Θέλω, αλλά δεν μου αρέσει...
Παιδιά… έχω άσχημα νέα για το software μας.
Ένα malfunction στο σύστημα ανταμοιβής μας.
Το "μου αρέσει" είναι εμπειρία.
Το "θέλω" είναι ώθηση.
Σημειώστε το αυτό!
Στον εγκέφαλο αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Ναι, και στα δύο εμπλέκεται η ντοπαμίνη. Αλλά όχι με τον ίδιο ρόλο.
Η ντοπαμίνη δεν είναι η χημική ουσία της χαράς. Είναι κυρίως η χημική ουσία της αναζήτησης και της κατεύθυνσης. Δηλαδή δεν σε κάνει να απολαμβάνεις. Σε κάνει να κυνηγάς. Και όπως έλεγε κι ο Βέγγος "Ξέρεις από βέσπα;"
Κάπου στην πορεία η απόλαυση μιας εμπειρίας που μας ευχαριστεί ξεκινάει και πέφτει λίγο λίγο σταθερά (λόγω της επανάληψης), αλλά η επιθυμία ανεβαίνει γιατί θες να νιώσεις ξανά το επίπεδο της απόλαυσης που έπαιρνες στην αρχή (spoiler: αδύνατον!) Έτσι επιθυμείς όλο και περισσότερο και κάπως έτσι καταλήγεις να κάνεις πράγματα που απολαμβάνεις στην καλύτερη με το σταγονόμετρο και να κυνηγάς την ουρά σου.
Το "μου αρέσει" και το "θέλω" περνάνε από το ίδιο κύκλωμα ανταμοιβής, αλλά εκπροσωπούν διαφορετικές φάσεις.
Το "μου αρέσει" σχετίζεται περισσότερο με την ίδια την εμπειρία της ευχαρίστησης. Η ντοπαμίνη υπάρχει, αλλά δεν είναι η σταρ του έργου εκείνη τη στιγμή. Για παράδειγμα όταν τρώμε παγωτό και μας αρέσει (αλίμονο), δεν σημαίνει ότι θέλουμε να φάμε κι έναν κουβά!
Το "θέλω" είναι κινητήρια δύναμη. Εδώ η ντοπαμίνη είναι βασιλιάς. Ο εγκέφαλος διατάζει. Πήγαινε. Ξανακάν’ το. Κυνηγά το. Μη σταματάς, δώσε πόνο! Στο παράδειγμα με το παγωτό είναι ότι φάγαμε ένα βράδυ και τώρα θέλουμε κάθε βράδυ. Και μετά, λίγο παραπάνω παγωτό κάθε φορά. Και κάπως έτσι ξεκινά ο εθισμός.
Το σημαντικό και παράδοξο είναι ότι μπορεί να θέλουμε κάτι που δεν μας αρέσει πια.
Αυτό φαίνεται σε εθισμούς, τοξικές σχέσεις, ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές...
Ο εγκέφαλος επαναλαμβάνει το μοτίβο της ντοπαμίνης (του "θέλω"), αλλά η απόλαυση έχει χαθεί προ πολλού. Γι’ αυτό και λες "Μου βγάζει την Παναγία, αλλά τον θέλω". Είναι νευροβιολογία. Κι εσύ νόμιζες ότι ερωτεύτηκες...
Και το αντίθετο μπορεί να συμβεί. Μπορεί να σου αρέσει κάτι αλλά να μην το θέλεις. Σου αρέσει ηρεμία, αλλά θέλεις ένταση. Σου αρέσει ένας ήρεμος άνθρωπος, αλλά θέλεις τον χαοτικό. Γιατί ο εγκέφαλος έχει μάθει να ταυτίζει ένταση με ανταμοιβή.
Άρα, δεν το ξαναλέμε, οκ;
• Μου αρέσει = εμπειρία ευχαρίστησης
• Θέλω = κίνητρο δράσης
Ας μην το παίξουμε υπεράνω τώρα που ξεμπροστιαστήκαμε.
Το έχετε ζήσει όλοι ποικιλοτρόπως.
- Ανοίγεις το κινητό χωρίς λόγο. Δεν βρίσκεις τίποτα ενδιαφέρον, αλλά συνεχίζεις.
- Στέλνεις μήνυμα σε κάποιον που σε έχει κουράσει. Ξέρεις τι απάντηση θα πάρεις και παρόλα αυτά επιμένεις.
- Τρως ενώ δεν πεινάς και μετά αναρωτιέσαι γιατί το έκανες αυτό.
- Κολλάς σε καταστάσεις που δεν σε γεμίζουν αλλά κάτι μέσα σου λέει να περιμένεις λίγο ακόμη.
Δεν είμαστε τρελοί. Δεν είναι έλλειψη λογικής. Είναι εκπαιδευμένο σύστημα ανταμοιβής.
Το έργο παίζεται ως εξής:
- Ερέθισμα (βαρεμάρα, άγχος, μοναξιά, αίσθηση κενού, ματαιότητας)
- Επιθυμία (όχι για χαρά, για ανακούφιση)
- Συμπεριφορά (scroll, μήνυμα, τσιγάρο, άνθρωπος… βάλτε ό,τι θέλετε)
- Ανταμοιβή που με κάθε επανάληψη είναι και λίγο μικρότερη
- Πτώση γιατί δεν απολαύσαμε στην ίδια ένταση
- Και μετά… repeat.
- Μεγαλύτερη επιθυμία
Κυνηγάς ανακούφιση από τη δυσφορία.
Σαν να πεινάς για κάτι που δεν σου αρέσει πια. Και παρ’ όλα αυτά, να το θες περισσότερο. Ξανά. Και ξανά.
Η μεγάλη αυταπάτη είναι όταν πιστεύουμε ότι για να το θέλουμε τόσο, άρα τι διάολο, κάτι πρέπει να σημαίνει.
Λυπάμαι. Όχι.
Το ότι θέλουμε κάτι (έστω και πολύ), δεν σημαίνει ότι μας κάνει και καλό.
Και ακόμη χειρότερα, δεν σημαίνει καν ότι μας αρέσει.
Σημαίνει απλά ότι έχουμε μπει στο τριπάκι να το κυνηγάμε.
Αν αρχίζουμε να εμπιστευόμαστε κάθε "θέλω" μας, είναι σαν να αφήνουμε ένα παιδί να παίζει με τα κουμπιά μας. (Καλή μας τύχη και αιωνία μας η μνήμη)
Δεν φταίμε εμείς που υπάρχει αυτός ο μηχανισμός. Αλλά… δεν είμαστε και άμοιροι ευθυνών. Αν τον ταΐζουμε κιόλας από πάνω, τον δυναμώνουμε.
Και τα άσχημα νέα είναι ότι δεν πρόκειται να σταματήσει επειδή το κατάλαβαμε. Ο εγκέφαλος δεν συγκινείται από αποκαλύψεις τύπου "ααα τώρα το έπιασα". Θέλει πράξεις.
(Θα πάμε χαμένοι, ναι...)
Οι θαρραλέοι ας ξεκινήσουν και να πουν και σε εμάς τα αδύναμα χαμομηλάκια πως τα πήγαν...
- Δεν διαπραγματεύεσαι με την επιθυμία σου. Εκείνη την ώρα δεν σκέφτεσαι σωστά. Έχεις θολώσει. Βάλε να σε δέσουν στο κατάρτι ωσάν τον Οδυσσέα!
- Κόβεις την πρόσβαση. Όχι "θα το ελέγξω", παπάρια θα κάνεις! Είσαι εθισμένος. Μην το ανοίξεις καν!
- Βάζεις εμπόδια. Αν είναι εύκολο, θα κατρακυλήσεις κι εύκολα. Αν είναι δύσκολο, θα το σκεφτείς. Κι αν το σκεφτείς μπορεί και να μην το κάνεις.
- Αντικαθιστάς, δεν αφαιρείς, γιατί αλλιώς ο εγκέφαλος θα σου πει "καλά τα κατάφερες ρε φωστήρα! Και τώρα τι να σε κάνω εσένα σκέτο;" και θα σε τραβήξει πίσω στο γνώριμο κυνηγητό.
- Περιμένεις να περάσει το κύμα. Θα περάσει. Σου το ορκίζομαι, δεν είναι μόνιμο. Είναι ζόρι που περνάει. Όσο περνάει μοιάζει αιώνας βέβαια, αλλά περνάει.
Το πιο εκνευριστικό είναι ότι δεν μπορούμε να εμπιστεύομαστε πάντα τον εαυτό μας. Καλά, εγώ προσωπικά ποτέ δεν μπορώ, αλλά το συνήθισα. Για εσας το λέω να προλάβετε να σωθείτε.
Σκεφτείτε το και λιγο έτσι. Αν κάθε θέλω μας ήταν αξιόπιστο, δεν θα υπήρχαν άνθρωποι που καταστρέφονται σε σχέσεις που τους διαλύουν ή που κολλάνε σε συνήθειες που τους αφήνουν άδειους.
Όμως...
Τα καλά νέα είναι ότι δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να θέλουμε.
Χρειάζεται όμως να αρχίσουμε να μιλάμε με τον εαυτό μας και να τον ρωτάμε.
Αυτό που θέλω… μου αρέσει πραγματικά ή έχω μετατραπεί σε μια μαύρη τρύπα επιθυμίας;
Αν η απάντηση είναι το δεύτερο… καλωσήρθες στο παιχνίδι.
Τουλάχιστον τώρα ξέρεις τους κανόνες.
