14 Σεπτεμβρίου 2026

Κάτι περίεργες πεποιθήσεις που υπάρχουν εκεί έξω.

Αν αλλάξεις γνώμη, είσαι αναποφάσιστος.

Αν παραδεχτείς ότι έκανες λάθος, είσαι αδύναμος.

Αν εγκαταλείψεις μια επιλογή που δεν σε εκφράζει πια, είσαι ασυνεπής. Ενώ αν συνεχίζεις επί δέκα χρόνια να χτυπάς το κεφάλι σου στο ίδιο ντουβάρι, αυτό λέγεται χαρακτήρας!

Έχει μια λογική...

Τη λογική του ντουβαριού βέβαια, αλλά μια κάποια συλλογιστική παρ' όλα αυτά.

Οι άνθρωποι έχουμε μια ιδιαίτερη εμμονή με τη συνέπεια.

"Αααα, εγώ ό,τι λέω το κάνω!" λέει ο άλλος. Μπράβο. Πέρασε από βδομάδα να παραλάβεις το παράσημο.

Η συνέπεια είναι όντως υπέροχη. Αρκεί να μην είναι συνέπεια στη βλακεία. 

Η αλλαγή γνώμης δεν είναι απαραίτητα αστάθεια. Μπορεί να είναι η απολύτως φυσιολογική συνέπεια του γεγονότος ότι έμαθες κάτι που πριν δεν γνώριζες. Ότι απέκτησες εμπειρία. Ότι είδες τα πράγματα από άλλη οπτική. Ότι άλλαξαν οι συνθήκες. Ότι άλλαξες εσύ.

Ο άνθρωπος που είσαι σήμερα δεν διαθέτει ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες, τις ίδιες εμπειρίες, τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια ψυχικά εργαλεία με εκείνον που πήρε μια απόφαση στο παρελθόν. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε υποχρεωτικά να καταλήξει στην ίδια απόφαση;

Και κάπου εδώ μπαίνει η επιστήμη, γιατί δεν θα αφήσουμε όλο αυτό να γίνει ένα ακόμη τσιτάτο του τύπου "να αλλάζεις, πεταλούδα μου".

Ο εγκέφαλος δεν είναι πέτρα. Είναι ένα δυναμικό όργανο που μεταβάλλεται μέσα από την εμπειρία. Η μάθηση, η επανάληψη, οι σχέσεις, οι απώλειες, οι επιτυχίες, τα λάθη και γενικότερα όσα ζούμε μπορούν να μεταβάλλουν τη λειτουργία και τις συνδέσεις των νευρωνικών μας δικτύων.

Αυτή η ικανότητα ονομάζεται νευροπλαστικότητα.

Δεν σημαίνει ότι ξυπνάς ένα πρωί άλλος άνθρωπος επειδή είδες ένα podcast και ανακάλυψες το inner child σου. Ούτε ότι πάντα αλλάζει προς το καλύτερο (άλλη κουβέντα αυτή).

Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος μπορεί να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και, ως έναν βαθμό, να αναδιοργανώνει τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεται πληροφορίες και αντιδρά στις εμπειρίες.

Χάρη σε αυτή την ικανότητα μπορούμε να μάθουμε μια νέα γλώσσα, να αποκτήσουμε μια καινούργια δεξιότητα, να αλλάξουμε συνήθειες, να επεξεργαστούμε φόβους και να διαμορφώσουμε νέους τρόπους αντίδρασης. Με βοήθεια από κάποιο ψυχολόγο; Γιατί όχι; Έτσι, με λίγη τύχη και πολλή δουλειά, μπορεί να πάψουμε κάποια στιγμή να θεωρούμε μοιραίο έρωτα κάθε άνθρωπο που μας φτύνει κι εμείς λέμε ότι βρέχει.

Ο εγκέφαλος, λοιπόν, μπορεί να ενημερώνεται. Το ερώτημα είναι αν ενημερωνόμαστε κι εμείς ή αν πατάμε το snooze από το 2009.

Το να αλλάζεις γνώμη είναι δεξιότητα. Στην ψυχολογία χρησιμοποιείται ο όρος γνωστική ευελιξία για την ικανότητά μας να προσαρμόζουμε τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας όταν αλλάζουν οι συνθήκες, οι απαιτήσεις ή οι διαθέσιμες πληροφορίες.

Με απλά λόγια: Με αυτά που ήξερα τότε, αποφάσισα αυτό. Με αυτά που ξέρω τώρα, αποφασίζω διαφορετικά.

Αυτό δεν ακυρώνει τον παλιό σου εαυτό. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσεις ηλίθιο για να μην του επιτρέψεις να είναι ισόβιος δερβέναγας της ζωής σου. Γιατί αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της αναθεώρησης. Δεν συγκρούεσαι μόνο με μια παλιά απόφαση. Συγκρούεσαι και με την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.

"Εγώ δεν κάνω τέτοια."

"Εγώ πάντα πίστευα αυτό."

"Εγώ όταν αποφασίζω κάτι δεν κάνω πίσω."

Και κάπως έτσι μπορεί να φτάσεις να υπερασπίζεσαι όχι πια την απόφαση, αλλά την ταυτότητά σου.

Δεν θέλεις απλώς να αποδειχθεί σωστό αυτό που επέλεξες. Θέλεις να αποδειχθεί ότι εσύ ήσουν σωστός που το επέλεξες.

Και τότε αρχίζει το γλέντι.

- Αφού έδωσα τόσα…

Υπάρχει μια πολύ γνωστή γνωστική παγίδα που ταιριάζει θαυμάσια εδώ: το sunk cost fallacy, το φαινόμενο του βυθισμένου κόστους.

Με δυο λόγια, αφού έχω επενδύσει τόσα, ας επενδύσω κι άλλα.

Έδωσες δέκα χρόνια σε μια σχέση; Μην είσαι μαλάκας και το διαλύσεις τώρα. Δώσε άλλα πέντε. Αντέχει το κορόιδο.

Έχασες ήδη χρήματα σε μια αποτυχημένη επένδυση; Ρίξε κι άλλα. Τώρα θα γυρίσει. Τι διάολο;

Παρήγγειλες το χειρότερο πιάτο της ζωής σου; Φάτο μέχρι τέλους επειδή το πλήρωσες. Λες και το στομάχι σου εργάζεται στο λογιστήριο και πρέπει να κλείσει ταμείο.

Το θέμα όμως είναι ότι ο χρόνος, το χρήμα, ο κόπος ή το συναίσθημα που έχουν ήδη δαπανηθεί έχουν ήδη δαπανηθείΔεν επιστρέφουν επειδή συνεχίζεις. Το μόνο που αποφασίζεις τώρα είναι αν θα προσθέσεις καινούργιο κόστος στο παλιό.

Κι όμως, η αποχώρηση συχνά μοιάζει με παραδοχή αποτυχίας.

Κι μετά αρχίζουν τα:

"Δεν μπορεί, τόσα χρόνια…" 

Μπορεί!

"Θα αλλάξει αυτή τη φορά." 

Το πας στοίχημα;

"Θα δικαιωθώ στο τέλος το ξέρω" 

Στο τέλος ποιανού;

"Δεν γίνεται να πάνε όλα χαμένα." 

Γίνεται.

Ο άνθρωπος λατρεύει την ιδέα ότι το αύριο θα δικαιολογήσει το χθες.

Μόνο που το σύμπαν δεν έχει καμία υποχρέωση να αποζημιώσει τις κακές μας επιλογές. Ούτε η ζωή λειτουργεί με πόντους επιβράβευσης. Δεν παίρνεις δωρεάν ευτυχία επειδή άντεξες αρκετά.

Ξέρεις όμως ποιο είναι το πιο αστείο; Μερικές φορές απλώς άντεξες αρκετά. Νέτο-σκέτο. Χωρίς παρελκόμενα.

Ο παλιός σου εαυτός έκανε την καλύτερη επιλογή που μπορούσε με τις πληροφορίες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες που είχε τότε. Ο σημερινός σου εαυτός όμως έχει καινούργια δεδομένα. Αν απαιτείς να αποφασίζει σαν να μην έμαθε τίποτα από τότε, αυτό δεν λέγεται συνέπεια. Λέγεται στασιμότητα.

Ώπα όμως!

Επειδή ο άνθρωπος δεν αφήνει ποτέ μια καλή ιδέα χωρίς να τη διαστρεβλώσει, κάπου εδώ θα εμφανιστεί και ο άλλος...

- Τι θες να πεις δηλαδή; Αυτός που αλλάζει γνώμη κάθε δέκα λεπτά είναι εξαιρετικά ώριμος;

Όχι, καμάρι μου. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αναθεώρηση και στην αστάθεια.

Ο ώριμος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει γνώμη όταν αλλάζουν τα δεδομένα, όταν αντιλαμβάνεται ότι είχε κάνει λάθος ή όταν καταλαβαίνει ότι μια επιλογή δεν υπηρετεί πια τις ανάγκες και τις αξίες του.

Ο παρορμητικός αλλάζει γνώμη επειδή άλλαξε διάθεση.

  • Σήμερα θέλει να ανοίξει καφέ.
  • Αύριο να γίνει δύτης.
  • Μεθαύριο να μετακομίσει στη Νέα Ζηλανδία. (Εγώ! Εγώ!)
  • Την Πέμπτη αποφασίζει ότι τελικά χρειάζεται να ακολουθήσει τη ροή της ζωής του.
  • Την Παρασκευή να επιστρέφει σε πρώην.
  • Το Σάββατο ανακοινώνει ότι μπαίνει σε εποχή απόλυτης αυτογνωσίας.
  • Και την Κυριακή πληρώνει για να του πουν τα ταρώ.

κ.ο.κ

Αυτό δεν είναι γνωστική ευελιξία. Είναι να έχεις τον εγκέφαλο στο shuffle όπως το Spotify.

Η συχνή και απότομη μεταβολή αποφάσεων μπορεί να έχει πολλές αιτίες. Από παρορμητικότητα, αναποφασιστικότητα, φόβο της ευθύνης, ανάγκη εξωτερικής επιβεβαίωσης, δυσκολία να αντέξεις την αβεβαιότητα μέχρι απλώς το γεγονός ότι δεν ξέρεις ακόμη τι θέλεις.

Δηλαδή μπορεί να μην άλλαξες άποψη επειδή επεξεργάστηκες καλύτερα τα δεδομένα. Μπορεί απλώς να σου μίλησε κάποιος τελευταίος.

Ούτε μουλάρι ούτε άδεια σακούλα στα οκτώ μποφόρ

Σωπαίνετε. Ξέρω, δεν καταλάβατε. Εξηγώ αμέσως.

Η ωριμότητα δεν μετριέται από το πόσο συχνά αλλάζεις γνώμη. Μετριέται από το πώς και γιατί την αλλάζεις. 

Άλλο να αναθεωρείς επειδή σκέφτηκες, παρατήρησες, έμαθες και αξιολόγησες. Κι άλλο να αλλάζεις κατεύθυνση επειδή κάποιος συνοφρυώθηκε.

Ούτε το "ποτέ δεν αλλάζω" είναι αρετό γιατί είσαι εγκλωβισμένος στις χθεσινές του βεβαιότητες. (Νάτο το μουλάρι)

Ούτε το "αλλάζω κάθε πέντε λεπτά" είναι εξέλιξη γιατί γίνεσαι όμηρος της τελευταίας σου σκέψης. (Να και η άδεια σακούλα σε μέρα με οκτώ μποφόρ)

Και, παραδόξως, μπορεί και οι δύο να αποφεύγουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Την ουσιαστική ευθύνη μιας απόφασης. Γιατί η πραγματική ωριμότητα απαιτεί δύο πράγματα που στην πράξη είναι πολύ δύσκολα.

  1. Να έχεις αρκετή ταπεινότητα για να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος.
  2. Και αρκετή σταθερότητα για να μην εγκαταλείπεις κάθε επιλογή μόλις γίνει δύσκολη.

Να μην παραμένεις από πείσμα. Αλλά να μη φεύγεις και από πανικό. Να μπορείς να δώσεις χρόνο σε μια απόφαση χωρίς να την κάνεις ισόβια καταδίκη. Να μπορείς να ακούσεις τα συναισθήματά σου χωρίς να τους παραδώσεις το τιμόνι και να καθίσεις πίσω να βλέπεις.

Η αλλαγή γνώμης δεν είναι αποτυχία. Αποτυχία είναι να γνωρίζεις ότι κάτι δεν λειτουργεί και να συνεχίζεις μόνο και μόνο για να μη χαλάσει η εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.

Αλλά ούτε και η διαρκής μεταβλητότητα είναι ωριμότητα. Γιατί όταν αλλάζεις συνεχώς χωρίς επεξεργασία, απλώς να περιστρέφεσαι.

Η ωριμότητα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ακαμψία και στην αστάθεια. Στο σημείο όπου μπορείς να κοιτάξεις τον χθεσινό σου εαυτό και να του πεις:

- Σ’ ευχαριστώ. Έκανες ό,τι μπορούσες με αυτά που ήξερες. Τώρα όμως κάτσε λίγο στην άκρη, γιατί έμαθα κάτι καινούργιο.

Και ταυτόχρονα να κοιτάξεις τον σημερινό σου εαυτό και να του πεις:

- Ωραία. Μην ενθουσιάζεσαι. Θα το σκεφτούμε λίγο καλύτερα πριν μετακομίσουμε στη Νέα Ζηλανδία.


Πηγές:

  • Structural brain plasticity in adult learning and development

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23458777/

  • Cognitive and behavioural flexibility: neural mechanisms and clinical considerations

https://www.nature.com/articles/s41583-021-00428-w

  • The psychology of sunk cost

https://doi.org/10.1016/0749-5978(85)90049-4

12 Σεπτεμβρίου 2026

Κάποιους ρόλους σίγουρα τους διαλέγουμε.

Κάποιους άλλους πάλι, καποιοί... κάπως... και χωρίς ακριβώς να θυμόμαστε πότε, βρεθήκαμε να τους παίζουμε. Για μένα ήταν κάπως έτσι:

  • Η καλή κόρη.
  • Η καλή φίλη.
  • Η διαθέσιμη.
  • Η ψύχραιμη.
  • Η ευχάριστη.
  • Εκείνη που θα κατανοήσει.
  • Εκείνη που θα βοηθήσει.
  • Εκείνη που θα ενδιαφερθεί.
  • Εκείνη που θα βρει κάτι να πει.
Δεν τα κατάφερνα το ίδιο καλά σε όλα φυσικά. Ποιος τα καταφέρνει άλλωστε; Αλλά πάντα, πάντα, ΠΑΝΤΑ ήμουν αυτή που θα ρωτούσε "εσύ, πως είσαι εσύ;" ακόμη κι όταν ήμουν τόσο απορροφημένη από τα δικά μου και δεν είχα την παραμικρή διάθεση να ακούσω την απάντηση.

Όχι όμως επειδή δεν νοιαζόμουν. Αλλά επειδή μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τον ίδιο μου τον θόρυβο.

Οι περισσότεροι ρόλοι δεν μας επιβάλλονται με το ζόρι. Αυτό θα ήταν εύκολο.

Οι περισσότεροι και δυσκολότεροι ρόλοι χτίζονται...
Από αγάπη.
Από συνήθεια.
Από ιστορία.
Από ανθρώπους που υπήρξαν σημαντικοί.
Από πράγματα που περάσαμε μαζί.
Από μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας που κάποτε μπορούσε (ή ήθελε) να είναι διαθέσιμος με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Και μια μέρα ανακαλύπτεις ότι δεν θέλεις πια να ανέβεις στη σκηνή.

Δεν μισείς το έργο ή τους συμπρωταγωνιστές απαραίτητα. Απλώς κάθε φορά που παίζεις, αφήνεις κάτι από σένα πάνω στα σανίδια. Και όπως ξέρετε όλοι, δεν περισσεύει πάντα.

Το παράξενο είναι ότι το ξέρεις, αν το σκεφτείς απολύτως λογικά. 

Κανείς δεν δικαιούται όλο τον χρόνο σου, όλη την ενέργειά σου, όλη την προσοχή σου. Μπορείς να αγαπάς κάποιον χωρίς να έχεις όρεξη πάντα να του μιλήσεις. Μπορείς να νοιάζεσαι χωρίς να είσαι συνέχεια διαθέσιμος. Μπορείς να καταλαβαίνεις γιατί κάποιος σε χρειάζεται χωρίς να αναλαμβάνεις την υποχρέωση να καλύψεις αυτή την ανάγκη.

Εύκολα γράφονται αυτά. Ξέρω. Εγώ τα γράφω. Τα κάνω όμως; 

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν ο άλλος στενοχωριέται. Γιατί τότε εμφανίζεται εκείνο το μικρό, γελοίο δικαστήριο που έχουμε όλοι μέσα μας και αρχίζει:

- Μήπως γίνεσαι σκληρή;

- Μήπως είσαι αχάριστη;

- Μήπως θα έπρεπε να κάνεις μια μικρή προσπάθεια;

- Ένα τηλέφωνο είναι, πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;

Και να σας πω κάτι που μπορεί να σας φανεί υπερβολικό; 

Για μένα πια μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο.

Ναι. Μερικές φορές ένα τηλέφωνο είναι πολύ.

Όχι λόγω της διάρκειάς του. Λόγω του ανθρώπου που πρέπει να γίνω για όσο κρατάει. Κι εδώ νομίζω ότι βρίσκεται η τεράστια παρεξήγηση που με ταλαιπωρούσε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.

Το να καταλαβαίνω τον άλλον δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπακούω στην ανάγκη του.

Μπορώ να καταλάβω γιατί πληγώνεται.

Μπορώ να καταλάβω γιατί θέλει περισσότερα από μένα.

Μπορώ ακόμη και να λυπάμαι που δεν μπορώ/θέλω να δώσω.

Αλλά μωρέ... Η λύπη μου δεν δημιουργεί χρέος προς κανέναν.

Και αυτό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα που πρέπει να μάθω. Ότι ένα όριο μπορεί να στενοχωρεί κάποιον και παρ’ όλα αυτά να παραμένει σωστό. 

Για μένα σωστό; Για μένα, έστω.

Δεν είναι όλα τα δυσάρεστα πράγματα άδικα.

Δεν είναι κάθε απογοήτευση λόγος για .

Δεν είναι κάθε απουσία τιμωρία.

Κι ασφαλώς δεν είναι κάθε "δεν μπορώ" ένα κρυφό "δεν σ’ αγαπώ".

Κάποτε πίστευα ότι ελευθερία σημαίνει να μη μου λένε οι άλλοι τι να κάνω.

Τελικά μόλις σήμερα, μια ανάσα πριν τα πενήντα μου, συνειδητοποίησα ότι είναι κάτι πολύ πολύ δυσκολότερο.

Να μπορούν να μου λένε τι θέλουν από μένα και εγώ να αντέχω να μην τους το δίνω. Χωρίς εκνευρισμό. Χωρίς τύψεις. Χωρίς μακροσκελή απολογία. Χωρίς να χρειάζεται να τους πείσω και για το δικό μου δίκιο. Ότι είναι δικαίωμά μου τέλος πάντων!

Και δεν χρειάζεται καν να συμφωνούν. Αρκεί να ξέρω εγώ ποιον ρόλο θέλω να παίξω στη ζωή μου. Και, κυρίως, ποιους ρόλους δεν θέλω πια.

Για αρχή λοιπόν, δεν θέλω να είμαι εκείνη που υπάρχει για να μην απογοητεύονται οι άλλοι. 
Δεν θέλω να γίνομαι ευχάριστη κατά παραγγελία. 
Δεν θέλω να παίρνω πάνω μου το βάρος κάθε ανθρώπου που αγαπώ, μόνο και μόνο επειδή μπορώ να καταλάβω από πού προέρχεται αυτό του το βάρος.

Θέλω να έχω το δικαίωμα να είμαι αμίλητη ακόμη κι όταν κάποιος άλλος θα προτιμούσε να μιλάω.

Θέλω να έχω το δικαίωμα να λείπω, ακόμη κι όταν κάποιος θα προτιμούσε να είμαι εκεί.

Θέλω να έχω το δικαίωμα να αλλάξω, ακόμη κι όταν κάποιος με αγάπησε όπως ήμουν πριν.

Και όταν κάποτε το ξεχάσω (γιατί προφανώς και θα το ξεχάσω) θέλω να θυμηθώ τουλάχιστον ότι η ζωή μου δεν είναι παράσταση στην οποία οφείλω να κρατάω ευχαριστημένο το κοινό.

Κι αν κάποιοι δυσαρεστηθούν επειδή σταμάτησα να παίζω τον ρόλο που τους βόλευε, θα στενοχωρηθώ. Θα το καταλάβω. Ίσως νιώσω και τύψεις γι'αυτό που προκάλεσα, αλλά δεν θα ξανανεβώ στη σκηνή μόνο και μόνο για να με χειροκροτήσουν. Θα αυτοσχεδιάζω με βάση αυτό που νιώθω, χωρίς καν να έχω ανάγκη κανενός είδους χειροκρότημα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν κλείσουν τα φώτα και φύγουν όλοι, εγώ θα πρέπει να μείνω και να ζήσω με εκείνη που έπαιζε.

Και καλό θα ήταν, επιτέλους, να την αναγνωρίζω.

11 Σεπτεμβρίου 2026

Φαντάσου ότι κάθεσαι μόνος σου σε ένα ήσυχο δωμάτιο.

Δεν βλέπεις κανέναν.

Δεν ακούς κανέναν.

Κι όμως, κάποια στιγμή αποκτάς την απόλυτη αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται εκεί μαζί σου.

Μια παρουσία. Κάπου πίσω σου. Δίπλα σου. Ίσως να έχεις ακόμη και την παράξενη βεβαιότητα ότι ξέρεις πού ακριβώς στέκεται.

Και τώρα φαντάσου ότι αυτό συμβαίνει μέσα σε ένα εργαστήριο, ενώ φοράς στο κεφάλι σου κάτι που μοιάζει επικίνδυνα με παλιό κράνος για snowmobile.

Κάπως έτσι ξεκίνησε μία από τις πιο παράξενες ιστορίες της πειραματικής νευροψυχολογίας.

Το περίφημο God Helmet που σε έκανε να λες "Κάποιος είναι εδώ". 

Μόνο που δεν είναι.

Το πραγματικό όνομα της συσκευής ήταν Koren Helmet, από τον Stanley Koren, που την ανέπτυξε μαζί με τον Καναδό ερευνητή Michael Persinger στο Laurentian University.

Γύρω από το κράνος υπήρχαν πηνία που δημιουργούσαν πολύ ασθενή, σύνθετα, χρονικά μεταβαλλόμενα μαγνητικά πεδία γύρω από το κεφάλι. Και όταν λέμε ασθενή, εννοούμε πραγματικά ασθενή.

Δεν μιλάμε για TMS (Transcranial Magnetic Stimulation - διακρανιακή μαγνητική διέγερση), όπου ισχυροί, σύντομοι μαγνητικοί παλμοί μπορούν πράγματι να επηρεάσουν τη δραστηριότητα του εγκεφαλικού φλοιού. Τα πεδία που χρησιμοποιούσε ο Persinger βρίσκονταν στην περιοχή των microtesla και ήταν περίπου έξι τάξεις μεγέθους ασθενέστερα από εκείνα της συμβατικής TMS. Αυτό, όπως θα δούμε, δεν είναι καθόλου ασήμαντη λεπτομέρεια.

Ο Persinger ενδιαφερόταν εδώ και χρόνια για ένα εξαιρετικά παράξενο ανθρώπινο βίωμα: το "sensed presence", την αίσθηση δηλαδή ότι υπάρχει κάποιος κοντά μας ενώ δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο εξωτερικό ερέθισμα.

Ήδη από το 1983 είχε προτείνει ότι ορισμένες μυστικιστικές και θρησκευτικές εμπειρίες θα μπορούσαν να συνδέονται με παροδικές μεταβολές της δραστηριότητας σε περιοχές του κροταφικού λοβού και του μεταιχμιακού συστήματος. Στην ίδια υπόθεση υποστήριζε μάλιστα ότι οι λεπτομέρειες μιας τέτοιας εμπειρίας επηρεάζονται από το πλαίσιο και την ζωή του ανθρώπου.

Η βασική ερώτηση λοιπόν ήταν πολύ συγκεκριμένη:

Μπορούμε να προκαλέσουμε πειραματικά την αίσθηση μιας παρουσίας που δεν υπάρχει;

Όχι αν υπάρχει Θεός.

Όχι αν υπάρχουν πνεύματα.

Όχι αν ο Άγιος Τουταγχαμόν κάνει εμφανίσεις κατόπιν ραντεβού.

Αν μπορεί ένας ανθρώπινος εγκέφαλος, κάτω από κατάλληλες συνθήκες, να παράγει μόνος του την αίσθηση και πεποίθηση ίσως ότι "κάποιος είναι εδώ μαζί μου".

Σε πείραμα που δημοσιεύθηκε το 1997, οι Cook και Persinger εξέθεσαν 15 εθελοντές σε διαδοχικά χρονικά διαστήματα διαφορετικών ασθενών σύνθετων μαγνητικών πεδίων, περίπου 1 microtesla, καθώς και σε εικονικές συνθήκες. Δηλαδή ο συμμετέχων περνούσε τη διαδικασία χωρίς να εφαρμόζεται η πραγματική πειραματική διέγερση.

Οι εννέα από τους δεκαπέντε ανέφεραν κάποια στιγμή ότι αισθάνθηκαν μια παρουσία.

Και μάλιστα συνέβη κάτι ακόμη πιο περίεργο. Όταν κάποιοι προσπαθούσαν συνειδητά να συγκεντρωθούν στο σημείο όπου πίστευαν ότι βρισκόταν αυτή η παρουσία, ανέφεραν ότι η θέση της άλλαζε ή ότι η παρουσία φαινόταν να μετακινείται.

Αν σταματούσε κανείς την ιστορία εδώ, θα ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή.

Ευτυχώς όμως η επιστήμη έχει μια ενοχλητική συνήθεια να ζητάει και από κάποιον άλλον να κάνει το ίδιο πείραμα.

Και τότε ήρθαν οι Σουηδοί.

Το 2005, ερευνητές του Uppsala University επιχείρησαν ανεξάρτητη αναπαραγωγή των αποτελεσμάτων.

Συμμετείχαν 89 άνθρωποι και αυτή τη φορά χρησιμοποιήθηκε double-blind σχεδιασμός με εικονική διέγερση. Δηλαδή ούτε ο συμμετέχων ούτε ο ερευνητής που βρισκόταν μαζί του γνώριζαν αν εκείνη τη στιγμή εφαρμοζόταν πραγματικό μαγνητικό πεδίο ή όχι.

Και δεν βρήκαν αυτό που είχε αναφέρει η ομάδα του Persinger!

Η πραγματική έκθεση στα ασθενή μαγνητικά πεδία δεν προκάλεσε περισσότερες αισθήσεις παρουσίας, μυστικιστικές εμπειρίες ή άλλες παράξενες αισθήσεις από την εικονική έκθεση.

Αντίθετα, καλύτερος προγνωστικός παράγοντας για το ποιος θα ανέφερε τέτοιες εμπειρίες ήταν ορισμένα χαρακτηριστικά των ίδιων των συμμετεχόντων μεταξύ αυτών η absorption, δηλαδή η τάση ενός ανθρώπου να απορροφάται πολύ βαθιά σε αισθητηριακές, φαντασιακές ή νοητικές εμπειρίες.

Οι ερευνητές κατέληξαν ότι τα αποτελέσματά τους αμφισβητούσαν σοβαρά την ιδέα ότι τα ασθενή μαγνητικά πεδία ήταν εκείνα που προκαλούσαν το φαινόμενο.

Ο Persinger και ο Koren αντέδρασαν, υποστηρίζοντας ότι η ανεξάρτητη ομάδα δεν είχε αναπαραγάγει σωστά κρίσιμες τεχνικές λεπτομέρειες του πρωτοκόλλου τους. Αργότερα η ομάδα του Persinger επανέλυσε δεδομένα από πολλές δικές της μελέτες και επέμεινε ότι συγκεκριμένα μοτίβα μαγνητικού πεδίου είχαν πράγματι αποτέλεσμα.

Το πρόβλημα παρέμενε προφανές. Η ανεξάρτητη αναπαραγωγή απέτυχε.

Και συνεπώς δεν έχουμε καλό λόγο να θεωρούμε αποδεδειγμένο ότι το God Helmet, με αυτά τα εξαιρετικά ασθενή μαγνητικά πεδία, μπορούσε πράγματι να προκαλέσει την εμπειρία που του χάρισε τη φήμη του.

Κρίμα για το κράνος.

Όχι όμως και για την ιστορία.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι αρχίζει τώρα.

Το ότι το God Helmet πιθανότατα δεν λειτουργούσε όπως πίστευε ο δημιουργός του δεν σημαίνει ότι το sensed presence δεν υπάρχει.

Το φαινόμενο είναι πραγματικό. Κάποιοι άνθρωποι μπορούν πράγματι να αισθανθούν ότι κάποιος βρίσκεται δίπλα ή πίσω τους χωρίς να υπάρχει κανείς.

Και το 2014 μια ομάδα με επικεφαλής τον νευροεπιστήμονα Olaf Blanke πήγε το θέμα αρκετά παραπέρα.

Μήπως η αίσθηση παρουσίας δεν είναι μια οποιαδήποτε ψευδαίσθηση, αλλά αποτέλεσμα προβλήματος στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος συνδυάζει τα σήματα του ίδιου του σώματος και αποφασίζει "αυτό είμαι εγώ" / "αυτό είναι κάποιος άλλος";

Αρχικά μελέτησαν 12 νευρολογικούς ασθενείς που βίωναν επανειλημμένα την αίσθηση μιας ανύπαρκτης παρουσίας. Δεν τους μελέτησαν απλώς για να εντοπίσουν πού βρίσκεται το φαινόμενο αυτό στον εγκέφαλο. Ήθελαν να καταλάβουν και τι είδους διαταραχή θα μπορούσε να το προκαλεί.

Οι νευρολογικοί ασθενείς παρουσίαζαν συχνά αισθητικοκινητικά προβλήματα, ενώ οι βλάβες τους αφορούσαν περιοχές που συμμετέχουν στην ενσωμάτωση πληροφοριών για την κίνηση, την αφή και τη θέση του σώματος στον χώρο. Επιπλέον, η υποτιθέμενη παρουσία είχε χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν παράξενα στο ίδιο το σώμα του ασθενούς. Βρισκόταν συνήθως κοντά του, πίσω του και μερικές φορές φαινόταν ακόμη και να "ακολουθεί" τις κινήσεις του.

Αυτό οδήγησε τους ερευνητές στην υπόθεση ότι το sensed presence ίσως προκύπτει όταν ο εγκέφαλος αποτυγχάνει προσωρινά να αποδώσει σωστά στον ίδιο τον εαυτό του ορισμένα αισθητικοκινητικά σήματα.

Και τότε ήρθε το πραγματικά έξυπνο μέρος. Προσπάθησαν να δημιουργήσουν τεχνητά αυτό το μπέρδεμα σε υγιείς ανθρώπους!

Κατασκεύασαν ένα ρομποτικό σύστημα για να δοκιμάσουν αν μπορούσαν να προκαλέσουν το ίδιο φαινόμενο σε απολύτως υγιείς ανθρώπους.

Ο συμμετέχων στεκόταν όρθιος, με δεμένα μάτια, και κινούσε με το δεξί του δείκτη έναν μηχανισμό μπροστά από το σώμα του. Οι κινήσεις του μεταφέρονταν σε ένα δεύτερο ρομπότ, τοποθετημένο πίσω του, το οποίο τον ακουμπούσε στην πλάτη.

Στην πρώτη συνθήκη τα δύο γεγονότα συνέβαιναν ταυτόχρονα.

Ο συμμετέχων κινούσε το δάχτυλό του και αμέσως αισθανόταν το αντίστοιχο άγγιγμα στην πλάτη.

Για τον εγκέφαλο αυτό ήταν μια απολύτως συνεπής αλληλουχία. 

Κάνω μια κίνηση → συμβαίνει ένα συγκεκριμένο αισθητηριακό αποτέλεσμα.

Δεν χρειάζεται φυσικά ο άνθρωπος να σκέφτεται συνειδητά «εγώ προκάλεσα αυτό το άγγιγμα». Αυτή η αντιστοίχιση γίνεται συνεχώς στο παρασκήνιο. Κάθε φορά που κινούμαστε, ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί πληροφορίες από την κινητική εντολή για να προβλέψει περίπου τι θα αισθανθεί το σώμα αμέσως μετά. Στη συνέχεια συγκρίνει αυτή την πρόβλεψη με τα αισθητηριακά σήματα που πράγματι έφτασαν.

Όταν τα δύο ταιριάζουν, το αποτέλεσμα αναγνωρίζεται εύκολα ως συνέπεια της δικής μας πράξης.

Κάπως έτσι ξέρουμε, χωρίς να χρειάζεται να το σκεφτούμε, ποια αισθήματα προκλήθηκαν από εμάς και ποια προήλθαν από τον εξωτερικό κόσμο.

Στη δεύτερη συνθήκη οι ερευνητές χάλασαν εσκεμμένα αυτή την αντιστοιχία.

Το ρομπότ δεν ακουμπούσε πλέον την πλάτη ακριβώς τη στιγμή που ο συμμετέχων έκανε την κίνηση. Το άγγιγμα ερχόταν περίπου μισό δευτερόλεπτο αργότερα.

Μισό δευτερόλεπτο δεν ακούγεται πολύ. Για ένα σύστημα όμως που προσπαθεί συνεχώς να απαντήσει στην ερώτηση αν αυτό που μόλις αισθάνθηκε το προκάλεσε το ίδιο ή κάτι έξω από εκείνο, είναι αρκετό για να δημιουργήσει πρόβλημα.

Η κινητική εντολή είχε ήδη δοθεί. Ο εγκέφαλος είχε ήδη προβλέψει το αισθητηριακό της αποτέλεσμα. Το πραγματικό άγγιγμα όμως εμφανιζόταν αργότερα από όσο αναμενόταν.

Ξανά και ξανά.

Κίνηση.

Μικρή παύση.

Άγγιγμα.

Κίνηση.

Μικρή παύση.

Άγγιγμα.

Μετά από μερικά λεπτά αυτής της επαναλαμβανόμενης ασυμφωνίας, αρκετοί συμμετέχοντες άρχισαν αυθόρμητα να αναφέρουν κάτι που κανείς δεν τους είχε ζητήσει να αναζητήσουν.

Την αίσθηση ότι υπήρχε κάποιος πίσω τους...

Σε ορισμένους η εμπειρία ήταν τόσο έντονη ώστε μιλούσαν για περισσότερες από μία παρουσίες. Κάποιοι ζήτησαν ακόμη και να σταματήσει το πείραμα.

Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέχασαν ότι βρίσκονταν σε εργαστήριο. Δεν αποφάσισαν ξαφνικά, σε επίπεδο λογικής σκέψης, ότι ένας άγνωστος είχε τρυπώσει πίσω τους και τους ακουμπούσε.

Ήξεραν ότι συμμετείχαν σε πείραμα. 

Αυτό που άλλαξε ήταν το ίδιο το αισθητηριακό βίωμα.

Το αυτόματο σύστημα του εγκεφάλου που προσπαθεί να ξεχωρίσει το "αυτό προέρχεται από εμένα" από το "αυτό προέρχεται από κάτι άλλο" δεν μπορούσε πλέον να αντιστοιχίσει σωστά την κίνηση με την αίσθηση που ακολουθούσε.

Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό εύρημα του πειράματος.

Οι ερευνητές πρότειναν ότι τα σήματα που στην πραγματικότητα προέρχονταν από το ίδιο το σώμα (κινητικά, απτικά και ιδιοδεκτικά) άρχισαν να αποδίδονται λανθασμένα σε μια εξωτερική πηγή. 

Ο εγκέφαλος, με άλλα λόγια, έχανε προσωρινά ένα μέρος της σωστής πληροφορίας για το ποιος είναι η αιτία αυτού που αισθάνομαι.

Και όταν κάτι δεν ταξινομούνταν πλέον καθαρά ως "από εμένα", μπορούσε να βιωθεί ως "κάποιου άλλου".

Δεν εμφανιζόταν οπτικά κάποιος άνθρωπος.

Δεν υπήρχε φωνή.

Δεν υπήρχε μορφή.

Υπήρχε όμως εκείνο το πολύ ιδιαίτερο αίσθημα που βλέπουμε στα horror films:

- Κάποιος είναι πίσω μου...

Αυτός είναι και ο λόγος που οι ερευνητές θεωρούν το feeling of a presence ένα είδος ψευδαίσθησης που σχετίζεται με την αναπαράσταση του ίδιου μας του σώματος. Η μελέτη τους έδειξε ότι η αίσθηση του "εγώ" και του "άλλου" δεν είναι δύο αυτονόητες, αμετακίνητες κατηγορίες. Ο εγκέφαλος τις κατασκευάζει συνεχώς συνδυάζοντας πληροφορίες για την κίνηση, την αφή και τη θέση του σώματός μας στον χώρο.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτή η κατασκευή λειτουργεί τόσο καλά ώστε δεν αντιλαμβανόμαστε καν ότι γίνεται.

Όταν όμως τα σήματα πάψουν να συμφωνούν, μπορεί ένα κομμάτι της ίδιας της αναπαράστασης του σώματός μας να πάψει να βιώνεται ως "εγώ". 

Ο "άλλος" όμως δεν υπάρχει.

Κι όμως ο εγκέφαλος μπορεί να του δώσει θέση στον χώρο.

Και τώρα προκύπτει ένα αλλο ερώτημα:

- Αν ο εγκέφαλος μπορεί να δημιουργήσει μόνος του μια τόσο πειστική αίσθηση παρουσίας, τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος προσπαθεί μετά να εξηγήσει ποιος (ή τι) ήταν αυτό που ένιωσε;

Κάπου εδώ τελειώνουν τα δεδομένα και αρχίζει η ερμηνεία.

Και οφείλω, λόγω θέσης, να ξεχωρίσω αυτά τα δύο.

Δεν έχουμε δεδομένα που να μας επιτρέπουν να κοιτάξουμε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι είδε έναν άγιο, ένα πνεύμα ή οποιαδήποτε υπερφυσική οντότητα και να πούμε ποια ακριβώς νευρωνική διεργασία συνέβη εκείνη τη στιγμή. Ούτε δικαιούμαστε να διαγνώσουμε εκ των υστέρων κάποια εγκεφαλική δυσλειτουργία επειδή κάποιος είχε μια τέτοια εμπειρία.

Μέχρι εδώ ήταν η βιολόγος.


Η προσωπική μου γνώμη, όμως, είναι αρκετά πιο κατασταλαγμένη ως προς την ερμηνεία. Γιατί ούτε ο δικός μου εγκέφαλος διαφέρει ιδιαίτερα από των υπολοίπων. Παίρνει τα δεδομένα που έχει, τα περνά μέσα από όσα ξέρει, όσα έχει ζήσει, όσα θεωρεί πιθανότερα και βγάζει τα δικά του συμπεράσματα.

Από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι ένας εγκέφαλος μπορεί να δημιουργήσει από μόνος του μια παρουσία που δεν υπάρχει, δυσκολεύομαι πάρα πολύ να θεωρήσω το "τον ένιωσα", "ήταν δίπλα μου", "ένιωσα την παρουσία του" ως επιχείρημα υπέρ της πραγματικής ύπαρξης αυτής της παρουσίας.

Ειδικά όταν ξέρω πια πως ο ίδιος εγκέφαλος δεν κατασκευάζει τις εμπειρίες του μέσα σε κοινωνικό και πολιτισμικό κενό. Κουβαλάει μια ολόκληρη ζωή. Εικόνες, ιστορίες, θρησκευτικές παραστάσεις, φόβους, προσδοκίες, απώλειες, επιθυμίες, ανθρώπους που έχει αγαπήσει, πράγματα που έχει μάθει να θεωρεί ιερά ή τρομακτικά.

Και γι' αυτό προσωπικά δεν μου φαίνεται καθόλου περίεργο ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει μέσα σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση να δώσει σε μια παράξενη εγκεφαλική εμπειρία το πρόσωπο που ήδη γνωρίζει.

Ο Άγιος Τάδε, βοήθειά μας, δεν χρειάζεται απαραίτητα να μπήκε στο δωμάτιο.

Ο εγκέφαλός μας δεν καταγράφει απλώς παθητικά έναν έτοιμο κόσμο. Τον κατασκευάζει συνεχώς από αισθήσεις, μνήμες, προσδοκίες και πληροφορίες που έρχονται από το ίδιο μας το σώμα.

Και μερικές φορές, όταν αυτό το εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα χάσει για λίγο τον συγχρονισμό του, μπορεί να δημιουργήσει μια άλλη παρουσία στο δωμάτιο. Να δώσει νόημα σε αυτό που ένιωσε χρησιμοποιώντας τα υλικά που είχε ήδη μέσα του.

Δεν ξέρουμε αν αυτό εξηγεί κάθε θρησκευτικό όραμα που έχει αναφερθεί στην ανθρώπινη ιστορία.

Ξέρουμε όμως κάτι που για μένα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Δεν χρειάζεται να υπάρχει κανείς στο δωμάτιο για να είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι κάποιος είναι εκεί.

Και για μένα (εντελώς υποκειμενικά) αυτό είναι το πραγματικό μάθημα του God Helmet.

Όχι ότι ένα παράξενο κράνος κατάφερε να μας φέρει σε επαφή με το υπερφυσικό.

Ούτε καν ότι το ίδιο το κράνος έκανε τελικά όσα του αποδόθηκαν.

Αλλά ότι, ψάχνοντας να προκαλέσουμε μια παρουσία που δεν υπάρχει, πέσαμε πάνω στο πόσο δύσκολο είναι καμιά φορά να ξεχωρίσουμε αυτό που υπάρχει έξω από το κεφάλι μας από αυτό που ο εγκέφαλός μας έχει κατασκευάσει μέσα του.

Κι αν κάτι μου φαίνεται πραγματικά ανατριχιαστικό στην ιστορία του God Helmet, δεν είναι η πιθανότητα ότι ένα κράνος μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε τον Θεό.

Είναι ότι δεν χρειαζόμαστε καν κανένα κράνος.


Πηγές:

  • Michael A. Persinger, Religious and mystical experiences as artifacts of temporal lobe function: a general hypothesis, Perceptual and Motor Skills (1983).

"PubMed" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/6664802/)

  • Cook & Persinger, Experimental induction of the “sensed presence” in normal subjects and an exceptional subject, Perceptual and Motor Skills (1997).

"PubMed" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/9347559/)

  • Persinger & Healey, Experimental facilitation of the sensed presence, Journal of Nervous and Mental Disease (2002).

"PubMed" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/12193838/)

  • Granqvist et al., Sensed presence and mystical experiences are predicted by suggestibility, not by the application of transcranial weak complex magnetic fields, Neuroscience Letters (2005).

"PubMed" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/15849873/)

  • Blanke et al., Neurological and Robot-Controlled Induction of an Apparition, Current Biology (2014).

"PubMed" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/25447995/)

  • Blanke et al., Neurological and Robot-Controlled Induction of an Apparition, Current Biology (2014).
"Current Biology" (https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0960982214012123)

10 Σεπτεμβρίου 2026


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά. 
Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει. Έχεις δίκιο! Αλλά αναρωτιέμαι: Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια; Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.

Περιμένοντας τον Γκοντό - Σάμιουελ Μπέκετ


Ο Εστραγκόν το λέει πεταχτά...
Γι’ αυτό η φράση χτυπάει τόσο καλά.

Λίγο πριν, ο Βλαντιμίρ έχει αρχίσει έναν ολόκληρο συλλογισμό για τον χρόνο, τη συνήθεια και το μυαλό που κινδυνεύει να θολώσει. Για τις ατελείωτες ώρες που αναγκαζόμαστε να γεμίζουμε με πράξεις που κάποτε μπορεί να είχαν λόγο, αλλά τώρα τις επαναλαμβάνουμε σχεδόν μηχανικά.
Και στο τέλος τον ρωτά:
"Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;"
Η απάντηση του Εστραγκόν είναι:
"Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν."
Θα μπορούσε να είναι απλώς μια αστεία ατάκα.
Δεν είναι.
Γιατί σε λίγες λέξεις αναποδογυρίζει ολόκληρη την αγωνία του Βλαντιμίρ.
Εκείνος αναρωτιέται μήπως το ανθρώπινο μυαλό έχει αρχίσει να χάνει τη διαύγειά του.
Ο Εστραγκόν, περίπου, του απαντά:
- Και ποιος σου είπε ότι ξεκινήσαμε ποτέ από τη διαύγεια;

Μαγικό!

Στο "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Σάμιουελ Μπέκετ, ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν περιμένουν.

Αυτό, σε γενικές γραμμές, κάνουν.

Περιμένουν έναν άνθρωπο που λέγεται Γκοντό.

Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι. Δεν ξέρουμε τι θα φέρει. Δεν ξέρουμε αν θα έρθει. Και όσο προχωρά το έργο αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι ίσως ούτε οι ίδιοι ξέρουν πια γιατί τον περιμένουν.

Το σημαντικό όμως δεν είναι ο Γκοντό. Το σημαντικό είναι η αναμονή.

Κάποια στιγμή ο Βλαντιμίρ λέει:
"Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά".

Και τότε ο Μπέκετ σταματά να μιλά για δύο παράξενους ανθρώπους κάτω από ένα δέντρο.

Αρχίζει να μιλά για όλους μας.

Γιατί τι άλλο κάνουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας;
Γεμίζουμε χρόνο.
Ξυπνάμε. 
Δουλεύουμε. 
Τρώμε. 
Ψωνίζουμε. 
Μιλάμε. 
Κάνουμε σχέδια. 
Ακυρώνουμε σχέδια. 
Χαζεύουμε μια οθόνη. 
Τακτοποιούμε πράγματα. 
Ξανατακτοποιούμε πράγματα. 
Πηγαίνουμε κάπου. 
Γυρίζουμε. 
Περιμένουμε το Σαββατοκύριακο. 
Μετά τις διακοπές. 
Μετά τα Χριστούγεννα. 
Μετά κάτι να αλλάξει. 
Μετά κάποιον να έρθει. 
Μετά να φύγει κάποιος άλλος.

Και οι πράξεις μας δεν είναι παράλογες. Αυτό είναι το πιο ενοχλητικό!

Οι περισσότερες είναι απολύτως λογικές. Μόνο που η λογική τους δεν εγγυάται και το νόημά τους.

Κι όταν κάτι επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, παύουμε συχνά να αναρωτιόμαστε γιατί το κάνουμε. Το κάνουμε επειδή το κάναμε χθες. Και προχθές. Και επειδή έτσι κάνουν όλοι. Και επειδή κάπως πρέπει να περάσει η μέρα.

Ο Βλαντιμίρ συνεχίζει:
- Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει.

Σαν να υπάρχει ένας κίνδυνος από τον οποίο πρέπει να προστατευτούμε.
Η αδράνεια. Η σιωπή. Η απουσία σκοπού.
Γιατί όταν σταματούν οι κινήσεις, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εμφανιστεί η ερώτηση που αποφεύγαμε όσο ήμασταν απασχολημένοι:
  • Γιατί;
  • Γιατί το κάνω αυτό;
  • Γιατί βρίσκομαι εδώ;
  • Γιατί θέλω αυτό που θέλω;
  • Γιατί περιμένω;
  • Και κυρίως: Τι ακριβώς περιμένω;!
Ο Βλαντιμίρ φοβάται ότι αν σταματήσουν να γεμίζουν τις ώρες τους, το μυαλό τους θα βυθιστεί στο σκοτάδι. Και αμέσως μετά κάνει μια ακόμη πιο ανησυχητική σκέψη:

- Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια;

Ίσως δηλαδή το πρόβλημα δεν είναι ότι μπορεί να χαθούμε. Ίσως έχουμε ήδη χαθεί και απλώς κινούμαστε αρκετά ώστε να μην το καταλάβουμε.

Και τότε ρωτά τον Εστραγκόν:
- Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;
Κι ο Εστραγκόν απαντά:
- Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.

Και έτσι, τόσο απλά, με μία πρόταση, τελειώνει ολόκληρη τη φιλοσοφική συζήτηση.
Ή καλύτερα, την ανοίγει διάπλατα.

Γιατί ο Βλαντιμίρ έχει περάσει αρκετές γραμμές προσπαθώντας να καταλάβει αν το ανθρώπινο μυαλό κινδυνεύει να χάσει τη λογική του.
Και ο Εστραγκόν τού απαντά:
- Ποια λογική;

Ποιος είπε ότι ο άνθρωπος υπήρξε ποτέ το απολύτως λογικό πλάσμα που φαντάζεται ότι είναι; Εμείς είμαστε που επινοήσαμε την εικόνα του ορθολογικού ανθρώπου. Κι όμως αγαπάμε ανθρώπους που μας κάνουν δυστυχισμένους. Επαναλαμβάνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν λειτουργούν. Φτιάχνουμε πολέμους για σύνορα που σχεδιάσαμε μόνοι μας. Καταστρέφουμε το περιβάλλον από το οποίο εξαρτόμαστε. Κυνηγάμε χρήματα που δεν προλαβαίνουμε να απολαύσουμε. Ανησυχούμε για το μέλλον μέχρι να καταστρέψουμε το παρόν. Και συχνά περνάμε τη μισή ζωή περιμένοντας να αρχίσει η άλλη μισή.
Κι όλα αυτά τα κάνουμε με επιχειρήματα.
Με εξηγήσεις.
Με συστήματα.
Με εξαιρετικά λογικές δικαιολογίες.

Η τρέλα στον Μπέκετ ίσως να μην είναι το αντίθετο της λογικής. Ίσως φοράει τη λογική σαν κοστούμι.

Είναι πολύ εύκολο να κοιτάξεις τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν και να αναρωτηθείς «Μα καλά, γιατί δεν φεύγουν;»
Τόση ώρα περιμένουν. Ο Γκοντό δεν έρχεται. Γιατί δεν σηκώνονται να πάνε κάπου αλλού;
Μέχρι να αντιληφθείς ότι αυτή ίσως είναι η πιο επικίνδυνη ερώτηση που μπορείς να κάνεις στο έργο.

Γιατί αμέσως μετά έρχεται η επόμενη:
- Εσύ γιατί δεν φεύγεις;
Από ό,τι περιμένεις.
Από ό,τι επαναλαμβάνεις.
Από εκείνο που κάποτε επέλεξες αλλά τώρα απλώς συνεχίζεις.
Από εκείνο το "όταν" που έχει γίνει μόνιμος βραχνάς και τρόπος ζωής.

Όταν βρω τη σωστή δουλειά. 
Όταν χάσω βάρος. 
Όταν βρω έναν άνθρωπο. 
Όταν με αγαπήσει. 
Όταν φύγουν τα παιδιά. 
Όταν συνταξιοδοτηθώ. 
Όταν ηρεμήσουν τα πράγματα. 
Όταν γίνουν καλύτερα.

Ο δικός μας "Γκοντό" δεν λέγεται Γκοντό. Λέγεται "όταν".
Και αυτό κάνει το έργο τόσο δυσάρεστα διαχρονικό.

Δεν μιλά απλώς για την αναμονή.

Μιλά για την τεράστια ανθρώπινη ικανότητα να μετατρέπουμε την αναμονή σε ζωή.
Να κατασκευάζουμε καθημερινότητες γύρω από κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί.
Να γεμίζουμε τις ώρες μας με μικρές κινήσεις ώστε να μην αναγκαστούμε να κοιτάξουμε το κενό ανάμεσά τους.

Και παρ’ όλα αυτά, ο Μπέκετ δεν γράφει ένα καταθλιπτικό φιλοσοφικό κήρυγμα.
Γράφει κωμωδία! Μόνο έτσι αντέχονται αυτά.

Οι άνθρωποί του πειράζονται, καβγαδίζουν, ξεχνούν, γελοιοποιούνται, ξανασυμφιλιώνουν. Μιλούν για το νόημα της ύπαρξης και λίγο μετά ασχολούνται με ένα παπούτσι.

Και αυτή στα δικά μου μάτια είναι η πιο ακριβής περιγραφή του ανθρώπου που έχει γραφτεί.

Είμαστε το ζώο που μπορεί το πρωί να αναρωτιέται για τον θάνατο, το νόημα και την αιωνιότητα και πέντε λεπτά αργότερα να εκνευρίζεται επειδή δεν βρίσκει τα κλειδιά του.
Ευτυχώς, γιατί αυτή είναι και η σωτηρία μας.

Γιατί αν αντιλαμβανόμασταν αδιάκοπα το παράλογο της ύπαρξής μας, πιθανότατα δεν θα σηκωνόμασταν ποτέ από το κρεβάτι.
Έτσι... κάνουμε πράγματα.
Μικρά, γελοία, σημαντικά, ασήμαντα.
Μιλάμε.
Αγαπάμε.
Τρώμε.
Δουλεύουμε.
Γελάμε.
Περιμένουμε.
Και ξανά από την αρχή.

Μπορεί πράγματι όλοι να γεννιόμαστε λίγο τρελοί και κάποιοι παραμένουν.

Μέσα σε όλη αυτή την παράλογη αναμονή όμως, καταφέρνουμε έστω κάποιες φορές να καταλάβουμε ότι η ζωή δεν είναι αυτό που θα συμβεί όταν έρθει ο Γκοντό.

Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όσο καθόμαστε κάτω από το δέντρο και τον περιμένουμε.


08 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο αυτό είναι η συνέχεια του "Μέρος Ι - Ποιος αντιγράφει ποιον;" όπου ξεκινήσαμε από τον Dawkins, τα memes, την πολιτισμική εξέλιξη και την ιδέα του "τρίτου αντιγραφέα".

Και τώρα πάμε στο επόμενο μπλέξιμο:

Ποιος χρησιμοποιεί τελικά ποιον;

Η λέξη "εγωιστικό" στον Dawkins δημιούργησε από μόνη της παρεξηγήσεις δεκαετιών.

Τα γονίδια δεν είναι εγωιστές. Δεν ξυπνάνε το πρωί και λένε:

- Σήμερα λέω να πολλαπλασιαστώ και να καταστρέψω τον ανταγωνισμό.

Το "εγωιστικό" δεν περιγράφει πρόθεση. Είναι ένας τρόπος να κοιτάζουμε τη φυσική επιλογή από την οπτική του γονιδίου. Οι γενετικές παραλλαγές που, μέσω των αποτελεσμάτων τους, καταφέρνουν να αφήνουν περισσότερα αντίγραφα στις επόμενες γενιές τείνουν να γίνονται συχνότερες. Αυτό είναι, πολύ χοντρικά, το περίφημο gene’s-eye view της εξέλιξης που έκανε γνωστό ο Dawkins με το The Selfish Gene.

Το ίδιο παιχνίδι σκέψης μπορεί να εφαρμοστεί, μέσα στο πλαίσιο της μιμητικής, όταν μιλάμε για "εγωιστικά memes".

Μια ιδέα δεν διαθέτει βούληση. Αλλά μπορούμε να εξετάσουμε ποια χαρακτηριστικά της (μαζί φυσικά με το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κυκλοφορεί) την κάνουν να μεταδίδεται καλύτερα, ακόμη κι αν η διάδοσή της δεν ωφελεί απαραίτητα τον άνθρωπο που την κουβαλά.

Ο ίδιος ο Dawkins πήγε αργότερα τη μεταφορά ένα βήμα παραπέρα.

Σε ένα δοκίμιο που έγραψε το 1991 με τον εύγλωττο τίτλο Viruses of the Mind ("Ιοί του μυαλού") παρομοίασε ορισμένα memes με ιούς. Πληροφορίες που χρησιμοποιούν έναν ξενιστή για να αντιγραφούν και να περάσουν στον επόμενο.

Και κάπου εδώ η μεταφορά αρχίζει να αποκτά νόημα.

Όχι κυριολεκτικό.

Κανένα σύνθημα δεν πρόκειται να εμφανιστεί στην καλλιέργεια αίματος φυσικά. Αλλά υπάρχουν ιδέες των οποίων η δομή και το περιβάλλον διάδοσης διευκολύνουν την αναπαραγωγή τους, αλλά:

  • Πες το σε δέκα ανθρώπους
  • Όποιος αμφιβάλλει είναι εχθρός
  • Μην ακούς τους ειδικούς, γιατί είναι μέρος της συνωμοσίας
  • Η ομάδα μας έχει πάντα δίκιο

Και τώρα το πιο ωραίο:

Μια τέτοια ιδέα μπορεί να περιέχει ακόμη και μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην αμφισβήτησή της. Αν για παράδειγμα κάθε αντίρρηση χρησιμοποιείται ως επιβεβαίωση της ίδιας της θεωρίας, τότε έχουμε κατασκευάσει ένα εξαιρετικά ανθεκτικό, αυτοσφραγιζόμενο σύστημα πεποιθήσεων.

- Το κρύβουν καλά. Δεν υπάρχουν αποδείξεις!

- Αυτό ακριβώς θέλουν να νομίζεις!

Ωραία...

Καλή τύχη να βγεις από αυτό χωρίς κασμά.


Γονίδια εναντίον memes;

Παλιότερα είχα την τάση να τα βάζω στο ρινγκ.

Στη μία γωνία τα γονίδια.

Στην άλλη τα memes.

Fight!

Σήμερα δεν νομίζω ότι αυτό είναι ο καλύτερος τρόπος να το βλέπω.

Βιολογία και πολιτισμός δεν είναι δύο ανεξάρτητοι κόσμοι που τσακώνονται για το ποιος θα κυβερνήσει τον άνθρωπο.

Αλληλεπιδρούν.


Και έχουμε πολύ ωραία πραγματικά παραδείγματα.

Η γαλακτοπαραγωγική κτηνοτροφία και η κατανάλωση γάλακτος δημιούργησαν, σε ορισμένους ανθρώπινους πληθυσμούς, ένα περιβάλλον στο οποίο ευνοήθηκαν γενετικές παραλλαγές που επιτρέπουν τη διατήρηση της παραγωγής λακτάσης και μετά την παιδική ηλικία.

Η lactase persistence θεωρείται κλασικό παράδειγμα συνεξέλιξης γονιδίων και πολιτισμού, αν και, όπως συμβαίνει συνήθως όταν νομίζουμε ότι βρήκαμε το τέλειο σχολικό παράδειγμα, η πραγματική εξελικτική ιστορία της είναι πιο περίπλοκη από ένα απλό "ήπιαμε γάλα και παρατείναμε την λακτάση".


Οι ανθρώπινες πρακτικές μπορούν λοιπόν να αλλάζουν το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρα η φυσική επιλογή.

Αν, για παράδειγμα, ένας πληθυσμός αρχίσει να εκτρέφει ζώα και να χρησιμοποιεί συστηματικά το γάλα ως τροφή, έχει δημιουργήσει ένα καινούργιο διατροφικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γενετικές παραλλαγές που προηγουμένως μπορεί να μην είχαν ιδιαίτερη σημασία μπορούν ξαφνικά να γίνουν πιο ευνοϊκές.

Αλλά η σχέση δεν είναι μονόδρομος.

Τα βιολογικά μας χαρακτηριστικά επηρεάζουν και το είδος των πολιτισμικών πρακτικών που μπορούμε να αναπτύξουμε. Οι αισθητηριακές μας δυνατότητες, η ανατομία μας, η μνήμη, η κοινωνικότητα, η ικανότητα μάθησης και επικοινωνίας βάζουν κάποια όρια αλλά ταυτόχρονα ανοίγουν και δυνατότητες για το τι είδους πολιτισμούς μπορούν να δημιουργήσουν οι άνθρωποι.

Και μετά ο πολιτισμός παρεμβαίνει ξανά.

Μια νέα τεχνολογία, μια νέα διατροφή, ένας νέος τρόπος κατοίκησης ή μια νέα κοινωνική πρακτική μπορεί να αλλάξει ξανά το περιβάλλον και, μαζί του, ποιες γενετικές παραλλαγές είναι περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκές.

Δηλαδή, πολύ σχηματικά:
  • βιολογία → επηρεάζει τι πολιτισμό μπορούμε να δημιουργήσουμε
  • πολιτισμός → αλλάζει το περιβάλλον στο οποίο ζούμε
  • νέο περιβάλλον → αλλάζει τις πιέσεις φυσικής επιλογής
  • και αυτές οι αλλαγές μπορούν, σε βάθος γενεών, να επηρεάσουν ξανά τη βιολογία.

Και ξανά από την αρχή.

Αυτό είναι το βασικό νόημα της συνεξέλιξης γονιδίων και πολιτισμού: όχι δύο ξεχωριστά συστήματα, αλλά ένας συνεχής βρόχος αλληλεπίδρασης.

Αυτό λέγεται συνεξέλιξη γονιδίων και πολιτισμού.

Η γλώσσα είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να χαράξεις σύνορα.

Έχουμε βιολογικές προϋποθέσεις για την ανθρώπινη γλώσσα. Αλλά καμία συγκεκριμένη ανθρώπινη γλώσσα δεν βρίσκεται γραμμένη στα γονίδιά μας.

Τα ελληνικά μου για παράδειγμα είναι πολιτισμική κληρονομιά. Η δυνατότητά μου να αποκτήσω ανθρώπινη γλώσσα έχει βαθιές βιολογικές βάσεις.

Και τα δύο επίπεδα μπορούν να επηρεάζουν το ένα το άλλο εξελικτικά. Η σύγχρονη έρευνα για την εξέλιξη της γλώσσας εξετάζει ακριβώς αυτή την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις γνωστικές μας δυνατότητες και στην πολιτισμική εξέλιξη των ίδιων των γλωσσών.


Οπότε δεν χρειάζεται να αποφασίσω πια εάν "νικάνε" τα genes ή τα memes. Είμαστε ένα υπέροχο μπέρδεμα βιολογικής και πολιτισμικής κληρονομιάς.

Και πολλών ακόμη πραγμάτων.


Πότε όμως μια ιδέα γίνεται επικίνδυνη;


Αυτό εξακολουθεί να είναι για μένα το πιο ενδιαφέρον σημείο όλης της ιστορίας.

- Πώς φτάνει μια ιδέα να γίνει τόσο ισχυρή ώστε ένας άνθρωπος να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του για αυτήν;

Πατρίδα.

Έθνος.

Τιμή.

Θρησκευτική πίστη.

Φυλετική ανωτερότητα.

Ιερό καθήκον.

Δόξα.

Καμία από αυτές τις έννοιες δεν είναι φυσικό αντικείμενο στον κόσμο με τον τρόπο που είναι ένα δέντρο ή ένα νεφρό.

Υπάρχουν επειδή άνθρωποι τις αναγνωρίζουν, τους αποδίδουν νόημα και οργανώνουν γύρω τους ταυτότητες, θεσμούς, κανόνες και συμπεριφορές.

Κι όμως άνθρωποι έχουν σκοτώσει και πεθάνει γι’ αυτές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ιδέες είναι ίδιες. Ούτε ότι όλες είναι ψέματα.

Σημαίνει ότι τα συμβολικά μας συστήματα μπορούν να αποκτήσουν τεράστια κινητοποιητική δύναμη.

Και εδώ έχουμε μάλιστα πολύ πιο συγκεκριμένη ψυχολογική έρευνα από τη γενική μεταφορά των memes.

Υπάρχει, για παράδειγμα, η έννοια της identity fusion: μια κατάσταση στην οποία η προσωπική ταυτότητα και η ταυτότητα της ομάδας συνδέονται τόσο στενά ώστε το άτομο μπορεί να βιώνει την υπεράσπιση της ομάδας σχεδόν σαν υπεράσπιση του ίδιου του εαυτού του. Μελέτες έχουν συνδέσει την ισχυρή identity fusion με μεγαλύτερη δηλωμένη προθυμία για ακραίες πράξεις υπέρ της ομάδας. Γκουχ-γκουχ. Βήχω και ξεροβήχω.

Παράλληλα, η έρευνα για τις sacred values, τις "ιερές αξίες", δείχνει ότι ορισμένες αξίες μπορούν να πάψουν να αντιμετωπίζονται σαν πράγματα που ζυγίζονται με κόστος και όφελος και να μετατραπούν σε ηθικές υποχρεώσεις που δεν μπαίνουν εύκολα σε διαπραγμάτευση.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να υποθέσουμε ότι κάποιο meme κατέλαβε μεταφυσικά τον εγκέφαλο κάποιου. Έχουμε ήδη ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που μπορούν να εξηγήσουν γιατί μια ιδέα, όταν δεθεί με την ταυτότητα και την ομάδα, αποκτά τεράστια δύναμη.

Και εδώ η έννοια του memeplex (ενός συμπλέγματος δηλαδή αλληλοϋποστηριζόμενων memes) εξακολουθεί να είναι ενδιαφέρουσα ως μεταφορά, ακόμη κι αν δεν τη θεωρήσουμε κυριολεκτική βιολογική οντότητα. Η Susan Blackmore χρησιμοποίησε εκτενώς τέτοιες ιδέες στη μιμητική της προσέγγιση.

Μια μεμονωμένη ιδέα μπορεί να είναι αδύναμη.

Βάλ’ την όμως μέσα σε ένα πακέτο με:

  • ταυτότητα,
  • ομάδα,
  • ιστορία,
  • ήρωες,
  • εχθρούς,
  • τελετουργίες,
  • σύμβολα,
  • ηθικές υποχρεώσεις,
  • υπόσχεση ανταμοιβής,
  • φόβο τιμωρίας

και ξαφνικά δεν έχεις απλώς μια άποψη. Έχεις ολόκληρο κόσμο!

Και αν ο κόσμος αυτός σου λέει ότι η επιβίωση της ιδέας ή της ομάδας είναι σημαντικότερη από τη δική σου ζωή, τότε ναι:

Ένα πολιτισμικό σύστημα μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να ενεργήσει ακόμη και εναντίον της άμεσης βιολογικής του επιβίωσης.

Καμία μαγεία.

Οι άνθρωποι απλώς δεν είναι οργανισμοί που παίρνουν κάθε απόφαση ρωτώντας εάν αυτό που κάνουν θα αυξήσει τη γενετική τους καταλληλότητα;

Ευτυχώς δηλαδή. Θα ήταν πολύ κακή παρέα.


Υπάρχει λοιπόν κάποιο "αντιβιοτικό" απέναντι στους υποτιθέμενους "ιούς του μυαλού";

Εδώ η μεταφορά του Dawkins μού αρέσει ακόμη περισσότερο. Μόνο που θα της αφαιρέσω την επιστημονική κυριολεξία.

Δεν υπάρχει ανοσοποιητικό σύστημα απέναντι στις κακές ιδέες με την έννοια που έχουμε αντισώματα απέναντι σε παθογόνα.

Υπάρχουν όμως γνωστικά φίλτρα. Η επιστημονική μέθοδος ή, ακριβέστερα, οι επιστημονικές μέθοδοι και πρακτικές ελέγχου, είναι ένα από αυτά.

  • Η λογική.
  • Η απαίτηση για αποδείξεις.
  • Η δυνατότητα μιας πρότασης να ελεγχθεί και, αν είναι λανθασμένη, να αποτύχει στον έλεγχο.
  • Η σύγκριση διαφορετικών πηγών.
  • Η επαναληψιμότητα όπου αυτή είναι εφικτή.
  • Η αλλαγή γνώμης όταν εμφανίζονται καλύτερα δεδομένα.
  • Η γνώση των δικών μας γνωστικών προκαταλήψεων.
  • Και κυρίως αυτή η εξαιρετικά ενοχλητική αμφισβήτηση του "Περίμενε. Πώς το ξέρω αυτό είπαμε;"

Ο Dawkins χρησιμοποίησε πράγματι τη μεταφορά των "ιών του μυαλού" και αντιπαρέβαλε σε αυτήν τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη υποβάλλει τις ιδέες σε έλεγχο: δυνατότητα δοκιμής, τεκμήρια, ακρίβεια, συνέπεια, επαναληψιμότητα και άλλες απαιτήσεις της επιστημονικής πρακτικής.

Ο Daniel Dennett χρησιμοποίησε επίσης μεταφορικά την έκφραση meme-immunological systems για τα φίλτρα με τα οποία δεν αποδεχόμαστε αδιακρίτως ό,τι φτάνει στον νου μας. Ο ίδιος όμως τόνιζε ότι τέτοια "ανοσοποιητικά" φίλτρα ούτε αλάνθαστα είναι ούτε μας προστατεύουν από κάθε καλή ή κακή ιδέα.

Κι εδώ υπάρχει μια μικρή αλλά σημαντική ειρωνεία.

Η επιστημονική σκέψη είναι κι αυτή πολιτισμικά μεταδιδόμενη.

Μαθαίνεται.

Διδάσκεται.

Αναπαράγεται.

Άρα, αν δεχτούμε για λίγο το λεξιλόγιο της μιμητικής, είναι κι αυτή ένα meme.

Ένα meme που μας μαθαίνει να μην πιστεύουμε οποιοδήποτε άλλο meme επειδή απλώς αναπαράγεται πολύ καλά.

Μετα-μιμίδιο, δηλαδή. Ένα meme που αφορά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αξιολογούμε ή αντιμετωπίζουμε άλλα memes.

Που έχω βάλει τις δραμαμίνες; Έχω αρχίσει να ανακατεύομαι...

Ας πάμε στον Κοινωνικό Δαρβινισμό μπας και ισιώσω.

Για αρχή χρειάζεται ένα καλό ξεσκόνισμα, γιατί ο όρος χρησιμοποιείται συχνά σαν να αποτελεί απλή κοινωνική εφαρμογή του Δαρβίνου.

Δεν είναι τόσο απλό.

Ο "Κοινωνικός Δαρβινισμός" είναι ιστορικά ένας αρκετά ασαφής και μεταβαλλόμενος όρος. Χρησιμοποιήθηκε (και συχνά εκ των υστέρων αποδόθηκε) σε διαφορετικές θεωρίες και ιδεολογίες που μετέφεραν έννοιες ανταγωνισμού, επιλογής και καταλληλότητας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για να δικαιολογήσει κοινωνική ανισότητα, ακραίες πολιτικές οικονομικού laissez-faire (δηλαδή μιας αγοράς με ελάχιστη κρατική παρέμβαση και κοινωνική προστασία), ρατσισμό, αποικιοκρατία ή ευγονική. Οι ιστορικοί έχουν επισημάνει ότι δεν επρόκειτο ποτέ για μία ενιαία, σαφώς ορισμένη σχολή σκέψης.

Δεν είναι μία θεωρία.

Και κυρίως ο Δαρβίνος δεν είπε ποτέ ότι οι φτωχοί πρέπει να πεθάνουν.

Fun fact: κάτι που εγώ τουλάχιστον έμαθα πολύ αργότερα απ’ όσο θα έπρεπε: 

Η περίφημη φράση "survival of the fittest" ("επιβίωση του ικανότερου" ή "επιβίωση του καλύτερα προσαρμοσμένου") δεν ήταν του Δαρβίνου.

Την επινόησε ο Herbert Spencer το 1864, αφού είχε ήδη διαβάσει τη θεωρία της φυσικής επιλογής. Μερικά χρόνια αργότερα ο Alfred Russel Wallace πρότεινε μάλιστα στον Δαρβίνο να τη χρησιμοποιήσει, επειδή θεωρούσε ότι το "natural selection" (φυσική επιλογή) έκανε κάποιους να φαντάζονται πως η φύση επιλέγει συνειδητά.

Ο Δαρβίνος τελικά την ενσωμάτωσε στην πέμπτη έκδοση του On the Origin of Species το 1869.

Άρα μία από τις πιο διάσημες δαρβινικές φράσεις δεν ήταν καν του Δαρβίνου!


Και το fittest στη βιολογία δεν σημαίνει:

  • πιο δυνατός,
  • πιο έξυπνος,
  • πλουσιότερος,
  • λευκότερος,
  • πιο επιτυχημένος επιχειρηματίας
  • ή ο τύπος που έχει Lamborghini και podcast.

Η εξελικτική fitness αφορά, χοντρικά, τη σχετική αναπαραγωγική επιτυχία ενός οργανισμού ή μιας γενετικής παραλλαγής στις συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες.

Δεν είναι μετάλλιο ποιότητας, αξιολόγηση χαρακτήρα ή οικονομική κατάταξη του Forbes.

Το μεγάλο σφάλμα αρχίζει όταν από το "στη φύση παρατηρείται αυτό" πηδάμε στο "άρα έτσι πρέπει να οργανώσουμε και την κοινωνία".

Όχι.

Από ένα "είναι" δεν προκύπτει αυτομάτως ένα "πρέπει".

Η φυσική επιλογή περιγράφει έναν μηχανισμό. Δεν γράφει Σύνταγμα. Δεν έχει ηθική.

Η φύση περιλαμβάνει ανταγωνισμό.

Περιλαμβάνει όμως επίσης συνεργασία. Αμοιβαιότητα. Γονική φροντίδα. Συμβίωση. Αλληλοβοήθεια. Κοινωνικές ομάδες. Συνασπισμούς.

Και η εξέλιξη της ανθρώπινης συνεργασίας αποτελεί ένα από τα μεγάλα προβλήματα της σύγχρονης εξελικτικής επιστήμης, ακριβώς επειδή η κλίμακα της ανθρώπινης συνεργασίας (ιδιαίτερα μεταξύ μη συγγενών και ακόμη και αγνώστων) ξεπερνά κατά πολύ ό,τι βλέπουμε στα περισσότερα άλλα πρωτεύοντα.

Άρα ο ανταγωνισμός είναι φυσικός και η συνεργασία είναι επίσης φυσική.

Καλώς ήρθατε στη βιολογία. 

Δεν φημίζεται για την υποχρέωσή της να χωράει στα πολιτικά μας συνθήματα.


Αν δεν μπορούμε να εξηγούμε τις τεράστιες ιστορικές ανισότητες μεταξύ ανθρώπινων κοινωνιών λέγοντας απλώς ότι κάποιοι λαοί ήταν "ικανότεροι" από άλλους, τότε πώς εξηγούνται;

Εδώ μπαίνει στη συζήτηση ο Jared Diamond.

Το Guns, Germs and Steel εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο για ένα πολύ συγκεκριμένο, τεράστιο ερώτημα:

Γιατί ορισμένες ανθρώπινες κοινωνίες απέκτησαν ιστορικά τεχνολογικά, οικονομικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων;

Ο Diamond αντιπαραθέτει στις φυλετικές εξηγήσεις παράγοντες όπως η γεωγραφία, η διαθεσιμότητα εξημερώσιμων φυτών και ζώων, τα λοιμώδη νοσήματα και οι δυνατότητες διάχυσης καλλιεργειών και τεχνολογιών. Ο ίδιος παρουσιάζει το βιβλίο ως προσπάθεια να εξηγηθεί η παγκόσμια ανισότητα χωρίς να καταφεύγουμε σε υποθέσεις περί βιολογικής ανωτερότητας ορισμένων λαών.

Αυτό είναι σημαντικό.

Υπάρχει και το ομώνυμο τριμερές ντοκιμαντέρ του PBS/National Geographic, βασισμένο στο βιβλίο.

Κάποτε μάλιστα είχα μεταφράσει στα ελληνικά τους υπότιτλους και των τριών επεισοδίων (εποχές που προφανώς δεν ήξερα ακόμη να κάθομαι ήσυχη).

Αλλά σήμερα δεν θα έγραφα ότι το βιβλίο λύνει το θέμα.

Έχει δεχτεί σοβαρή ακαδημαϊκή κριτική για τον βαθμό στον οποίο δίνει βάρος στη γεωγραφία και στη βιογεωγραφία, για την υποτίμηση της ιστορικής ενδεχομενικότητας και πολιτισμικών παραγόντων και για ορισμένες συγκεκριμένες εμπειρικές υποθέσεις του. Μάλιστα, σύγχρονες ποσοτικές μελέτες έχουν ελέγξει ορισμένες από τις επιμέρους προβλέψεις του αντί να τις θεωρούν δεδομένες.

Άρα το κρατάμε ως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μεγάλη υπόθεση. Όχι όμως ως τελευταία λέξη της ανθρωπότητας επί του θέματος.

Γιατί, εάν κάτι προσπαθώ να ξεμάθω μεγαλώνοντας, είναι η αγαπημένη μου συνήθεια να βρίσκω ένα βιβλίο που με πείθει και να ανακοινώνω:

- Ωραία. Λύθηκε κι αυτό. Πάμε παρακάτω 

Ε, αυτό δεν λύθηκε.


Και καταλήγω... έλεος, ήμαρτον και επιτέλους!

Δεν ξέρω αν τα memes είναι πραγματικοί αντιγραφείς με την αυστηρή έννοια που ήθελαν ορισμένοι υποστηρικτές της μιμητικής.

Δεν ξέρω αν κάποτε θα έχει νόημα να μιλάμε για temes ως τρίτο εξελικτικό σύστημα.

Ξέρω όμως ότι οι ιδέες όντως έχουν ιστορία.

Μεταδίδονται.

Αλλάζουν.

Συνδυάζονται.

Ανταγωνίζονται για την προσοχή μας.

Κάποιες εξαφανίζονται.

Κάποιες επιβιώνουν για χιλιάδες χρόνια.

Κάποιες μας κάνουν καλύτερους συνεργάτες.

Κάποιες μας κάνουν να σκοτώνουμε ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ επειδή ανήκουν στη λάθος ομάδα.

Και σήμερα διαθέτουμε μηχανές που μπορούν να στείλουν μια ιδέα σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε ώρες.

Οπότε, ακόμη κι αν κάποτε εγκαταλείψουμε εντελώς τη λέξη "μιμίδιο" ως επιστημονική μονάδα, το ερώτημα που γέννησε παραμένει τρομακτικά επίκαιρο:

Γιατί κάποιες ιδέες καταφέρνουν να κατοικήσουν μέσα μας τόσο καλά ώστε τελικά να νομίζουμε ότι γεννήθηκαν εκεί;

Και ακόμη περισσότερο:

Πότε μια ιδέα μάς υπηρετεί και πότε αρχίζουμε εμείς να υπηρετούμε εκείνη;

Δεν ξέρω εάν τα δικά μου γονίδια και τα πολιτισμικά μου κατασκευάσματα ενεργούν πάντοτε προς το συμφέρον τους, προς το συμφέρον μου ή προς το συμφέρον οποιουδήποτε.

Ξέρω όμως ότι δεν πρόκειται να σταματήσω να είμαι οπαδός της πολυπολιτισμικότητας, της αλληλοβοήθειας και της παλιάς καλής ερώτησης:

Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;

Και μου έρχεται ξανά εκείνη η φράση από το Notre Musique του Jean-Luc Godard:

Το να σκοτώνεις για να υπερασπιστείς μια ιδέα,

δεν είναι υπεράσπιση μιας ιδέας.

Είναι φόνος.


Και όλα τα υπόλοιπα, για μένα, είναι αρχίδια!



Πηγές και σύνδεσμοι:

  • Gene’s-eye view / Dawkins – The Selfish Gene

https://india.oup.com/product/the-selfish-gene-9780198788607

https://academic.oup.com/book/39940

  • Gene–culture coevolution – Laland, Odling-Smee & Myles

https://www.nature.com/articles/nrg2734

  • Lactase persistence / κτηνοτροφία

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/28426286/

https://www.annualreviews.org/content/journals/10.1146/annurev-genom-091416-035340

DOI: https://doi.org/10.1146/annurev-genom-091416-035340

Annual Reviews

  • Γλώσσα, βιολογία και πολιτισμική εξέλιξη – Kenny Smith

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30182526/

Δωρεάν πλήρες κείμενο: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7379493/

DOI: https://doi.org/10.1111/tops.12377

PubMed

  • Identity fusion και ακραία συμπεριφορά υπέρ της ομάδας

Swann et al. 2009:

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/19379032/

DOI: https://doi.org/10.1037/a0013668

Και ειδικά για self-sacrifice, Swann et al. 2010:

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20649370/

DOI: https://doi.org/10.1037/a0020014

PubMed

  • Sacred values – Atran & Ginges

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22605762/

DOI: https://doi.org/10.1126/science.1216902

PubMed

  • Susan Blackmore – The Meme Machine / memeplexes

https://www.susanblackmore.uk/the-meme-machine/

Susan Blackmore

  • Richard Dawkins – Viruses of the Mind

https://secularhumanism.org/1993/07/viruses-of-the-mind/

Αυτή είναι όντως η σελίδα του Free Inquiry για το κείμενο του Dawkins. 

Ελεύθερη Ερώτηση

  • Social Darwinism – ιστορία και ασάφεια του όρου

Hodgson, 2004:

https://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1111/j.1467-6443.2004.00239.x

DOI: https://doi.org/10.1111/j.1467-6443.2004.00239.x

Wiley Online Library

  • "Survival of the fittest" — Spencer → Wallace → Darwin

Darwin Correspondence Project:

https://www.darwinproject.ac.uk/commentary/survival-fittest

Αυτή είναι η πολύ καλή επίσημη πηγή που εξηγεί ότι τη φράση επινόησε ο Spencer και ότι ο Darwin την πρόσθεσε στην 5η έκδοση του Origin το 1869. 

Darwin Correspondence Project

  • Εξέλιξη της ανθρώπινης συνεργασίας – Boyd & Richerson

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/19805434/

Δωρεάν πλήρες κείμενο: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC2781880/

DOI: https://doi.org/10.1098/rstb.2009.0134

PubMed

  • Jared Diamond – Guns, Germs, and Steel

Εκδότης W. W. Norton:

https://wwnorton.co.uk/books/9780393354324-guns-germs-and-steel

PBS – για το βιβλίο και το επιχείρημά του:

https://www.pbs.org/gunsgermssteel/about/

W. W. Norton & Company Ltd. 

  • Σύγχρονος έλεγχος μιας βασικής υπόθεσης του Diamond – "Geography is not destiny" (2024)

https://www.cambridge.org/core/journals/evolutionary-human-sciences/article/geography-is-not-destiny-a-quantitative-test-of-diamonds-axis-of-orientation-hypothesis/3196029E586CC58C6696D5AB9994ADF7

DOI: https://doi.org/10.1017/ehs.2023.34

Cambridge University Press


Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes