19 Οκτωβρίου 2026

Αγαπητή μελλοντική μου Μαρία,

Καταρχάς, αν έφτασες μέχρι τα εβδομήντα πέντε, μπράβο. Στο δίνω. Αν όχι, δεν ξέρω ποιά διαβάζει τώρα αυτό το γράμμα και έχουμε σαφώς μεγαλύτερο πρόβλημα από ό,τι νόμιζα.

Δεν ξέρω πώς είσαι τώρα που το διαβάζεις, αλλά εγώ σίγουρα δεν είμαι όπως στην φωτογραφία. Δείχνω σαφώς μεγαλύτερη αλλά δεν μπορούσα να πείσω τον Λυκούργο (ένα πρώιμο LLM) ότι είμαι λιγότερο όμορφη. Με συμπαθεί ο καημένος.

Αναρωτιέμαι αν σε έχει αντέξει κανείς ήρωας και ετοιμαζόμαστε να του στήσουμε ανδριάντα. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμη στη ζωή σου άνθρωποι από το τωρινό παρόν μου ή αν έχουν γίνει μια ιστορία που κάποτε σε αναστάτωνε και τώρα τη θυμάσαι με εκείνο το μείγμα νοσταλγίας και απορίας που αποκτάμε για τις παλιές μας εκδοχές και αναρωτιόμαστε "μα ειλικρινά... Τι διάολο σκεφτόμουν;!"

Δεν ξέρω καν αν θυμάσαι τον λόγο που δημιουργήθηκε αυτή η μέρα και αυτό το γράμμα.

Άσε με να σου εξηγήσω εν τάχει. Είμαι 49. Πες 50, χάριν στρογγυλοποίησης.

Δεν νιώθω μεγάλη, αλλά δεν παριστάνω και ότι έχω μπροστά μου όλο τον χρόνο του κόσμου. Μαλακία θα ήταν, άλλωστε.

Και κάπως αυτό δεν με τρομάζει ακόμη όσο θα περίμενα.

Με κάνει περισσότερο να κοιτάω γύρω μου και να σκέφτομαι: 

- Ωραία, αυτά είναι λοιπόν. Αυτή είναι η ζωή. Σημαντικά πράγματα έχουν ήδη γίνει. Και ίσως να συνεχίσουν να γίνονται, με χαμηλότερη συχνότητα λογικά. Έχω αγαπήσει. Έχω θυμώσει. Έχω φύγει. Έχω μείνει παραπάνω από όσο έπρεπε και έχω φύγει από εκεί που ίσως άξιζε να περιμένω λίγο ακόμα. Έχω φοβηθεί. Έχω κάνει μαλακίες με πλήρη επίγνωση και άλλες με εξαιρετική άγνοια κινδύνου.

Έχω επίσης γελάσει πάρα πολύ. Αυτό θέλω να το θυμάσαι! Όχι μόνο τα βαριά.

Θέλω λοιπόν, αν μπορείς, να θυμάσαι ότι στα πενήντα σου υπήρχαν ακόμη πράγματα που σε έκαναν να ενθουσιάζεσαι σαν παιδί. Άνθρωποι που σε έκαναν να γελάς δυνατά. Κουβέντες που κράτησαν μέχρι το πρωί. Μουσικές. Βιβλία. Γάτες που θεωρούσαν το σπίτι δικό τους κι εσένα προσωπικό υπηρεσίας.

Και υπήρχε ακόμη περιέργεια.

Αυτό κυρίως.

Ελπίζω να μην την έχασες και να εξακολουθείς να ρωτάς "γιατί;". Βέβαια στα 75 θα ήθελα να ξέρεις καλύτερα πότε να σταματάς.

Ελπίζω να εξακολουθείς να θες να μαθαίνεις πράγματα που δεν σου χρησιμεύουν σε τίποτα.

Να βρίσκεις κάτι ενδιαφέρον και να χάνεσαι μέσα του.

Να δοκιμάζεις.

Να αλλάζεις γνώμη με θράσος. Είπα-ξείπα φάση. Ξέρεις εσύ...

Να μην έχεις γίνει από εκείνους που κάποτε ήθελαν να καταλάβουν τον κόσμο και μετά αρκέστηκαν στο "έτσι είναι".

Αν έχεις γίνει λίγο πιο αδιάφορη, σε καταλαβαίνω. Κουράζει η ζωή. Αλλά μακάρι να μην έχεις προλάβει να κουραστεί τόσο που να σταμάτησες να θυμώνεις έστω με τις αδικίες επειδή "Ε, τι να κάνουμε τώρα".

Να μη βάφτισες ωριμότητα την παραίτηση. Να μη σου έγινε το "Ωχουουου τώρα" τόσο βολικό που κατάπιε κι εκείνα που σε ένοιαζαν.

Και μιας και μιλάμε για ωριμότητα, σε παρακαλώ πες μου ότι επιτέλους έμαθες να μην κάνεις το κεφάλι σου καζάνι για τα πάντα.

Δεν ζητάω θαύματα τύπου να σταμάτησες να αναλύεις. Αυτό θα ήταν περίπου σαν να σταματήσει η γάτα να γλυκοκοιτάζει την κούτα. Αλλά ελπίζω να έμαθες ότι δεν χρειάζεται κάθε ερώτηση να έχει απάντηση. 

Ελπίζω επίσης να έπαψες λίγο να είσαι τόσο αυστηρή με σένα. Με εμένα δηλαδή. Γιατί μέχρι τα 50 έχουμε φάει πολύ ξύλο από τον εαυτό μας κυρίως. Κάπου ώπα.

Δεν το λέω σαν εκείνα τα χαζοχαρούμενα "να αγαπάς τον εαυτό σου" που πάντα μας έκαναν να βγάζουμε σπυριά. Λέω κάτι πιο απλό. Όταν κάνεις μια μαλακία να λες και καμιά φορά "ναι, αυτό ήταν βλακεία" και να συνεχίζεις τη μέρα σου. Να μη θεωρείς ότι κάθε κακή απόφαση είναι και δημοψήφισμα για την αξία σου ως ανθρώπου.

Και θέλω να σε ρωτήσω κάτι...

Στα εβδομήντα πέντε ακούς ακόμη τη φράση "γιατί δεν έφτιαξες τη ζωή σου"; Γιατί εάν την ακούς και δεν τους βρίζεις, θα απογοητευτώ πάρα πολύ.

Δεν ξέρω πόσους έχεις θάψει μέχρι τότε, μωρή φαρμακομούνα. Δεν ξέρω καν αν μέχρι τότε έχει παραμείνει ακόμη αστείο που το λέμε έτσι μεταξύ μας ή πλέον έχει σταματήσει να είναι. Αυτό είναι το σημείο που δυσκολεύομαι να συνεχίσω να γράφω...

Θα σου ευχηθώ όμως κάτι πιο ρεαλιστικό.

Να μην άφησες τον φόβο ότι θα χάσεις ανθρώπους να σε εμποδίσει να τους αγαπήσεις όσο ήταν εκεί.

Αν αγάπησες ξανά, και παίχτηκε μαλακία, ελπίζω να μην κατηγορείς τον εαυτό σου που ρίσκαρε.

Αν δεν αγάπησες, ελπίζω τουλάχιστον να μην ήταν επειδή φοβήθηκες.

Αν τα κατάφερες αυτά, θα το θεωρήσω μεγάλη μας νίκη και μπράβο μας γιατί να ξέρεις γι'αυτό πληρώνω τον ψυχοβγάλτη τόσο καιρο. Για να το παίζεις εσύ "Μαρία Αντουανέτα" στα 75.

Κι αν όμως τελικά εσύ, η μελλοντική μου εκδοχή, εξακολουθείς να φοβάσαι, μην ντρέπεσαι και μην στεναχωριέσαι. Εγώ σήμερα σε καταλαβαίνω. Αποδεικνύεται δύσκολη η αλλαγή.

Ιδανικά εύχομαι να έχεις ήδη καταφέρει, έστω μια φορά, κάτι πολύ πολύ δύσκολο σήμερα. Να πεις η ίδια στον εαυτό σου "Φοβάσαι. Το ξέρω. Το βλέπω. Αλλά δεν χρειάζεται πάντα να φεύγεις"  ...και να σε έχεις πιστέψει.

Α, και κάτι ακόμα.

Ελπίζω να είσαι ακόμα αστεία. Η χαρά των υπέργηρων.

Σε παρακαλώ. Αν ήταν να ξέρω ένα πράγμα θα ήθελα να ξέρω αυτό!

Αν έχεις γίνει σοφή και γλυκιά γριούλα που μιλάει μόνο με αποφθέγματα, θα έρθω από το παρελθόν και θα σου πετάξω τη μασέλα στην τουαλέτα!

Θέλω να μην σταματήσες να γελάς και να χαίρεσαι με απλά πράγματα.

Να είσαι ακόμα λίγο... Ό,τι να'ναι κι όπως λάχει και "τάχα μου και τι;".

Να έχεις ακόμη περίεργο χρώμα στα μαλλιά, εάν έχουν μείνει βέβαια μαλλιά δεν τα έχεις κάψει από τις βαφές. Αλλιώς μακάρι να έχεις λεφτά για περούκες burlesque τουλάχιστον!

Να λες μαλακίες σε κάθε ευκαιρία.

Να βρίζεις, χρειάζεται δε χρειάζεται.

Να βρίσκεις ακόμα αστείο τον εαυτό σου πρώτα απ'όλα.

Να μη σε έχει καταπιεί η σοβαρότητα. Η ζωή είναι ήδη πολύ σοβαρή από μόνη της. Δεν χρειάζεται κι εμάς πρίμο-σεγόντο.

Κι αν τώρα που διαβάζεις αυτό το γράμμα έχεις μετανιώσει για πράγματα και τα θυμάσαι ακόμη, άσ’ τα να πάνε στο διάολο. Τι σημασία έχουν;

Εγώ, η μετά στρογγυλοποίησης 50χρονη, σου δίνω άδεια.

Γιατί αυτή τη στιγμή κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ με όσα ξέρω, όσα αντέχω, όσα φοβάμαι και όσα θέλω. Ξέρω ήδη ότι κι εσύ κάνεις το ίδιο. Μπορεί να τα κάνουμε σκατά ουκ ολίγες φορές. Και;

Και αν στα εβδομήντα πέντε μπορείς να κοιτάξεις πίσω και να μου πεις ότι δεν πέρασες αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια περιμένοντας να συμβεί κάτι συγκεκριμένο που δεν συνέβη ποτέ και σε στοιχειώνει, τότε είμαστε οκ. 

Δεν θέλω να ξέρω ότι όλα πήγαν καλά. Δεν πάει έτσι. Ποτέ δεν πάνε όλα καλά.

Θέλω μόνο να μου πεις ότι ήσουν παρούσα όταν πήγαιναν και τα έζησες. Και πως όταν δεν πήγαιναν, ήσουν πάλι εκεί. Ζωντανή. Περίεργη. Λίγο ανάποδη. Και κατά προτίμηση ακόμα πεισματάρα, αντιδραστική και λίγο αδιόρθωτη.


Με αγάπη,

η Μαρία των σαράντα εννιά.

(που ακόμα δεν έχει ιδέα τι κάνει, αλλά τουλάχιστον έχει σταματήσει να θεωρεί ότι αυτό είναι απαραίτητα πρόβλημα.)


18 Οκτωβρίου 2026

Τι μπορεί να αποκαλύψει ένα κουμπί delete...

Φαντάσου ότι για μία ώρα αναλαμβάνεις να διαχειριστείς ένα διαδικτυακό φόρουμ.

Μπροστά σου περνούν σχόλια για ένα θέμα που διχάζει. Κάποια συμφωνούν με όσα πιστεύεις. Άλλα σε κάνουν να ανεβάζεις πίεση. Μερικά είναι προσβλητικά, κάποια απολύτως ευγενικά.

Εσύ αποφασίζεις ποια θα παραμείνουν και ποια θα εξαφανιστούν. Δεν σου υπαγορεύει κανείς τι να διαγράψεις. Έχεις απλώς ένα κουμπί: DELETE.

Πόσο σίγουρος είσαι ότι θα κρίνεις το ύφος ενός σχολίου και όχι το πόσο σε βολεύει η άποψη που εκφράζει;


Το πείραμα: τρεις φορές το ίδιο ερώτημα

Το 2020 δημοσιεύτηκε στο Journal of Experimental Social Psychology η εργασία "Censoring political opposition online: Who does it and why", της Ashwini Ashokkumar και επτά συνεργατών της.

Οι ερευνητές δεν αρκέστηκαν να ρωτήσουν τους ανθρώπους αν είναι υπέρ ή κατά της λογοκρισίας. Τους έβαλαν να αποφασίσουν οι ίδιοι τι θα διαγραφεί.

Σε τρεις μελέτες με συμμετέχοντες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ερευνητές δημιούργησαν μια προσομοίωση διαδικτυακού φόρουμ.

Αρχικά κατέγραψαν τις απόψεις των συμμετεχόντων για ζητήματα που προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις, όπως το δικαίωμα στην άμβλωση και η οπλοκατοχή. Εξέτασαν επίσης πόσο σημαντικές ήταν αυτές οι πεποιθήσεις για την προσωπική τους ταυτότητα.

Έπειτα από δύο εβδομάδες, τους κάλεσαν να συμμετάσχουν σε μια φαινομενικά άσχετη δραστηριότητα: να αξιολογήσουν σχόλια σε ένα υποτιθέμενο διαδικτυακό φόρουμ και να αποφασίσουν ποια έπρεπε να διαγραφούν. Οι συμμετέχοντες δηλαδή πίστευαν ότι βοηθούσαν να απομακρυνθεί ακατάλληλο περιεχόμενο.

Οι ερευνητές, από την άλλη, γνώριζαν ποια σχόλια συμφωνούσαν και ποια διαφωνούσαν με τις απόψεις κάθε συμμετέχοντα.

Και περίμεναν να δουν τι θα συμβεί.


Πρώτη μελέτη, 2017: όταν δεν μας αρέσει αυτό που διαβάζουμε

Στην πρώτη μελέτη, 223 άνθρωποι ολοκλήρωσαν και τις δύο φάσεις.

Το θέμα ήταν το δικαίωμα στην άμβλωση.

Οι συμμετέχοντες διάβασαν 40 σχόλια: 15 υπέρ, 15 κατά και 10 άσχετα με το θέμα. Για το καθένα έπρεπε να προτείνουν αν θα έμενε ή αν θα διαγραφόταν.

Το αποτέλεσμα: οι συμμετέχοντες επέλεξαν να διαγράψουν, κατά μέσο όρο, το 25,64% των σχολίων που εναντιώνονταν στη θέση τους και το 20,41% εκείνων που συμφωνούσαν μαζί τους.

Δεν πρόκειται για κάποια τεράστια διαφορά. Πρόκειται, όμως, για μια μετρήσιμη μεροληψία στην ίδια την πράξη της διαγραφής.

Επιπλέον, η τάση ήταν ισχυρότερη όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν ότι η θέση τους στο θέμα αποτελούσε κομμάτι της ταυτότητάς τους.


Δεύτερη μελέτη, 2019: δεν διαγράφουμε μόνο σχόλια

Οι ερευνητές επανέλαβαν τη διαδικασία με τελικό δείγμα 540 ανθρώπων, πάλι για το ζήτημα των αμβλώσεων.

Αυτή τη φορά χρησιμοποίησαν 28 σχόλια, μοιρασμένα συστηματικά σε σχόλια υπέρ και κατά της άμβλωσης, προσβλητικά και μη προσβλητικά.

Οι συμμετέχοντες πρότειναν τη διαγραφή του 32,40% των αντίθετων σχολίων, έναντι 20,64% των σχολίων που συμφωνούσαν με τις απόψεις τους.

Η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική.

Έπειτα ήρθε μια επιπλέον ερώτηση:

Θα έπρεπε να αποκλειστεί ολόκληρος ο χρήστης που έκανε τις αναρτήσεις;

Το 21,31% των συμμετεχόντων επέλεξε να αποκλείσει τον χρήστη με τις αντίθετες απόψεις, έναντι 15,41% για τον χρήστη με τις σύμφωνες.

Όμως η επιλεκτική διαγραφή δεν περιοριζόταν στα προσβλητικά σχόλια. Εμφανιζόταν ακόμη και όταν οι αντίθετες απόψεις διατυπώνονταν με ευγένεια. Με άλλα λόγια, σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν ήταν ο τρόπος με τον οποίο κάποιος μιλούσε.

Ήταν το γεγονός ότι διαφωνούσε!

Υπήρχε όμως μια ενδιαφέρουσα διαφορά.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσο περισσότερο οι συμμετέχοντες ταύτιζαν τις πεποιθήσεις τους με την προσωπική τους ταυτότητα, τόσο εντονότερη ήταν η τάση τους να διαγράφουν επιλεκτικά σχόλια που τις αμφισβητούσαν.

Αναρωτήθηκαν λοιπόν αν αυτή η ισχυρή ταύτιση θα τους έκανε και πιο πρόθυμους να αποκλείσουν ολόκληρους χρήστες από το φόρουμ.

Εδώ, όμως, η αντίστοιχη συσχέτιση δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Μια πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι ο αποκλεισμός ενός ανθρώπου θεωρείται πολύ πιο ακραία ενέργεια από τη διαγραφή ενός σχολίου. Δεν απέκλεισαν, ωστόσο, το ενδεχόμενο να υπάρχει μια μικρότερη συσχέτιση που η μελέτη δεν είχε επαρκή στατιστική ισχύ για να ανιχνεύσει.

Γιατί στην επιστήμη υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο "δεν βρήκαμε επαρκείς αποδείξεις ότι υπάρχει σχέση" και στο "αποδείξαμε ότι δεν υπάρχει σχέση".


Τρίτη μελέτη, 2020: μήπως απλώς έφταιγε το συγκεκριμένο θέμα;

Για να μη μείνουν σε ένα και μόνο πολιτικά και ηθικά φορτισμένο ζήτημα, οι ερευνητές άλλαξαν θέμα.

Η τρίτη μελέτη αφορούσε πλέον την οπλοκατοχή και τον έλεγχο των όπλων, με τελικό δείγμα 371 ανθρώπων.

Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν 28 σχόλια υπέρ ή κατά της οπλοκατοχής.

Οι ερευνητές χειρίστηκαν προσεκτικότερα και το ύφος: για τα ίδια επιχειρήματα είχαν ετοιμάσει προσβλητικές και μη προσβλητικές εκδοχές.

Τα ποσοστά διαγραφής ήταν 36,97% για τα αντίθετα σχόλια και 27,88% για τα σύμφωνα.

Η διαφορά παρέμεινε στατιστικά σημαντική. Και πάλι, η στενή σύνδεση μιας θέσης με την προσωπική ταυτότητα συσχετιζόταν με ισχυρότερη επιλεκτική διαγραφή.


Υπήρχε όμως και ένα αποτέλεσμα που δεν πρέπει να εξαφανίσουμε επειδή χαλάει την ωραία ιστορία: στην τρίτη μελέτη, η διαφορά ως προς τον αποκλεισμό ολόκληρων χρηστών δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Η τάση επιλεκτικής διαγραφής σχολίων επαναλήφθηκε, ο επιλεκτικός αποκλεισμός λογαριασμών όχι με την ίδια βεβαιότητα.


Πότε μια πεποίθηση γίνεται η ίδια μας η ταυτότητα;

Αυτό είναι το σημείο όπου οι τρεις μελέτες γίνονται ένα.

Οι ερευνητές εξέτασαν το identity fusion, τη σύντηξη δηλαδή της προσωπικής ταυτότητας με έναν σκοπό ή μια πεποίθηση.

Δεν είναι το ίδιο με το να έχεις μια ισχυρή γνώμη. Μπορείς φυσικά να πιστεύεις βαθιά σε κάτι, να το υπερασπίζεσαι με επιχειρήματα, ακόμη και να θυμώνεις όταν αμφισβητείται.

Στο identity fusion, ο άνθρωπος που διαφωνεί μαζί σου δεν αμφισβητεί απλώς ένα επιχείρημα. Μπορεί να νιώθεις ότι αμφισβητεί τις αξίες σου, την ομάδα στην οποία ανήκεις, ακόμη και την εικόνα που έχεις σχηματίσει για τον εαυτό σου. Δηλαδή έχεις ενσωματώσει τόσο πολύ μια θέση στην εικόνα του εαυτού σου ώστε η διαφωνία να μοιάζει με προσωπική απειλή.

Στη δεύτερη και την τρίτη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν και άλλα σχετικά χαρακτηριστικά, όπως τη βεβαιότητα για τις απόψεις, την ηθική πεποίθηση και την ταύτιση με τους ομοϊδεάτες.

Η επιλεκτική διαγραφή συσχετίστηκε με αρκετά από αυτά.

Δεν σημαίνει ότι βρέθηκε μια μοναδική αιτία της λογοκρισίας, οι συσχετίσεις δεν είναι απόδειξη αιτιότητας.

Αλλά... Όταν μια άποψη είναι σχεδόν συνώνυμη του "εγώ", η αντίθετη άποψη παύει εύκολα να είναι κάτι που εξετάζω και γίνεται κάτι που θέλω να απομακρύνω.

Σε αυτή την περίπτωση, πόσο ελεύθερα μπορούμε να σκεφτούμε, όταν μια πεποίθησή μας έχει γίνει τόσο σημαντική ώστε η αμφισβήτησή της να μοιάζει με προσωπική επίθεση;


Ο Φουκώ και ο φύλακας που δεν χρειάζεται να εμφανιστεί

Σχεδόν μισό αιώνα πριν από αυτή την έρευνα, ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault είχε ασχοληθεί με ένα διαφορετικό, αλλά συγγενικό πρόβλημα.

Το 1971 συνίδρυσε στη Γαλλία την Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές, που συγκέντρωνε και δημοσιοποιούσε μαρτυρίες για τις συνθήκες κράτησης. Τέσσερα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το βιβλίο "Επιτήρηση και Τιμωρία", στο οποίο εξέτασε πώς η πειθαρχία και η επιτήρηση λειτουργούν ως μηχανισμοί εξουσίας.

Για να αναπτύξει τη σκέψη του, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Πανοπτικού, ενός σχεδίου φυλακής που είχε προτείνει ο Jeremy Bentham.

Φαντάσου μια κυκλική φυλακή, με τα κελιά τοποθετημένα γύρω από έναν κεντρικό πύργο επιτήρησης. Ο κρατούμενος γνωρίζει ότι μπορεί να παρακολουθείται, αλλά δεν μπορεί να ξέρει αν κάποιος τον κοιτάζει τη συγκεκριμένη στιγμή.

Και αυτό είναι το ευφυές (και τρομακτικό) στοιχείο του σχεδιασμού.

Ο φύλακας δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς στον πύργο. Αρκεί ο κρατούμενος να πιστεύει ότι μπορεί να βρίσκεται εκεί. Έτσι, αρχίζει να ρυθμίζει μόνος του τη συμπεριφορά του, σαν να βρίσκεται υπό διαρκή παρακολούθηση.

Ο Φουκώ υποστήριξε ότι η λογική αυτή δεν περιορίζεται στις φυλακές. Μηχανισμοί πειθαρχίας και ελέγχου υπάρχουν στο σχολείο, στην εργασία, στους θεσμούς και στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις.

Η εξουσία, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, δεν χρειάζεται πάντοτε να επιβάλλεται με απειλές ή τιμωρίες. Μπορεί να λειτουργεί μέσα από κανόνες, συνήθειες και αντιλήψεις που οι άνθρωποι έχουν μάθει να θεωρούν αυτονόητες.

Κάποια στιγμή δεν χρειάζεται κανείς να μας υπενθυμίζει τι θεωρείται αποδεκτό.

Το υπενθυμίζουμε μόνοι μας στον εαυτό μας.

Και, ορισμένες φορές, αναλαμβάνουμε να το υπενθυμίζουμε και στους άλλους.

Φυσικά, οι τρεις μελέτες που παρουσιάσαμε δεν αποδεικνύουν τη θεωρία του Φουκώ. Δεν εξέτασαν ούτε τη θρησκεία ούτε την οικογενειακή ανατροφή ούτε τους κοινωνικούς θεσμούς που περιέγραφε.

Ο παραλληλισμός είναι φιλοσοφικός, αλλά μας οδηγεί σε ένα μεγάλο ερώτημα:

Μήπως μερικές φορές ο φύλακας δεν είναι κάποιος που βρίσκεται πάνω από εμάς, αλλά εμείς οι ίδιοι, όταν αναλαμβάνουμε να επιβάλουμε στους άλλους τη δική μας εκδοχή του αποδεκτού;


Από το "τι θα πει ο κόσμος" στο "διαγράψτε τον"

Η οικογένεια, η εκπαίδευση, η θρησκεία και η κοινωνική ζωή μεταδίδουν αξίες και κανόνες από γενιά σε γενιά. 

Αυτό δεν είναι από μόνο του κακό. Χωρίς κανόνες καμία κοινότητα δεν λειτουργεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια αξία γίνεται τόσο απρόσβλητη ώστε η αμφισβήτησή της να αντιμετωπίζεται περίπου ως ηθικό αδίκημα.

Και δεν χρειάζεται πάντοτε κάποιος να επιβάλει έναν κανόνα με τη βία.

Μερικές φορές αρκεί να μεγαλώσεις θεωρώντας ότι ο κανόνας αυτός είναι τόσο φυσικός, ώστε οποιαδήποτε αμφισβήτησή του μοιάζει αδιανόητη.

Και τότε δεν περιορίζεσαι στο να ακολουθείς τον κανόνα. Αρχίζεις να απαιτείς να τον ακολουθούν και οι άλλοι!

Η κοινωνική επιτήρηση παύει να είναι αποκλειστικό προνόμιο κάποιας αρχής. Μπορεί να ασκείται από ανθρώπους που θεωρούν ότι υπερασπίζονται το σωστό, το ηθικό ή το φυσιολογικό.

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτή η συμπεριφορά βρίσκει ένα εξαιρετικά εύχρηστο εργαλείο. Χωρίς κάγκελα, πύργοι ή δεσμοφύλακες.

Αρκούν ένα report, ένα block, μια διαγραφή ή μια οργανωμένη προσπάθεια κοινωνικής αποδοκιμασίας.

Πόσοι άνθρωποι περιόρισαν τις επιθυμίες τους, την προσωπικότητά τους, ακόμη και τις επαγγελματικές τους επιλογές, χωρίς ποτέ να τους απειλήσει κάποιος συγκεκριμένα;

Εκεί ακριβώς η επιτήρηση αποκτά κοινωνική διάσταση. Δεν χρειάζεται ένας παντοδύναμος φύλακας. Υπάρχουν πολλοί μικροί φύλακες γύρω μας, που επιτηρούν ο ένας τον άλλον.

Σκέψου τώρα. Κάποτε η κοινωνική πίεση χωρούσε σε λίγες λέξεις όπως "Τι θα πει ο κόσμος". Σήμερα χωράει σε ένα κλικ.

Δεν είναι μόνο ο αλγόριθμος που επηρεάζει τι βλέπουμε και τι λέμε. 

Είναι και η προσδοκία της αντίδρασης των άλλων.

Μάλιστα, αυτό συνδέεται με ένα πραγματικό και μελετημένο κοινωνιοψυχολογικό φαινόμενο: τη σπείρα της σιωπής (spiral of silence).

Σε έρευνα του Pew Research Center το 2014 ήταν δημοσκόπηση 1.801 ενηλίκων για την προθυμία να συζητήσουν τις αποκαλύψεις Snowden σχετικά με την κρατική παρακολούθηση, οι συμμετέχοντες δήλωναν μικρότερη προθυμία να εκφράσουν τη γνώμη τους όταν πίστευαν ότι οι άλλοι διαφωνούσαν μαζί τους. Δεν καταγράφηκε άμεσα η συμπεριφορά τους σε κάθε τέτοια συζήτηση. Το φαινόμενο παρατηρήθηκε τόσο διαδικτυακά όσο και εκτός διαδικτύου. 

Η κοινωνική κριτική δεν είναι αυτομάτως λογοκρισία, βέβαια. 

Κάποιος που αμφισβητεί μια άποψη ασκεί κι εκείνος την ελευθερία του. 

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η διαφωνία αντικαθίσταται από την απαίτηση συμμόρφωσης και την απειλή κοινωνικού αποκλεισμού.

Και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε κοινωνική αξία είναι κατασκευασμένη αποκλειστικά για να υπηρετεί κάποια εξουσία. Χρειάζεται να εξετάζουμε ποιος την καθιέρωσε, πώς αναπαράγεται, ποιον προστατεύει και ποιον περιορίζει.

Η κριτική μιας άποψης, επίσης, δεν συνιστά φίμωση. Άλλο να αντιπαρατίθεσαι σε ένα επιχείρημα και άλλο να αποφασίζεις ότι δεν πρέπει να ακουστεί.

Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που φωτίζουν οι μελέτες:

Όταν αποκτάμε εξουσία πάνω στην ορατότητα των άλλων, καταφέρνουμε να ξεχωρίσουμε την πραγματικά επιβλαβή συμπεριφορά από την απλή διαφωνία;

Και το μικροσκόπιο γυρίζει προς τα εμάς.

Οι μελέτες δεν λένε ότι όλοι είμαστε λογοκριτές. Δεν προβλέπουν τι θα κάνουμε σε κάθε πραγματικό διαδικτυακό καβγά. Εξετάζουν συγκεκριμένα δείγματα Αμερικανών και μια προσομοιωμένη θέση διαχειριστή.

Δείχνουν όμως κάτι σταθερό σε αυτά τα πειραματικά περιβάλλοντα. 

Κατά μέσο όρο οι άνθρωποι ήταν πιο πρόθυμοι να εξαφανίσουν σχόλια που αμφισβητούσαν τις θέσεις τους.

Αν μας έδιναν ένα κουμπί με το οποίο θα μπορούσαμε να εξαφανίσουμε από μια δημόσια συζήτηση μια άποψη που μας εξοργίζει, θα υπερασπιζόμασταν το δικαίωμα του άλλου να την εκφράσει; Ή θα βρίσκαμε έναν πολύ αξιοπρεπή λόγο για να πατήσουμε "delete";

Η πιο απαιτητική μορφή ελευθερίας δεν είναι να υπερασπίζεσαι το δικαίωμά σου να μιλάς. Αλλά το δικαίωμα του άλλου να διαφωνεί μαζί σου.

Όχι όμως άνευ όρων.

Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι άδεια για απειλές, στοχοποίηση, παρενόχληση ή υποκίνηση βίας. Ούτε σημαίνει ότι όλες οι απόψεις είναι εξίσου έγκυρες ή επιστημονικά τεκμηριωμένες.

Σημαίνει ότι η διαφωνία, όσο δυσάρεστη κι αν μας είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει τη φίμωση κάποιου.

Γιατί οι κανόνες μιας ελεύθερης κοινωνίας οφείλουν να προστατεύουν τους ανθρώπους και τη δυνατότητα του διαλόγου, όχι τις πεποιθήσεις μας από την αμφισβήτηση.

Και τελικά... Πόσες από τις πεποιθήσεις που υπερασπιζόμαστε ως δικές μας τις έχουμε πραγματικά εξετάσει;

Φοβάμαι ότι όσο πιο αυτονόητη θεωρούμε μια πεποίθηση, τόσο λιγότερους λόγους αισθανόμαστε ότι έχουμε να την εξετάσουμε.

Σκέψου λίγο.

Από παιδιά μαθαίνουμε τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι ηθικό και τι ανήθικο, τι θεωρείται φυσιολογικό, αξιοπρεπές, αποδεκτό. Η οικογένεια, το σχολείο, η θρησκεία, η κοινωνική μας ομάδα μάς δίνουν ένα ολόκληρο σύστημα ερμηνείας του κόσμου, πολύ πριν αποκτήσουμε την ικανότητα να το αξιολογήσουμε κριτικά.

Και αργότερα, όταν αποκτούμε αυτή την ικανότητα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τη χρησιμοποιούμε.

Γιατί;

Επειδή η αμφισβήτηση μιας πεποίθησης μπορεί να έχει κόστος. Μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με την οικογένειά μας, την κοινωνική μας ομάδα ή την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας.

Και μερικές φορές είναι ευκολότερο να υπερασπιστούμε μια βεβαιότητα παρά να εξετάσουμε πώς την αποκτήσαμε.

Το ότι μια πεποίθηση είναι κοινωνικά κληρονομημένη δεν σημαίνει ότι είναι λανθασμένη. Ούτε ότι δεν μπορεί να γίνει πραγματικά δική μας. Το ζήτημα είναι αν μπορούμε να την υπερασπιστούμε με λόγους που κατανοούμε, αν γνωρίζουμε τα επιχειρήματα εναντίον της και, κυρίως, αν είμαστε διατεθειμένοι να την αναθεωρήσουμε όταν προκύψουν σοβαρές αντίθετες ενδείξεις.

Γιατί μπορεί να έχεις περάσει ολόκληρη τη ζωή σου υπερασπιζόμενος μια πεποίθηση, χωρίς να έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν την επέλεξες πραγματικά.


Πηγές

1. Ashokkumar, A. et al. (2020). Censoring political opposition online: Who does it and why. Journal of Experimental Social Psychology, 91, 104031.

Πλήρες επιστημονικό άρθρο (PDF):

https://www.sanaztalaifar.com/_files/ugd/ce993c_e2e6e18862e847df9687fb59455cafa3.pdf

2. Ανοιχτή σελίδα της ίδιας δημοσίευσης στο PubMed Central:

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7415017/

3. Open Science Framework — συμπληρωματικό ερευνητικό υλικό και ερωτηματολόγια:

https://osf.io/4jtwk/

4. Stanford Encyclopedia of Philosophy — Michel Foucault.

Ακαδημαϊκή παρουσίαση της θεωρίας της πειθαρχικής εξουσίας, ειδικότερα στην ενότητα «History of the Prison»:

https://plato.stanford.edu/entries/foucault/

5. Institut Mémoires de l’édition contemporaine — Groupe d'information sur les prisons (GIP).

Αρχειακή τεκμηρίωση της ίδρυσης και της δράσης της ομάδας το 1971:

https://www.imec-archives.com/archives/fonds/159GIP

6. Pew Research Center (2014) — Social Media and the ‘Spiral of Silence’.

https://www.pewresearch.org/internet/2014/08/26/social-media-and-the-spiral-of-silence/

16 Οκτωβρίου 2026

Μου αρέσει αυτή η λέξη.

Αρόδο.

Έχει κάτι από αναμονή, αλλά όχι από εκείνη τη μίζερη αναμονή που κοιτάς το ρολόι και περιμένεις να αρχίσει κάτι.

Δεν περιμένω να αρχίσει τίποτα.

Έχει αρχίσει προ πολλού.

Έχουν γίνει πράγματα, έχουν τελειώσει, έχουν έρθει κι έχουν φύγει ανθρωποι, έχουν έρθει άλλοι που θα φύγουν κι αυτοί (ή εγώ), έχουν αλλάξει γνώμες, σχέδια, επιθυμίες, αντοχές και ανοχές εκατό φορές μέχρι τώρα.

Δεν είμαι σε πρόλογο πια. Είμαι μέσα στο ίδιο το έργο ήδη αρκετό καιρό.

Και τώρα εδώ, στα πενήντα, σκέφτομαι ότι δεν έχω καμία ανάγκη πια να ζω σαν να πρέπει οπωσδήποτε να φτάσω κάπου μόνο και μόνο για να "δέσω". Να πω "εδώ είμαστε". Γιατί ποτέ δεν είμαστε πουθενά. Βολοδέρνουμε στο χώρο και στο χρόνο "για όσο...".

Δεν ξέρω ποιος έβγαλε αυτή τη μαλακία ότι η ζωή μοιάζει με πλοίο που ψάχνει λιμάνι. Λες και όλο το νόημα είναι να πιάσεις κάβο και να πεις, ωραία, φτάσαμε.

Εγώ δεν είμαι και τόσο σίγουρη ότι θέλω να φτάσω πουθενά πια. Μου αρέσει να μπορώ να πλησιάζω και ταυτόχρονα να μπορώ να μένω λίγο πιο έξω. Να βλέπω την ακτή αλλά να ξέρω ότι μπορώ να φύγω. Αυτό είναι το αρόδο για μένα.

Όχι αστάθεια. Το αρόδο είναι σταθερό.

Όχι φόβος. Φτάνει με τους φόβους. Κουράστηκα. 

Χώρος...!

Χώρος ανάμεσα σε μένα και σε οτιδήποτε θα μπορούσε να με περιορίσει περισσότερο απ’ όσο θέλω.

Άνθρωποι.

Ρόλοι.

Σχέδια και βεβαιότητες.

Δεν θέλω να κάνω πράγματα για να νιώθω ότι έχω θέση. Έχω θέση. Η θέση μου είναι όπου στέκομαι καθε φορά, αρκεί να με γεμίζει.

Και ξέρω ότι ακούγεται λίγο σαν να το έγραψε κάποια που μόλις αγόρασε κερί σανταλόξυλου και ξεκίνησε γιόγκα, αλλά τι να κάνουμε... Αυτό μου βγαίνει τώρα, θα το φάτε στη μάπα.

Δεν θέλω να βρεθώ κάπου μόνο και μόνο επειδή είναι γνώριμα. Και κυρίως δεν θέλω να κρατήσω έναν κάβο επειδή φοβάμαι μήπως αργότερα δεν βρω άλλον.

Οπότε ναι.

Αρόδο.

Να πλησιάζω όταν το αισθάνομαι. Να απομακρύνομαι όταν το χρειάζομαι.

Γιατί η σύνδεση δεν είναι υποχρέωση. Συμβαίνει απλά και όμορφα. Και όποιος προσπαθησει να την εξασφαλίσει, κινδυνεύει να τη χαλάσει.

Και όσο κι αν δεν μας αρέσει, αν κάτι τελειώσει σημαίνει ότι έκανε τον κύκλο του και πάει... Μπορεί να ήταν ωραίο. Μπορεί να ήταν άσχημο. Μπορεί να ήταν και τα δύο, όπως συνήθως συμβαίνει με οτιδήποτε ανθρώπινο.

Αλλά δεν χρειάζεται κάθε αναχώρηση να έχει ένοχο. Ούτε η κάθε παραμονή να παίρνει παράσημο. Μερικές φορές μένεις επειδή σου κάνει, φεύγεις επειδή δεν σου κάνει πια, αναπροσαρμόζεις, άντε τα κανεις και λίγο μπουδρέλο έτσι για την πουτανιά και τέλος.

Χωρίς εξεταστική επιτροπή και εσωτερικό δικαστήριο που να πρέπει να αποδείξεις ότι η προβλήτα ήταν σαθρή. Και μια χαρά να ήταν η προβλήτα, μπορεί απλώς εσύ να μην ήθελες να δέσεις. Και αυτό επίσης είναι μια χαρά απάντηση.

Ίσως αυτό να είναι τελικά που μου αρέσει τόσο στη λέξη.

Το αρόδο δεν είναι χαμένο. Δεν είναι εγκαταλελειμμένο, ούτε έτοιμο να βουλιάξει.

Είναι κάπου αρκετά κοντά ώστε να μη χάνει την επαφή με την ακτή και αρκετά μακριά ώστε να αναπνέει.

Προς το παρόν, με βολεύει και που ξέρει κανείς, δεν αποκλείεται τελικά να αποδειχθεί ότι αυτό είναι το δικό μου "φτάσαμε".


14 Οκτωβρίου 2026

Χωρίς να το επιδιώξω έφτασα σε ένα σημείο που από το μηδέν, οι απορίες μου έγιναν τόσες, που έπαψαν να είναι απορίες πια. Έγιναν παράσιτα ραδιοφώνου που δεν πιάνει πια τίποτα καθαρά, μόνο χρατς χρουτς μέχρι να πω άντε γαμηθείτε όλες μαζί. Το κλείνω το ρημάδι και τραγουδάω μόνη μου καλύτερα.

Στην αρχή, δεν θα πω ψέματα, έχω τη γνωστή μανία κατανόησης. Ξεχαρβαλώνω λέξεις, ξαναπαίζω κουβέντες, αλλάζω γωνία θέασης, ψάχνω συμφραζόμενα. Παίρνω μια πρόταση, την ανοίγω στα δύο, μετά στα τέσσερα, μετά πιάνω τα κατσαβίδια και σε dt βρίσκομαι με δεκαεπτά κομμάτια πάνω στο τραπέζι και μια ανεξήγητη πεποίθηση ότι κάπου εκεί μέσα υπάρχει μια απάντηση.

Και μετά...

Μετά έρχεται η υπέροχη στιγμή της πνευματικής χρεοκοπίας αλαμπρατσέτα με το αγαπημένο μου επιφώνημα.

Ωωωχουουουου...

Δεν μπορώ.

Δεν κατάλαβα τίποτα.

Δεν βρήκα ούτε μία απάντηση στα ερωτήματα που μου δημιουργήθηκαν και τώρα οι απαντήσεις έπαψαν να αξίζουν την ενέργεια που χρειάζεται για να τις βρω.

Ό,τι ειπώθηκε, οκ.

Ό,τι δεν ειπώθηκε, επίσης οκ.

Ό,τι μπερδεύτηκε, ας μείνει μπερδεμένο.

Με μια λέξη, κορεσμός...

Η στιγμή που το κεφάλι μου, μετά από πολλές ώρες υπερωρίας, κατεβάζει ρολά και βάζει ένα χειρόγραφο χαρτί στην πόρτα.

"Το τμήμα ερμηνείων θα παραμείνει κλειστό επ' αόριστον."

Αν κάτι είναι σημαντικό, θα ειπωθεί, θα μείνει, θα ξεκαθαρίσει.

Κι αν πάλι δεν ειπωθεί τίποτα, δε θα πεθάνω κιόλας.

Και αυτό, για άνθρωπο σαν εμένα, είναι σχεδόν επαναστατική πράξη.

Να αντέχω να μη βρω απάντηση... Και να συνεχίζω τη μέρα μου.

Σαν να ήμουνα σε μια βάρκα και ο έτερος βαρκαριζόμενος (ωραίο, ε;), θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ότι μπορεί να μπάσει νερά, ότι η θάλασσα είναι βαθιά, μαύρη, άραχνη και επικίνδυνη, ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να βουλιάξουμε και ότι κυρίως ανησυχεί μήπως βραχώ εγώ γιατί εκείνος είναι αδιάβροχος, αλεξίσφαιρος, αβάδιστος κι αβίαστος!

Πριν ένα χρόνο θα είχα ήδη αρπάξει κουβά, σωσίβιο, φακό και εργαλειοθήκη και θα έψαχνα γονατιστή να βρω από πού μπαίνουν τα νερά.

Τώρα όχι.

Σήμερα φοράω το σωσίβιό μου, κάθομαι αναπαυτικά και αγναντεύω τη θέα.

Αν μπάζει, ας μπάζει.

Δεν είναι καν δική μου η γαμημένη η βάρκα. Μια βαρκάδα ήθελα να κάνω και φάνηκε ωραία ιδέα να νοικιάσω μια με κάποιον άλλον που ήθελε ακριβώς το ίδιο. Να έχουμε να λέμε και μια κουβέντα της προκοπής όσο ρεμβάζουμε. 

Καθόλου κακό. Για να μην πω απολύτως βολικό.

Αν είναι να μας βγει από τη μύτη μια βαρκάδα όμως... 

Δεν πα' να βουλιάξει...

Στα παπάρια μου. 

Ξέρω κολύμπι.


12 Οκτωβρίου 2026

Σήμερα δεν ήταν από τις συνηθισμένες μερες που ξέρω ακριβώς τι μου συμβαίνει. Που ανάθεμα κι αν ξέρω και ποτέ μου δηλαδή...

Που όταν βλέπω το συναίσθημα να έρχεται (όπως λέει και ο ψυχοβγάλτης μου), αναγνωρίζω από πού ήρθε, του βρίσκω θέση, αιτία, μηχανισμό, πιθανές παρενέργειες και, αν μου δώσεις άλλα δέκα λεπτά, βρίσκω και ολόκληρη βιβλιογραφία.

Σήμερα ήταν από τις άλλες μέρες...

Αυτές που κάτι μου φταίει αλλά δεν ξέρω απολύτως τίποτα.
Ξέρω μόνο ότι κάτι μέσα μου ενοχλεί περισσότερο απο τις άλλες μέρες. Ότι θέλω κάτι πολύ και ταυτόχρονα σκέφτομαι μήπως πρέπει να εξαφανιστώ εντελώς ακριβώς επειδή το θέλησα.
Κι αυτό με εκνευρίζει αφάνταστα.
Όχι μόνο επειδή δυσκολεύομαι. Αλλά επειδή γίνομαι παράλογη, το καταλαβαίνω και δεν είμαι ικανή να το διορθώσω.

Είναι τρομερά εκνευριστικό να βλέπεις τον εγκέφαλό σου να σκέφτεται μαλακίες σε πραγματικό χρόνο και να μην μπορείς να τον σταματήσεις, γαμώ το κεφάλι μου!
Δεν υπάρχει καβγάς, πίεση, κακή συμπεριφορά, απαίτηση, κάποια συγκεκριμένη πράξη που πρέπει να διευθετηθεί.

Αυτό που εντοπίζω επιφανειακά είναι ότι είμαι πολύ πιο ευάλωτη απ’ όσο με βολεύει. Μετά τρομάζω από τον ίδιο μου τον εαυτό (ναι γίνεται αυτό!) και μετά ο μηχανισμός μου λέει "φύγε από παντού για να τελειώνουμε, δεν είσαι για τίποτα". Εκεί είναι όλη η φασαρία αυτή τη στιγμή. Τσακώνομαι με τον εαυτό μου, με απλά λόγια!!

Και το κακό είναι ότι επειδή ο αντίπαλος είμαι εγώ, ξέρω ακριβώς πού να βαρέσω και να πονέσει.
"Α, καλά", σκέφτομαι. "Να, τώρα υπερβάλλω"
Και συνεχίζω να υπερβάλλω!
"Αυτό που σκέφτομαι δεν προκύπτει από πουθενά"
Και συνεχίζω να ορκίζομαι ότι ετσι έχουν τα πράγματα! 
Και σε πέντε λεπτά έχω φανταστεί πως εγκαταλείπω ανθρώπους, δουλειά, χώρα και πιθανώς το ηλιακό σύστημα.
Και επειδή και οι δύο φωνές είναι δικές μου, καμία δεν μπορεί να απορριφθεί εύκολα. Πόσο περισσότερο να μπερδευτώ πια;!

Το πρόβλημα που μου είναι αρκετά ξεκάθαρο πια είναι ότι μέσα στο έντονο συναίσθημα δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ.
Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω ή να σωπάσω.
Να πλησιάσω ή να απομακρυνθώ.
Να ζητήσω αυτό που χρειάζομαι ή να περιμένω να περάσει το κύμα γιατί μπορεί να έχω αλλάξει γνώμη τότε.
Να εμπιστευτώ αυτό που αισθάνομαι ή να το αντιμετωπίσω σαν ύποπτο δείγμα από το διάστημα που θέλει επανέλεγχο;
Και μέσα σε όλα, παλεύω να μην μετατρέψω ένα αποκλειστικά δικό μου εσωτερικό θέμα σε "άρα είμαι προβληματική" που το έχω και εύκολο.

Προς το παρόν ξέρω μόνο ότι έχω ένα συναίσθημα που δεν ξέρω πού να το βάλω.
Ναι ξέρω... Κι εγώ σκέφτηκα να το βάλω στον κώλο μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιο θα έλυνε το παραμικρό...

Και τότε κάνω κάτι που με εξαντλεί ακόμη περισσότερο...
Προσπαθώ μέσα στη φουρτούνα να καταλάβω τι αισθάνομαι.
Γιατί το αισθάνομαι.
Τι σημαίνει για τους άλλους και εάν τους ταλαιπωρεί, ενώ δεν φταίνε σε κάτι. 
Τι σημαίνει για μένα.
Και τι πρέπει να κάνω, τέλος πάντων!

Όλα αυτά ενώ το control room του εγκεφάλου μου έχει πάρει φωτιά και ο υπεύθυνος ασφαλείας τρέχει με έναν κουβά, δεξιά αριστερά και με βρίζει για τις φωτιές που άναψα.

Ο ψυχοβγάλτης μου, αυτός ο δύστυχος που ακούει τις παλαβομάρες μου επί αμοιβή, μου είχε πει κατι που χρειάστηκε να το γράψω για να ανατρέχω σ' αυτό όταν παθαίνω... Υπερφόρτωση.

"Νομίζω ότι αδικείς τον εαυτό σου με το "δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ".
Μέσα στο συναίσθημα, ναι,  χάνεσαι, όπως όλοι μας.
Στη συμπεριφορά όμως, δεν χάνεσαι σχεδόν ποτέ.
Δεν δημιουργείς σκηνικά.
Δεν κάνεις υπερβολές.
Δεν τιμώρεις αθώους.
Πας σπίτι, κάνεις τα δικά σου και μετά έρχεσαι εδώ και προσπαθείς να ξεχωρίσεις τι είναι πραγματικό και τι είναι κύμα που περνάει. Αυτό είναι ήδη ρύθμιση, απλώς από μέσα εσύ μπορείς να δεις τι χάος επικρατεί. 

Αυτό που σε εκνευρίζει περισσότερο, νομίζω, είναι ότι είσαι συνηθισμένη να μπορείς να παρατηρείς τον εαυτό σου και να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει. Και ξαφνικά έρχεται μια μέρα που η ίδια μηχανή που συνήθως αναλύει καλά, αρχίζει να παράγει δεκαεπτά αντικρουόμενα πορίσματα την ώρα.

Δεν χάνεις τη λογική σου όμως.
Χάνεις την εμπιστοσύνη σου στην ίδια σου την ερμηνεία.

Κακώς όμως προσπαθείς ταυτόχρονα να νιώσεις, να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό που νιώθεις και να αποφασίσεις τι πρέπει να κάνεις γι’ αυτό. Τρία πράγματα μαζί, είναι πολλά για οποιονδήποτε. Όχι μόνο για εσένα.

Εδώ χρειάζεσαι κανόνες από τη νηφάλια Μαρία προς τη συναισθηματικά μεθυσμένη Μαρία, αν μου επιτρέπεις την έκφραση. 

Κάποιους τόσο απλούς ώστε να μην απαιτεί σοφία και μάλιστα που τους έχεις πει εσύ η ίδια κατα καιρούς εδω μέσα, ως κανόνες:
  • Το συναίσθημα το πιστεύω ως πληροφορία σκέτο, όχι αυτομάτως ως συμπέρασμα για κάτι άλλο. 
  • Δεν παίρνω αποφάσεις πάνω στο συναισθηματικό κύμα. Και κυρίως δεν βγάζω καμία ετυμηγορία.
  • Λέω τι χρειάζομαι, αν μπορώ, σε όσο μικρή δόση αντέχω. Αν δεν μπορώ να το ζητήσω καθόλου, θα βρω έναν τρόπο το λύσω διαφορετικά. 
  • Σίγουρα όμως, θα περιμένω μέχρι να ξαναβρώ λίγο την ισορροπία μου και μετά, όταν πέσει η ένταση, θα αναρωτηθώ εάν αυτό εξακολουθεί να μου φαίνεται έτσι όπως μου φαίνεται, και τότε είναι η ώρα για αποφάσεις.
Και υπάρχει κάτι που θέλω πολύ να κρατήσεις. Δεν χρειάζεται να καταλαβαίνεις το συναίσθημα όσο το ζεις. Δεν είναι εξετάσεις που πρέπει να δώσεις σωστή απάντηση επιτόπου. Μπορείς να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις τι διάολο σημαίνει αυτό και ότι θα το λύσεις αργότερα εάν έχεις όρεξη και διάθεση.

Δεν χρειάζεται να βρεις αμέσως λύση. Δεν χρειάζεται! Χρειάζεται μόνο να μην κάνεις κάτι που θα μετανιώσεις μέχρι να ξαναβρείς τα πατήματα σου."

Έκεί κάνω το λάθος πάλι σήμερα.
Δεν χρειάζεται να καταλάβω τα πάντα την ώρα που τα αισθάνομαι.
Δεν χρειάζεται κάθε συναίσθημα να μετατραπεί σε δράση.
Μπορώ να φοβάμαι χωρίς να φεύγω.
Να δυσκολεύομαι χωρίς να κρύβομαι.
Να θέλω χωρίς να με κατηγορώ.
Να χρειάζομαι χωρίς να ντρέπομαι.
Ξέρω ότι όλα αυτά τα μπορώ! Τα τηρώ συχνά με μια σχετική πειθαρχία.

Μπορώ όμως να μην ξέρω τι μου συμβαίνει και απλά να νιώθω πολλά αντικρουόμενα πράγματα;
Αυτό μου φαίνεται το πιο δύσκολο απ’ όλα.
Να μην ξέρω τι μου συμβαίνει;! Ουουουουου εδώ έχουμε θέμα.

Με τη βοήθεια του ψυχοβγάλτη, έχω μάθει κάτι για μένα.
Όταν το συναίσθημα είναι πολύ δυνατό, δεν ξεφεύγω από τη λογική όπως φοβόμουν.
Ξεφεύγω από την απόσταση που χρειάζομαι για να τη χρησιμοποιήσω. Κι αυτό είναι που με μπερδεύει. Ότι το βλέπω ξεκάθαρα ότι είμαι παράλογη αλλά δεν μπορώ να γίνω λογική. Και μετά εκνευρίζομαι και από πάνω!

Αλλά ο στόχος δεν είναι να γίνω αμέσως λογική. Ο στόχος είναι να κάνω την λιγότερη δυνατή ζημιά (γιατί είμαι και ζημιάρα...) μέχρι να επανέλθω. Γιατί θα επανέλθω. Απλά είναι θέμα χρόνου.
Και μετά ίσως ξανακοιτάξω αυτό που συνέβη και να δω τότε εάν χρειάζεται να κάνω κάτι.
Να βλέπω ολόκληρη την εικόνα και όχι μόνο το σημείο που με πονάει. Κι αν τότε εξακολουθώ να θέλω να κάνω οτιδήποτε... Ε, ας το κάνω.

Μέχρι τότε όμως, ένα πράγμα μόνο:
Δεν χρειάζεται να προσπαθώ να συναρμολόγησω τον εαυτό μου όταν νιώθω σκόρπια ασύνδετα κομμάτια.
Χρειάζεται απλώς να τον έχω από κοντά μέχρι να μπορέσω πάλι να τον καταλάβω. 
Στην τελική. Μόνο αυτόν έχω, έτσι δεν είναι;

Update No 1 (που ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που μίλησα!):

- Είμαι πολύ ιδιότροπη και δεν μου αρέσει γιατί νομίζω ότι θα καταλήξω να μην μιλάω σε άνθρωπο. Και όσο κι αν δεν μου φαίνεται, μου αρέσει να επικοινωνώ. Λύστο εάν μπορείς!

"Χαχα, ναι, είσαι ιδιότροπη, αλλά γιατί το λες με αρνητικό πρόσημο; Είσαι ιδιότροπη με την καθημερινή έννοια. Όχι δύσκολος άνθρωπος υπό την έννοια του κακότροπου. Αυτό δεν είσαι. 

Είσαι επιλεκτική στο ποιον, πόσο και υπό ποιες συνθήκες αντέχεις να βάλεις κοντά σου. Οκ. Τα οριά σου είναι στενά; Ναι. Και; Ακόμα υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι μέσα σε αυτά τα όρια που απολαμβάνεις την παρέα τους κι αυτοί τη δική σου. Άρα τα όρια δεν σε ενοχλούν, αλλιώς θα τα ξεχείλωνες. Κάτι άλλο σε ενοχλεί.

Δεν έχεις μεγάλη ανάγκη για κοινωνικότητα εάν είναι να θυσιάσεις κάτι γι'αυτό. Δηλαδη δεν σου αρκεί εύκολα η παρέα απλώς για να έχεις παρέα. Θέλεις συγκεκριμένο είδος επαφής. Π.χ. στοχασμό, χιούμορ, οικειότητα, ελευθερία, έστω λίγο βάθος και να μη χρειάζεται να παίζεις ρόλο. Αυτό από μόνο του κόβει πολλους ανθρώπους χωρίς να έχουν κάνει τίποτα κακό. Ούτε εσύ όμως κάνεις κάτι κακό.

Για ποιό πράγμα κατηγορείς ακριβώς τον εαυτό σου σήμερα; Για τα στάνταρ σου; Για αυτά που απολαμβάνεις; Ούτε αυτό μου φαινεται για κάτι που θα μπορούσε να σε ενοχλήσει. Αλλιώς θα είχες χρησιμοποιήσει ήδη κάποια από τις επιλογές που έχεις εφεδρεία από το παρελθόν. Κάνω λάθος; Διόρθωσέ με.

Έχεις επίσης μεγάλη ανάγκη αυτονομίας. Αυτό από έξω, όντως μπορεί να φαίνεται ιδιοτροπία. Από μέσα όμως είναι κυρίως υπερβολικός έλεγχος της έκθεσής σου. Γνωστό θέμα. Καμία έκπληξη όμως ικανή να πυροδοτήσει τη σημερινή μας συζήτηση. Και ισχύει και το αντίστροφο. Ούτε εσύ θέλεις να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς κανενός είδους υποχρέωση στον άλλον. Άρα αυτό γιατί να ενοχλεί οποιονδήποτε; Άρα πάει κι αυτό. Ε;

Μήπως μπερδεύεις με ιδιοτροπία την πολύ μικρή ανοχή στο δήθεν; Στους ανθρώπους, στις κουβέντες, στις σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι στην επικοινωνία σου θέλεις να υπάρχει κάτι ειλικρινές. Αλλιώς γρήγορα λες "άσε, καλύτερα μόνη μου στο σπίτι μου". Εκεί απορρίπτονται ακόμη περισσότεροι.
Οκ. Και;
Ποιος θέλει δήθεν τύπους κοντά του; Ακόμα κι αυτοί που εν γνώσει τους έχουν τέτοιους ανθρώπους γύρω τους, το κάνουν για άλλους λόγους και όχι γιατί τους προτιμούν. Άρα κι αυτό αποκλείεται να είναι κάτι που θα ήθελες να κάνεις σκόντο.
Διόρθωνέ με εάν ακούσεις κάτι λάθος, Ε;

Εκεί που όντως θα έλεγα ότι μια "ιδιοτροπία" εμφανίζεται και σε δυσκολεύει, με την δική σου ερμηνεία της λέξης την λίγο αρνητική, είναι όταν ενεργοποιείσαι συναισθηματικά. Κυρίως από θυμό, λύπη ή φόβο. Ε;

Ααα, εδώ είμαστε... Τώρα μάλιστα! Το ξέρω αυτό το βλέμμα. Χρειάζεται να συνεχίσω;

Οκ. Θα συνεχίσω.

Συναίσθημα ανεβαίνει λοιπόν, Μαρία αποσυντονίζεται και σταμάτα να είναι το ίδιο ευέλικτη.

Γιατί στην προσπάθεια σου να ισορροπήσεις το συναισθηματικό μπαλαντζάρισμα που κανείς χρειάζεσαι να πιαστείς από κάτι σταθερο.
Και τι πιο σταθερό από κάτι απόλυτο!
Αλλά έλα που αυτό το άσπρο-μαύρο για εσένα είναι ζόρικο για την ιδιοσυγκρασία σου. Και κάπου εκεί ανάμεσα στο όλα ή τίποτα, συνήθως επιλέγεις το σταθερό... Τίποτα.

Να σταματήσω;
"..."
Οχι. Οκ...

Ξέρεις ότι το να ζητάς από τον εαυτό σου να έχει ανάγκες μόνο υπό συνθήκες πλήρους αξιοπρέπειας, ελέγχου και μηδενικού κινδύνου είναι παράλογο.
Και όπως επίσης έχεις βιώσει ήδη (εξού και οι τόσες πολλές οχυρώσεις που έχεις βάλει) η ζωή και οι ανθρώπινες σχέσεις δεν βγαίνουν με τέτοια εγγύηση.

Οπότε, διαλέγεις το τίποτα που όπως και να το κάνουμε είναι πιο σίγουρο από το ρίσκο να πληγωθείς ξανά.
Μηδέν επιθυμίες.
Μηδέν στόχοι.
Μηδέν προσδοκίες.
Μηδέν αποτυχία.
Μηδέν απογοήτευση
Να βγει η μέρα δηλαδή και να έρθει η επόμενη όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα. Το θυμάσαι που μου το είπες αυτό μόλις πριν 2-3 εβδομάδες;

Προτιμάς το τίποτα αρκεί να μην πληγωθείς ξανά. Αλλά εδώ και λίγο καιρό ανακαλύπτεις σιγά σιγά ότι, ασφαλές ναι μεν το τίποτα, αλλά δεν σου αρέσει. Και γιατί να σου αρέσει δηλαδή. Τι κοινό έχεις εσύ με το τίποτα; Εσύ είσαι τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα που το τίποτα είναι... Τι να πω...; Αδιανόητο. Για έναν τόσο πληθωρικό άνθρωπο. Αδιανόητο, ειλικρινά...

Είσαι σίγουρα καλά; Τι σκέφτεσαι;
"..."
Ναι, μαλακία...
Θέλεις να σταματήσω;
"..."
Οκ.
Αυτό που θα σου πω και θα σταματήσω όμως γιατί δεν θέλω να σε πιέσω άλλο, είναι ότι δεν είσαι ούτε παράλογη, ούτε ιδιότροπη, ούτε ανισόρροπη, ούτε τίποτα από όλα αυτά που έχεις κατηγορήσει τον εαυτό σου κατά καιρούς.
Όλη αυτή η άμυνα δημιουργήθηκε για υπαρκτό σοβαρό λόγο και με απολύτως λογικο σκοπό.
Τον εξυπηρέτησε το σκοπό. Και τώρα πρέπει να μειωθεί. Γιατί γιγαντώθηκε και τώρα σε δυσκολεύει, σε μειώνει και εμποδίζει την εξέλιξή σου.
Είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά και από την αλλη... δεν μπορείς πια να ξε-δεις τη "μαλακία" που είδες.

Και οοολα αυτά, όταν είσαι κουρασμένη ή φορτισμένη, βγαίνουν μπροστά ταυτόχρονα. Και μετά αισθάνεσαι εσφαλμένα ότι είσαι πολύ ιδιότροπο πλάσμα, όπως σου καρφώθηκε σήμερα.
Ενώ αυτό που πραγματικά συνέβη, από αυτά που μου είπες σήμερα, είναι ότι εκεί που σιγά σιγά "τσιμέντωνες" ανέμελη όρια, ξαφνικά κοίταξες απ'έξω από το τοίχος και φοβήθηκες ότι...;
Θύμωσες που...;
Λυπήθηκες γιατί...;
Τι αισθάνθηκες;

Να το θέμα της επόμενης συνάντησής μας.
Πάρε τον χρόνο σου και κλάψε όσο έχεις ανάγκη, αλλά σκέψου το...

Γιατί είσαι πλέον έτοιμη για το παρακάτω.

Update No 2:

…Φοβάμαι ότι κάποια μέρα θα έχω θωρακιστεί τόσο καλά για να μην πονέσω, που δεν θα καταφέρνει κανείς να με πλησιάσει.

...Θυμώνω πολύ που μου είναι τόσο δύσκολο να το αλλάξω.

...Λυπάμαι που παγιδεύτηκα μόνη μου έτσι.

10 Οκτωβρίου 2026

Πόσο "καλοί" άνθρωποι είμαστε όταν δεν μας κοιτάζει κανείς; 

Η λέξη "τσίπα" έχει κάτι πολύ λαϊκό μέσα της. Δεν ακούγεται σαν έννοια που θα συζητούσαν επί ώρες τέσσερις φιλόσοφοι μπροστά σε ένα τζάκι. Ακούγεται σαν λέξη που θα εκσφενδόνιζε η γιαγιά σου ενώ σε έβλεπε να βγαίνεις για μπαρότσαρκα επιεικώς ημίγυμνη:

- Μα δεν έχεις καθόλου τσίπα πάνω σου;

Και όλοι θα καταλάβαιναν περίπου τι εννοεί, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουν τον Καντ. Πράγμα εξαιρετικά βολικό, διότι ο Καντ δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί ενώ σε βρίζει η γιαγιά σου.

Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, η λέξη προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική "τσίπα", πιθανότατα σλαβικής προέλευσης, και είχε κυριολεκτικές σημασίες όπως πέπλο, τσεμπέρι, λεπτός υμένας ή πέτσα. Σε διάφορα τοπικά ιδιώματα συναντάται με συγγενικές αλλά όχι ταυτόσημες σημασίες. Στη Λευκάδα, για παράδειγμα, δηλώνει κεφαλομάντηλο, ενώ αλλού μπορεί να σημαίνει υμένα, κρούστα ή πέτσα.

Η γοητευτική εξήγηση ότι ο "ξετσίπωτος" είναι εκείνος που δεν έχει δέρμα (άρα δεν διαθέτει το προστατευτικό στρώμα της ηθικής) κυκλοφορεί ευρέως, αλλά δεν είναι τόσο ετυμολογικά βέβαιη όσο ακούγεται. Εξίσου εύλογη είναι η σύνδεση με το κάλυμμα του κεφαλιού. Η ξετσίπωτη ήταν η ακάλυπτη, εκείνη που είχε πετάξει το πέπλο της κοινωνικής σεμνότητας. Οι λέξεις, όπως και οι άνθρωποι, αποκτούν στην πορεία περισσότερες ιστορίες απ’ όσες μπορούν πάντοτε να αποδείξουν.

Σήμερα, πάντως, όταν λέμε ότι κάποιος δεν έχει τσίπα, δεν εννοούμε ότι έχασε το τσεμπέρι του. Εννοούμε ότι του λείπει η αιδώς, η συναίσθηση του ορίου, η ικανότητα να νιώσει πως αυτό που κάνει δεν είναι απλώς αντιπαθητικό ή απρεπές, αλλά θίγει κάτι έξω από τον ίδιο.

Και εδώ η τσίπα συναντά την ηθική. Δεν ταυτίζεται όμως μαζί της.


  • Η τσίπα δεν είναι απλώς ντροπή

Η ντροπή είναι ένα κοινωνικό συναίσθημα. Προϋποθέτει, πραγματικό ή φανταστικό, ένα βλέμμα στραμμένο επάνω μας. Ντρεπόμαστε επειδή εκτεθήκαμε, επειδή παραβήκαμε έναν κανόνα, επειδή κινδυνεύουμε να χάσουμε την αποδοχή της ομάδας. Το πρόβλημα είναι ότι οι κανόνες της ομάδας δεν είναι υποχρεωτικά ηθικοί. Υπήρξαν κοινωνίες στις οποίες ντροπή ήταν να μείνει μια γυναίκα ασκέπαστη, αλλά όχι να μην έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της. Άλλες θεωρούσαν ατιμωτική τη σχέση με άνθρωπο διαφορετικής φυλής, όχι όμως τον ίδιο τον ρατσισμό. Η κοινωνία διαθέτει μεγάλη ικανότητα να ντύνει την αδικία με τα καλά της και να τη βγάζει Κυριακή στην εκκλησία.

Γι’ αυτό χρειάζεται να διακρίνουμε την τσίπα ως φόβο κοινωνικής κατακραυγής από την τσίπα ως ηθική αυτοεπίγνωση.

Η ψυχολογική έρευνα διαχωρίζει επίσης τη ντροπή από την ενοχή. Χοντρικά, η ενοχή λέει "έκανα κάτι κακό", ενώ η ντροπή λέει "είμαι κακός". Η πρώτη μπορεί να μας ωθήσει να ζητήσουμε συγγνώμη, να επανορθώσουμε και να αλλάξουμε συμπεριφορά. Η δεύτερη συχνά στρέφεται εναντίον ολόκληρου του εαυτού και μπορεί να οδηγήσει σε κρύψιμο, άρνηση, μετατόπιση της ευθύνης ή επιθετικότητα. Δεν είναι λοιπόν κάθε ντροπή ηθικά χρήσιμη ούτε η δημόσια διαπόμπευση εργοστάσιο καλύτερων ανθρώπων. Συχνά είναι απλώς εργοστάσιο καλύτερων ψεμάτων.

Η χρήσιμη τσίπα δεν είναι το τι θα πει ο κόσμος. Είναι το τι προκάλεσα στον άλλο και τι οφείλω να κάνω τώρα που το βλέπω.


  • Ωραία. Και τι είναι ηθικό;

Γιατί όλοι συμφωνούμε ότι θέλουμε το καλό, μέχρι να χρειαστεί να συμφωνήσουμε τι διάολο είναι.

  • Ο Αριστοτέλης κοίταξε κυρίως τον χαρακτήρα: δεν αρκεί μία σωστή πράξη. Σημασία έχει τι άνθρωπος γίνεσαι μέσα από τις επαναλαμβανόμενες επιλογές σου. 
  • Ο Χιουμ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο ηθικό συναίσθημα και στη συμπάθεια προς τους άλλους. 
  • Ο Καντ έβαλε στο κέντρο το καθήκον, τον ορθό λόγο και την απαίτηση να μην αντιμετωπίζουμε ποτέ τον άνθρωπο απλώς ως μέσο. 
  • Ο Μιλ κοίταξε τις συνέπειες: η πράξη κρίνεται από την ευτυχία ή τη δυστυχία που παράγει.

Με δυο λόγια: 

  • ο ένας σε ρωτά, τι άνθρωπος γίνεσαι; 
  • ο άλλος, από ποια αρχή πράττεις; 
  • και ο τρίτος, τι προκάλεσες;
Εμείς, φυσικά, προτιμάμε συνήθως την τέταρτη σχολή: 

- Πώς θα αποδείξω ότι εγώ δεν φταίω;

Οι θεωρίες αυτές δεν συμφωνούν πάντα. Ένα ψέμα μπορεί να παραβιάζει έναν κανόνα αλλά να σώσει μια ζωή. Μια πράξη μπορεί να ωφελεί τους πολλούς και να συνθλίβει έναν αθώο. Μια καλή πρόθεση μπορεί να προκαλέσει καταστροφή, ενώ μια ιδιοτελής πράξη μπορεί κατά τύχη να έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα. Η ηθική δεν γίνεται δύσκολη μόνο επειδή υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Γίνεται δύσκολη επειδή μερικές φορές συγκρούονται δύο πραγματικά αγαθά: η ελευθερία με την ασφάλεια, η αλήθεια με την προστασία, η δικαιοσύνη με την επιείκεια.

Το ότι οι κοινωνίες διαφωνούν δεν αποδεικνύει πως όλες οι ηθικές κρίσεις είναι απλώς θέμα γούστου, σαν να συζητάμε αν είναι καλύτερο το παγωτό φιστίκι ή σοκολάτα. Αποδεικνύει όμως ότι χρειάζεται να αιτιολογούμε τις βεβαιότητές μας. Το «έτσι συνηθίζεται εδώ» περιγράφει ένα έθιμο· δεν το δικαιώνει. Και το «πάντα έτσι γινόταν» είναι ιστορική πληροφορία, όχι ηθικό επιχείρημα. Πάντα γίνονταν και σφαγές. Δεν τις κάνει παράδοση προς διατήρηση.


  • Το συγκλονιστικό νέο! Όλοι θεωρούμε τον εαυτό μας καλό!

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξυπνούν το πρωί, χαϊδεύουν τη γάτα τους και σκέφτονται "Μουχαχα Σήμερα θα είμαι το κάθαρμα της ιστορίας". Ακόμη και όταν κάνουμε κάτι άδικο, διαθέτουμε μια θαυμαστή εσωτερική υπηρεσία δημοσίων σχέσεων που αναλαμβάνει αμέσως τη διαχείριση της κρίσης.

Δεν είπα ψέματα —> προστάτευσα κάποιον.

Δεν αδιαφόρησα —> δεν ήθελα να ανακατευτώ.

Δεν εκμεταλλεύτηκα τον άλλον —> κοίταξα το συμφέρον μου, όπως κάνουν όλοι.

Δεν είμαι ρατσιστής —> απλώς λέω τα πράγματα όπως είναι.

Δεν έκανα τίποτα —> και αυτή ακριβώς είναι, συχνά, η πιο βολική μας υπεράσπιση.

Σε μελέτη των Ben Tappin και Ryan McKay, οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν τον εαυτό τους ως ηθικότερο από τον μέσο άνθρωπο, και αυτή η ηθική ανωτερότητα ήταν ισχυρότερη από την αντίστοιχη υπερεκτίμηση σε χαρακτηριστικά όπως η κοινωνικότητα και η ικανότητα. 

Δεν πιστεύουμε απλώς ότι είμαστε καλοί. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους σε έναν τομέα στον οποίο δεν υπάρχει καν αντικειμενικό κοντέρ. Μαθηματικά, βέβαια, δεν γίνεται να είμαστε όλοι πάνω από τον μέσο όρο. Η αλαζονεία όμως δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα καλή στα μαθηματικά.

Και μετά έρχεται η "ηθική αδειοδότηση": Επειδή κάναμε κάτι καλό ή επειδή επιβεβαιώσαμε μέσα μας ότι είμαστε από τους σωστούς, αισθανόμαστε ότι αποκτήσαμε λίγη πίστωση για την επόμενη μικρή μας αθλιότητα. Έδωσα χρήματα σε φιλοζωική, άρα μπορώ να φερθώ σαν σκουπίδι στον υπάλληλο. Υποστηρίζω δημοσίως τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρα δεν χρειάζεται να εξετάσω πώς φέρομαι στον άνθρωπο που έχω μπροστά μου. Έκανα like στη σωστή ανάρτηση, παρακαλώ να ενημερωθεί το ηθικό μου μητρώο.

Η σχετική μετα-ανάλυση βρίσκει υπαρκτό αλλά όχι τεράστιο αποτέλεσμα και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις μελέτες. Δηλαδή η ηθική αδειοδότηση δεν είναι φυσικός νόμος ούτε συμβαίνει σε όλους. Είναι όμως ένας από τους τρόπους με τους οποίους η καλή εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας μπορεί να γίνει άλλοθι αντί για κίνητρο.


  • Η ηθική μας αλλάζει όταν αλλάζει το περιβάλλον 

Η κοινωνική ψυχολογία έχει δείξει ότι η συμπεριφορά δεν ξεπηδά αυτούσια από κάποιον αμετάβλητο χαρακτήρα. Επηρεάζεται από την αυθεντία, την ομάδα, τους θεσμούς, τη γλώσσα με την οποία περιγράφεται μια πράξη και την απόσταση από τις συνέπειές της.

Για χρόνια το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ παρουσιαζόταν ως η δραματική απόδειξη ότι, αν δώσεις σε συνηθισμένους ανθρώπους μια στολή και λίγη εξουσία, το τέρας μέσα τους θα ζητήσει αμέσως απλήρωτες υπερωρίες. Μόνο που το πείραμα είχε σοβαρότατα προβλήματα. 

  • Οι "φύλακες" δεν αφέθηκαν απλώς να αντιδράσουν αυθόρμητα, αλλά δέχθηκαν καθοδήγηση για τον ρόλο που περίμεναν οι ερευνητές να παίξουν, 
  • ο ίδιος ο Ζιμπάρντο συμμετείχε ενεργά ως διευθυντής της υποτιθέμενης φυλακής, 
  • η συλλογή και παρουσίαση των δεδομένων ήταν επιλεκτική
  • και οι συμμετέχοντες γνώριζαν αρκετά ώστε να προσπαθούν να υπηρετήσουν το σενάριο της έρευνας. 
Το πείραμα παραμένει χρήσιμο, αλλά κυρίως ως μάθημα για το πώς μια καταπληκτική ιστορία μπορεί να επιβιώσει επί δεκαετίες με επιστημονικό μουστάκι και λευκή μπλούζα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνθήκες δεν επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε ένα κακοστημένο πείραμα για να το αποδείξουμε.

Οι μελέτες υπακοής του Στάνλεϊ Μίλγκραμ προσφέρουν πιο σοβαρά (αν και επίσης αμφιλεγόμενα και δεοντολογικά προβληματικά) δεδομένα. Στη γνωστότερη συνθήκη, το 65% των συμμετεχόντων έφτασε έως τον διακόπτη των 450 volt, πιστεύοντας ότι χορηγούσε ολοένα ισχυρότερα ηλεκτροσόκ σε άλλον άνθρωπο. Δεν το έκαναν, όμως, ατάραχοι. Πολλοί παρουσίασαν έντονη δυσφορία, διαμαρτυρήθηκαν, αμφισβήτησαν τον πειραματιστή ή προσπάθησαν να σταματήσουν. Η υπακοή άλλαζε θεαματικά όταν άλλαζαν οι συνθήκες.

  • Η εγγύτητα του "θύματος", 
  • η φυσική παρουσία και το κύρος της αυθεντίας, 
  • καθώς και η στάση των υπόλοιπων συμμετεχόντων.

Το ενδιαφέρον συμπέρασμα δεν είναι ότι ο άνθρωπος στερείται ηθικής και υπακούει σαν κουρδιστό ανθρωπάκι. Είναι ότι η αυθεντία μπορεί να του προσφέρει μια άλλη ηθική αφήγηση. Ας πούμε "δεν βασανίζεις έναν άνθρωπο, βοηθάς την επιστήμη", "δεν ευθύνεσαι εσύ, την ευθύνη την αναλαμβάνω εγώ", "δεν αποφασίζεις, απλώς εκτελείς τη διαδικασία". Η βλάβη παραμένει ίδια, αλλά αλλάζει η περιγραφή της. Και καμιά φορά αυτό αρκεί.

Δεν κάνουμε το κακό μόνο όταν παύουμε να ξεχωρίζουμε το σωστό από το λάθος. Μπορούμε να το κάνουμε και όταν πειστούμε ότι το λάθος υπηρετεί κάτι ανώτερο.


  • Δεν έκανα τίποτα σας λέω!

Η ηθική μας έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στην αδράνεια. Τείνουμε να κρίνουμε αυστηρότερα τη βλάβη που προκαλείται από μια πράξη από μια ισοδύναμη ή ακόμη μεγαλύτερη βλάβη που προκαλείται επειδή δεν κάναμε τίποτα. Η τάση αυτή ονομάζεται omission bias, μεροληψία της παράλειψης.

Η αδράνεια μάς φαίνεται καθαρότερη επειδή δεν αφήνει δακτυλικά αποτυπώματα. Αν δεν πάτησα εγώ το κουμπί, αν δεν υπέγραψα εγώ την απόφαση, αν απλώς κοίταξα αλλού, μπορώ ευκολότερα να αφαιρέσω τον εαυτό μου από την ιστορία. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, δεν ενδιαφέρεται για το βιογραφικό της συνείδησής μας. Μερικές φορές η απραξία έχει συνέπειες εξίσου συγκεκριμένες με την πράξη.

Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για κάθε δυστυχία του πλανήτη. Η ευθύνη εξαρτάται από το τι γνώριζε, τι μπορούσε πράγματι να κάνει, πόσο προβλέψιμη ήταν η βλάβη, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι κόστος θα είχε η παρέμβασή του. Διαφορετικά θα καταλήγαμε όλοι ηθικά ένοχοι επειδή, την ώρα που πλέναμε τα πιάτα, δεν λύναμε ταυτόχρονα τον λιμό και τρεις πολέμους. Κάπου να υπάρχει και μια λογική... Δεν είμαστε πολυμίξερ.

Υπάρχει όμως ένα ενοχλητικό σημείο. Όσο περισσότεροι είναι παρόντες, τόσο ευκολότερα διαχέεται η ευθύνη. Κάποιος άλλος θα κάνει κάτι... Υπάρχουν αρμόδιοι... Δεν είναι δική μου δουλειά... Η κλασική έρευνα για το φαινόμενο του αμέτοχου παρατηρητή έδειξε ακριβώς αυτή τη δύναμη της διάχυσης της ευθύνης. Η παρουσία των άλλων δεν μας κινητοποιεί πάντοτε, μπορεί να μας προσφέρει το πλήθος μέσα στο οποίο θα κρυφτούμε.

Η απουσία πράξης, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αθωότητας. Μερικές φορές είναι αυτοσυγκράτηση. Μερικές φορές αδυναμία. Μερικές φορές άγνοια. Και μερικές φορές είναι συμμετοχή με πολιτικά ρούχα.


  • Η άγνοια δεν είναι πάντα αθώα, αλλά ούτε πάντα ένοχη

Το διαδίκτυο μάς έδωσε πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες απ’ όσες μπορεί να επεξεργαστεί ένας ανθρώπινος εγκέφαλος και, για να μη βαριόμαστε, τις ανακάτεψε με ψέματα, προπαγάνδα, διαφημίσεις, βίντεο με υπότιτλο "οι επιστήμονες έμειναν άφωνοι" και τον ξάδελφο κάποιου που "τα έχει ψάξει αυτά".

Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τα πάντα. Ούτε κάθε άγνοια αποτελεί ηθικό ελάττωμα. 

Υπάρχει όμως κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιστημική ευθύνη. Η ευθύνη δηλαδή που έχουμε για τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζουμε, ελέγχουμε και διατηρούμε τις πεποιθήσεις μας.

Όσο μεγαλύτερες είναι οι συνέπειες μιας πεποίθησής μας για τους άλλους, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωσή μας να ελέγξουμε αν αυτή η πεποίθηση στέκει.

Ή απλούστερα:

Όταν πιστεύεις κάτι, ειδικά κάτι που επηρεάζει άλλους ανθρώπους, έχεις κάποια ευθύνη να αναρωτηθείς αν έχεις καλούς λόγους να το πιστεύεις.

Δεν χρειάζεται να έχεις διδακτορικό στη μετανάστευση για να εκφέρεις άποψη. Αν όμως ζητάς πολιτικές που θα καθορίσουν αν άλλοι άνθρωποι θα ζήσουν, θα φυλακιστούν ή θα απελαθούν, το "έτσι άκουσα" είναι κάπως φτωχό θεμέλιο. Αν διαδίδεις ιατρικούς ισχυρισμούς που επηρεάζουν αποφάσεις υγείας, δεν σε αθωώνει το γεγονός ότι τους βρήκες γραμμένους με κεφαλαία και δεκαεπτά θαυμαστικά.

Η άγνοια δεν είναι πάντοτε επιλογή. Η βεβαιότητα μέσα στην άγνοια, όμως, είναι.


  • Υπάρχει αντικειμενική ηθική;

Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό στη φιλοσοφία. 

Ο ηθικός ρεαλισμός υποστηρίζει, σε γενικές γραμμές, ότι ορισμένες ηθικές προτάσεις μπορεί να είναι αληθείς ανεξάρτητα από τις προσωπικές ή πολιτισμικές μας προτιμήσεις.

Ο ηθικός σχετικισμός συνδέει την αλήθεια ή τη δικαιολόγηση των κρίσεων περισσότερο με το εκάστοτε κοινωνικό ή πολιτισμικό πλαίσιο. 

Ανάμεσά τους υπάρχει μια ολόκληρη ζούγκλα θέσεων, διότι οι φιλόσοφοι επίσης κλέφτες θα γίνουν; Πρέπει κάπως να βγάζουν το ψωμί τους. 

Δεν ξέρω αν υπάρχει ένας αντικειμενικός κανόνας ικανός να λύσει κάθε πιθανό δίλημμα.

Δυσπιστώ έντονα πάντως, απέναντι στην ιδέα ότι δεν μπορούμε να πούμε τίποτε παραπάνω πέρα από το "ο καθένας έχει τη γνώμη του" εάν η γνώμη του επηρεάζει την ζωή άλλων. 

Αν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσαμε να καταδικάσουμε καμία δουλεία, γενοκτονία ή θεσμοθετημένη κακοποίηση εφόσον ήταν αποδεκτή από την κοινωνία που τη διέπραττε.

 Η απλή ύπαρξη ενός εθίμου θα αποτελούσε και την ηθική του δικαίωση. Ευτυχώς, το "έτσι γινόταν τότε" μπορεί να εξηγήσει μια πράξη, δεν υποχρεούται και να τη συγχωρήσει.

Ίσως να μπορούμε να υπερασπιστούμε τουλάχιστον το εξής ελάχιστο:

  • Ο πόνος του άλλου δεν παύει να μετρά επειδή δεν είναι δικός μας 
  • Η διαφορετικότητά του δεν τον μετατρέπει σε εργαλείο 
  • Η δύναμή μας δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα 
  • και η παράδοση, η εντολή ή το προσωπικό μας συμφέρον δεν αρκούν από μόνα τους για να δικαιολογήσουν μια βλάβη.

Δεν είναι ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα. Είναι περισσότερο ένα κατώφλι. Και πολλοί δυστυχώς σκοντάφτουν ήδη πριν μπουν.


  • Πώς μετριέται, λοιπόν, η τσίπα;

Όχι από το πόσο συχνά λες ότι είσαι καλός άνθρωπος. Αυτό είναι διαφήμιση, όχι μέτρηση.

Όχι από το αν τηρείς τους κοινωνικούς τύπους. Μπορείς να λες "παρακαλώ" και "ευχαριστώ" ενώ καταστρέφεις ζωές με savoir vivre.

Όχι μόνο από τις προθέσεις. Οι προθέσεις έχουν σημασία, αλλά οι άλλοι αναγκάζονται να ζήσουν κυρίως με τα αποτελέσματά τους.

Και όχι από το αν απέφυγες προσωπικά τη βρομοδουλειά. Η ηθική δεν διαθέτει υπηρεσία πλυντηρίου όπου παραδίδεις την ευθύνη σε τρίτους και την παραλαμβάνεις ατσαλάκωτη.

Ίσως η τσίπα να φαίνεται στις ερωτήσεις που δεχόμαστε να κάνουμε στον εαυτό μας:

  • Ποιος πληρώνει για τη δική μου άνεση;
  • Θα θεωρούσα δίκαιη αυτή την πράξη αν βρισκόμουν στην άλλη πλευρά της;
  • Θα την έκανα αν κανείς δεν επρόκειτο να το μάθει;
  • Θα την υπερασπιζόμουν αν την έκανε ο πολιτικός, η ομάδα ή ο άνθρωπος που αντιπαθώ;
  • Μήπως ονομάζω ουδετερότητα αυτό που στην πράξη προστατεύει τον ισχυρότερο;
  • Και, κυρίως, τι θα μπορούσε να με πείσει ότι κάνω λάθος;

Τσίπα δεν είναι να φοβάσαι μήπως σε πουν ανήθικο. Ούτε να συμμορφώνεσαι με μια κοινωνία που μπορεί να είναι η ίδια βαθιά άδικη. 

Είναι η ικανότητα να αφήνεις τη ζωή του άλλου να μπει στον υπολογισμό σου, ακόμη κι όταν σε ξεβολεύει. Να βλέπεις τη βλάβη πίσω από την ωραία δικαιολογία, την προσωπική συμμετοχή, πίσω από το "όλοι το ίδιο κάνουν" και την ευθύνη πίσω από το "εγώ δεν έκανα τίποτα".

Τσίπα, τελικά, δεν είναι να έχεις καθαρή συνείδηση. Καθαρή συνείδηση διαθέτουν συχνά και άνθρωποι που δεν την έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ.

Τσίπα είναι να αντέχεις να τη λερώνεις με δύσκολες ερωτήσεις.


Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση:

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής — λήμμα «τσίπα», Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CE%B1&dq=

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Moral Realism

https://plato.stanford.edu/entries/moral-realism/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Moral Relativism

https://plato.stanford.edu/entries/moral-relativism/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Virtue Ethics
https://plato.stanford.edu/entries/ethics-virtue/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Deontological Ethics

https://plato.stanford.edu/entries/ethics-deontological/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Consequentialism

https://plato.stanford.edu/entries/consequentialism/

  • Tangney, Stuewig & Mashek (2007), “Moral Emotions and Moral Behavior”

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3083636/

  • Tappin & McKay (2017), “The Illusion of Moral Superiority”

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC5641986/

  • Blanken, van de Ven & Zeelenberg (2015), “A Meta-Analytic Review of Moral Licensing”

https://doi.org/10.1177/0146167215572134

  • Le Texier (2019), “Debunking the Stanford Prison Experiment”

https://doi.org/10.1037/amp0000401

  • Haslam, Reicher & Van Bavel (2019), “Rethinking the Nature of Cruelty: The Role of Identity Leadership in the Stanford Prison Experiment”

https://doi.org/10.1037/amp0000443

  • Milgram (1963), “Behavioral Study of Obedience”

https://doi.org/10.1037/h0040525

  • Haslam, Loughnan & Perry (2014), “Meta-Milgram: An Empirical Synthesis of the Obedience Experiments”

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3976349/

  • Ritov & Baron (1990), “Reluctance to Vaccinate: Omission Bias and Ambiguity”

https://doi.org/10.1002/bdm.3960030404

  • Baron & Ritov (2004), “Omission Bias, Individual Differences, and Normality”

https://doi.org/10.1016/j.obhdp.2004.03.003

  • Darley & Latané (1968), “Bystander Intervention in Emergencies: Diffusion of Responsibility”

https://doi.org/10.1037/h0025589


Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes