνεις τον εαυτό σου μέσα σε εκείνους που χρειάζεσαι. Άλλο να στέκεσαι στα πόδια σου και άλλο να απαγορεύεις στον εαυτό σου να ακουμπήσει κάπου, επειδή αυτό το "κάπου" μπορεί μια μέρα να πάψει να υπάρχει.
Ποιος αποφάσισε να εκδόσει αυτόν τον καργιόλη τέλος πάντων;!
Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή αναλογία βάρους και ελαφρότητας. Έκανα δώδεκα τσιγάρα πριν κι έχω κάνει άλλα εφτά τώρα που γράφω κι ακόμα δεν έχω βρει κάτι αξιόπιστο να βασιστώ.
Ούτε ο Κούντερα προσφέρει κάποια εύχρηστη συνταγή μπας και πάρω μια ιδέα. Δεν λέει πόσο να αγαπάμε, πόσο να μένουμε, πότε να φεύγουμε ή ποια βάρη αξίζει να σηκώσουμε.
Μάλλον επειδή στη ζωής μας δεν χρειάζεται να επιλέξουμε το βάρος ή την ελαφρότητα μία φορά και για πάντα.
Η διαλογή γίνεται ξανά και ξανά.
- Ποιο βάρος μας συντρίβει και ποιο μας γειώνει.
- Ποια ελαφρότητα μας ελευθερώνει και ποια μας αδειάζει.
- Πότε ένας δεσμός είναι αλυσίδα και πότε είναι άγκυρα.
- Πότε η ανοιχτή πόρτα είναι διέξοδος και πότε είναι απλώς η δικαιολογία μας για να μη μπούμε ποτέ ολόκληροι σε κανένα δωμάτιο.
Έκλεισα το βιβλίο και το έβαλα ξανά στη θέση του. Φτάνει!
Η βιβλιοθήκη ήταν πλέον ελάχιστα πιο τακτοποιημένη. Εγώ καθόλου.
Τόσα χρόνια το βιβλίο μάζευε σκόνη, περιμένοντας να αποκτήσω οτιδήποτε χρειαζόταν για να καταλάβω τον τίτλο του. Κάποια γαμημένα βιβλία έχουν την ιδιότητα να μένουν ήσυχα στο ράφι μέχρι να τα φτάσει επιτέλους η ζωή μας και να τα ανοίξει.
Εγώ απλώς ξεσκόνισα το εξώφυλλο κι εκείνο ξεσκόνισε την ψευδαίσθηση μου ότι, αν κρατήσω τη ζωή μου αρκετά ελαφριά, θα μπορέσω να την περάσω χωρίς να πονέσω άλλο.
Και τώρα που το είδα γραμμένο κατάλαβα.
Κάθαρμα Μίλαν... Με γάμησες!
10 Σεπτεμβρίου 2026

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά.
- Γιατί;
- Γιατί το κάνω αυτό;
- Γιατί βρίσκομαι εδώ;
- Γιατί θέλω αυτό που θέλω;
- Γιατί περιμένω;
- Και κυρίως: Τι ακριβώς περιμένω;!
05 Σεπτεμβρίου 2026
Διάβασα ένα απόσπασμα της Μαλβίνας Κάραλη (Περιθώριο, Κολλημένοι σε λάθος ανθρώπους) και κόλλησα σε μια σκέψη της.
Μου φάνηκε από εκείνες τις ενοχλητικές σκέψεις που στην αρχή θέλεις να απορρίψεις και ύστερα αρχίζουν να κάνουν βόλτες στο κεφάλι σου.
Η ιδέα, πολύ χοντρικά, ήταν αυτή:
Μήπως καμιά φορά επιλέγουμε τον λάθος άνθρωπο ακριβώς επειδή είναι λάθος;
Μήπως δηλαδή η ακαταλληλότητά του δεν είναι μόνο το πρόβλημα της σχέσης, αλλά και μέρος της χρησιμότητάς της;
Γιατί εύλογα θα πει κανείς, αν επιλέγω τον λάθος για να αποφύγω... ας πούμε τυχαία τη δέσμευση, τότε γιατί κολλάω πάνω του; Γιατί βασανίζομαι; Γιατί μπορεί να περάσουν χρόνια και να εξακολουθώ να τον σκέφτομαι;
Γιατί ίσως το κόλλημα δεν αναιρεί καθόλου την αποφυγή, λέει. Ίσως μερικές φορές είναι η ίδια η αποφυγή.
...Δε σε χάλασε, ε;
Μερικές φορές ο λάθος άνθρωπος είναι πράγματι ασφαλέστερος από τον σωστό.
Παράλογο; Καθόλου.
Γιατί ο άνθρωπος που δεν μπορεί να είναι πραγματικά μαζί σου, που δεν είναι διαθέσιμος, που δεν ταιριάζει ο τρόπος ζωής σας, που θέλει άλλα πράγματα, που έχει χίλιους λόγους να μη λειτουργήσει η σχέση, σου προσφέρει κάτι που ο κατάλληλος άνθρωπος δεν μπορεί να σου προσφέρει.
Μια έτοιμη έξοδο κινδύνου.
Από την πρώτη στιγμή υπάρχει κάπου η αιτία της καταστροφής. Αν τελειώσει, ξέρεις γιατί. Σημειώνει;
- Δεν γινόταν
- Ήμασταν πολύ διαφορετικοί
- Δεν μπορούσε να μου δώσει αυτό που χρειαζόμουν
- Δεν ήταν διαθέσιμος
Υπάρχει εξήγηση. Υπάρχει ένοχος. Υπάρχει ένα ωραιότατο εργοστασιακό ελάττωμα στη σχέση, το οποίο μπορείς να δείξεις με το δάχτυλο όταν όλα πάνε κατά διαόλου.
Με έναν άνθρωπο όμως με τον οποίο θα μπορούσε πραγματικά να γίνει;
Ωωω... Εκεί τα πράγματα ζορίζουν. Δεν υπάρχει πια πού να κρυφτείς και όπως λένε και οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες "You can run, but you can't hide".
Άρα ελλείψει λόγου για να φύγεις... σκέφτεσαι το ενδεχόμενο να μείνεις. Κι αυτό είναι τρομοκρατία!
- Να φανείς; (Χμμμ...)
- Να δείξεις συναίσθημα χωρίς να τιμωρηθείς γι'αυτό; (Δύσκολο...)
- Να ακούσεις τι θέλει ο άλλος χωρίς να τον κρίνεις; (Τρελό...)
- Να διαπραγματευτείς και να απογοητευτείς σε κάποια θέματα χωρίς όμως να αναγκαστείς να φύγεις τρέχοντας; (Το χοντραίνουμε τώρα...)
- Να επιτρέψεις σε έναν άλλο άνθρωπο να γίνει τόσο σημαντικός ώστε να αποκτήσει και τη δυνατότητα να σε πληγώσει; (Αδιανόητο..!)
Και κυρίως να παραδεχτείς κάτι πολύ λιγότερο ρομαντικό από το "δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα", αλλά επίπεδα πιο τρομακτικό για τα δικά μου δεδομένα, τουλάχιστον:
Σε θέλω πολύ στη ζωή μου, αλλά δεν το λέω όχι μόνο σε εσένα, αλλά ούτε καν στον εαυτό μου γιατί δεν μπορώ να ελέγξω τι θα κάνεις με αυτή τη γνώση, κι αυτό με πανικοβάλλει.
Και αυτό, κυρίες και κύριοι είναι η λεγόμενη "έκθεση".
Κι επειδή στους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να μιλάμε για το πόσο φοβόμαστε την εγκατάλειψη, ξεχνάμε καμιά φορά ότι υπάρχει και ένας άλλος φόβος.
Να μείνουν.
- Ω να σου γαμ... Και τώρα τι κάνουμε;
Γιατί έναν άνθρωπο που φεύγει μπορείς να τον θρηνήσεις, να τον βρίζεις, να τον εξιδανικεύεις, να ακούσεις καμία κατοσταριά καψουροτράγουδα κλαίγοντας, να πιεις όλο το Βόσπορο και να αναλύεις επί τέσσερα χρόνια τα παιδικά του τραύματα μαζί με τα δικά σου.
Αλλά...
Ο άνθρωπος που μένει είναι μια κατάσταση που απαιτεί συγκεκριμένο χειρισμό από εμάς. Όχι ο άνθρωπος. Η κατάσταση.
Και τώρα... Αρχίζουν τα δύσκολα. (Όταν τα έλεγε τραγουδιστά ο Ρουβάς, κοροιδεύατε γατάκια.)
Έχουμε μάθει να θεωρούμε ότι όσο περισσότερο υποφέρουμε για κάποιον, τόσο περισσότερο έχουμε αφεθεί σε αυτόν.
Δεν είμαι καθόλου σίγουρη πια ότι ισχύει. Μην πυροβολείτε οι απανταχού "ερωτοχτυπημένοι"... Θα εξηγηθώ η αναίσθητη!
Το λέω υπό την έννοια ότι μπορείς να υποφέρεις αφάνταστα για έναν άνθρωπο χωρίς ποτέ να έχεις χρειαστεί να σταθείς πραγματικά γυμνός και εκτεθειμένος απέναντί του. Καλύτερα τώρα;
Μπορείς να τον ποθείς.
Να τον περιμένεις.
Να ζηλεύεις.
Να χωρίζεις και να ξαναγυρίζεις εκατό φορές.
Να αναλύεις κάθε λέξη.
Να πιστεύεις ότι χωρίς αυτόν τελειώνει ο κόσμος.
Και παρ' όλα αυτά, να είσαι απλά ένας περιφερόμενος ερωτοχτυπημένος μεν, ρόλος δε.
Κάπου στο βάθος, ξέρεις ότι έτσι αυτή η σχέση δεν μπορεί ποτέ να γίνει ολόκληρη. Δεν μπορεί.
Έχω άδικο;
Κάτι λείπει... Και το ξέρεις. Δεν ξέρω τί. Οτιδήποτε. Σίγουρα όμως υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμβατότητα που καθιστά τη σχέση σχεδόν καταδικασμένη εξαρχής.
Και ακριβώς εκεί είναι που γίνεται... ασφαλής. Επειδή δεν κινδυνεύεις ποτέ να μάθεις τι θα συνέβαινε αν υπήρχε απέναντί σου ένας άνθρωπος που μπορούσε πραγματικά να σε συναντήσει.
Όχι να σε κυνηγά, να σε κρατά σε αγωνία, να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται.
Να σε συναντήσει κάπου επιτέλους. Κανονικά. Ισότιμα. Χωρίς παιχνίδια.
Χωρίς το όποιο εμπόδιο που θα αναλάβει κάποια στιγμή στο μέλλον να διαλύσει τα πάντα για λογαριασμό σας.
Χωρίς να μπορείς να αποδώσεις όλη την ιστορία στην ακαταλληλότητα κάποιου από τους δύο σας.
Χωρίς να υπάρχει κάποιος τοίχος πάνω στον οποίο ξέρεις εξαρχής ότι θα πέσετε με εκατό.
Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος απέναντί σου και η πιθανότητα να συνδεθείτε στ' αλήθεια.
Και τότε πρέπει να ρισκάρεις κάτι πολύ περισσότερο από έναν αποτυχημένο έρωτα. Πρέπει να ρισκάρεις να εκτεθείς. Να επιτρέψεις στον άλλον να σε γνωρίσει εκεί που δεν είσαι εντυπωσιακός, δυνατός, αυτάρκης ή μυστηριώδης. Να σε δει φοβισμένο. Ανασφαλή. Μικρό. Τρυφερό. Ανάγκη έχοντα (τι φρίκη κι αυτή για τους ορκισμένους αυτάρκεις).
Κι εκεί λες... Εδώ είμαστε! Σε θέλω ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να εκτεθώ. Και το κυριότερο, δεν χρειάζεται να αποκτήσεις σημασία! Πραγματική σημασία.
Γιατί όσο ο άλλος παραμένει "ο λάθος", υπάρχει πάντοτε ένα κομμάτι σου που στέκεται λίγο πιο πίσω και παρατηρεί σαν την κουτσομπόλα της γειτονιάς.
Μπορεί να φωνάζεις ότι θα πεθάνεις χωρίς αυτόν, αλλά κάπου υπάρχει η γνώση ότι το πράγμα είναι ελαττωματικό.
Και μάλλον αυτό εννοεί η Μαλβίνα όταν λέει ότι ο λάθος άνθρωπος διασφαλίζει την ανεξαρτησία.
Όχι ότι δεν δεσμεύεσαι μαζί του πρακτικά. Μπορεί να μείνεις χρόνια. Μπορεί να παντρευτείς κιόλας (που και πολλοί το κάνετε). Αλλά...! Η ανεξαρτησία εντοπίζεται στο μικρό ψυχικό καταφύγιο που σου εξασφαλίζει η ίδια η ακαταλληλότητα της σχέσης.
Το:
- Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να με καταλάβει.
- Έτσι κι αλλιώς δεν ταιριάζαμε.
- Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να μου δώσει όσα χρειαζόμουν.
- Έτσι κι αλλιώς κάποτε θα τελείωνε.
Και το "έτσι κι αλλιώς" είναι θαυμάσια πανοπλία!
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον όμως είναι τι συμβαίνει όταν "ο λάθος" άνθρωπος κι εμείς χωρίζουμε τα τσανάκια μας.
Τότε φεύγει ο άνθρωπος και μένει η λειτουργία του. Το φάντασμα. Και τότε αρχίζει το άλλο πανηγύρι. Το Αυγουστιάτικο, το γνήσιο.
Μπορεί κάθε άνθρωπος που εμφανίζεται μετά να συγκρίνεται μαζί του. Κανείς δεν προκαλεί την ίδια ένταση. Κανείς δεν σε αναστατώνει τόσο. Κανείς δεν σε κάνει να χάσεις το μυαλό σου.
Άρα;
Δεν είναι "the one". Και συνεχίζεις να κουβαλάς τον προηγούμενο σαν απόδειξη μιας καταδικασμένης μεν, μεγάλης αγάπης δε. Σας φάγαν τα κυκλώματα!
Μόνο που ίσως... "Ίσως" λες, μπούρδες! Δεν κουβαλάς κανέναν μαζί σου μόνο και μόνο επειδή υπήρξε δήθεν (ναι "δήθεν", σωπάτε) μεγάλος έρωτας. Ίσως τον κουβαλάς επειδή είναι χρήσιμος. Γιατί όσο υπάρχει μέσα σου εκείνος, κανείς άλλος δεν μπορεί να πλησιάσει εντελώς. Και αυτό βολεύει.
Ο λάθος άνθρωπος έχει γίνει ο ιδανικός σωματοφύλακας. Δεν χρειάζεται καν να είναι παρών. Το φάντασμά του κάνει μια χαρά τη δουλειά.
Κι εδώ να κάνω μια διευκρίνιση.
Όταν λέω "σωστός", "λάθος", "όμοιος", δεν εννοώ ότι κάπου υπάρχει ένας προκαθορισμένος άνθρωπος που είναι φτιαγμένος για εμάς. Μην τρελαθούμε.
Ούτε ότι "όμοιος" σημαίνει ότι διαβάζετε τα ίδια βιβλία, ακούτε τα ίδια τραγούδια ή έχετε τα ίδια πτυχία. Όμοιος, όπως το εννοώ εγώ εδώ, είναι ο άνθρωπος που μπορεί να σταθεί απέναντί σου ως ίσος. Με τον οποίο υπάρχει πραγματική δυνατότητα αμοιβαιότητας. Που δεν χρειάζεται να πάθετε αλληλεξάρτηση. Δεν χρειάζεται να τον κυνηγιέστε. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι αξίζει. Και κυρίως, δεν σου παρέχει ένα τεράστιο, προφανές ελάττωμα της σχέσης για να κρυφτείς πίσω του.
Απλώς είναι εκεί. Κι εσύ πρέπει να είσαι επίσης εκεί. Ολόκληρος.
Και αρχίζω να σκέφτομαι ότι για ορισμένους ανθρώπους αυτό μπορεί πράγματι να είναι πολύ πιο δύσκολο από το να κυνηγούν για χρόνια μια αδύνατη αγάπη.
Γιατί η "αδύνατη" αγάπη έχει δράμα. Και το δράμα μας δίνει μια αποστολή, πως το λένε. Να τον κερδίσω. Να την κάνω να με αγαπήσει. Να ξεπεράσουμε το εμπόδιο. Να επιστρέψει. Να αλλάξει. Να καταλάβει. Να κάνει η μάνα!
Κάθε μέρα υπάρχει κάτι να λύσουμε, λες και δεν είχαμε ήδη αρκετά.
Η αμοιβαιότητα από την άλλη, δεν σου δίνει τέτοιο παιχνίδι. Σου λέει κάτι πολύ απλούστερο και πολύ πιο εφιαλτικό:
- Εγώ είμαι εδώ. Με τα καλά μου, τα στραβά μου και τ' ανάποδά μου. Και μ'αρέσεις. Εσύ; Που βρίσκεσαι;
Και τώρα δεν υπάρχει κανείς για να παίξεις.
Γι' αυτό η σκέψη της Μαλβίνας μού αρέσει τόσο.
Όχι επειδή πιστεύω ότι κάθε φορά που ερωτευόμαστε έναν ακατάλληλο άνθρωπο κρύβεται από πίσω κάποιος φόβος δέσμευσης. Όχι.
Μου αρέσει επειδή μου δίνει πάτημα για να αντιστρέψω μια πολύ κοινή βεβαιότητα.
Ότι ο άνθρωπος για τον οποίο υποφέρουμε περισσότερο είναι αναγκαστικά και ο άνθρωπος απέναντι στον οποίο υπήρξαμε περισσότερο εκτεθειμένοι.
Ξέρετε, τις περισσότερες φορές αυτά τα δύο απέχουν ωκεανούς ολοκλήρους. Όλη αυτή η ένταση και ο πόνος έχει χτιστεί γύρω από μια σχέση που, ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να γίνει πραγματικά ασφαλής και αμοιβαία, μας γλίτωσε από κάτι που φοβόμασταν ακόμη περισσότερο. Να βρούμε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει.
Και τότε να μην έχουμε άλλη δικαιολογία.
Γιατί με τον λάθος άνθρωπο μπορείς να περάσεις εκατό χρόνια παλεύοντας με το αδύνατο.
Με τον σωστό θα χρειαστεί να κάνεις κάτι πολύ δυσκολότερο. Να ρίξεις τις άμυνες και να αφεθείς.
Που αν είναι δυνατόν, δηλαδή!!! Ποιος θα ήθελε κάτι τέτοιο;!
14 Αυγούστου 2026

Το να βρίσκεσαι ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους δεν σημαίνει ότι είσαι συνδεδεμένος. Μερικές φορές, οι κοινωνικοί κύκλοι είναι απλώς μια θορυβώδης εκδοχή της μοναξιάς. Οι σχέσεις που δεν αγγίζουν την ψυχή δεν γεμίζουν το κενό. Το τονίζουν.
Alain de Botton
Να μια παρεξήγηση που τη μαθαίνουμε από μικροί και τη κουβαλάμε μέχρι πολύ αργότερα από όσο θα έπρεπε.
Ότι η μοναξιά είναι η απουσία ανθρώπων.
Ε, δεν είναι.
07 Αυγούστου 2026
Γιατί κάποιοι ερωτεύονται την αβεβαιότητα;
"Γιατί διαλέγω πάντα ανθρώπους που δεν μπορώ να έχω;"
"Γιατί όταν κάποιος με αγαπάει πραγματικά, κάτι μέσα μου παγώνει;"
"Γιατί όταν απομακρύνεται, τον θέλω περισσότερο;"
Αν αυτές οι ερωτήσεις σου φαίνονται γνώριμες, τότε ίσως ο Μοράβια να ήξερε κάτι πολύ πριν εμφανιστεί η σύγχρονη ψυχολογία.
"Η Πλήξη" του Μοράβια δεν μιλάει για τον έρωτα. Μιλάει για το κενό που προσπαθούμε να καλύψουμε με τον έρωτα.
- Είμαι ερωτευμένος.
- Είσαι; Ή μήπως είσαι τρομοκρατημένος;
Να μια ερώτηση που δεν κάνουμε σχεδόν ποτέ.
Διαβάζοντας την Πλήξη του Αλμπέρτο Μοράβια, ήταν εύκολο να πιστέψω ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εμμονής. Ένας άντρας γνωρίζει μια γυναίκα, την ποθεί, τη χάνει, τη ζηλεύει, προσπαθεί να την κρατήσει και στο τέλος χάνεται μέσα στην ίδια του την ανάγκη.
24 Ιουλίου 2026
Ο άνθρωπος που έγραψε ένα βιβλίο 15.145 σελίδων χωρίς να περιμένει να το διαβάσει ποτέ κανείς, λεγόταν Χένρι Ντάργκερ.
Τι κάνει έναν επιστάτη νοσοκομείου από το Σικάγο, που έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του αόρατος, να δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο χωρίς να περιμένει ποτέ ότι θα τον δει κάποιος;
Δεν είχε σπουδάσει λογοτεχνία.
Δεν είχε καλλιτεχνική εκπαίδευση.
Δεν είχε κοινό.
Δεν είχε εκδότη.
Δεν είχε καν φίλους που να γνωρίζουν τι έκανε όταν γύριζε σπίτι από τη δουλειά.
Κι όμως...
Για δεκαετίες, κάθε βράδυ, ανέβαινε στη μικρή σοφίτα όπου ζούσε και συνέχιζε να χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο.
26 Ιουνίου 2026
"Λένε συνέχεια ότι ένα κορίτσι πρέπει να είναι όμορφο. Αλλά, ειλικρινά... Ξέχνα το. Μην
είσαι όμορφη.
να είσαι πνευματώδης,
να είσαι ενδιαφέρουσα,
να είσαι αστεία,
να είσαι περιπετειώδης,
να είσαι τρελή,
να είσαι ταλαντούχα.
Υπάρχουν χίλια άλλα πράγματα για να είσαι εκτός από όμορφη.
Και τι είναι όμορφο τέλος πάντων, εκτός από ένα σύνολο γραμμάτων που δένονται μεταξύ τους για να κάνουν μια λέξη;
Να είστε ο δικός σας ορισμός του καταπληκτικού. Αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από οτιδήποτε όμορφο."
Έχω βαρεθεί να διαβάζω λίστες για το πώς πρέπει να είναι κάποιος. Για τις γυναίκες δε... Να είναι έξυπνη, να είναι αστεία, να είβαι περιπετειώδης... Λες και είμαστε προϊόντα στο ράφι που πρέπει να βελτιώσουν το packaging τους για να πιάσουν καλύτερη τιμή.
18 Ιουνίου 2026
15 Ιουνίου 2026

Κάποια βιβλία τα διαβάζεις, τα κλείνεις και συνεχίζεις τη ζωή σου και κάποια μοιάζουν με καθρέφτη. Κάθε φορά που τα ξεφυλλίζεις, βλέπεις μέσα τους έναν διαφορετικό εαυτό σου. Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία για μένα. Στην επιφάνεια, η ιστορία του μοιάζει σχεδόν κωμική.
Ένας μεσήλικας Ισπανός ευγενής, ο Αλόνσο Κιχάνο, έχει περάσει τόσες ώρες διαβάζοντας ιστορίες για ιππότες, δράκους και ηρωικά κατορθώματα, ώστε αρχίζει σιγά-σιγά να πιστεύει πως είναι κι ο ίδιος ένας από αυτούς. Αποφασίζει λοιπόν να αφήσει το σπίτι του και να γίνει περιπλανώμενος ιππότης.
Βρίσκει μια παλιά σκουριασμένη πανοπλία, βαφτίζει το αδύναμο άλογό του Ροσινάντε και δίνει στον εαυτό του το όνομα "Δον Κιχώτης της Μάντσας". Για να ολοκληρωθεί η φαντασίωσή του, επιλέγει και μια "κυρία της καρδιάς του", τη Δουλτσινέα, μια απλή χωριατοπούλα την οποία στη φαντασία του μετατρέπει σε αριστοκρατική δεσποσύνη.
Σύντροφός του γίνεται ο Σάντσο Πάντσα, ένας απλός χωρικός, γήινος, πρακτικός και γεμάτος λαϊκή σοφία. Και οι δυο τους ξεκινούν ένα ταξίδι που είναι ταυτόχρονα περιπέτεια, σάτιρα και βαθιά φιλοσοφικός στοχασμός.
Στη διαδρομή τους συμβαίνουν τα πιο παράξενα πράγματα.
Ο Δον Κιχώτης βλέπει κάστρα εκεί που υπάρχουν πανδοχεία. Βλέπει πριγκίπισσες εκεί που υπάρχουν απλές γυναίκες. Βλέπει συνωμοσίες εκεί που υπάρχουν συμπτώσεις. Και, φυσικά, βλέπει γίγαντες εκεί που υπάρχουν ανεμόμυλοι. Με το δόρυ του προτεταμένο ορμά εναντίον τους, αποφασισμένος να σώσει τον κόσμο από το κακό. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Ένας ανεμόμυλος τον εκσφενδονίζει στο έδαφος και εκείνος βρίσκεται τραυματισμένος και γελοιοποιημένος.
Η εικόνα αυτή έγινε μία από τις πιο διάσημες στη λογοτεχνία.
Όμως δεν έμεινε στην ιστορία επειδή ένας τρελός μπερδεύτηκε. Έμεινε γιατί, βαθιά μέσα μας, αναγνωρίζουμε κάτι από τον εαυτό μας σε αυτόν.
Οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη είναι οι δικοί μας ανεμόμυλοι.
Είναι οι φόβοι που μεγεθύνουμε μέχρι να γίνουν τέρατα.
Είναι οι άνθρωποι στους οποίους αποδίδουμε ιδιότητες που δεν έχουν.
Είναι οι σχέσεις που πιστεύουμε ότι μπορούν να γίνουν κάτι που στην πραγματικότητα δεν μπορούν.
Είναι οι μάχες που δίνουμε όχι επειδή είναι λογικές, αλλά επειδή έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι αξίζουν.
Πόσες φορές δεν έχουμε μετατρέψει έναν άνθρωπο σε "σωτήρα"; Πόσες φορές δεν έχουμε δει μια μικρή δυσκολία σαν ανίκητο τέρας; Πόσες φορές δεν έχουμε πολεμήσει με πάθος για κάτι που οι άλλοι έβλεπαν ως χαμένη υπόθεση;
Όλοι μας, κάποια στιγμή, έχουμε υπάρξει Δον Κιχώτης. Και ίσως να συνεχίζουμε να είμαστε.
Η μεγάλη σύγκρουση είναι τελικά μια. Όνειρο vs Πραγματικότητα
Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα δεν είναι απλώς δύο χαρακτήρες. Είναι δύο κομμάτια του ίδιου ανθρώπου. Ο ένας είναι η ανάγκη μας να ονειρευόμαστε. Ο άλλος είναι η ανάγκη μας να επιβιώνουμε.
Ο ένας λέει "Ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος".
Ο άλλος απαντά "Ναι, αλλά πρώτα πρέπει να δεις τον κόσμο όπως πραγματικά είναι".
Ο ένας θέλει το ιδανικό. Ο άλλος το εφικτό. Και η ζωή μας είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Αν ζούμε μόνο σαν τον Σάντσο, κινδυνεύουμε να γίνουμε κυνικοί. Να πάψουμε να πιστεύουμε, να εκπλησσόμαστε, να ελπίζουμε.
Αν ζούμε μόνο σαν τον Δον Κιχώτη, κινδυνεύουμε να χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας.
Χρειαζόμαστε και τους δύο.
Το όνειρο χωρίς πραγματικότητα γίνεται παραλήρημα.
Η πραγματικότητα χωρίς όνειρο γίνεται φυλακή.
Ο Δον Κιχώτης δεν αντέχει έναν κόσμο συνηθισμένο. Δεν αντέχει την ιδέα ότι η ζωή είναι μόνο φαγητό, ύπνος, δουλειά και θάνατος. Χρειάζεται έναν σκοπό. Χρειάζεται μια αποστολή. Χρειάζεται να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο συγκινητική πλευρά του ήρωα. Δεν τρελάθηκε επειδή έχασε το μυαλό του. Τρελάθηκε επειδή αρνήθηκε να δεχτεί έναν κόσμο χωρίς ποίηση. Και αυτό είναι τρομακτικά ανθρώπινο. Γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις. Από νόημα. Από ιστορίες που να κάνουν την ύπαρξή μας να μοιάζει λίγο μεγαλύτερη από την καθημερινότητα.
Ερωτευόμαστε και πιστεύουμε ότι βρήκαμε τον άνθρωπό μας. Κάνουμε παιδιά πιστεύοντας στο μέλλον. Παράγουμε έργο, τέχνη. Φτιάχνουμε οικογένειες. Αγαπάμε. Ονειρευόμαστε. Με έναν τρόπο, όλοι επινοούμε τους δικούς μας γίγαντες.
Και αν ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ο τρελός; Ο Θερβάντες αφήνει ένα πολύ "χμ" ερώτημα.
Μήπως ο πραγματικά δυστυχισμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που βλέπει γίγαντες στους ανεμόμυλους, αλλά εκείνος που δεν βλέπει πια τίποτα;
Εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα. Που δεν ενθουσιάζεται. Που δεν ερωτεύεται. Που δεν συγκινείται. Που δεν ξεκινά καμία μάχη επειδή φοβάται ότι θα χάσει.
Γιατί ο Δον Κιχώτης, παρότι πέφτει ξανά και ξανά, συνεχίζει να σηκώνεται. Και υπάρχει μια παράξενη αξιοπρέπεια σε αυτό. Κάτι βαθιά ανθρώπινο, ομολογουμένως.
Στο τέλος του μυθιστορήματος συμβαίνει κάτι θλιβερό. Ο Δον Κιχώτης επιστρέφει σπίτι του. Ξαναβρίσκει τη λογική του. Καταλαβαίνει ότι δεν ήταν ιππότης. Ότι οι γίγαντες ήταν ανεμόμυλοι. Ότι οι πριγκίπισσες ήταν απλοί άνθρωποι. Και λίγο αργότερα πεθαίνει.
Και είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι δεν πέθανε επειδή γέρασε. Πέθανε επειδή έχασε τον μύθο του. Πέθανε επειδή έπαψε να βλέπει τον κόσμο με εκείνη τη ματιά που τον έκανε να σηκώνεται κάθε πρωί και να πιστεύει ότι έχει μια αποστολή.
Μήπως τελικά το μεγάλο μάθημα του Δον Κιχώτη είναι να γνωρίζουμε ότι οι ανεμόμυλοι είναι ανεμόμυλοι αλλά να μην επιτρέψουμε ποτέ στον εαυτό μας να χάσει ολοκληρωτικά την ικανότητα να βλέπει μέσα τους και λίγους γίγαντες;
Γιατί η ζωή χρειάζεται και λίγη λογική και λίγη τρέλα.
Χρειάζεται τον Σάντσο για να πατάμε στη γη.
Και χρειάζεται τον Δον Κιχώτη για να θυμόμαστε γιατί αξίζει να σηκώνουμε το βλέμμα προς τον ορίζοντα.
31 Μαΐου 2026
Υπάρχει μια ιδέα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που δεν κάθεται ήσυχα στο κεφάλι μου από τότε που την διάβασα. Δεν είναι από εκείνες τις φράσεις που τις κάνεις quote στο Instagram για να νιώσεις σοφός.
Λέει, περίπου, το εξής: Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να είναι ευτυχισμένος. Είναι φτιαγμένος για να μπλέκει.
Και δεν το κάνει επειδή δεν ξέρει τι θέλει. Το κάνει επειδή, ακόμα κι όταν πάρει αυτό που επιθυμεί, κάτι μέσα του αρχίζει να τσινάει. Κάτι αρχίζει να σαλεύει και θέλει να ανακατέψει το τσουκάλι.
29 Απριλίου 2026
18 Απριλίου 2026
12 Φεβρουαρίου 2026
18 Νοεμβρίου 2025
09 Νοεμβρίου 2025
04 Οκτωβρίου 2025
26 Σεπτεμβρίου 2024
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
26 Αυγούστου 2024
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του...
...Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα, σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο...
26 Ιουλίου 2024
Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη· μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι ολότελα ξένη.
Θά ’ρθω μια μέρα, γυμνός απ’ αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου και σύντροφο.
Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.
Μανόλης Αναγνωστάκης












