16 Οκτωβρίου 2026
Μου αρέσει αυτή η λέξη.
Αρόδο.
Έχει κάτι από αναμονή, αλλά όχι από εκείνη τη μίζερη αναμονή που κοιτάς το ρολόι και περιμένεις να αρχίσει κάτι.
Δεν περιμένω να αρχίσει τίποτα.
Έχει αρχίσει προ πολλού.
Έχουν γίνει πράγματα, έχουν τελειώσει, έχουν έρθει κι έχουν φύγει ανθρωποι, έχουν έρθει άλλοι που θα φύγουν κι αυτοί (ή εγώ), έχουν αλλάξει γνώμες, σχέδια, επιθυμίες, αντοχές και ανοχές εκατό φορές μέχρι τώρα.
Δεν είμαι σε πρόλογο πια. Είμαι μέσα στο ίδιο το έργο ήδη αρκετό καιρό.
Και τώρα εδώ, στα πενήντα, σκέφτομαι ότι δεν έχω καμία ανάγκη πια να ζω σαν να πρέπει οπωσδήποτε να φτάσω κάπου μόνο και μόνο για να "δέσω". Να πω "εδώ είμαστε". Γιατί ποτέ δεν είμαστε πουθενά. Βολοδέρνουμε στο χώρο και στο χρόνο "για όσο...".
Δεν ξέρω ποιος έβγαλε αυτή τη μαλακία ότι η ζωή μοιάζει με πλοίο που ψάχνει λιμάνι. Λες και όλο το νόημα είναι να πιάσεις κάβο και να πεις, ωραία, φτάσαμε.
Εγώ δεν είμαι και τόσο σίγουρη ότι θέλω να φτάσω πουθενά πια. Μου αρέσει να μπορώ να πλησιάζω και ταυτόχρονα να μπορώ να μένω λίγο πιο έξω. Να βλέπω την ακτή αλλά να ξέρω ότι μπορώ να φύγω. Αυτό είναι το αρόδο για μένα.
Όχι αστάθεια. Το αρόδο είναι σταθερό.
Όχι φόβος. Φτάνει με τους φόβους. Κουράστηκα.
Χώρος...!
Χώρος ανάμεσα σε μένα και σε οτιδήποτε θα μπορούσε να με περιορίσει περισσότερο απ’ όσο θέλω.
Άνθρωποι.
Ρόλοι.
Σχέδια και βεβαιότητες.
Δεν θέλω πια να δένομαι μόνο και μόνο για να νιώθω ότι έχω θέση. Έχω θέση. Η θέση μου είναι όπου στέκομαι καθε φορά, αρκεί να με γεμίζει.
Και ξέρω ότι ακούγεται λίγο σαν να το έγραψε κάποια που μόλις αγόρασε κερί σανταλόξυλου και ξεκίνησε γιόγκα, αλλά τι να κάνουμε... Αυτό μου βγαίνει τώρα, θα το φάτε στη μάπα.
Δεν θέλω να κατοικήσω κάπου μόνο και μόνο επειδή είναι γνώριμα. Ούτε να ονομάσω ασφάλεια κάτι που απλώς δεν κινείται. Ας κουνηθεί κι ας πάει όπου θέλει. Και κυρίως δεν θέλω να κρατήσω έναν κάβο επειδή φοβάμαι μήπως αργότερα δεν βρω άλλον.
Οπότε ναι.
Αρόδο.
Να πλησιάζω όταν το αισθάνομαι. Να απομακρύνομαι όταν το χρειάζομαι.
Γιατί η σύνδεση δεν είναι υποχρέωση. Συμβαίνει απλά και όμορφα. Και όποιος προσπαθησει να την εξασφαλίσει, κινδυνεύει να τη χαλάσει.
Γιατί όσο κι αν δεν μας αρέσει, αν κάτι τελειώσει σημαίνει ότι έκανε τον κύκλο του και πάει... Μπορεί να ήταν ωραίο. Μπορεί να ήταν άσχημο. Μπορεί να ήταν και τα δύο, όπως συνήθως συμβαίνει με οτιδήποτε ανθρώπινο.
Αλλά δεν χρειάζεται κάθε αναχώρηση να έχει ένοχο. Ούτε η κάθε παραμονή να είναι επιτυχία.
Μερικές φορές μένεις επειδή σου κάνει, φεύγεις επειδή δεν σου κάνει πια, και τέλος.
Χωρίς εξεταστική επιτροπή και εσωτερικό δικαστήριο που να πρέπει να αποδείξεις ότι η προβλήτα ήταν σαθρή. Και μια χαρά να ήταν η προβλήτα, μπορεί απλώς εσύ να μην ήθελες να δέσεις. Και αυτό επίσης είναι μια χαρά απάντηση.
Ίσως αυτό να είναι τελικά που μου αρέσει τόσο στη λέξη.
Το αρόδο δεν είναι χαμένο. Δεν είναι εγκαταλελειμμένο, ούτε έτοιμο να βουλιάξει.
Είναι κάπου αρκετά κοντά για να βλέπει και αρκετά μακριά για να αναπνέει.
Προς το παρόν, με βολεύει και ίσως τελικά αποδειχθεί ότι αυτό είναι το δικό μου "φτάσαμε".
15 Οκτωβρίου 2026
Μου αρέσει πάρα πολύ να καταλαβαίνω γιατί κάνει ο άλλος αυτό που κάνει. Κι αν δεν το ξέρει... Ουουουου, βάλε καφέ να τα πούμε!
Το λατρεύω.
Μπορώ να κάτσω ώρες να σκαλίζω μια συμπεριφορά, να ρωτάω, να σκέφτομαι, μια κουβέντα, μια αντίδραση, ένα "ναι αλλά". Να κάθεται και να μου απαντάει με τις ώρες αυτά που ρωτάω. Να ψάχνω συμπεριφορές, φόβους, μηχανισμούς, παιδικά χρόνια, απογοητεύσεις, άμυνες, κουσούρια, φεγγάρια ανάδρομα και ποιος ξέρει τι άλλο.
Μπράβο μου.
Όμως υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια, όπως πάντα.
Η εξήγηση δεν αλλάζει το αποτέλεσμα.
Τι εννοώ...
Ο άλλος μπορεί να είναι οξύθυμος κάθε φορά που έχει δύσκολη μέρα. Μπορεί να φεύγει κάθε φορά που φοβάται. Μπορεί να είναι απόλυτος επειδή έτσι έμαθε να προστατεύεται. Μπορεί να είναι ασυνεπής επειδή είναι μπερδεμένος. Μπορεί να ξεσπάει επειδή πιέζεται. Μπορεί να κάνει μισό βήμα μπροστά και τρία πίσω επειδή κάτι μέσα του βαράει συναγερμό.
Τέλεια.
Αυτός που βιώνει όμως μαζί του αυτά τα χαρακτηριστικά εξακολουθεί να τρώει στη μάπα την οξυθυμία, την απόσυρση, την ασυνέπεια, την αμφιθυμία και τα ξεσπάσματα.
Το "γιατί" αιτιολογεί.
Δεν αλλάζει την εμπειρία από τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Δεν δικαιολογεί.
Και νομίζω ότι εδώ την έχουμε πατήσει πολλοί κατά καιρούς.
Μπερδεύουμε την κατανόηση με την υποχρέωση παραμονής. Σαν να σκεφτόμαστε ότι τώρα που καταλάβαμε γιατί γίνεται αυτό που μας δυσκολεύει, πρέπει και να το αντέξουμε.
Ε... όχι.
Μπορώ να καταλαβαίνω και να μην το αντέχω.
Να εξηγήσω ακριβώς από πού βγαίνει κάτι και πάλι να λέω "ναι, οκ, δεν μπορώ έτσι".
Να θεωρώ κάποιον καλό άνθρωπο και παρ’ όλα αυτά να μην θέλω να ζω αυτό που μου δίνει.
Και συχνά κάνουμε το κεφάλι μας καζάνι. Και δώστου τα "γιατί" και τα "πώς" και τα "ίσως" και τα "επειδή"!
Και κάπου χάνεται η μπάλα μαζί με την πιο απλή ερώτηση:
Μου κάνει αυτό που ζω;
Όχι αν είναι δικαιολογημένος, αν είναι καλός άνθρωπος, ή αν έχει λόγους.
ΡΕ... μου κάνει;
Και νομίζω ότι υπάρχει μια τεράστια ελευθερία εκεί. Δεν χρειάζεται να καταδικάσεις κάποιον για να φύγεις. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι είναι μαλάκας. Δεν χρειάζεται καν να αποφασίσεις ποιος έχει δίκιο.
Μου κάνει; Βουρ.
Δεν μου κάνει; Τέλος.
Μπορεί δύο άνθρωποι να είναι αξιοπρεπέστατοι, να έχουν απολύτως κατανοητούς λόγους για τον τρόπο που λειτουργούν και το αποτέλεσμα μεταξύ τους να είναι σκατά.
Δεν χρειάζεται να είναι αυτός τέρας ή εμείς αχάριστοι.
Μπορεί απλώς το τελικό προϊόν να μη μας ταιριάζει, βρε αδερφέ...
Κι εδώ βέβαια μπαίνει στη μέση και η δική μου λόξα.
Γιατί δεν υπεραναλύω μόνο επειδή θέλω να καταλάβω τον άλλον.
Υπεραναλύω και εμένα επειδή θέλω να είμαι συνεπής.
Ή μια μαλακία πίσω από τη άλλη, δηλαδή, τρενάκι φάση.
Όταν με ενδιαφέρει κάποιος, έχω μια σχεδόν ψυχαναγκαστική ανάγκη να του παραδώσω και τις οδηγίες χρήσης.
Να, αυτά είναι τα καλά μου, αυτά τα στραβά μου. Τότε γίνομαι ανάποδη. Εκεί κλείνομαι. Αυτό το κάνω όταν φοβάμαι. Εκείνο όταν θυμώνω. Αυτό το έχω καταλάβει. Αυτό ακόμη όχι. Σε αυτό το σημείο κάνω μαλακία, ναι. Θα το αλλάξω. Όποιος κατάλαβε, ό,τι κατάλαβε.
Τι δουλειά είναι αυτή που ανοίγω και ό,τι ξέρω για μένα, θέλω να το πω;! Όχι για να δικαιολογηθώ. Ούτε καν. Για να ξέρει τι παίρνει πριν σκίσει τη ζελατίνα, ας πούμε.
Θέλω να έχει ο άλλος όσο γίνεται πιο καθαρή εικόνα ώστε να αποφασίσει ελεύθερα αν του κάνει αυτό που είμαι και να φύγει μια ώρα αρχύτερα που λέει και ο ψυχοβγάλτης μου. Είπαμε... InterCity οι μαλακίες.
Μέχρι εδώ, πες καλά... Που δεν είναι, αλλά "πες" είπα. "Έστω" καλά. Γιατί έχει και χειρότερο.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαφάνεια γίνεται τεχνική έκθεση.
Δεν μου αρκεί να πω "έκανα αυτό, σε επηρέασε έτσι, το αναγνωρίζω, σκατά στα μούτρα μου".
Θέλω να παραδώσω και παράρτημα! Γιατί το έκανα. Τι σκέφτηκα. Τι πίστευα εκείνη τη στιγμή. Τι πιστεύω τώρα. Πόσο πιθανό είναι να ξανασυμβεί. Τι λέει αυτό για μένα. Και κάπου στο τέλος, αν προλάβουμε, πιθανόν και δώσω και στα μουλωχτά, βιβλιογραφία.
Τα σφάλματά μου πέλαγα, που μ'έπνιγαν και γέλαγα, που λέει και το γνωστό νησιώτικο άσμα.
Επειδή εγώ έχω μάθει να αναλύω τον εαυτό μου, λοιπόν, δίνω υπερβολικά μεγάλη αξία στην εξήγηση γενικά. Σαν να πιστεύω ότι, αν καταλάβω το γιατί μιας συμπεριφοράς, θα μπορέσω να την αξιολογήσω πιο δίκαια.
Κι αυτό είναι που με ρημάζει τελείως.
Να είμαι δίκαιη... Να κοιμάμαι ήσυχη... Λες και θα έχω θέμα να ροχαλίζω σαν τη μόσχαρα εάν αδικήσω κάποιον!!!
Και τόσο απλά, δίνω στην κατανόηση μεγαλύτερη εξουσία απ’ όση πρέπει να έχει πάνω στην απόφασή μου.
Όμως άλλο η κατανόηση, άλλο η απόφαση. Δεν είναι εντελώς ασύνδετα, αλλά δεν είναι και το ίδιο.
Το "γιατί" έχει σημασία όταν θέλει κάποιος να μείνει και να δει αν κάτι μπορεί να αλλάξει. Έχει σημασία αν κάποιος αναγνωρίζει τι κάνει, αν αναλαμβάνει ευθύνη, αν μπορεί να το δουλέψει, αν υπάρχει κάπου να πάει παραπέρα ως άνθρωπος τέλος πάντων.
Αλλά για να αποφασίσει αν κάτι του κάνει ή όχι; Ε, κανείς δεν χρειάζεται φάκελο δεκαεπτά σελίδων...
Κάτι βιώνουμε και γράφεται μέσα μας. Τι άλλο θέλουμε;
Ή κάτι κάθεται καλά ή μας κάθεται στο λαιμό. Μας ηρεμεί ή μας κάνει να περπατάμε χαράματα, ενώ κατουριόμαστε, πάνω σε τσόφλια αυγών.
Και εκεί τελειώνει όλη η θεωρία.
Γιατί το μόνο χρήσιμο πράγμα είναι μια πολύ απλή ερώτηση.
Αυτό που φτάνει σε εμένα, μου αρέσει;
Αν ναι, μένω.
Αν όχι, φεύγω.
Μην αρχίσετε τα "ναι, μου αρέσει αλλά κάποιες φορές...".
Το ξέρω ότι υπάρχει "αλλά" ρε... Πάντα υπάρχει.
Η ερώτηση είναι αν σου κάνει μαζί με το "αλλά".
Να το πω αλλιώς μπας και...
Όλοι σκατά είμαστε. Τα κουσούρια του άλλου σου ταιριάζουν, παιδί μου; Τα αντέχεις;
Γιατί, ξέρετε, τα κουσούρια είναι υποκειμενικά. Αυτό που εγώ βρίσκω εκνευριστικό, κάποιος άλλος μπορεί να το βρίσκει παντελώς αδιάφορο ή ακόμα και προσόν.
Γι’ αυτό σας λέω...
Κοιτάτε τα κουσούρια των άλλων, γιατί στην πορεία θα βγουν κι άλλα. Σαν τα σπίτια. Με τα χρόνια βγάζουν προβλήματα...
Νόμος.
Άρα, αν μια συμπεριφορά δεν την παλεύω, το "γιατί" μπορεί να αλλάξει μόνο τον τρόπο που θα φύγω. Όχι το αν έχω δικαίωμα να φύγω.
Μπορεί να φύγω με κατανόηση. Μπορεί να φύγω τυπικά και πολιτισμένα. Μπορεί να πω "σε καταλαβαίνω, αλλά όχι". Μπορεί να πω "εσύ καλά τα κάνεις, αλλά δεν μου ταιριάζει εμένα, συγγνώμη". Μπορεί να πω και "είσαι τέρμα μαλάκας, σάλτα γαμήσου".
Και το ότι εγώ θέλω να εξηγώ τις δικές μου μαλακίες δεν σημαίνει ότι χρειάζομαι και αντίστοιχη πραγματεία για κάθε μαλακία που τρώω στη μάπα.
Μπορεί να υπάρχει εξήγηση και να είναι απολύτως λογική. Να συμπονέσω τον άνθρωπο και να τον συγχωρήσω. Δεν σημαίνει όμως σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να μείνω.
Δεν χρειάζεται να ξέρω γιατί μου πέφτει το ταβάνι στο κεφάλι για να αποφασίσω ότι δεν θέλω να μένω άλλο σ’ ένα κατά τα άλλα πολύ ωραίο σπίτι.
Η κατανόηση είναι ωραίο πράγμα.
Η διαφάνεια επίσης.
Η αυτογνωσία ακόμη περισσότερο.
Αλλά η υπερανάλυση είναι ένας υπέροχος τρόπος να χάνεις χρόνο και ενέργεια προσπαθώντας να εξηγήσεις γιατί σε ενοχλεί κάτι.
Και καμία εξήγηση, όσο καλή κι αν είναι, δεν μετατρέπει κάτι που δεν κουμπώνει σε κάτι που δουλεύει.
Τέλος.
14 Οκτωβρίου 2026
Χωρίς να το επιδιώξω έφτασα σε ένα σημείο που από το μηδέν, οι απορίες μου έγιναν τόσες, που έπαψαν να είναι απορίες πια. Έγιναν παράσιτα ραδιοφώνου που δεν πιάνει πια τίποτα καθαρά, μόνο χρατς χρουτς μέχρι να πω άντε γαμηθείτε όλες μαζί. Το κλείνω το ρημάδι και τραγουδάω μόνη μου καλύτερα.
Στην αρχή, δεν θα πω ψέματα, έχω τη γνωστή μανία κατανόησης. Ξεχαρβαλώνω λέξεις, ξαναπαίζω κουβέντες, αλλάζω γωνία θέασης, ψάχνω συμφραζόμενα. Παίρνω μια πρόταση, την ανοίγω στα δύο, μετά στα τέσσερα, μετά πιάνω τα κατσαβίδια και σε dt βρίσκομαι με δεκαεπτά κομμάτια πάνω στο τραπέζι και μια ανεξήγητη πεποίθηση ότι κάπου εκεί μέσα υπάρχει μια απάντηση.
Και μετά...
Μετά έρχεται η υπέροχη στιγμή της πνευματικής χρεοκοπίας αλαμπρατσέτα με το αγαπημένο μου επιφώνημα.
Ωωωχουουουου...
Δεν μπορώ.
Δεν κατάλαβα τίποτα.
Δεν βρήκα ούτε μία απάντηση στα ερωτήματα που μου δημιουργήθηκαν και τώρα οι απαντήσεις έπαψαν να αξίζουν την ενέργεια που χρειάζεται για να τις βρω.
Ό,τι ειπώθηκε, οκ.
Ό,τι δεν ειπώθηκε, επίσης οκ.
Ό,τι μπερδεύτηκε, ας μείνει μπερδεμένο.
Με μια λέξη, κορεσμός...
Η στιγμή που το κεφάλι μου, μετά από πολλές ώρες υπερωρίας, κατεβάζει ρολά και βάζει ένα χειρόγραφο χαρτί στην πόρτα.
"Το τμήμα ερμηνείων θα παραμείνει κλειστό επ' αόριστον."
Αν κάτι είναι σημαντικό, θα ειπωθεί, θα μείνει, θα ξεκαθαρίσει.
Κι αν πάλι δεν ειπωθεί τίποτα, δε θα πεθάνω κιόλας.
Και αυτό, για άνθρωπο σαν εμένα, είναι σχεδόν επαναστατική πράξη.
Να αντέχω να μη βρω απάντηση... Και να συνεχίζω τη μέρα μου.
Σαν να ήμουνα σε μια βάρκα και ο έτερος βαρκαριζόμενος (ωραίο, ε;), θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ότι μπορεί να μπάσει νερά, ότι η θάλασσα είναι βαθιά, μαύρη, άραχνη και επικίνδυνη, ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να βουλιάξουμε και ότι κυρίως ανησυχεί μήπως βραχώ εγώ γιατί εκείνος είναι αδιάβροχος, αλεξίσφαιρος, αβάδιστος κι αβίαστος!
Πριν ένα χρόνο θα είχα ήδη αρπάξει κουβά, σωσίβιο, φακό και εργαλειοθήκη και θα έψαχνα γονατιστή να βρω από πού μπαίνουν τα νερά.
Τώρα όχι.
Σήμερα φοράω το σωσίβιό μου, κάθομαι αναπαυτικά και αγναντεύω τη θέα.
Αν μπάζει, ας μπάζει.
Δεν είναι καν δική μου η γαμημένη η βάρκα. Μια βαρκάδα ήθελα να κάνω και φάνηκε ωραία ιδέα να νοικιάσω μια με κάποιον άλλον που ήθελε ακριβώς το ίδιο. Να έχουμε να λέμε και μια κουβέντα της προκοπής όσο ρεμβάζουμε.
Καθόλου κακό. Για να μην πω απολύτως βολικό.
Αν είναι να μας βγει από τη μύτη μια βαρκάδα όμως...
Δεν πα' να βουλιάξει...
Στα παπάρια μου.
Ξέρω κολύμπι.
12 Οκτωβρίου 2026
Που όταν βλέπω το συναίσθημα να έρχεται (όπως λέει και ο ψυχοβγάλτης μου), αναγνωρίζω από πού ήρθε, του βρίσκω θέση, αιτία, μηχανισμό, πιθανές παρενέργειες και, αν μου δώσεις άλλα δέκα λεπτά, βρίσκω και ολόκληρη βιβλιογραφία.
Αυτές που κάτι μου φταίει αλλά δεν ξέρω απολύτως τίποτα.
Ξέρω μόνο ότι κάτι μέσα μου ενοχλεί περισσότερο απο τις άλλες μέρες. Ότι θέλω κάτι πολύ και ταυτόχρονα σκέφτομαι μήπως πρέπει να εξαφανιστώ εντελώς ακριβώς επειδή το θέλησα.
Κι αυτό με εκνευρίζει αφάνταστα.
Όχι μόνο επειδή δυσκολεύομαι. Αλλά επειδή γίνομαι παράλογη, το καταλαβαίνω και δεν είμαι ικανή να το διορθώσω.
Είναι τρομερά εκνευριστικό να βλέπεις τον εγκέφαλό σου να σκέφτεται μαλακίες σε πραγματικό χρόνο και να μην μπορείς να τον σταματήσεις, γαμώ το κεφάλι μου!
Δεν υπάρχει καβγάς, πίεση, κακή συμπεριφορά, απαίτηση, κάποια συγκεκριμένη πράξη που πρέπει να διευθετηθεί.
Αυτό που εντοπίζω επιφανειακά είναι ότι είμαι πολύ πιο ευάλωτη απ’ όσο με βολεύει. Μετά τρομάζω από τον ίδιο μου τον εαυτό (ναι γίνεται αυτό!) και μετά ο μηχανισμός μου λέει "φύγε από παντού για να τελειώνουμε, δεν είσαι για τίποτα". Εκεί είναι όλη η φασαρία αυτή τη στιγμή. Τσακώνομαι με τον εαυτό μου, με απλά λόγια!!
Και το κακό είναι ότι επειδή ο αντίπαλος είμαι εγώ, ξέρω ακριβώς πού να βαρέσω και να πονέσει.
"Α, καλά", σκέφτομαι. "Να, τώρα υπερβάλλω"
Και συνεχίζω να υπερβάλλω!
"Αυτό που σκέφτομαι δεν προκύπτει από πουθενά"
Και συνεχίζω να ορκίζομαι ότι ετσι έχουν τα πράγματα!
Και σε πέντε λεπτά έχω φανταστεί πως εγκαταλείπω ανθρώπους, δουλειά, χώρα και πιθανώς το ηλιακό σύστημα.
Και επειδή και οι δύο φωνές είναι δικές μου, καμία δεν μπορεί να απορριφθεί εύκολα. Πόσο περισσότερο να μπερδευτώ πια;!
Το πρόβλημα που μου είναι αρκετά ξεκάθαρο πια είναι ότι μέσα στο έντονο συναίσθημα δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ.
Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω ή να σωπάσω.
Να πλησιάσω ή να απομακρυνθώ.
Να ζητήσω αυτό που χρειάζομαι ή να περιμένω να περάσει το κύμα γιατί μπορεί να έχω αλλάξει γνώμη τότε.
Να εμπιστευτώ αυτό που αισθάνομαι ή να το αντιμετωπίσω σαν ύποπτο δείγμα από το διάστημα που θέλει επανέλεγχο;
Και μέσα σε όλα, παλεύω να μην μετατρέψω ένα αποκλειστικά δικό μου εσωτερικό θέμα σε "άρα είμαι προβληματική" που το έχω και εύκολο.
Προς το παρόν ξέρω μόνο ότι έχω ένα συναίσθημα που δεν ξέρω πού να το βάλω.
Ναι ξέρω... Κι εγώ σκέφτηκα να το βάλω στον κώλο μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιο θα έλυνε το παραμικρό...
Και τότε κάνω κάτι που με εξαντλεί ακόμη περισσότερο...
Προσπαθώ μέσα στη φουρτούνα να καταλάβω τι αισθάνομαι.
Γιατί το αισθάνομαι.
Τι σημαίνει για τους άλλους και εάν τους ταλαιπωρεί, ενώ δεν φταίνε σε κάτι.
Τι σημαίνει για μένα.
Και τι πρέπει να κάνω, τέλος πάντων!
Όλα αυτά ενώ το control room του εγκεφάλου μου έχει πάρει φωτιά και ο υπεύθυνος ασφαλείας τρέχει με έναν κουβά, δεξιά αριστερά και με βρίζει για τις φωτιές που άναψα.
Ο ψυχοβγάλτης μου, αυτός ο δύστυχος που ακούει τις παλαβομάρες μου επί αμοιβή, μου είχε πει κατι που χρειάστηκε να το γράψω για να ανατρέχω σ' αυτό όταν παθαίνω... Υπερφόρτωση.
"Νομίζω ότι αδικείς τον εαυτό σου με το "δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ".
Μέσα στο συναίσθημα, ναι, χάνεσαι, όπως όλοι μας.
Αυτό που σε εκνευρίζει περισσότερο, νομίζω, είναι ότι είσαι συνηθισμένη να μπορείς να παρατηρείς τον εαυτό σου και να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει. Και ξαφνικά έρχεται μια μέρα που η ίδια μηχανή που συνήθως αναλύει καλά, αρχίζει να παράγει δεκαεπτά αντικρουόμενα πορίσματα την ώρα.
Κακώς όμως προσπαθείς ταυτόχρονα να νιώσεις, να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό που νιώθεις και να αποφασίσεις τι πρέπει να κάνεις γι’ αυτό. Τρία πράγματα μαζί, είναι πολλά για οποιονδήποτε. Όχι μόνο για εσένα.
Εδώ χρειάζεσαι κανόνες από τη νηφάλια Μαρία προς τη συναισθηματικά μεθυσμένη Μαρία, αν μου επιτρέπεις την έκφραση.
Κάποιους τόσο απλούς ώστε να μην απαιτεί σοφία και μάλιστα που τους έχεις πει εσύ η ίδια κατα καιρούς εδω μέσα, ως κανόνες:
- Το συναίσθημα το πιστεύω ως πληροφορία σκέτο, όχι αυτομάτως ως συμπέρασμα για κάτι άλλο.
- Δεν παίρνω αποφάσεις πάνω στο συναισθηματικό κύμα. Και κυρίως δεν βγάζω καμία ετυμηγορία.
- Λέω τι χρειάζομαι, αν μπορώ, σε όσο μικρή δόση αντέχω. Αν δεν μπορώ να το ζητήσω καθόλου, θα βρω έναν τρόπο το λύσω διαφορετικά.
- Σίγουρα όμως, θα περιμένω μέχρι να ξαναβρώ λίγο την ισορροπία μου και μετά, όταν πέσει η ένταση, θα αναρωτηθώ εάν αυτό εξακολουθεί να μου φαίνεται έτσι όπως μου φαίνεται, και τότε είναι η ώρα για αποφάσεις.
Δεν χρειάζεται να βρεις αμέσως λύση. Δεν χρειάζεται! Χρειάζεται μόνο να μην κάνεις κάτι που θα μετανιώσεις μέχρι να ξαναβρείς τα πατήματα σου."
Δεν χρειάζεται να καταλάβω τα πάντα την ώρα που τα αισθάνομαι.
Δεν χρειάζεται κάθε συναίσθημα να μετατραπεί σε δράση.
Μπορώ να φοβάμαι χωρίς να φεύγω.
Να δυσκολεύομαι χωρίς να κρύβομαι.
Να θέλω χωρίς να με κατηγορώ.
Να χρειάζομαι χωρίς να ντρέπομαι.
Ξέρω ότι όλα αυτά τα μπορώ! Τα τηρώ συχνά με μια σχετική πειθαρχία.
Μπορώ όμως να μην ξέρω τι μου συμβαίνει και απλά να νιώθω πολλά αντικρουόμενα πράγματα;
Αυτό μου φαίνεται το πιο δύσκολο απ’ όλα.
Να μην ξέρω τι μου συμβαίνει;! Ουουουουου εδώ έχουμε θέμα.
Με τη βοήθεια του ψυχοβγάλτη, έχω μάθει κάτι για μένα.
Όταν το συναίσθημα είναι πολύ δυνατό, δεν ξεφεύγω από τη λογική όπως φοβόμουν.
Ξεφεύγω από την απόσταση που χρειάζομαι για να τη χρησιμοποιήσω. Κι αυτό είναι που με μπερδεύει. Ότι το βλέπω ξεκάθαρα ότι είμαι παράλογη αλλά δεν μπορώ να γίνω λογική. Και μετά εκνευρίζομαι και από πάνω!
Αλλά ο στόχος δεν είναι να γίνω αμέσως λογική. Ο στόχος είναι να κάνω την λιγότερη δυνατή ζημιά (γιατί είμαι και ζημιάρα...) μέχρι να επανέλθω. Γιατί θα επανέλθω. Απλά είναι θέμα χρόνου.
Και μετά ίσως ξανακοιτάξω αυτό που συνέβη και να δω τότε εάν χρειάζεται να κάνω κάτι.
Δεν χρειάζεται να προσπαθώ να συναρμολόγησω τον εαυτό μου όταν νιώθω σκόρπια ασύνδετα κομμάτια.
Χρειάζεται απλώς να τον έχω από κοντά μέχρι να μπορέσω πάλι να τον καταλάβω.
Στην τελική. Μόνο αυτόν έχω, έτσι δεν είναι;
Update No 1 (που ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που μίλησα!):
- Είμαι πολύ ιδιότροπη και δεν μου αρέσει γιατί νομίζω ότι θα καταλήξω να μην μιλάω σε άνθρωπο. Και όσο κι αν δεν μου φαίνεται, μου αρέσει να επικοινωνώ. Λύστο εάν μπορείς!
"Χαχα, ναι, είσαι ιδιότροπη, αλλά γιατί το λες με αρνητικό πρόσημο; Είσαι ιδιότροπη με την καθημερινή έννοια. Όχι δύσκολος άνθρωπος υπό την έννοια του κακότροπου. Αυτό δεν είσαι.
Είσαι επιλεκτική στο ποιον, πόσο και υπό ποιες συνθήκες αντέχεις να βάλεις κοντά σου. Οκ. Τα οριά σου είναι στενά; Ναι. Και; Ακόμα υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι μέσα σε αυτά τα όρια που απολαμβάνεις την παρέα τους κι αυτοί τη δική σου. Άρα τα όρια δεν σε ενοχλούν, αλλιώς θα τα ξεχείλωνες. Κάτι άλλο σε ενοχλεί.
Μήπως μπερδεύεις με ιδιοτροπία την πολύ μικρή ανοχή στο δήθεν; Στους ανθρώπους, στις κουβέντες, στις σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι στην επικοινωνία σου θέλεις να υπάρχει κάτι ειλικρινές. Αλλιώς γρήγορα λες "άσε, καλύτερα μόνη μου στο σπίτι μου". Εκεί απορρίπτονται ακόμη περισσότεροι.
Διόρθωνέ με εάν ακούσεις κάτι λάθος, Ε;
Εκεί που όντως θα έλεγα ότι μια "ιδιοτροπία" εμφανίζεται και σε δυσκολεύει, με την δική σου ερμηνεία της λέξης την λίγο αρνητική, είναι όταν ενεργοποιείσαι συναισθηματικά. Κυρίως από θυμό, λύπη ή φόβο. Ε;
Ααα, εδώ είμαστε... Τώρα μάλιστα! Το ξέρω αυτό το βλέμμα. Χρειάζεται να συνεχίσω;
Συναίσθημα ανεβαίνει λοιπόν, Μαρία αποσυντονίζεται και σταμάτα να είναι το ίδιο ευέλικτη.
Update No 2:
10 Οκτωβρίου 2026
Η λέξη "τσίπα" έχει κάτι πολύ λαϊκό μέσα της. Δεν ακούγεται σαν έννοια που θα συζητούσαν επί ώρες τέσσερις φιλόσοφοι μπροστά σε ένα τζάκι. Ακούγεται σαν λέξη που θα εκσφενδόνιζε η γιαγιά σου ενώ σε έβλεπε να βγαίνεις για μπαρότσαρκα επιεικώς ημίγυμνη:
- Μα δεν έχεις καθόλου τσίπα πάνω σου;
Και όλοι θα καταλάβαιναν περίπου τι εννοεί, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουν τον Καντ. Πράγμα εξαιρετικά βολικό, διότι ο Καντ δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί ενώ σε βρίζει η γιαγιά σου.
Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, η λέξη προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική "τσίπα", πιθανότατα σλαβικής προέλευσης, και είχε κυριολεκτικές σημασίες όπως πέπλο, τσεμπέρι, λεπτός υμένας ή πέτσα. Σε διάφορα τοπικά ιδιώματα συναντάται με συγγενικές αλλά όχι ταυτόσημες σημασίες. Στη Λευκάδα, για παράδειγμα, δηλώνει κεφαλομάντηλο, ενώ αλλού μπορεί να σημαίνει υμένα, κρούστα ή πέτσα.
Η γοητευτική εξήγηση ότι ο "ξετσίπωτος" είναι εκείνος που δεν έχει δέρμα (άρα δεν διαθέτει το προστατευτικό στρώμα της ηθικής) κυκλοφορεί ευρέως, αλλά δεν είναι τόσο ετυμολογικά βέβαιη όσο ακούγεται. Εξίσου εύλογη είναι η σύνδεση με το κάλυμμα του κεφαλιού. Η ξετσίπωτη ήταν η ακάλυπτη, εκείνη που είχε πετάξει το πέπλο της κοινωνικής σεμνότητας. Οι λέξεις, όπως και οι άνθρωποι, αποκτούν στην πορεία περισσότερες ιστορίες απ’ όσες μπορούν πάντοτε να αποδείξουν.
Σήμερα, πάντως, όταν λέμε ότι κάποιος δεν έχει τσίπα, δεν εννοούμε ότι έχασε το τσεμπέρι του. Εννοούμε ότι του λείπει η αιδώς, η συναίσθηση του ορίου, η ικανότητα να νιώσει πως αυτό που κάνει δεν είναι απλώς αντιπαθητικό ή απρεπές, αλλά θίγει κάτι έξω από τον ίδιο.
Και εδώ η τσίπα συναντά την ηθική. Δεν ταυτίζεται όμως μαζί της.
- Η τσίπα δεν είναι απλώς ντροπή
Η ντροπή είναι ένα κοινωνικό συναίσθημα. Προϋποθέτει, πραγματικό ή φανταστικό, ένα βλέμμα στραμμένο επάνω μας. Ντρεπόμαστε επειδή εκτεθήκαμε, επειδή παραβήκαμε έναν κανόνα, επειδή κινδυνεύουμε να χάσουμε την αποδοχή της ομάδας. Το πρόβλημα είναι ότι οι κανόνες της ομάδας δεν είναι υποχρεωτικά ηθικοί. Υπήρξαν κοινωνίες στις οποίες ντροπή ήταν να μείνει μια γυναίκα ασκέπαστη, αλλά όχι να μην έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της. Άλλες θεωρούσαν ατιμωτική τη σχέση με άνθρωπο διαφορετικής φυλής, όχι όμως τον ίδιο τον ρατσισμό. Η κοινωνία διαθέτει μεγάλη ικανότητα να ντύνει την αδικία με τα καλά της και να τη βγάζει Κυριακή στην εκκλησία.
Γι’ αυτό χρειάζεται να διακρίνουμε την τσίπα ως φόβο κοινωνικής κατακραυγής από την τσίπα ως ηθική αυτοεπίγνωση.
Η ψυχολογική έρευνα διαχωρίζει επίσης τη ντροπή από την ενοχή. Χοντρικά, η ενοχή λέει "έκανα κάτι κακό", ενώ η ντροπή λέει "είμαι κακός". Η πρώτη μπορεί να μας ωθήσει να ζητήσουμε συγγνώμη, να επανορθώσουμε και να αλλάξουμε συμπεριφορά. Η δεύτερη συχνά στρέφεται εναντίον ολόκληρου του εαυτού και μπορεί να οδηγήσει σε κρύψιμο, άρνηση, μετατόπιση της ευθύνης ή επιθετικότητα. Δεν είναι λοιπόν κάθε ντροπή ηθικά χρήσιμη ούτε η δημόσια διαπόμπευση εργοστάσιο καλύτερων ανθρώπων. Συχνά είναι απλώς εργοστάσιο καλύτερων ψεμάτων.
Η χρήσιμη τσίπα δεν είναι το τι θα πει ο κόσμος. Είναι το τι προκάλεσα στον άλλο και τι οφείλω να κάνω τώρα που το βλέπω.
- Ωραία. Και τι είναι ηθικό;
Γιατί όλοι συμφωνούμε ότι θέλουμε το καλό, μέχρι να χρειαστεί να συμφωνήσουμε τι διάολο είναι.
- Ο Αριστοτέλης κοίταξε κυρίως τον χαρακτήρα: δεν αρκεί μία σωστή πράξη. Σημασία έχει τι άνθρωπος γίνεσαι μέσα από τις επαναλαμβανόμενες επιλογές σου.
- Ο Χιουμ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο ηθικό συναίσθημα και στη συμπάθεια προς τους άλλους.
- Ο Καντ έβαλε στο κέντρο το καθήκον, τον ορθό λόγο και την απαίτηση να μην αντιμετωπίζουμε ποτέ τον άνθρωπο απλώς ως μέσο.
- Ο Μιλ κοίταξε τις συνέπειες: η πράξη κρίνεται από την ευτυχία ή τη δυστυχία που παράγει.
Με δυο λόγια:
- ο ένας σε ρωτά, τι άνθρωπος γίνεσαι;
- ο άλλος, από ποια αρχή πράττεις;
- και ο τρίτος, τι προκάλεσες;
- Πώς θα αποδείξω ότι εγώ δεν φταίω;
Οι θεωρίες αυτές δεν συμφωνούν πάντα. Ένα ψέμα μπορεί να παραβιάζει έναν κανόνα αλλά να σώσει μια ζωή. Μια πράξη μπορεί να ωφελεί τους πολλούς και να συνθλίβει έναν αθώο. Μια καλή πρόθεση μπορεί να προκαλέσει καταστροφή, ενώ μια ιδιοτελής πράξη μπορεί κατά τύχη να έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα. Η ηθική δεν γίνεται δύσκολη μόνο επειδή υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Γίνεται δύσκολη επειδή μερικές φορές συγκρούονται δύο πραγματικά αγαθά: η ελευθερία με την ασφάλεια, η αλήθεια με την προστασία, η δικαιοσύνη με την επιείκεια.
Το ότι οι κοινωνίες διαφωνούν δεν αποδεικνύει πως όλες οι ηθικές κρίσεις είναι απλώς θέμα γούστου, σαν να συζητάμε αν είναι καλύτερο το παγωτό φιστίκι ή σοκολάτα. Αποδεικνύει όμως ότι χρειάζεται να αιτιολογούμε τις βεβαιότητές μας. Το «έτσι συνηθίζεται εδώ» περιγράφει ένα έθιμο· δεν το δικαιώνει. Και το «πάντα έτσι γινόταν» είναι ιστορική πληροφορία, όχι ηθικό επιχείρημα. Πάντα γίνονταν και σφαγές. Δεν τις κάνει παράδοση προς διατήρηση.
- Το συγκλονιστικό νέο! Όλοι θεωρούμε τον εαυτό μας καλό!
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξυπνούν το πρωί, χαϊδεύουν τη γάτα τους και σκέφτονται "Μουχαχα Σήμερα θα είμαι το κάθαρμα της ιστορίας". Ακόμη και όταν κάνουμε κάτι άδικο, διαθέτουμε μια θαυμαστή εσωτερική υπηρεσία δημοσίων σχέσεων που αναλαμβάνει αμέσως τη διαχείριση της κρίσης.
Δεν είπα ψέματα —> προστάτευσα κάποιον.
Δεν αδιαφόρησα —> δεν ήθελα να ανακατευτώ.
Δεν εκμεταλλεύτηκα τον άλλον —> κοίταξα το συμφέρον μου, όπως κάνουν όλοι.
Δεν είμαι ρατσιστής —> απλώς λέω τα πράγματα όπως είναι.
Δεν έκανα τίποτα —> και αυτή ακριβώς είναι, συχνά, η πιο βολική μας υπεράσπιση.
Σε μελέτη των Ben Tappin και Ryan McKay, οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν τον εαυτό τους ως ηθικότερο από τον μέσο άνθρωπο, και αυτή η ηθική ανωτερότητα ήταν ισχυρότερη από την αντίστοιχη υπερεκτίμηση σε χαρακτηριστικά όπως η κοινωνικότητα και η ικανότητα.
Δεν πιστεύουμε απλώς ότι είμαστε καλοί. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους σε έναν τομέα στον οποίο δεν υπάρχει καν αντικειμενικό κοντέρ. Μαθηματικά, βέβαια, δεν γίνεται να είμαστε όλοι πάνω από τον μέσο όρο. Η αλαζονεία όμως δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα καλή στα μαθηματικά.
Και μετά έρχεται η "ηθική αδειοδότηση": Επειδή κάναμε κάτι καλό ή επειδή επιβεβαιώσαμε μέσα μας ότι είμαστε από τους σωστούς, αισθανόμαστε ότι αποκτήσαμε λίγη πίστωση για την επόμενη μικρή μας αθλιότητα. Έδωσα χρήματα σε φιλοζωική, άρα μπορώ να φερθώ σαν σκουπίδι στον υπάλληλο. Υποστηρίζω δημοσίως τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρα δεν χρειάζεται να εξετάσω πώς φέρομαι στον άνθρωπο που έχω μπροστά μου. Έκανα like στη σωστή ανάρτηση, παρακαλώ να ενημερωθεί το ηθικό μου μητρώο.
Η σχετική μετα-ανάλυση βρίσκει υπαρκτό αλλά όχι τεράστιο αποτέλεσμα και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις μελέτες. Δηλαδή η ηθική αδειοδότηση δεν είναι φυσικός νόμος ούτε συμβαίνει σε όλους. Είναι όμως ένας από τους τρόπους με τους οποίους η καλή εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας μπορεί να γίνει άλλοθι αντί για κίνητρο.
- Η ηθική μας αλλάζει όταν αλλάζει το περιβάλλον
Η κοινωνική ψυχολογία έχει δείξει ότι η συμπεριφορά δεν ξεπηδά αυτούσια από κάποιον αμετάβλητο χαρακτήρα. Επηρεάζεται από την αυθεντία, την ομάδα, τους θεσμούς, τη γλώσσα με την οποία περιγράφεται μια πράξη και την απόσταση από τις συνέπειές της.
Για χρόνια το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ παρουσιαζόταν ως η δραματική απόδειξη ότι, αν δώσεις σε συνηθισμένους ανθρώπους μια στολή και λίγη εξουσία, το τέρας μέσα τους θα ζητήσει αμέσως απλήρωτες υπερωρίες. Μόνο που το πείραμα είχε σοβαρότατα προβλήματα.
- Οι "φύλακες" δεν αφέθηκαν απλώς να αντιδράσουν αυθόρμητα, αλλά δέχθηκαν καθοδήγηση για τον ρόλο που περίμεναν οι ερευνητές να παίξουν,
- ο ίδιος ο Ζιμπάρντο συμμετείχε ενεργά ως διευθυντής της υποτιθέμενης φυλακής,
- η συλλογή και παρουσίαση των δεδομένων ήταν επιλεκτική
- και οι συμμετέχοντες γνώριζαν αρκετά ώστε να προσπαθούν να υπηρετήσουν το σενάριο της έρευνας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνθήκες δεν επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε ένα κακοστημένο πείραμα για να το αποδείξουμε.
Οι μελέτες υπακοής του Στάνλεϊ Μίλγκραμ προσφέρουν πιο σοβαρά (αν και επίσης αμφιλεγόμενα και δεοντολογικά προβληματικά) δεδομένα. Στη γνωστότερη συνθήκη, το 65% των συμμετεχόντων έφτασε έως τον διακόπτη των 450 volt, πιστεύοντας ότι χορηγούσε ολοένα ισχυρότερα ηλεκτροσόκ σε άλλον άνθρωπο. Δεν το έκαναν, όμως, ατάραχοι. Πολλοί παρουσίασαν έντονη δυσφορία, διαμαρτυρήθηκαν, αμφισβήτησαν τον πειραματιστή ή προσπάθησαν να σταματήσουν. Η υπακοή άλλαζε θεαματικά όταν άλλαζαν οι συνθήκες.
- Η εγγύτητα του "θύματος",
- η φυσική παρουσία και το κύρος της αυθεντίας,
- καθώς και η στάση των υπόλοιπων συμμετεχόντων.
Το ενδιαφέρον συμπέρασμα δεν είναι ότι ο άνθρωπος στερείται ηθικής και υπακούει σαν κουρδιστό ανθρωπάκι. Είναι ότι η αυθεντία μπορεί να του προσφέρει μια άλλη ηθική αφήγηση. Ας πούμε "δεν βασανίζεις έναν άνθρωπο, βοηθάς την επιστήμη", "δεν ευθύνεσαι εσύ, την ευθύνη την αναλαμβάνω εγώ", "δεν αποφασίζεις, απλώς εκτελείς τη διαδικασία". Η βλάβη παραμένει ίδια, αλλά αλλάζει η περιγραφή της. Και καμιά φορά αυτό αρκεί.
Δεν κάνουμε το κακό μόνο όταν παύουμε να ξεχωρίζουμε το σωστό από το λάθος. Μπορούμε να το κάνουμε και όταν πειστούμε ότι το λάθος υπηρετεί κάτι ανώτερο.
- Δεν έκανα τίποτα σας λέω!
Η ηθική μας έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στην αδράνεια. Τείνουμε να κρίνουμε αυστηρότερα τη βλάβη που προκαλείται από μια πράξη από μια ισοδύναμη ή ακόμη μεγαλύτερη βλάβη που προκαλείται επειδή δεν κάναμε τίποτα. Η τάση αυτή ονομάζεται omission bias, μεροληψία της παράλειψης.
Η αδράνεια μάς φαίνεται καθαρότερη επειδή δεν αφήνει δακτυλικά αποτυπώματα. Αν δεν πάτησα εγώ το κουμπί, αν δεν υπέγραψα εγώ την απόφαση, αν απλώς κοίταξα αλλού, μπορώ ευκολότερα να αφαιρέσω τον εαυτό μου από την ιστορία. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, δεν ενδιαφέρεται για το βιογραφικό της συνείδησής μας. Μερικές φορές η απραξία έχει συνέπειες εξίσου συγκεκριμένες με την πράξη.
Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για κάθε δυστυχία του πλανήτη. Η ευθύνη εξαρτάται από το τι γνώριζε, τι μπορούσε πράγματι να κάνει, πόσο προβλέψιμη ήταν η βλάβη, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι κόστος θα είχε η παρέμβασή του. Διαφορετικά θα καταλήγαμε όλοι ηθικά ένοχοι επειδή, την ώρα που πλέναμε τα πιάτα, δεν λύναμε ταυτόχρονα τον λιμό και τρεις πολέμους. Κάπου να υπάρχει και μια λογική... Δεν είμαστε πολυμίξερ.
Υπάρχει όμως ένα ενοχλητικό σημείο. Όσο περισσότεροι είναι παρόντες, τόσο ευκολότερα διαχέεται η ευθύνη. Κάποιος άλλος θα κάνει κάτι... Υπάρχουν αρμόδιοι... Δεν είναι δική μου δουλειά... Η κλασική έρευνα για το φαινόμενο του αμέτοχου παρατηρητή έδειξε ακριβώς αυτή τη δύναμη της διάχυσης της ευθύνης. Η παρουσία των άλλων δεν μας κινητοποιεί πάντοτε, μπορεί να μας προσφέρει το πλήθος μέσα στο οποίο θα κρυφτούμε.
Η απουσία πράξης, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αθωότητας. Μερικές φορές είναι αυτοσυγκράτηση. Μερικές φορές αδυναμία. Μερικές φορές άγνοια. Και μερικές φορές είναι συμμετοχή με πολιτικά ρούχα.
- Η άγνοια δεν είναι πάντα αθώα, αλλά ούτε πάντα ένοχη
Το διαδίκτυο μάς έδωσε πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες απ’ όσες μπορεί να επεξεργαστεί ένας ανθρώπινος εγκέφαλος και, για να μη βαριόμαστε, τις ανακάτεψε με ψέματα, προπαγάνδα, διαφημίσεις, βίντεο με υπότιτλο "οι επιστήμονες έμειναν άφωνοι" και τον ξάδελφο κάποιου που "τα έχει ψάξει αυτά".
Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τα πάντα. Ούτε κάθε άγνοια αποτελεί ηθικό ελάττωμα.
Υπάρχει όμως κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιστημική ευθύνη. Η ευθύνη δηλαδή που έχουμε για τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζουμε, ελέγχουμε και διατηρούμε τις πεποιθήσεις μας.
Όσο μεγαλύτερες είναι οι συνέπειες μιας πεποίθησής μας για τους άλλους, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωσή μας να ελέγξουμε αν αυτή η πεποίθηση στέκει.
Ή απλούστερα:
Όταν πιστεύεις κάτι, ειδικά κάτι που επηρεάζει άλλους ανθρώπους, έχεις κάποια ευθύνη να αναρωτηθείς αν έχεις καλούς λόγους να το πιστεύεις.
Δεν χρειάζεται να έχεις διδακτορικό στη μετανάστευση για να εκφέρεις άποψη. Αν όμως ζητάς πολιτικές που θα καθορίσουν αν άλλοι άνθρωποι θα ζήσουν, θα φυλακιστούν ή θα απελαθούν, το "έτσι άκουσα" είναι κάπως φτωχό θεμέλιο. Αν διαδίδεις ιατρικούς ισχυρισμούς που επηρεάζουν αποφάσεις υγείας, δεν σε αθωώνει το γεγονός ότι τους βρήκες γραμμένους με κεφαλαία και δεκαεπτά θαυμαστικά.
Η άγνοια δεν είναι πάντοτε επιλογή. Η βεβαιότητα μέσα στην άγνοια, όμως, είναι.
- Υπάρχει αντικειμενική ηθική;
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό στη φιλοσοφία.
Ο ηθικός ρεαλισμός υποστηρίζει, σε γενικές γραμμές, ότι ορισμένες ηθικές προτάσεις μπορεί να είναι αληθείς ανεξάρτητα από τις προσωπικές ή πολιτισμικές μας προτιμήσεις.
Ο ηθικός σχετικισμός συνδέει την αλήθεια ή τη δικαιολόγηση των κρίσεων περισσότερο με το εκάστοτε κοινωνικό ή πολιτισμικό πλαίσιο.
Ανάμεσά τους υπάρχει μια ολόκληρη ζούγκλα θέσεων, διότι οι φιλόσοφοι επίσης κλέφτες θα γίνουν; Πρέπει κάπως να βγάζουν το ψωμί τους.
Δεν ξέρω αν υπάρχει ένας αντικειμενικός κανόνας ικανός να λύσει κάθε πιθανό δίλημμα.
Δυσπιστώ έντονα πάντως, απέναντι στην ιδέα ότι δεν μπορούμε να πούμε τίποτε παραπάνω πέρα από το "ο καθένας έχει τη γνώμη του" εάν η γνώμη του επηρεάζει την ζωή άλλων.
Αν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσαμε να καταδικάσουμε καμία δουλεία, γενοκτονία ή θεσμοθετημένη κακοποίηση εφόσον ήταν αποδεκτή από την κοινωνία που τη διέπραττε.
Η απλή ύπαρξη ενός εθίμου θα αποτελούσε και την ηθική του δικαίωση. Ευτυχώς, το "έτσι γινόταν τότε" μπορεί να εξηγήσει μια πράξη, δεν υποχρεούται και να τη συγχωρήσει.
Ίσως να μπορούμε να υπερασπιστούμε τουλάχιστον το εξής ελάχιστο:
- Ο πόνος του άλλου δεν παύει να μετρά επειδή δεν είναι δικός μας
- Η διαφορετικότητά του δεν τον μετατρέπει σε εργαλείο
- Η δύναμή μας δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα
- και η παράδοση, η εντολή ή το προσωπικό μας συμφέρον δεν αρκούν από μόνα τους για να δικαιολογήσουν μια βλάβη.
Δεν είναι ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα. Είναι περισσότερο ένα κατώφλι. Και πολλοί δυστυχώς σκοντάφτουν ήδη πριν μπουν.
- Πώς μετριέται, λοιπόν, η τσίπα;
Όχι από το πόσο συχνά λες ότι είσαι καλός άνθρωπος. Αυτό είναι διαφήμιση, όχι μέτρηση.
Όχι από το αν τηρείς τους κοινωνικούς τύπους. Μπορείς να λες "παρακαλώ" και "ευχαριστώ" ενώ καταστρέφεις ζωές με savoir vivre.
Όχι μόνο από τις προθέσεις. Οι προθέσεις έχουν σημασία, αλλά οι άλλοι αναγκάζονται να ζήσουν κυρίως με τα αποτελέσματά τους.
Και όχι από το αν απέφυγες προσωπικά τη βρομοδουλειά. Η ηθική δεν διαθέτει υπηρεσία πλυντηρίου όπου παραδίδεις την ευθύνη σε τρίτους και την παραλαμβάνεις ατσαλάκωτη.
Ίσως η τσίπα να φαίνεται στις ερωτήσεις που δεχόμαστε να κάνουμε στον εαυτό μας:
- Ποιος πληρώνει για τη δική μου άνεση;
- Θα θεωρούσα δίκαιη αυτή την πράξη αν βρισκόμουν στην άλλη πλευρά της;
- Θα την έκανα αν κανείς δεν επρόκειτο να το μάθει;
- Θα την υπερασπιζόμουν αν την έκανε ο πολιτικός, η ομάδα ή ο άνθρωπος που αντιπαθώ;
- Μήπως ονομάζω ουδετερότητα αυτό που στην πράξη προστατεύει τον ισχυρότερο;
- Και, κυρίως, τι θα μπορούσε να με πείσει ότι κάνω λάθος;
Τσίπα δεν είναι να φοβάσαι μήπως σε πουν ανήθικο. Ούτε να συμμορφώνεσαι με μια κοινωνία που μπορεί να είναι η ίδια βαθιά άδικη.
Είναι η ικανότητα να αφήνεις τη ζωή του άλλου να μπει στον υπολογισμό σου, ακόμη κι όταν σε ξεβολεύει. Να βλέπεις τη βλάβη πίσω από την ωραία δικαιολογία, την προσωπική συμμετοχή, πίσω από το "όλοι το ίδιο κάνουν" και την ευθύνη πίσω από το "εγώ δεν έκανα τίποτα".
Τσίπα, τελικά, δεν είναι να έχεις καθαρή συνείδηση. Καθαρή συνείδηση διαθέτουν συχνά και άνθρωποι που δεν την έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ.
Τσίπα είναι να αντέχεις να τη λερώνεις με δύσκολες ερωτήσεις.
Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση:
- Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής — λήμμα «τσίπα», Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Stanford Encyclopedia of Philosophy — Moral Realism
https://plato.stanford.edu/entries/moral-realism/
- Stanford Encyclopedia of Philosophy — Moral Relativism
https://plato.stanford.edu/entries/moral-relativism/
- Stanford Encyclopedia of Philosophy — Virtue Ethics
- Stanford Encyclopedia of Philosophy — Deontological Ethics
https://plato.stanford.edu/entries/ethics-deontological/
- Stanford Encyclopedia of Philosophy — Consequentialism
https://plato.stanford.edu/entries/consequentialism/
- Tangney, Stuewig & Mashek (2007), “Moral Emotions and Moral Behavior”
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3083636/
- Tappin & McKay (2017), “The Illusion of Moral Superiority”
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC5641986/
- Blanken, van de Ven & Zeelenberg (2015), “A Meta-Analytic Review of Moral Licensing”
https://doi.org/10.1177/0146167215572134
- Le Texier (2019), “Debunking the Stanford Prison Experiment”
https://doi.org/10.1037/amp0000401
- Haslam, Reicher & Van Bavel (2019), “Rethinking the Nature of Cruelty: The Role of Identity Leadership in the Stanford Prison Experiment”
https://doi.org/10.1037/amp0000443
- Milgram (1963), “Behavioral Study of Obedience”
https://doi.org/10.1037/h0040525
- Haslam, Loughnan & Perry (2014), “Meta-Milgram: An Empirical Synthesis of the Obedience Experiments”
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3976349/
- Ritov & Baron (1990), “Reluctance to Vaccinate: Omission Bias and Ambiguity”
https://doi.org/10.1002/bdm.3960030404
- Baron & Ritov (2004), “Omission Bias, Individual Differences, and Normality”
https://doi.org/10.1016/j.obhdp.2004.03.003
- Darley & Latané (1968), “Bystander Intervention in Emergencies: Diffusion of Responsibility”
https://doi.org/10.1037/h0025589
07 Οκτωβρίου 2026
Μια φράση που έχει καταστρέψει κόσμο και κοσμάκη...
"Θα είμαι ευτυχισμένος όταν…"
- Όταν αδυνατίσω.
- Όταν βγάζω περισσότερα.
- Όταν πάρω εκείνη τη δουλειά.
- Όταν φύγω από αυτή τη δουλειά.
- Όταν αγοράσω σπίτι.
- Όταν φτιάξω το σπίτι.
- Όταν βρω άνθρωπο.
- Όταν ξεφορτωθώ τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
- Όταν πάω εκείνο το ταξίδι.
- Όταν πάρω το αυτοκίνητο.
- Όταν πάρω καλύτερο αυτοκίνητο, διότι προφανώς το προηγούμενο είχε ήδη παλιώσει.
Και το χειρότερο είναι ότι πολλές φορές έχουμε δίκιο.
Όταν αποκτούμε αυτό που θέλουμε πράγματι χαιρόμαστε.
Μπορεί μάλιστα και να χαιρόμαστε πάρα πολύ.
Έρχεται η πολυπόθητη δουλειά. Η σχέση. Η αύξηση. Το σπίτι. Το ταξίδι. Εκείνο το πράγμα που κοιτούσαμε έξι μήνες στο ίντερνετ λες και επρόκειτο για μεταμόσχευση ζωτικού οργάνου.
Και για λίγο όλα είναι υπέροχα.
Μέχρι που δεν είναι ακριβώς υπέροχα.
Δεν είναι άσχημα.
Είναι απλώς…
Μια απλή Τρίτη.
Και με αυτό θα ασχοληθώ σήμερα.
Γιατί ο άνθρωπος διαθέτει μια εντυπωσιακή ικανότητα να μετατρέπει το "Θεέ μου, επιτέλους το απέκτησα!" σε "Ναι μωρέ, αυτό".
Και αυτή η διαδικασία έχει όνομα:
Hedonic adaptation - ηδονική προσαρμογή.
Τι είναι το hedonic treadmill;
Η μεταφορά του hedonic treadmill, του "ηδονικού διαδρόμου", συνδέεται με τους Philip Brickman και Donald Campbell και το κείμενό τους Hedonic Relativism and Planning the Good Society του 1971.
Η αρχική ιδέα μου φάνηκε αρκετά καταθλιπτική:
--> θετικά ή αρνητικά γεγονότα μας απομακρύνουν προσωρινά από ένα σχετικά σταθερό επίπεδο ευημερίας, αλλά με τον χρόνο προσαρμοζόμαστε και κινούμαστε ξανά προς το προηγούμενο επίπεδό μας.
Σαν να τρέχεις πάνω σε διάδρομο.
Κάνεις πρόοδο. Ιδρώνεις. Προσπαθείς. Έχεις αγοράσει και παπούτσια ειδικά για την περίσταση... Αλλά γεωγραφικά βρίσκεσαι ακόμη απέναντι από το ίδιο καλοριφέρ.
Ωραία.
Μόνο που η επιστήμη των επόμενων δεκαετιών έκανε αυτό που οφείλει να κάνει η επιστήμη όταν μια ωραία θεωρία παραείναι ωραία.
Της χάλασε την απλότητα.
Σήμερα το hedonic treadmill δεν θεωρείται ένας ακατάλυτος νόμος σύμφωνα με τον οποίο όλοι διαθέτουμε κάποιο μυστηριώδες "εργοστασιακό 6,4/10 ευτυχίας" και, είτε κερδίσουμε το Τζόκερ είτε μας πατήσει λεωφορείο, αργά ή γρήγορα ο εγκέφαλος πατάει restore factory settings.
Όχι.
Τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Και ευτυχώς, γιατί διαφορετικά η ανθρώπινη ψυχολογία θα χωρούσε σε κούπα με motivational quote.
Αρχικά σε ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε "ευτυχία".
Εδώ γίνεται συνήθως η πρώτη μαλακία.
Στην επιστημονική βιβλιογραφία το subjective well-being, η υποκειμενική ευημερία δηλαδή, δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα.
Άλλο είναι το πώς αισθάνομαι.
Και άλλο το πώς αξιολογώ τη ζωή μου.
Μπορώ δηλαδή να έχω θετικό συναίσθημα σήμερα αλλά να θεωρώ ότι συνολικά η ζωή μου δεν πηγαίνει καλά.
Ή το αντίστροφο. Να περνάω μια απαίσια εβδομάδα και παρ’ όλα αυτά να θεωρώ τη ζωή μου καλή, σταθερή και ικανοποιητική.
Στη βιβλιογραφία αυτές οι διαστάσεις εξετάζονται χωριστά. Θετικό και αρνητικό συναίσθημα, "ευτυχία" με τη στενότερη έννοια, και life satisfaction, δηλαδή συνολική ικανοποίηση από τη ζωή.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία.
Γιατί κάποιος μπορεί να προσαρμοστεί σε ένα πράγμα ως προς το καθημερινό συναισθηματικό "ουάου", χωρίς να μηδενιστεί η επίδρασή του στην αξιολόγηση της ζωής του.
Ένα καλό σπίτι μπορεί να πάψει να σου προκαλεί ενθουσιασμό κάθε φορά που βάζεις το κλειδί στην πόρτα και παρ’ όλα αυτά να κάνει τη ζωή σου σημαντικά καλύτερη.
Αυτό δεν είναι αντίφαση. Είναι διαφορετική μεταβλητή.
Καλώς ήρθατε στην επιστήμη όπου δυστυχώς μετράμε τι ακριβώς ρωτήσαμε πριν ανακοινώσουμε ότι λύσαμε την ανθρώπινη ευτυχία.
Και τώρα, οι νικητές του λόττο...
Αν έχεις διαβάσει έστω πέντε άρθρα για την ευτυχία, πιθανότατα έχεις συναντήσει την παρακάτω περίφημη ιστορία:
"Έρευνες έδειξαν ότι οι άνθρωποι που κέρδισαν το λόττο δεν ήταν τελικά πιο ευτυχισμένοι από πριν."
Και μετά συνήθως ακολουθεί κάποια σοφή κατάληξη επιπέδου παπαριές Γιωργίτσα μου και συμπεραίνουν...
- Άρα τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία.
Και κάπου ένας επιστήμονας χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο με φόρα.
Η ιστορία προέρχεται κυρίως από μια κλασική μελέτη των Brickman, Coates και Janoff-Bulman το 1978.
Οι ερευνητές συνέκριναν:
- 22 μεγάλους νικητές λοταρίας,
- 22 άτομα ελέγχου (σας αρκετούς από εμάς)
- και 29 ανθρώπους που είχαν μείνει παράλυτοι μετά από ατύχημα.
Ναι. Είκοσι δύο νικητές.
Η μελέτη είναι ιστορικά σημαντική, αλλά δεν είναι οι πέτρινες πλάκες που κατέβασε ο Μωυσής από το όρος της Ψυχολογίας.
Τα αποτελέσματά της πράγματι υποστήριζαν ότι οι θετικές επιδράσεις του ξαφνικού πλούτου δεν ήταν τόσο θεαματικές και μόνιμες όσο θα περιμέναμε. Ταυτόχρονα όμως η περίφημη εκλαϊκευμένη εκδοχή "οι παραπληγικοί και οι εκατομμυριούχοι έγιναν εξίσου ευτυχισμένοι" υπεραπλουστεύει άγρια τα δεδομένα.
Και ύστερα ήρθε κάτι ακόμα πιο ενοχλητικό για το ωραίο αφήγημα, έτσι για την πουτανιά.
Μια καλύτερη έρευνα!
Το 2020 δημοσιεύτηκε στο Review of Economic Studies μελέτη των Lindqvist, Östling και Cesarini σε 3.362 Σουηδούς παίκτες λοταρίας, με προεγγεγραμμένες αναλύσεις και παρακολούθηση ανθρώπων που είχαν κερδίσει από 5 έως 22 χρόνια νωρίτερα.
Και τι βρήκαν;
Οι μεγάλοι νικητές εμφάνιζαν διατηρημένη αύξηση στη συνολική ικανοποίηση από τη ζωή, ακόμη και πάνω από μία δεκαετία αργότερα.
Ούτε εξαφανίστηκε. Ούτε υπήρχε ένδειξη ότι έσβηνε με τον χρόνο που εξέτασε η μελέτη.
Αλλά (προσοχή γιατί εδώ είναι το ωραίο) οι επιδράσεις στην καθημερινή ευτυχία και στην ψυχική υγεία ήταν πολύ μικρότερες.
Με άλλα λόγια...
Τα λεφτά μπορούν να κάνουν τη ζωή σου καλύτερη χωρίς να κυκλοφορείς δεκαπέντε χρόνια αργότερα στο σαλόνι ουρλιάζοντας:
- ΕΧΩ ΛΕΦΤΑΑΑΑ!!!
Το οποίο, αν το καλοσκεφτώ, εμένα μου φαίνεται αρκετά λογικό.
Άρα το hedonic treadmill είναι μπούρδες;
Όχι.
Απλώς δεν είναι διάδρομος γυμναστηρίου με μία ταχύτητα για όλους.
Το 2006 οι Diener, Lucas και Scollon δημοσίευσαν μια σημαντική αναθεώρηση της θεωρίας.
Και ουσιαστικά είπαν ότι ναι, η προσαρμογή υπάρχει, αλλά πρέπει να πετάξουμε αρκετές από τις υπερβολικά άκαμπτες υποθέσεις του αρχικού μοντέλου.
Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο "set point", δηλαδή ένα βασικό και σταθερό επίπεδο ευημερίας.
Το set point δεν είναι απαραίτητα ουδέτερο. Οι διαφορετικές πλευρές της ευημερίας μπορούν να αλλάζουν διαφορετικά.
Και, κυρίως, τα επίπεδα ευημερίας μπορούν πράγματι να αλλάξουν μακροχρόνια.
Μερικά γεγονότα αφήνουν ίχνος. Και μάλιστα μεγάλο.
Σε κάποια πράγματα προσαρμοζόμαστε. Σε άλλα… καλή μας τύχη.
Μεγάλες διαχρονικές μελέτες έχουν δείξει ότι η προσαρμογή διαφέρει θεαματικά ανάλογα με το γεγονός και τον άνθρωπο.
Για παράδειγμα, σε μελέτη περισσότερων από 24.000 ανθρώπων στη Γερμανία, η ανεργία συνοδευόταν από μεγάλη πτώση στην ικανοποίηση από τη ζωή.
Υπήρχε κάποια ανάκαμψη με τον χρόνο. Αλλά κατά μέσο όρο δεν υπήρχε πλήρης επιστροφή στο προηγούμενο επίπεδο, ακόμη και όταν οι άνθρωποι ξανάβρισκαν εργασία.
Μελέτες πάνω στη μακροχρόνια αναπηρία έχουν επίσης βρει σημαντική και επίμονη μείωση της ευημερίας, με πολύ μικρότερη προσαρμογή απ’ όση θα προέβλεπε η αυστηρή εκδοχή του treadmill.
Στον γάμο, αντίθετα, ο μέσος όρος δείχνει συχνά μια αύξηση της ικανοποίησης γύρω από το γεγονός και στη συνέχεια κίνηση προς τα παλιότερα επίπεδα. Και ας μην υπολογίσουμε τις περιπτώσεις που η κίνηση πάει προς ακόμη χαμηλότερα επίπεδα από πριν το έγγαμο βίο.
Μόνο που κι εκεί εμφανίζεται το αγαπημένο πράγμα της βιολογίας και της ψυχολογίας:
Η τεράστια ατομική διακύμανση!
Κάποιοι επιστρέφουν.
Κάποιοι όχι.
Κάποιοι βελτιώνονται.
Κάποιοι χειροτερεύουν.
Ο μέσος όρος είναι πολύ χρήσιμος για να περιγράψεις πληθυσμούς, αλλά είναι αισθητά λιγότερο χρήσιμος όταν προσπαθείς να προβλέψεις τον Θανάση από το Περιστέρι.
Τι ακριβώς "συνηθίζει" κάποιος όμως;
Η ηδονική προσαρμογή δεν φαίνεται να είναι ένας μοναδικός μηχανισμός.
Και εδώ θα αντισταθώ στον πειρασμό να γράψω απλώς "ΝΤΟΠΑΜΙΝΗ ρε φίλε" με κεφαλαία, να κλείσουμε τις οθόνες μας και να πάμε να δούμε τηλεόραση.
Γιατί... Όχι.
Η ευχαρίστηση και η ανταμοιβή έχουν φυσικά νευροβιολογική βάση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε σύνθετο ψυχολογικό φαινόμενο εξηγείται με το "ο εγκέφαλος συνήθισε την ντοπαμίνη".
Μια ανασκόπηση του 2018 στο Annual Review of Psychology περιγράφει διαφορετικές κατηγορίες μηχανισμών που μπορούν να συμβάλουν στην πτώση της ηδονικής απόκρισης. Φυσιολογικές διεργασίες, αλλαγές στην αντίληψη και γνωστικές ή αυτοαναφορικές διεργασίες.
Με απλά λόγια:
- μπορεί να αλλάξει το ίδιο το ερέθισμα για εμάς,
- μπορεί να αλλάξει η προσοχή μας προς αυτό,
- μπορεί να αλλάξει ο τρόπος που το αξιολογούμε.
Οι Wilson και Gilbert έχουν επίσης προτείνει ότι ένα συναισθηματικά σημαντικό γεγονός τραβάει έντονα την προσοχή όσο είναι καινούργιο και ανεξήγητο.
Σιγά σιγά το καταλαβαίνουμε. Το εντάσσουμε στην ιστορία μας. Γίνεται γνώριμο. Γίνεται οικείο. Παύουμε να το παρακολουθούμε σαν πεινασμένα γεράκια... Και η συναισθηματική αντίδραση εξασθενεί.
Σκέψου την πρώτη νύχτα σε ένα καινούργιο σπίτι.
Ακούς κάθε θόρυβο.
Κοιτάς κάθε γωνιά.
Παρατηρείς το φως.
Τρεις μήνες αργότερα περνάς από το ίδιο δωμάτιο κρατώντας ένα βρακί στο χέρι, μαζεύεις δύο κάλτσες που πέταξες κάτω την προηγούμενη μέρα και ψάχνεις τον φορτιστή σου.
Το σπίτι δεν έγινε χειρότερο. Έπαψε να είναι νέα πληροφορία.
Και μετά μετακινούμε και τα δοκάρια...
Υπάρχει κι άλλο.
Γιατί φυσικά υπάρχει κι άλλο!
Οι Sheldon και Lyubomirsky πρότειναν στο Hedonic Adaptation Prevention Model δύο βασικούς δρόμους μέσω των οποίων μπορεί να ξεφουσκώσει η θετική επίδραση μιας αλλαγής.
Ο πρώτος είναι αρκετά προφανής:
- Η αλλαγή προκαλεί σταδιακά λιγότερα θετικά συναισθήματα.
Ο δεύτερος έχει πιο πολύ πλάκα:
- Ανεβαίνουν οι προσδοκίες μας.
Παίρνεις αύξηση.
Χαίρεσαι.
Μετά από λίγο ο νέος μισθός παύει να είναι "αύξηση".
Είναι ο μισθός.
Και τώρα, αφού αυτό διευθετήθηκε, μήπως θα έπρεπε να πάρεις και μια προαγωγή;
Χάνεις δέκα κιλά.
Κάποτε θα έδινες το ένα σου νεφρό για να βρίσκεσαι εκεί.
Ε, φτάνεις εκεί.Περνάει λίγος καιρός.
Και ξαφνικά:
- Ναι, αλλά εάν έχανα άλλα πέντε θα ήταν καλύτερα.
Μπράβο μας!
Δεν τρέξαμε απλώς μέχρι τη γραμμή τερματισμού.
Πήραμε τη γραμμή τερματισμού και την πήγαμε παρακάτω.
Είναι πρόβλημα ότι προσαρμοζόμαστε;
Ούτε καν. Αν το δεις αλλιώς, η προσαρμογή είναι εξαιρετικά χρήσιμη.
Ένας οργανισμός που αντιμετώπιζε κάθε μόνιμο ερέθισμα σαν καινούργιο θα ήταν λειτουργικά για πέταμα.
Γιατί η προσοχή μας είναι περιορισμένη ή έστω οριοθετημένη.
Το νευρικό σύστημα πρέπει να ξεχωρίζει τι άλλαξε, τι έχει σημασία τώρα, πού υπάρχει ευκαιρία και πού υπάρχει κίνδυνος.
Δεν μπορείς να ξυπνάς επί δεκαπέντε χρόνια και να παθαίνεις συναισθηματικό σοκ επειδή...
- ΘΕΕ ΜΟΥ ΕΧΩ ΨΥΓΕΙΟ ΝΤΟΥΛΑΠΑ!
Κάποια στιγμή πρέπει να φτιάξεις και έναν καφέ.
Η προσαρμογή μάς επιτρέπει να μεταφέρουμε την προσοχή αλλού.
Και προς την αρνητική κατεύθυνση όμως η προσαρμογή μπορεί να είναι σωτήρια. Η συναισθηματική ένταση πολλών αρνητικών γεγονότων επίσης μειώνεται με τον χρόνο.
Άρα δεν έχουμε μπροστά μας ένα "σφάλμα" του εγκεφάλου.
Έχουμε έναν πολύ χρήσιμο μηχανισμό με ένα ενοχλητικό παράπλευρο αποτέλεσμα. Ότι και τα καλά γίνονται φυσιολογικά.
Και εκεί μάλλον βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα μας.
Δεν είναι ότι σταματάμε να ουρλιάζουμε από χαρά επειδή έχουμε ακόμη το ίδιο σπίτι, τον ίδιο άνθρωπο ή την ίδια δουλειά.
Ευτυχώς. Κανείς δεν θα άντεχε δίπλα μας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ερμηνεύουμε την εξοικείωση ως απώλεια αξίας.
Όταν το:
- Δεν με ενθουσιάζει πια όπως στην αρχή
μετατρέπεται αυτομάτως σε:
- Άρα δεν είναι αρκετό.
- Ένας άνθρωπος μπορεί να πάψει να είναι καινούργιος χωρίς να πάψει να είναι πολύτιμος.
- Ένα σπίτι μπορεί να πάψει να εντυπωσιάζει χωρίς να πάψει να βελτιώνει τη ζωή σου.
- Ένα σώμα μπορεί να πάψει να σου φαίνεται «το σώμα που κατάφερα να αποκτήσω» και να γίνει απλώς το σώμα σου.
Η προσαρμογή αλλάζει την ένταση της αντίδρασης.
Δεν εκδίδει πιστοποιητικό αξίας.
Μπορούμε να σταματήσουμε την προσαρμογή;
Όχι. Και πιθανότατα ούτε που θα θέλαμε.
Υπάρχουν πάντως πειραματικά δεδομένα ότι παράγοντες όπως η ποικιλία στις θετικές εμπειρίες και η σκόπιμη επανεκτίμηση ή εκτίμηση μιας θετικής αλλαγής μπορούν υπό ορισμένες συνθήκες να επιβραδύνουν την προσαρμογή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστήμη απέδειξε πως αν γράφεις κάθε βράδυ τρία πράγματα για τα οποία είσαι ευγνώμων, θα νικήσεις το ανθρώπινο νευρικό σύστημα και θα γίνεις μονίμως ευτυχισμένος.
Μη γίνουμε και μανιαμούνιες!
Σημαίνει κάτι πιο περιορισμένο αλλά πολύ ενδιαφέρον.
Ότι η προσοχή που δίνουμε σε μια εμπειρία, η ποικιλία της και ο τρόπος με τον οποίο την αξιολογούμε μπορούν να επηρεάσουν τον ρυθμό με τον οποίο παύει να μας προκαλεί την αρχική της ευχαρίστηση.
Δεν καταργούμε την προσαρμογή.
Μπορούμε ίσως να την πειράξουμε λίγο.
Και τελικά;
Το hedonic treadmill δεν λέει ότι τίποτα δεν έχει σημασία, ούτε ότι τα λεφτά δεν βοηθούν. Δεν λέει πώς ό,τι κι αν μας συμβεί, σε έξι μήνες θα είμαστε όπως πριν. Και σίγουρα δεν λέει πώς η πραγματική ευτυχία βρίσκεται μέσα μας, διότι ευχαριστούμε, έχουμε ήδη αρκετές τέτοιες αηδιες που βομβαρδιζόμαστε καθημερινά.
Λέει κάτι άλλο.
Ότι ο άνθρωπος αλλάζει μαζί με τη ζωή του.
Οι καλές συνθήκες μπορούν να παραμένουν καλές ενώ παύουν να φαίνονται καινούργιες.
Οι προσδοκίες μετακινούνται.
Τα σημεία αναφοράς αλλάζουν.
Η προσοχή φεύγει από αυτό που έγινε δεδομένο και πηγαίνει στο επόμενο.
Και έτσι μπορεί να συμβεί κάτι σχεδόν κωμικό. Να ζεις σήμερα μέσα σε πράγματα που πριν πέντε χρόνια έλεγες ότι θα σε έκαναν ευτυχισμένο και να σκέφτεσαι κυρίως αυτά που σου λείπουν τώρα.
Όχι επειδή είσαι αχάριστος ή κάτι πάει στραβά με σένα.
Αλλά επειδή ο εγκέφαλος δεν έχει σχεδιαστεί για να στέκεται μπροστά σε όσα απέκτησε και να χειροκροτεί επ’ αόριστον.
Τα καταγράφει.
Προσαρμόζεται.
Και κοιτάζει τι ακολουθεί.
Πράγμα εξαιρετικό αν θέλεις ένα είδος που εξερευνά, επιδιώκει, βελτιώνει και επιβιώνει.
Λίγο σκατά, όμως, αν περίμενες ότι κάποια μέρα θα φτάσεις επιτέλους στο σημείο όπου θα πεις:
"Ωραία. Τώρα τα έχω όλα. Τελειώσαμε!"
Γιατί κατά πάσα πιθανότητα, όταν φτάσεις εκεί, ο εγκέφαλος θα κοιτάξει γύρω του, θα ξύσει λίγο το πηγούνι του και θα σκεφτεί:
"Ναι… αλλά ξέρεις τι άλλο θα ήταν γαμάτο;"
Πηγές
- Brickman, P., Coates, D., & Janoff-Bulman, R. (1978). Lottery winners and accident victims: Is happiness relative? Journal of Personality and Social Psychology, 36(8), 917–927.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/690806/
- Diener, E., Lucas, R. E., & Scollon, C. N. (2006). Beyond the Hedonic Treadmill: Revising the Adaptation Theory of Well-Being. American Psychologist, 61(4), 305–314.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/16719675/
- Galak, J., & Redden, J. P. (2018). The Properties and Antecedents of Hedonic Decline. Annual Review of Psychology, 69, 1–25.
https://www.annualreviews.org/content/journals/10.1146/annurev-psych-122216-011542
- Lindqvist, E., Östling, R., & Cesarini, D. (2020). Long-Run Effects of Lottery Wealth on Psychological Well-Being. The Review of Economic Studies, 87(6), 2703–2726.
https://academic.oup.com/restud/article/87/6/2703/5734654
- Lucas, R. E., Clark, A. E., Georgellis, Y., & Diener, E. (2004). Unemployment Alters the Set Point for Life Satisfaction. Psychological Science, 15(1), 8–13.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/14717825/
- Lucas, R. E. (2007). Long-term disability is associated with lasting changes in subjective well-being: Evidence from two nationally representative longitudinal studies. Journal of Personality and Social Psychology, 92(4), 717–730.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/17469954/
- Lucas, R. E., Clark, A. E., Georgellis, Y., & Diener, E. (2003). Reexamining adaptation and the set point model of happiness: Reactions to changes in marital status. Journal of Personality and Social Psychology, 84(3), 527–539.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/12635914/
- Sheldon, K. M., & Lyubomirsky, S. (2012). The Challenge of Staying Happier: Testing the Hedonic Adaptation Prevention Model. Personality and Social Psychology Bulletin, 38(5), 670–680.
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22361725/
- Wilson, T. D., & Gilbert, D. T. (2008). Explaining Away: A Model of Affective Adaptation. Perspectives on Psychological Science, 3(5).
https://journals.sagepub.com/doi/10.1111/j.1745-6924.2008.00085.x






