Slider

06 Σεπτεμβρίου 2026

Είναι απλά να μπαίνεις στη θέση του άλλου;
Είναι "απλό";
Μπαίνεις ποτέ στη θέση του άλλου;

Ως συνήθως οι απορίες μου είναι πολλές. 

Παρακάτω προσπαθώ να βάλω σε σειρά τα ερωτήματά μου και να απαντήσω σε αυτά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ζητώ την ενσυναίσθησή σας δηλαδή.



1. Γιατί λέγεται "empathy" και γιατί στα ελληνικά παραπέμπει στο "εμπάθεια" που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό;

Ετοιμολογικά λοιπόν:
Η ιστορία της λέξης "ενσυναίσθηση" είναι λίγο πιο μπερδεμένη απ’ όσο φαίνεται.
Στα γερμανικά, ο όρος Einfühlung (περίπου "νιώθω μέσα σε") εμφανίστηκε ως τεχνικός όρος στην αισθητική τον 19ο αιώνα. Ο Robert Vischer τον χρησιμοποίησε το 1873 για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο προβάλλουμε, τρόπον τινά, τον εαυτό μας σε ένα έργο τέχνης ή μια μορφή. Ο Theodor Lipps αργότερα επέκτεινε την έννοια από την αισθητική στην κατανόηση άλλων ανθρώπων. Το 1909 ο Edward B. Titchener έπλασε στα αγγλικά το empathy ως απόδοση του Einfühlung. Wiley: online library

Ο Titchener σχημάτισε το αγγλικό empathy με βάση το ελληνικό ἐμπάθεια, από το ἐν+πάθος, με την παλαιότερη σημασία του πάθους ή της συναισθηματικής κατάστασης. Στα νέα ελληνικά, βέβαια, η "εμπάθεια" πήρε εντελώς διαφορετικό δρόμο και σημαίνει πλέον αρνητική προκατάληψη, κακοβουλία ή εχθρότητα. Γι’ αυτό το empathy το λέμε σήμερα ενσυναίσθηση και όχι εμπάθεια. Etymonline

Ωραία. Τη λέξη τη σώσαμε.

Πάμε τώρα στο κυρίως θέμα.

2. Ποιος είναι ο ορισμός της ενσυναίσθησης;

Η ενσυναίσθηση έχει πάθει λίγο-πολύ ό,τι παθαίνουν πολλές καλές λέξεις όταν γίνονται της μόδας. Έχει αρχίσει να σημαίνει περίπου τα πάντα.
  • Νομίζουμε πως ενσυναίσθηση σημαίνει αυτόματα και καλός άνθρωπος. Εάν δεν έχει, από την άλλη, σημαίνει αναίσθητος, εγωιστής, πιθανότατα κάθαρμα και ίσως να του χαράξουμε και το αυτοκινήτο τέτοιος που είναι!
  • Λέμε "δεν έχει ενσυναίσθηση" και πολλές φορές εννοούμε ότι απλώς φέρθηκε σαν βλάκας.
  • Λέμε "έχω ενσυναίσθηση" όταν στενοχωριόμαστε βλέποντας ένα ζώο στον δρόμο.
  • Λέμε "θέλω ενσυναίσθηση" όταν στην πραγματικότητα θέλουμε απλώς κάποιος να μας ακούσει χωρίς να μας πετάξει στο τέλος "έλα μωρέ, μην το σκέφτεσαι".
Όλα αυτά σχετίζονται. Δεν είναι όμως ακριβώς το ίδιο.

Η ενσυναίσθηση, πολύ απλά, είναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε κάτι από την εσωτερική εμπειρία ενός άλλου ανθρώπου. Τι μπορεί να νιώθει, πώς μπορεί να βλέπει μια κατάσταση, τι νόημα έχει γι’ αυτόν. Δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε μαζί του. Δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε τη συμπεριφορά του. Και, κυρίως, δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η διαφορά ανάμεσα σε εκείνον και σε εμάς. Άρα... Όση ενσυναίσθηση και να έχουμε δεν σημαίνει ότι έχουμε δίκιο.

Δεν χρειάζεται να μπεις μέσα στον πόνο του άλλου για να τον καταλάβεις. Χρειάζεται να μπορείς να σταθείς αρκετά κοντά ώστε να τον δεις, αλλά αρκετά έξω ώστε να μη χαθείς μέσα του.

Μόνο που η ενσυναίσθηση δεν είναι ούτε διάγνωση χαρακτήρα ούτε πιστοποιητικό ηθικής ανωτερότητας. Είναι μια πολύ πιο περίπλοκη ανθρώπινη ικανότητα. Και, όπως συμβαίνει συνήθως με τις ανθρώπινες ικανότητες, μπορεί να λειτουργεί καλά, άσχημα, επιλεκτικά, στραβά, περισσότερο σε κάποιους τομείς και λιγότερο σε άλλους.

Ούτε καν για τον ίδιο τον ορισμό της δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία.

Οι επιστήμονες δεν έχουν έναν απολύτως κοινό, μοναδικό ορισμό της ενσυναίσθησης και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Μια σημαντική θεωρητική ανασκόπηση εντόπισε 43 διαφορετικούς ορισμούς στη βιβλιογραφία. Όχι 43 μελέτες που συμφώνησαν μεταξύ τους, 43 τρόπους με τους οποίους οι ερευνητές προσπάθησαν να εξηγήσουν τι ακριβώς εννοούν όταν λένε ενσυναίσθηση. Άρα, ναι: δεν φταίω εγώ που μπερδεύομαι. Το πράγμα είναι όντως πολυπαραγοντικό. Cuff, Brown, Taylor & Howat, Empathy: A Review of the Concept 

Παρόλα αυτά, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που επανέρχονται ξανά και ξανά (Science Direct). Συγκεκριμένα τέσσερα στοιχεία επανέρχονται συστηματικά όταν οι επιστήμονες μιλούν για ενσυναίσθηση:
  1. να μπορώ να καταλαβαίνω κάτι από την εμπειρία σου,
  2. να μπορώ να αισθάνομαι κάτι σε σχέση με αυτή,
  3. να μπορώ κάπως να κατανοώ τον υποκειμενικό σου κόσμο, και
  4. ταυτόχρονα να γνωρίζω ότι εσύ είσαι εσύ κι εγώ είμαι εγώ.
Και αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό.

Γιατί η ενσυναίσθηση δεν είναι "Γίνομαι εσύ".
Είναι "Προσπαθώ να καταλάβω πώς είναι να είσαι εσύ".
Μικρή διαφορά στη διατύπωση. Τεράστια διαφορά στην πράξη.

Χοντρικά, η βιβλιογραφία συχνά ξεχωρίζει τουλάχιστον δύο κύριες ικανότητες.

Το πρώτο είναι η συναισθηματική ενσυναίσθηση: η ικανότητα να συντονίζεσαι συναισθηματικά με τον άλλον. 
Βλέπεις κάποιον να κλαίει και κάτι μέσα σου σφίγγεται. 
Ακούς ότι φοβάται και νιώθεις κι εσύ ένα ίχνος ανησυχίας. 
Δεν ζεις ακριβώς το ίδιο πράγμα, αυτό είναι αδύνατο. Αλλά το νευρικό σου σύστημα καταλαβαίνει ότι μπροστά του υπάρχει ένας άνθρωπος που πονάει, χαίρεται, τρομάζει ή ντρέπεται.

Το δεύτερο είναι η γνωστική ενσυναίσθηση, ή αλλιώς η λήψη οπτικής. Δηλαδή η ικανότητα να προσπαθείς να καταλάβεις πώς βλέπει ο άλλος τον κόσμο.
Όχι "εγώ στη θέση σου θα έκανα αυτό". Περισσότερο κάτι σαν "με όσα έχεις ζήσει, με όσα φοβάσαι και με τον τρόπο που το ερμηνεύεις, καταλαβαίνω γιατί το βιώνει με αυτόν τον τρόπο".

Ειναι σαφής αυτή η σημαντική διαφορά;

__________

Μια απαραίτητη παρένθεση για τον αυτισμό:

Εδώ θα σταθούμε λίγο, γιατί ο αυτισμός έχει από παλιότερα συνδεθεί πολύ πρόχειρα με την ιδέα ότι οι αυτιστικοί άνθρωποι δεν έχουν ενσυναίσθηση. Αυτό δεν στέκει πια ως γενική περιγραφή.

Ο αυτισμός είναι φάσμα και οι άνθρωποι διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Κάποιοι μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να αποκωδικοποιήσουν άγραφους κοινωνικούς κανόνες, εκφράσεις προσώπου, υπονοούμενα ή να καταλάβουν γρήγορα τι σκέφτεται ο άλλος σε μια κοινωνική κατάσταση. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δεν νιώθουν, δεν νοιάζονται ή ότι δεν μπορούν να συμμεριστούν τη δυσφορία κάποιου.

Ακριβώς επειδή η ενσυναίσθηση έχει διαφορετικές πλευρές (συναισθηματική, γνωστική, επικοινωνιακή) δεν βγάζει νόημα να τη μετράμε σαν ένα δίπολο άσπρο/μαυρο, έχει/δεν έχει. 

Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση προειδοποιεί μάλιστα ότι η μέτρησή της ως ενός μόνο πράγματος μπορεί να διογκώνει την εικόνα ενός γενικού "ελλείμματος ενσυναίσθησης" στον αυτισμό. 

Υπάρχει επίσης η ιδέα του "προβλήματος της διπλής ενσυναίσθησης". Οι δυσκολίες κατανόησης ανάμεσα σε αυτιστικούς και μη αυτιστικούς ανθρώπους δεν είναι απαραίτητα μονόδρομος. Μπορεί να προκύπτουν από μια αμοιβαία αναντιστοιχία στον τρόπο επικοινωνίας, έκφρασης και ερμηνείας των εμπειριών. Με απλά λόγια, συχνά δεν είναι ότι ο ένας άνθρωπος δεν έχει εσωτερικό κόσμο, είναι ότι οι δύο άνθρωποι δεν έχουν μάθει καλά τη γλώσσα του άλλου. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αυτιστικός άνθρωπος έχει τις ίδιες δυσκολίες ή τις ίδιες δυνατότητες. Σημαίνει απλώς ότι το "δεν έχει ενσυναίσθηση" είναι μια τεμπέλικη, ανακριβής και συχνά πολύ άδικη εξήγηση.

Και, όπως συνήθως συμβαίνει όταν η επιστήμη προχωράει, ούτε εδώ έκλεισε η υπόθεση.
Μία μελέτη του 2026 βρήκε μόνο μερική υποστήριξη για το double empathy μοντέλο και τόνισε την ατομική ποικιλία, ενώ άλλη πρόσφατη μελέτη δεν βρήκε τα αναμενόμενα πλεονεκτήματα αυτιστικών συμμετεχόντων στην κατανόηση άλλων αυτιστικών ατόμων. 

Που είναι ένας πολύ επιστημονικός τρόπος για να ειπωθεί:
- Μην κολλάτε ταμπέλα ακόμα. Έχουμε δρόμο ακόμα. Δεν τελειώσαμε.
__________

Άρα το "σε νιώθω" και το "σε καταλαβαίνω" είναι συγγενείς φράσεις. Δεν είναι όμως ταυτόσημες και φαίνεται ότι στηρίζονται εν μέρει και σε διαφορετικά νευρωνικά δίκτυα.

Το "εγώ στη θέση σου", από την άλλη είναι συνήθως μια μικρή απάτη. Εγώ στη θέση του άλλου θα ήμουν εγώ. Με τη δική μου ιστορία, τα δικά μου αποθέματα, τα δικά μου τραύματα, τα δικά μου όρια. Δεν θα μπορούσα να μπω στη θέση κανενός άλλου για να του πω κιόλας τι να κάνει. Η ενσυναίσθηση αρχίζει ακριβώς όταν σταματάμε να χρησιμοποιούμε τον εαυτό μας ως μέτρο του ανθρώπινου είδους.

Υπάρχει και ένα τρίτο στοιχείο, απολύτως απαραίτητο. Η διάκριση εαυτού-άλλου μαζί με τη συναισθηματική ρύθμιση. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να μπορείς να καταλάβεις ότι ο άλλος υποφέρει χωρίς να καταρρεύσεις κι εσύ από τον δικό του πόνο.

Αν ακούς έναν άνθρωπο που περνάει κάτι δύσκολο και, πέντε λεπτά μετά, εκείνος σε παρηγορεί επειδή εσύ διαλύθηκες περισσότερο από αυτόν, δεν τον βοήθησες. Απλώς η προσοχή μεταφέρθηκε αλλού. Η συζήτηση κατέληξε για το δικό σου συναίσθημα. Αυτό ονομάζεται συχνά προσωπική δυσφορία και δεν είναι και η πιο χρήσιμη μορφή ενσυναίσθησης. Είναι η στιγμή που ο πόνος του άλλου σε ενεργοποιεί τόσο έντονα, ώστε το βασικό κίνητρο γίνεται να σταματήσει η δική σου δυσφορία παρά αυτού που βιώνει τον πόνο. Decety & Jackson, The Functional Architecture of Human Empathy

Άρα η ενσυναίσθηση δεν είναι διακόπτης on/off. Είναι ένα σύνολο διεργασιών. Αλλά σίγουρα δεν είναι τηλεπάθεια. Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς πώς αισθάνεσαι επειδή σε κοίταξα έντονα για δεκαεπτά δευτερόλεπτα. Μπορώ όμως να προσπαθήσω να καταλάβω. Και, αν είμαι στοιχειωδώς σοβαρός άνθρωπος, να κρατήσω και την πιθανότητα ότι μπορεί να κάνω λάθος.

3. Πότε εμφανίζεται η ενσυναίσθηση;

Κι εδώ τα πράγματα είναι πιο ενδιαφέροντα απ’ όσο πίστευα παλιότερα. Δεν υπάρχει μία μαγική ηλικία κατά την οποία το παιδί ξυπνάει την Τρίτη το πρωί και αποκτά empathy.
Η ανάπτυξη είναι σταδιακή.

Ήδη από τη βρεφική ηλικία βλέπουμε μορφές συναισθηματικής μετάδοσης και πρώιμες αντιδράσεις στη δυσφορία των άλλων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα βρέφος διαθέτει την ώριμη ενσυναίσθηση ενός ενηλίκου.

Καθώς αναπτύσσονται η διάκριση εαυτού-άλλου, η γλώσσα, η ρύθμιση των συναισθημάτων και η ικανότητα να κατανοούμε ότι οι άλλοι έχουν δικές τους σκέψεις, γνώσεις και προθέσεις, η ενσυναίσθηση γίνεται όλο και πιο σύνθετη.

Μάλιστα, πρόσφατη ανασκόπηση της αναπτυξιακής βιβλιογραφίας υποστηρίζει ότι πρώιμοι δείκτες ενσυναισθητικής ανησυχίας και κατανόησης της δυσφορίας του άλλου μπορούν να παρατηρηθούν ήδη μέσα στον πρώτο χρόνο της ζωής, ενώ οι πιο σύνθετες γνωστικές πλευρές συνεχίζουν να αναπτύσσονται αργότερα. Wiley Online Library

Οπότε η παλιά πεποίθηση ότι η ενσυναίσθηση εμφανίζεται στο δεύτερο ή τρίτο έτος ήταν υπερβολικά καθαρό για ένα φαινόμενο που μόνο καθαρό δεν είναι.

4. Η βιολογία της ενσυναίσθησης

Και τώρα φτάνουμε στο σημείο όπου παλιότερα όλοι δείχναμε με ενθουσιασμό τους νευρώνες-κάτοπτρα και λέγαμε:
— ΝΑ! Αυτοί είναι!

Εεεε… τελικά, όχι ακριβώς.

Οι νευρώνες-κάτοπτρα ανακαλύφθηκαν αρχικά σε πιθήκους και ορίζονται από το ότι ενεργοποιούνται τόσο όταν εκτελείται μια πράξη όσο και όταν παρατηρείται μια αντίστοιχη πράξη. Στον άνθρωπο έχουν περιγραφεί δίκτυα και μηχανισμοί τύπου mirror που συμμετέχουν στην παρατήρηση και κατανόηση πράξεων και πιθανόν σε πλευρές της κοινωνικής επεξεργασίας. 

Αυτό όμως απέχει πολύ από το"Βρήκαμε τους νευρώνες της ενσυναίσθησης".

Η ενσυναίσθηση φαίνεται να βασίζεται σε κατανεμημένα και εν μέρει διαφορετικά νευρωνικά δίκτυα, ανάλογα με το αν μιλάμε για συναισθηματική αντήχηση, κατανόηση της οπτικής του άλλου, πόνο, πρόθεση ή διάκριση εαυτού–άλλου. Σε μετα-αναλύσεις εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, η πρόσθια νησίδα, τμήματα του προμετωπιαίου φλοιού, η κροταφοβρεγματική συμβολή και περιοχές που σχετίζονται με το προσαγωγό και τη σωματοαισθητική επεξεργασία. PubMed Central , PubMed

Με απλά λόγια, δεν έχουμε ένα "κέντρο ενσυναίσθησης". Έχουμε έναν εγκέφαλο που συνεργάζεται με τον εαυτό του ώστε να καταφέρει να διαβάσει τους άλλους. 
Σκανδαλώδες, ξέρω.

Και τα άλλα ζώα;
Υπάρχουν ενδείξεις για μορφές συναισθηματικής μετάδοσης, παρηγορητικής συμπεριφοράς, βοήθειας και άλλων διεργασιών που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση σε διάφορα θηλαστικά. 

Αλλά εδώ πρέπει να προσέξουμε το εξής. Το ότι ένας αρουραίος ή ένας πίθηκος εμφανίζει συμπεριφορά που μοιάζει ενσυναισθητική δεν σημαίνει αυτομάτως ότι διαθέτει ολόκληρο το ανθρώπινο γνωστικό πακέτο της ενσυναίσθησης όπως το ορίζουμε εμείς.

Η εξέλιξη συνήθως δεν μας χαρίζει ωραία κουτάκια. Μας δίνει συνέχειες, παραλλαγές και πολλά "χμμμ, εξαρτάται".

5. Ενσυναίσθηση, συμπάθεια ή συμπόνια;

Εδώ γίνεται συχνά ένα μικρό γλωσσικό κουλουβάχατο (ενικός του "κουλουβάχατα", τρέχει τίποτα;)

Η ενσυναίσθηση δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τη συμπάθεια και δεν είναι το ίδιο με τη συμπόνια. Οι ορισμοί διαφέρουν αρκετά στη βιβλιογραφία, οπότε δεν υπάρχει μία παγκόσμια αστυνομία εννοιών που θα μας γράψει πρόστιμο αν χρησιμοποιήσουμε μια λέξη λίγο διαφορετικά. 

Σε κάποια δημοφιλή μοντέλα συνάντησα ένα τρίτο όρο, τη "συμπονετική ενσυναίσθηση" που συμβαίνει όταν η κατανόηση ή ο συναισθηματικός συντονισμός με τον άλλον συνδέεται με την πρόθεση να βοηθήσουμε. Άλλοι ερευνητές, όμως, προτιμούν να κρατούν τη συμπόνια ως συγγενή αλλά ξεχωριστή έννοια. Δεν είναι αντίφαση, είναι διαφορετικοί τρόποι να χαρτογραφήσεις ένα σύνθετο φαινόμενο.

Παρ’ όλα αυτά, η σύγχρονη έρευνα τις αντιμετωπίζει ως συγγενείς αλλά διακριτές έννοιες. PubMed Central

Χοντρικά:
ΕνσυναίσθησηΚαταλαβαίνω (και ίσως συμμερίζομαι) αυτό που βιώνεις.
Συμπάθεια = Με αγγίζει αυτό που σου βιώνεις.
ΣυμπόνιαΑναγνωρίζω ότι υποφέρεις και έχω διάθεση να βοηθήσω ή να ανακουφίσω αυτόν τον πόνο. PubMed Central 

Παράδειγμα:
Εσύ έχασες έναν δικό σου άνθρωπο.
Ενσυναίσθηση = Προσπαθώ να καταλάβω πώς είναι αυτό για σένα, τι σημαίνει αυτή η απώλεια μέσα στη δική σου ζωή.
Συμπάθεια = Λυπάμαι πολύ που το περνάς αυτό. Με στενοχωρεί που υποφέρεις.
Συμπόνια = Βλέπω ότι υποφέρεις και θέλω να κάνω κάτι που να σε βοηθήσει ή να σου ελαφρύνει λίγο αυτό που περνάς.

Και εδώ υπάρχει κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό.
Μπορώ να καταλάβω κάποιον χωρίς να συμφωνώ μαζί του.
Μπορώ να νιώσω γιατί έκανε κάτι χωρίς να το δικαιολογώ.
Μπορώ να αντιληφθώ τον φόβο, τη ζήλια, τον θυμό ή την ανασφάλειά του και ταυτόχρονα να πω:

- Ναι, καταλαβαίνω πώς έφτασες εδώ, αλλά δεν σημαίνει ότι ήταν σωστό αυτό που έκανες.

Ή αλλιώς (πειραιώτικα):
- Οκ, σε νιώθω, αλλά έγινες λίγο μαλάκας, ρε φίλε!

Η κατανόηση δεν είναι αθώωση.

Και αυτό είναι ίσως ένα από τα χρησιμότερα πράγματα που μπορούμε να μάθουμε για την ενσυναίσθηση.

Ίσως, σκέφτομαι ότι μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τι είναι η ενσυναίσθηση μέσα από το να βρούνε όλα αυτά που ΔΕΝ είναι.

  • Η ενσυναίσθηση δεν είναι αποδοχή ή συμφωνία
Μπορείς να καταλάβεις γιατί κάποιος είπε ψέματα χωρίς να θεωρείς το ψέμα αποδεκτό.
Μπορείς να καταλάβεις γιατί κάποιος ζηλεύει χωρίς να δέχεσαι να σε ελέγχει.
Μπορείς να καταλάβεις ότι κάποιος φοβάται την εγκατάλειψη χωρίς να του παραδώσεις το δικαίωμα να σε κατηγορεί για κάθε του πανικό.

Η ενσυναίσθηση δεν λέει ότι αφού καταλαβαίνω πως έχεις πληγωθεί, τότε όλα σου επιτρέπονται.
Λέει μόνο ότι μπορώ να καταλάβω από πού μπορεί να έρχεται αυτό. Και πάλι, όμως, συνεχίζεις να είσαι υπεύθυνος για το τι θα κάνεις με αυτό.

Αυτά τα δύο μπορούν να συνυπάρχουν. Στην πραγματικότητα, πρέπει να συνυπάρχουν. Αλλιώς η ενσυναίσθηση γίνεται ένα ωραίο άλλοθι για να καταπίνουμε πράγματα που δεν πρέπει.
Το να εξηγείς μια συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι την αθωώνεις.

  • Η ενσυναίσθηση δεν είναι καλοσύνη ή ηθική
Εδώ σας χαλάω αρκετά την ωραία εικόνα.

Ένας άνθρωπος μπορεί να καταλαβαίνει εξαιρετικά καλά τι νιώθεις και να μην έχει καμία πρόθεση να σε φροντίσει. Μπορεί, μάλιστα, να χρησιμοποιεί αυτή την κατανόηση για να σε χειριστεί καλύτερα.

Η γνωστική ενσυναίσθηση (το να διαβάζεις δηλαδή τον άλλον) δεν είναι από μόνη της ηθική αρετή. Είναι ικανότητα. Σαν τη γλώσσα. Μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις για να παρηγορήσεις έναν άνθρωπο ή για να βρεις με μεγάλη ακρίβεια πού πονάει και να πατήσεις εκεί.

Για να γίνει η ενσυναίσθηση πράξη φροντίδας χρειάζονται κι άλλα πράγματα όπως αξίες, αυτοέλεγχος, αίσθηση δικαιοσύνης, ευθύνη, επιλογή να μη χρησιμοποιείς την ευαλωτότητα του άλλου ως όπλο.

Και τούμπαλιν, ένας άνθρωπος μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα καλός στο να διαβάζει λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις, να λέει άγαρμπα πράγματα, να μην πιάνει πάντα το υπονοούμενο και παρ’ όλα αυτά να είναι βαθιά καλοπροαίρετος και αξιόπιστος.

Άρα εάν κάποιος δεν μας καταλαβαίνει αμέσως δεν σημαίνει απαραίτητα δεν νοιάζεται.

  • Η ενσυναίσθηση δεν είναι πάντα βοηθητική
Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως όσο περισσότερο υποφέρεις με τον άλλον, τόσο πιο ενσυναισθητικός άνθρωπος είσαι. 
Δεν είναι τόσο απλό.

Η συνεχής έκθεση στον πόνο των άλλων μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση, αποφυγή και μούδιασμα. Αυτό αφορά ιδιαίτερα ανθρώπους που δουλεύουν σε επαγγέλματα φροντίδας (γιατρούς, νοσηλευτές, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς) αλλά όχι μόνο αυτούς. Αφορά και τον φίλο που έχει γίνει μόνιμα το τηλεφωνικό κέντρο όλων των κρίσεων της παρέας.

Εδώ θα χρησιμοποιήσουμε τη διαφορά της ενσυναίσθησης από τη συμπόνια που αναφέραμε ήδη παραπάνω.
Η ενσυναίσθηση μας βοηθά να καταλάβουμε ή να νιώσουμε κάτι από αυτό που βιώνει ο άλλος. 
Η συμπόνια προσθέτει την επιθυμία να ανακουφιστεί ο πόνος του και, όπου μπορούμε, να συμβάλουμε σε αυτό.
Και στις δύο περιπτώσεις χρειάζεται να παραμένουμε αρκετά σταθεροί ώστε να μη χαθούμε μέσα στο συναίσθημα του άλλου.

Η ερευνήτρια Tania Singer και οι συνεργάτες της έχουν δείξει ακριβώς αυτή τη διάκριση. Η έντονη συναισθηματική ταύτιση με τον πόνο μπορεί να φέρει δυσφορία και εξουθένωση, ενώ η καλλιέργεια συμπόνιας συνδέεται με πιο θετική, σταθερή και προσανατολισμένη στη φροντίδα ανταπόκριση. 

Δεν είναι, λοιπόν, πάντα σκληρό να βάζεις όριο. 
Είναι ο μόνος τρόπος να παραμείνεις διαθέσιμος χωρίς να γίνεις κι εσύ ένα ακόμη περιστατικό που χρειάζεται διάσωση.

  • Η ενσυναίσθηση δεν είναι εφαρμόσιμη σε όλους
Δεν τη νιώθουμε με την ίδια ένταση για όλους. Τη νιώθουμε ευκολότερα για ανθρώπους που μοιάζουν με εμάς, που είναι κοντά μας, που έχουν πρόσωπο και ιστορία, που τους θεωρούμε δικούς μας. The Brain’s Empathy Gap

Γι’ αυτό μπορεί να μας τσακίσει μια συγκεκριμένη ιστορία και να μην αντέχουμε καν να σκεφτούμε χιλιάδες ανθρώπους που υποφέρουν κάπου αλλού. Δεν σημαίνει ότι είμαστε τέρατα. Σημαίνει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι φτιαγμένος για να επεξεργάζεται με την ίδια συναισθηματική ένταση κάθε μονάδα δυστυχίας πάνω στον πλανήτη.

Αυτό όμως είναι και ένας λόγος να μη στηρίζουμε όλη την ηθική μας στην ενσυναίσθηση. 

Η ενσυναίσθηση είναι επιλεκτική και συνήθως πάει εκεί όπου υπάρχει οικειότητα, ομοιότητα, εικόνα, ιστορία. 

Η δικαιοσύνη, από την άλλη, οφείλει να πηγαίνει και παραπέρα, σε ανθρώπους που δεν ξέρουμε, δεν μας μοιάζουν και ίσως δεν μας συγκινούν καν αυθόρμητα.

Με άλλα λόγια: η ενσυναίσθηση μπορεί να ανοίξει την πόρτα. Αλλά δεν αρκεί για να αποφασίσει ποιος δικαιούται αξιοπρέπεια.

  • Η ενσυναίσθηση δεν είναι τηλεπάθεια
Η ενσυναίσθηση δεν είναι κλείνεις τα μάτια και να μαντεύεις τα πάντα.

Δεν ξέρουμε τι ζει ο άλλος επειδή τον ξέρουμε χρόνια, επειδή έχουμε περάσει κάτι παρόμοιο ή επειδή κόβει το μάτι μας. Μπορούμε να κάνουμε μια καλή υπόθεση. Και μετά να ρωτήσουμε.
- Κατάλαβα σωστά;
- Φαντάζομαι ότι ένιωσες το "τάδε" ισχύει ή κάνω λάθος;

Αυτές οι φράσεις σείχνουν ότι δεν θεωρείς τον εαυτό σου παντογνώστη του εσωτερικού κόσμου των άλλων. Πράγμα εξαιρετικά υγιές, γιατί οι άνθρωποι είναι ήδη αρκετά περίπλοκοι χωρίς να αρχίσουμε να τους γράφουμε εμείς και το σενάριο των συναισθημάτων τους.

Η ενσυναίσθηση ΚΥΡΙΩΣ είναι να μπορείς να πεις:
- Μπορεί να μην ξέρω ακριβώς πώς είναι αυτό για σένα. Αλλά θέλω να καταλάβω. Και μπορώ να μείνω εδώ όσο μου το εξηγείς.

Αυτό σίγουρα δεν λύνει τα πάντα. Αλλά για έναν άνθρωπο που πονάει, συχνά είναι η διαφορά ανάμεσα στο "είμαι μόνος μου σε αυτό" και στο "κάποιος με βλέπει".

7. Τελικά, λοιπόν, τι είναι η ενσυναίσθηση;

Δεν είναι να συμφωνώ μαζί σου.
Δεν είναι να σε δικαιολογώ.
Δεν είναι να σε συμπαθώ.
Δεν είναι να σε λυπάμαι.
Δεν είναι να νιώθω ακριβώς ό,τι νιώθεις.
Δεν είναι να καταργώ τον εαυτό μου για να χωρέσω στον δικό σου.
Και δεν είναι απόδειξη ότι είμαι καλός άνθρωπος.

Είναι η προσπάθεια να αναγνωρίσω ότι απέναντί μου υπάρχει ένας ολόκληρος υποκειμενικός κόσμος που δεν είναι ο δικός μου.
Και να προσπαθήσω να τον καταλάβω όσο μπορώ.
Χωρίς να υποθέτω ότι επειδή προσπάθησα, πέτυχα.
Χωρίς να μεταφράζω αυτόματα τον άλλον στη δική μου γλώσσα.
Χωρίς να θεωρώ ότι ξέρω τι συμβαίνει στον άλλον. Γιατί, βασικά, δεν ξέρω.
Μπορώ όμως να ρωτήσω.
Να ακούσω.
Να παρατηρήσω.
Να διορθώσω την πρώτη μου ερμηνεία.
Να δεχτώ ότι ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι θα αισθανόμουν εγώ στην ίδια κατάσταση.

Και ορίστε τι κατάλαβα εγώ τελικά για την ενσυναίσθηση!

Δεν είναι στο να φανταστώ εμένα στη θέση σου και να κρίνω,
αλλά στο να φανταστώ εσένα στη θέση σου και να προσπαθήσω κατανοήσω.

Κι αν καταφέρω έστω λίγο να το κάνω, μετά έρχεται το επόμενο ερώτημα.
- Τι κάνω με αυτό που κατάλαβα;

Γιατί η ενσυναίσθηση μπορεί να μου ανοίξει την πόρτα προς τον άλλον. Δεν αποφασίζει αν θα περάσω μέσα με φροντίδα, με αδιαφορία ή με τραπεζομάχαιρο ανά χείρας.

Κι αυτό πια δεν είναι θέμα ενσυναίσθησης.

Είναι θέμα ανθρώπου.

03 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζω πολύ συχνά τελευταία στα social μια φράση που λέει:

"Η απιστία δεν αφορά τον κερατωμένο".

Ακούγεται ωραία, δε λέω. Γιατί σου χαϊδεύει το κεφάλι και σου λέει με αγάπη:

-Μην το παίρνεις προσωπικά. Δεν είναι καν δικό σου θέμα!

Και είναι αλήθεια. Μόνο που… ειναι αλήθεια μόνο κατά το ήμισυ.

Η απιστία μπορεί να ξεκινάει από τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Αλλά ποτέ δεν τελειώνει εκεί. 

01 Σεπτεμβρίου 2026

Έναν φιλόσοφο που έπεσα πάνω του τυχαία. Διάβασα μια φράση του και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο τύπος είχε μπει εδώ και χρόνια μέσα στο μυαλό μου χωρίς να ξέρω καν την ύπαρξή του.

Και κάπως έτσι έμαθα τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν.

Μέσω μιας μύγας.

Για την ακρίβεια, από μια μύγα παγιδευμένη μέσα σε μια γυάλινη μυγοπαγίδα.

30 Αυγούστου 2026

...Κι έπειτα έλιωσα σαν να με είχαν ξεχάσει πάνω στο τραπέζι, καταμεσήμερο Δεκαπενταύγουστου.

Όχι από έρωτα.

Από τρυφερότητα.

Από γλύκα.

28 Αυγούστου 2026

Το "ψυχοπορνείο" είναι κατάσταση εαυτού. Είναι το ξεφτίλισμα της ανάγκης. Της δικής σου και του άλλου. 
Θα σου εξηγήσω για να καταλάβεις, αν και... 
Τέλος πάντων.


Δεν είναι η ανάγκη για σύνδεση. Είναι η στιγμή που, αντί να προσπαθείς να συνδεθείς με κάποιον, αρχίζεις να συναλλάσσεσαι μαζί του. 

Όταν δεν δίνεις κάτι από εσένα επειδή θέλεις να το μοιραστείς, αλλά επειδή περιμένεις να αγοράσεις με αυτό κάτι:
Την προσοχή.
Τον θαυμασμό.
Την επιθυμία.
Την επιβεβαίωση ότι αξίζεις.

Τότε αρχίζει η ψυχική εκπόρνευση.

26 Αυγούστου 2026


Η αγάπη έχει ένα πρακτικό πρόβλημα που καλό είναι να το συναντάμε όσο σπανιότερα γίνεται.

Τι την κάνεις όταν ο άνθρωπος στον οποίο ανήκει δεν υπάρχει πια;

Δεν μπορείς να την επιστρέψεις.

Δεν μπορείς να την ακυρώσεις.

Δεν υπάρχει κουμπί "delete".

Μένει εκεί. Μπαστακώνεται.

Και γι’ αυτό το "All My Love" των Led Zeppelin είναι πολύ πιο σκληρό τραγούδι απ’ όσο ακούγεται.

24 Αυγούστου 2026

Πριν από χρόνια είχα δει το The Invention of Lying, μια κωμωδία του 2009 με τον Ricky Gervais, που βασίζεται σε μια εξαιρετικά απλή και εξαιρετικά παράξενη ιδέα: 

Ένας κόσμος στον οποίο κανείς δεν λέει ψέματα. Όχι επειδή οι άνθρωποι είναι ηθικά ανώτεροι. Απλώς επειδή το ψέμα δεν υπάρχει ακόμη ως δυνατότητα.

Μέχρι που κάποιος... Το "εφευρίσκει".

Αδιανόητα έξυπνη ταινία, να τη δείτε!

Και κάπως έτσι χρόνια μετά, εχθές συγκεκριμένα, μου κόλλησε η απορία.

Αλήθεια... Το ψέμα εφευρέθηκε ή ανακαλύφθηκε;


Η διαφορά δεν είναι απλώς γλωσσική. 
Ανακαλύπτω σημαίνει βρίσκω κάτι που υπήρχε ήδη στη φύση, ανεξάρτητα από εμένα. 
Εφευρίσκω σημαίνει δημιουργώ κάτι καινούργιο, κάτι που μέχρι τότε δεν υπήρχε. 

Την Αμερική την ανακαλύπτεις... Κακό (αλλά πολύ διαδεδομένο) παράδειγμα βρήκα να χρησιμοποιήσω γιατί μόνο αν είσαι Ευρωπαίος την ανακαλύπτεις. Δεν ήταν και κάτι άγνωστο στους ανθρώπους που ήδη ζούσαν εκεί αλλά... Γκουχ γκουχ... Ας αρκεστώ στο να ξεροβήξω τώρα. Δεν χρειάζεται να μπλέξω και την αποικιοκρατία επειδή θέλω να εξηγήσω ένα ρήμα. 

Θα βρω άλλο παράδειγμα. Να, ένα καλό! 

Την βαρύτητα την ανακαλύπτεις.

Το τηλέφωνο, από την άλλη μεριά, το εφευρίσκεις.

Γκέγκε;

Άρα η απορία μου για το ψέμα είναι: 

Ήταν μια δυνατότητα που υπήρχε ήδη στη φύση και κάποια στιγμή την ανακαλύψαμε ή ήταν κάτι πραγματικά καινούργιο που δημιούργησε ο ανθρώπινος νους;

Δεν έχω ιδέα ποιος είπε το πρώτο ψέμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά θα ήθελα πολύ να ήμουν από μια μεριά. 

ΚΑΙ για να ακούσω το ψέμα (δώσε μου κουτσομπολιά λέμε...), αλλά ΚΑΙ για να δω τη στιγμή ακριβώς πριν.

Τη στιγμή που ένας ανθρώπινος εγκέφαλος σκέφτηκε, με όποιον πρωτόγονο τρόπο μπορούσε τότε να σκέφτεται, "Εγώ ξέρω τι έγινε. Ο άλλος δεν ξέρει. Άρα μπορώ να τον κάνω να πιστέψει αυτό που θέλω εγώ".

Αν συνέβη κάπως έτσι, πρέπει να ήταν μια εκπληκτική στιγμή στην ιστορία της ανθρώπινης νόησης. Και μια αρκετά κακή μέρα για όλους τους ανυποψίαστους(;) υπόλοιπους.

Γιατί το ψέμα είναι πολύ περίπλοκο πράγμα.

Πριν από το ψέμα υπήρχε ήδη η εξαπάτηση. Η φύση εξαπατά ασύστολα και το έκανε πολύ πριν εμφανιστούμε εμείς για να της δώσουμε ταχύρυθμα σεμινάρια.

  • Ένα έντομο μοιάζει με φύλλο. 
  • Ένα ακίνδυνο είδος μιμείται την εμφάνιση ενός επικίνδυνου. 
  • Ένα πουλί μπορεί να προσποιηθεί ότι είναι τραυματισμένο για να τραβήξει έναν θηρευτή μακριά από τη φωλιά του. 
  • Θηλυκοί κοινοί βάτραχοι έχει παρατηρηθεί ακόμη και να προσποιούνται τους νεκρούς για να ξεφύγουν από ανεπιθύμητα αρσενικά (προφανώς ανακάλυψαν εγκαίρως ότι πρίγκιπες δεν γίνονται!) Τώρα επειδή η βιολογία μέσα μου με σκουντάει με νόημα... Δεν παριστάνουν τις νεκρές ακριβώς. Παθαίνουν τονική ακινησία ως μία από τις συμπεριφορές διαφυγής από αρσενικό που τις έχει ήδη αρπάξει, αλλά και πάλι... Όποια βατραχίνα το σκέφτηκε πρώτη, της βγάζω το καπέλο. Τη φαντάζομαι ήδη να φωνάζει στον βατραχομούρη που θέλει να γλεντήσει το φιλήδονο γλιτσερό κορμί της "Έτσι και μου τον ακουμπήσεις θα πεθάνω εδώ μπροστά σου, Γιώργο. ΑΥΤΟ θέλεις;"

Σσσσς, παρασύρθηκα και επανέρχομαι...

Τα ζώα λοιπόν, χρησιμοποιούν παραπλανητικά σήματα απέναντι σε ανταγωνιστές ή θηρευτές συνέχεια! Η εξαπάτηση, λοιπόν, δεν είναι ανθρώπινη εφεύρεση.

Όμως...

Το έντομο που μοιάζει με φύλλο δεν ξυπνάει το πρωί και σκέφτεται:

- Χε χε. Θα τους ξεγελάσω πάλι όλους. Σήμερα θα ντυθώ φίκος.

Η φυσική επιλογή μπορεί να παράγει χαρακτηριστικά που παραπλανούν χωρίς να υπάρχει νους που σχεδιάζει την παραπλάνηση.

Ακόμη και στις πολύ πιο σύνθετες συμπεριφορές ζώων, όπου υπάρχουν ενδείξεις σκόπιμης εξαπάτησης, είναι δύσκολο να ξέρουμε ακριβώς τι καταλαβαίνει το ζώο για τον νου του άλλου.

Γι' αυτό η εξαπάτηση και το ψέμα δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Το ψέμα είναι μια πολύ ειδική μορφή εξαπάτησης. Απαιτεί αρκετή εγκεφαλική δουλειά. Για να σου πω ψέματα, πρέπει πρώτα να καταλάβω ότι δεν είσαι εγώ.

Ακούγεται αυτονόητο για εμάς τους φωστήρες Homo sapiens sapiens, αλλά στη φύση δεν είναι και τόσο.

Για να σε εξαπατήσω πραγματικά, πρέπει να μπορώ να αντιληφθώ ότι μέσα στο κεφάλι σου υπάρχει μια αναπαράσταση του κόσμου που μπορεί να είναι διαφορετική από τη δική μου.

Εγώ ξέρω Α. Εσύ μπορεί να πιστεύεις Β.

Και, ιδού το κρίσιμο σημείο. Miracolo! Εγώ μπορώ να επηρεάσω το τι θα πιστέψεις εσύ! Να μια ωραία ιδέα να τα κάνουμε όλα μπουρδέλο και να βγούμε λάδι.

Αυτή η ικανότητα συνδέεται με αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται "θεωρία του νου" και περιγράφει την ικανότητά μας να αποδίδουμε στους άλλους γνώσεις, πεποιθήσεις, προθέσεις και επιθυμίες διαφορετικές από τις δικές μας. 

Όχι πολύ εντυπωσιακό από μόνο του ομολογουμένως, αλλά με αυτόν τον τρόπο ξαφνικά το ταπεινό ψέμα γίνεται πολύ πιο εντυπωσιακό.

Για να πεις ένα αξιοπρεπές ψέμα πρέπει να κρατάς ταυτόχρονα στο κεφάλι σου:

  1. τι συνέβη πραγματικά,
  2. τι γνωρίζεις εσύ,
  3. τι γνωρίζει ο άλλος,
  4. τι νομίζει ότι γνωρίζεις εσύ,
  5. τι θέλεις να πιστέψει,
  6. και ποια εκδοχή πρέπει να του παρουσιάσεις ώστε να φτάσει εκεί.

Το ψέμα είναι γνωστικό multitasking. Δεν το κάνει βέβαια ηθικά ωραιότερο. Είναι όμως γνωστικά συναρπαστικό.

Και τα παιδιά μάς προδίδουν

Τα πολύ μικρά παιδιά είναι συνήθως αξιοθρήνητοι ψεύτες. Μπορεί να τα βλέπεις πασαλλειμένα με τη σοκολάτα μέχρι τα αυτιά και να σου λένε:

- Δεν την έφαγα εγώ.

Το οποίο ως εγκληματικό σχέδιο όσο να πεις έχει ορισμένες... αδυναμίες.

Μεγαλώνοντας όμως, τα ψέματά τους γίνονται πιο σύνθετα. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή σταδιακά διαφθείρονται και μετατρέπονται σε μικρούς απατεώνες.

Συμβαίνει επειδή αναπτύσσονται γνωστικά.

Αρχίζουν να καταλαβαίνουν καλύτερα ότι ο άλλος δεν έχει άμεση πρόσβαση σε όσα ξέρουν εκείνα. Ότι μπορεί να έχει κάποιος μια πεποίθηση που δεν τα συμφέρει και η πληροφορία που θα του δώσουν μπορεί να αλλάξει αυτή την πεποίθηση.

Με άλλα λόγια, η εμφάνιση πιο επιτυχημένου ψέματος στην παιδική ηλικία συνοδεύει την ανάπτυξη σημαντικών κοινωνικογνωστικών ικανοτήτων.

Πράγμα που αν το σκεφτείτε, δημιουργεί μια από τις ωραιότερες ειρωνείες της ανάπτυξης:

- Το παιδί σου μόλις σου είπε ένα αρκετά πειστικό ψέμα; Συγχαρητήρια! Ο εγκέφαλός του αναπτύσσεται μια χαρά. Τώρα κάτσε να εξηγήσεις στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο γιατί δεν πρέπει να το κάνει. Καλή τύχη...

Αλλά πότε ακριβώς έχουμε ψέμα;

Ας πούμε ότι λέω:

- Αύριο θα βρέξει.

Και τελικά δεν βρέχει. Είπα ψέματα ή απλώς έκανα λάθος;

Ας πούμε ότι μεταφέρω μια πληροφορία που πιστεύω ειλικρινά ότι είναι σωστή, αλλά αποδεικνύεται εντελώς ψευδής. Πάλι δεν είπα ψέματα. Είπα κάτι αναληθές.

Το ψέμα δηλαδή, δεν ορίζεται απλώς από την απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στην πραγματικότητα. Ορίζεται και από την πρόθεση του ανθρώπου που μιλά.

Για να πω ψέματα πρέπει, σε μια συνηθισμένη έννοια του όρου, να παρουσιάζω κάτι που θεωρώ ψευδές ως αληθές με σκοπό να σε κάνω να το πιστέψεις.

Άρα το ψέμα δεν κατοικεί μόνο στις λέξεις. Κατοικεί κυρίως στη σχέση ανάμεσα σε δύο νόες (πληθυντικός της λέξης "νους")

Αυτό λοιπόν αλλάζει τα πάντα.

Μπορεί όμως να υπάρξει ψέμα χωρίς αλήθεια;

Εδώ αρχίζει η φιλοσοφία.

Όπως λένε και οι φιλόσοφοι Κατσιμηχαιοι "...δίχως το ψέμα θα 'ταν μαύρη η αλήθεια".

Έτσι και για να αποκρύψω την αλήθεια, πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορώ να διακρίνω ανάμεσα σε αυτό που θεωρώ ότι συνέβη και αυτό που θέλω να πιστέψεις ότι συνέβη.

Άρα το ψέμα προϋποθέτει τουλάχιστον κάποια έννοια πραγματικότητας και πεποίθησης.

Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει φιλοσοφία της αλήθειας για να το συμπεράνεις αυτό. Μην τρελαθούμε κιόλας. Οι Κατσιμηχαίοι, ας πούμε, το πιάσανε πίσω στο μακρινό 1992.

Χρειάζεται όμως να καταλαβαίνεις ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο "είναι" και στο "νομίζει". Και ακόμη περισσότερο, χρειάζεται να μπορείς να επέμβεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο.

Εκεί βρίσκεται όλη η μεγαλοφυΐα του ψέματος!

Δεν αλλάζεις την πραγματικότητα. Αλλάζεις την πραγματικότητα μέσα στο κεφάλι κάποιου άλλου.

Κι έτσι σχεδόν νομοτελειακά, οδηγούμαστε στο ότι:

Το ψέμα χρειάζεται τον Άλλον

Ένας άνθρωπος ολομόναχος σ' ένα έρημο νησί μπορεί να κάνει λάθος. Μπορεί να αυταπατάται. Μπορεί να αρνείται κάτι που κατά βάθος ξέρει.

Αλλά το διαπροσωπικό ψέμα χρειάζεται τουλάχιστον δύο. Χρειάζεται κάποιον που ξέρει ή πιστεύει κάτι. Και κάποιον άλλο του οποίου την πεποίθηση θέλει να επηρεάσει.

Γι' αυτό το ψέμα είναι βαθιά κοινωνικό φαινόμενο. Και ίσως γι' αυτό ανθίζει δίπλα στη συνεργασία αντί απέναντί της.

Όσο πιο κοινωνικό γίνεται ένα είδος, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά το τι γνωρίζουν οι άλλοι, τι περιμένουν, ποιον εμπιστεύονται, ποιον φοβούνται, ποιον επιλέγουν ως σύμμαχο.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, η πληροφορία αποκτά αξία. Και μόλις κάτι αποκτήσει αξία, αργά ή γρήγορα κάποιος θα προσπαθήσει να το νοθεύσει.

Και μετά μου τη σκάει κατάμουτρα:

- Και τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας; Τι γίνεται όταν "ο άλλος" είμαστε εμείς;

Εδώ χρειάζεται μια μικρή παρένθεση γιατί οτιδήποτε περνάει από την κρεατομηχανή που έχω για μυαλό πρέπει να το βγάλω κιμά από την άλλη μεριά για να το καταλάβω.

Υπάρχει σίγουρα ένας άνθρωπος στον οποίο φαίνεται ότι μπορούμε να πούμε ψέματα χωρίς να υπάρχει κανείς άλλος στο δωμάτιο. Ο εαυτός μας. 

Μόνο που εδώ... 

Για να πω συνειδητά ψέματα στον εαυτό μου, θα πρέπει ταυτόχρονα να γνωρίζω ότι κάτι είναι ψευδές και να καταφέρνω να το πιστέψω ως αληθινό. Γι' αυτό η αυτοεξαπάτηση δεν θεωρείται απλώς ένα συνηθισμένο ψέμα με πομπό και παραλήπτη το ίδιο πρόσωπο. Συχνότερα είναι επιλεκτική διαχείριση της πραγματικότητας. Προσέχω περισσότερο ό,τι με βολεύει, υποτιμώ ό,τι με δυσκολεύει και ερμηνεύω τα ενδιάμεσα όπως με συμφέρει.

Άρα, όταν λέμε ψέματα στον εαυτό μας, δεν καταφέρνουμε να εξαπατήσουμε κάποιον που γνωρίζει ήδη την αλήθεια. Καταφέρνουμε απλώς να μη δούμε ποτέ την αλήθεια αρκετά καθαρά ώστε να χρειαστεί να της πούμε ψέματα. Καλό;

Είμαστε άνθρωποι, στο κάτω κάτω. Το'χουμε άνετα αυτό.

Το ψέμα χρειάζεται και την εμπιστοσύνη

Και εδώ επιστρέφω στο The Invention of Lying, γιατί η ταινία κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Να τη δείτε, σας το είπα ή το ξέχασα;

Όταν ο πρωταγωνιστής λέει το πρώτο ψέμα, οι υπόλοιποι δεν σκέφτονται:

- Λες να μας κοροϊδεύει;

Δεν μπορούν να το σκεφτούν. Η πιθανότητα κάποιος να τους παρουσιάζει εσκεμμένα κάτι ψευδές ως αληθές δεν υπάρχει ακόμη μέσα στο νοητικό τους πλαίσιο.

Και γι' αυτό τον πιστεύουν. Όχι επειδή είναι πειστικός. Αλλά επειδή δεν έχουν λόγο να μην τον πιστέψουν.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το υπέροχο παράδοξο:

Για να υπάρξει ψέμα, πρέπει πρώτα να υπάρχει εμπιστοσύνη.

Αν θεωρούσαμε κάθε ανθρώπινη πρόταση εξ ορισμού ύποπτη, το ψέμα θα έχανε μεγάλο μέρος της δύναμής του.

Όταν λέω σε κάποιον "το φαγητό είναι στο ψυγείο", δεν ανοίγει ανεξάρτητη έρευνα για να εξακριβώσει εάν πράγματι υφίσταται ψυγείο, φαγητό και σχέση μεταξύ τους.

Με πιστεύει. Και πολύ καλά... Δεν ξέρω εάν κάνει πολύ καλά γιατί μπορεί και να το έχω φάει, ΑΛΛΑ...

Η ανθρώπινη συνεργασία θα ήταν σχεδόν αδύνατη αν έπρεπε να επαληθεύουμε προσωπικά κάθε πληροφορία που δεχόμαστε.

Το ψέμα λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο, είναι ένα παράσιτο της εμπιστοσύνης. Εκμεταλλεύεται έναν μηχανισμό χωρίς τον οποίο η κοινωνική ζωή δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει.

Και αυτό οδηγεί σε μια σκέψη ακόμη πιο παράξενη. Μια κοινωνία στην οποία όλοι λένε πάντα ψέματα δεν θα ήταν κοινωνία ψευτών για πολύ. Θα ήταν μια κοινωνία στην οποία κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Και τότε το ψέμα θα είχε χάσει το βασικό του εργαλείο. Κι αυτό είναι ο άνθρωπος που πιστεύει ότι του λες την αλήθεια.

Ξαναδιαβάστε το. Βγάζει νόημα σας το ορκίζομαι!

...Και μετά φτιάξαμε ολόκληρους κόσμους από πράγματα που δεν υπάρχουν

Η ίδια γνωστική ικανότητα που μας επιτρέπει να πούμε κάτι που δεν είναι αληθινό μάς επιτρέπει επίσης να μιλήσουμε για πράγματα που δεν υπάρχουν καθόλου.

  • Να επινοήσουμε.
  • Να φανταστούμε.
  • Να αφηγηθούμε.
  • Να κατασκευάσουμε ένα ενδεχόμενο μέλλον.
  • Να γράψουμε ένα μυθιστόρημα.
  • Να πούμε σε ένα παιδί μια ιστορία που και οι δύο γνωρίζουμε ότι δεν συνέβη ποτέ και, παρ' όλα αυτά, κανείς δεν εξαπατά κανέναν.

Η μυθοπλασία, ας πούμε, είναι ίσως το πιο παράξενο ξαδερφάκι του ψέματος.

Και τα δύο απομακρύνονται από την πραγματικότητα. Ομως... Η ίδια δυνατότητα του εγκεφάλου να αποδεσμεύεται από το αυτό που υπάρχει τώρα και μπορεί να παράξει απάτη, μπορεί να παράξει και λογοτεχνία, σχέδια, υποθέσεις, επιστημονικά μοντέλα, φανταστικούς κόσμους, ακόμα και θρησκείες ολάκερες.

Πράγμα που κάνει τα πράγματα λίγο ζόρικα για όποιον θα ήθελε απλώς να κατατάξει το ψέμα στα ελαττώματα του ανθρώπινου είδους και να τελειώνουμε.

Η ικανότητα να λέμε κάτι που δεν υπάρχει είναι ταυτόχρονα μία από τις πιο επικίνδυνες και μία από τις πιο δημιουργικές δυνατότητές μας.

Το ξέρουμε ότι μπορούμε να απομακρυνθούμε από την πραγματικότητα. Τι κάνουμε όμως αφού απομακρυνθούμε; Πώς χρησιμοποιούμε αυτή την ικανότητα απόστασης;

Άρα τελικά το ψέμα εφευρέθηκε ή ανακαλύφθηκε;

Η ερώτηση τώρα φαίνεται... Άδικη.

Η εξαπάτηση δεν εφευρέθηκε από τον άνθρωπο. Είναι πολύ παλαιότερη από εμάς και βαθιά ριζωμένη στην εξέλιξη της ζωής.

Το ανθρώπινο ψέμα, όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Είναι η στιγμή κατά την οποία η εξαπάτηση περνά μέσα από έναν νου ικανό να αναπαριστά, να προβλέπει και να επηρεάζει τον νου ενός άλλου.

Ίσως λοιπόν ούτε ακριβώς το εφεύραμε, ούτε απλώς το ανακαλύψαμε.

Ίσως το ψέμα προέκυψε όταν αποκτήσαμε αρκετή κοινωνική νοημοσύνη ώστε να αντιληφθούμε ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν τον κόσμο όπως είναι. Βλέπουν μια εκδοχή του ο καθένας μέσα στο κεφάλι του. Και αυτή η εκδοχή μπορεί να χειραγωγηθεί.

Αν είναι έτσι, τότε το πρώτο πραγματικό ψέμα δεν ήταν απλώς μια σκοτεινή στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας.

Ήταν και μια ένδειξη ενός τεράστιου γνωστικού άλματος. 

Κάποιος, με το δικό του νου, κατάλαβε ότι και ο άλλος έχει νου.

Και σχεδόν αμέσως βρήκε τρόπο να του τον κάνει πουτάνα.

Αχ, ρε άνθρωπε.

Ούτε πέντε λεπτά δεν μπορούσες να χαρείς το καινούργιο σου προσόν...


Πηγές:

  1. The Definition of Lying and Deception
  2. Self-Deception
  3. Cooperation and deception: from evolution to mechanisms
  4. Deception as a Derived Function of Language
  5. Social and Cognitive Correlates of Children’s Lying Behavior
  6. Drop dead! Female mate avoidance in an explosively breeding frog
  7. Theory of mind 




22 Αυγούστου 2026

Παίρνω βαθιά ανάσα και βουτάω με φόρα στο λαγούμι!

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεδιαλύνουμε είναι ότι η λέξη "αποκλειστικότητα" σε μια σχέση, αυθαίρετα θεωρούμε πως σημαίνει ένα πράγμα ενώ περιγράφει τουλάχιστον πέντε. Τόσα μπορώ να σκεφτώ εγώ, τόσα θα σας πω...  (Εκ του "τόσα καταλαβαίνω, τόσα λέω").

19 Αυγούστου 2026


Με αφορμή ένα αρκετά οικείο σε όλους μας γεγονός, που έχουμε ζήσει με διαφορετικούς πρωταγωνιστές ο καθένας μας (αδιάφορο το γεγονός αυτό καθαυτό στην προκειμένη) παρατήρησα πως έχουμε όλοι μας μια παράξενη συνήθεια.

Λέμε ότι πιστεύουμε στα λόγια. Ή στις πράξεις. Ή και στα δύο.

Στην πραγματικότητα, όμως, πολλές φορές πιστεύουμε περισσότερο απ’ όλα αυτό που θα θέλαμε να είναι αλήθεια.

17 Αυγούστου 2026

Υπάρχουν μέρες που λεω: 

- Εντάξει, δεν γίνεται να βρισκόμαστε πάλι εδώ!


Και μετά έρχεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ, υπογράφει εντολή να σπάσει το τριπλό εμβόλιο ιλαράς–παρωτίτιδας–ερυθράς (MMR) σε τρεις ξεχωριστές δόσεις, να γίνονται τα εμβόλια σε περισσότερες επισκέψεις και να ξαναμπεί από το παράθυρο η κουβέντα περί αυτισμού.

14 Αυγούστου 2026

Το να βρίσκεσαι ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους δεν σημαίνει ότι είσαι συνδεδεμένος. Μερικές φορές, οι κοινωνικοί κύκλοι είναι απλώς μια θορυβώδης εκδοχή της μοναξιάς. Οι σχέσεις που δεν αγγίζουν την ψυχή δεν γεμίζουν το κενό. Το τονίζουν.

"Υπερκορεσμός από επιφανειακές σχέσεις", 
Alain de Botton

Να μια παρεξήγηση που τη μαθαίνουμε από μικροί και τη κουβαλάμε μέχρι πολύ αργότερα από όσο θα έπρεπε. 

Ότι η μοναξιά είναι η απουσία ανθρώπων.

Ε, δεν είναι.

12 Αυγούστου 2026



Για χρόνια πίστευα ότι η σοφία έρχεται από την εμπειρία. Σήμερα νομίζω ότι αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η εμπειρία από μόνη της δεν διδάσκει τίποτα. Ο χρόνος δεν διδάσκει τίποτα. Ο πόνος δεν διδάσκει τίποτα. Ούτε οι δυσκολίες έχουν από μόνες τους κάποια μαγική παιδαγωγική δύναμη.

Έχω δει ανθρώπους που περνούν τις ίδιες καταστάσεις ξανά και ξανά. Κάνουν τους ίδιους κύκλους, τα ίδια λάθη, επιλέγουν τους ίδιους ανθρώπους, πληγώνονται με τον ίδιο τρόπο και τελικά δεν μαθαίνουν τίποτα περισσότερο από το πώς να επιβιώνουν.

10 Αυγούστου 2026


Υπάρχει κάτι που δεν μας το έμαθε ποτέ κανείς, αλλά το μαθαίνουμε μόνοι μας, αν προσέξουμε λίγο:

Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του γλώσσα.

Και σχεδόν ποτέ δεν είναι οι λέξεις.

Είναι οι μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Παράξενες συνήθειες. Ψυχαναγκαστικά ίχνη που στην αρχή μοιάζουν ασήμαντα, αλλά στην πραγματικότητα είναι χάρτες.

Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε πάντα τι νιώθουν. Αλλά το δείχνουν. Συνεχώς. Και αν κάτσεις να παρατηρήσεις, σιγά σιγά φτιάχνεις ένα προσωπικό λεξικό για τον καθένα.

09 Αυγούστου 2026

Λέμε συχνά "πες μου" και ακόμα συχνότερα "σε ακούω".

Αλλά τις περισσότερες φορές αυτό που εννοούμε είναι: "Περιμένω να τελειώσεις για να σου πω εγώ".

Συνήθεια; Άμυνα; Λίγος εγωισμός; Δεν ξέρω. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν με απασχολεί ιδιαίτερα η ταμπέλα. Αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι το να ακούς πραγματικά έναν άνθρωπο δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται.

Δεν είναι να πιάνεις τις λέξεις. Είναι να πιάνεις το βάρος πίσω από αυτές. Την παύση πριν ειπωθούν. Το βλέμμα που αποφεύγει. Τον τόνο που σπάει εκεί που δεν θα έπρεπε.

Οι άνθρωποι σπάνια λένε ακριβώς αυτό που τους συμβαίνει. Όχι απαραίτητα επειδή θέλουν να κρύψουν κάτι, αλλά επειδή πολλές φορές δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι πώς να το πουν.

Κι εκεί ξεκινά η πραγματική ακρόαση.

07 Αυγούστου 2026

 Γιατί κάποιοι ερωτεύονται την αβεβαιότητα;

"Γιατί διαλέγω πάντα ανθρώπους που δεν μπορώ να έχω;"

"Γιατί όταν κάποιος με αγαπάει πραγματικά, κάτι μέσα μου παγώνει;"

"Γιατί όταν απομακρύνεται, τον θέλω περισσότερο;"

Αν αυτές οι ερωτήσεις σου φαίνονται γνώριμες, τότε ίσως ο Μοράβια να ήξερε κάτι πολύ πριν εμφανιστεί η σύγχρονη ψυχολογία.

Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes