Μην κάνεις αυτή τη συζήτηση ακόμη
Για χρόνια πίστευα κι εγώ ότι αυτό είναι το ώριμο. Το λένε και αρκετοί ψυχοβγάλτες. "Εάν σε ενοχλεί κάτι πες το. Μην το κρατάς. Δεν κάνει..."
Μέχρι που άρχισα να παρατηρώ κάτι παράξενο...
Οι περισσότερες δύσκολες συζητήσεις που έκανα μετά από έναν θυμό δεν οδηγούσαν σε μεγαλύτερη κατανόηση. Οδηγούσαν σε μεγαλύτερη απόσταση και σε υπογλώσσια νέα κοπέλα, κρίμα...
Όχι επειδή ο άλλος δεν με άκουγε. Που δεν άκουγε κι αυτός, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα τώρα. Επειδή, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, ούτε εγώ άκουγα πραγματικά. Περίμενα απλώς τη σειρά μου να μιλήσω. Να πω το δίκιο που με έπνιγε.
Νόμιζα ότι πήγαινα για διάλογο, αλλά στην πραγματικότητα πήγαινα για να αποδείξω ότι είχα δίκιο. Και μετά έπαιρνα το δίκιο μου και το έβαζα στον κώλο μου.
Κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι για να έχει νόημα μια δύσκολη συζήτηση, χρειάζομαι πρώτα μια εσωτερική προϋπόθεση.
Να μπορώ να αμφισβητήσω το δίκιο μου.
Όχι να πιστεύω ότι κάνω λάθος και να συμφωνήσω εκ των προτέρων με τον άλλον. Αλλά να υπάρχει μέσα μου η πιθανότητα ότι ενδέχεται να υπάρχει κάτι που δεν έχω δει ακόμη. Ότι μπορεί εγώ η αλάθητη να έχω κάνει λάθος!
Και αυτό είναι πολύ δύσκολο. Γιατί όταν πονάμε, ο εγκέφαλος δεν δίνει προτεραιότητα στην κατανόηση. Δίνει προτεραιότητα στην προστασία. Και η βεβαιότητα ότι έχουμε απόλυτο δίκιο είναι μια μορφή ασφάλειας. Μας προστατεύει από την αβεβαιότητα. Από το ενδεχόμενο να χρειαστεί να αναθεωρήσουμε. Από την πιθανότητα να έχουμε παρεξηγήσει κάτι ή να έχουμε συμβάλει έστω και λίγο στο πρόβλημα. Γι' αυτό και είναι τόσο δύσκολο να ακούσουμε πραγματικά όταν νιώθουμε πληγωμένοι.
Αλλά εάν έχω ήδη αποφασίσει ότι έχω απόλυτο δίκιο, τότε γιατί κάνω τη συζήτηση; Για να καταλάβω; Όχι, φυσικά. Για να πείσω και τον άλλον. Αλλά όταν ο σκοπός είναι να πείσω, δεν κάνω διάλογο. Κάνω αγόρευση.
Η συζήτηση αποκτά νόημα μόνο όταν με ενδιαφέρει πραγματικά να καταλάβω πώς έφτασε ο άλλος σε αυτό που σκέφτηκε.
Τι είδε εκείνος που εγώ δεν είδα.
Τι φοβήθηκε.
Τι κατάλαβε.
Τι ερμήνευσε.
Ίσως στο τέλος να εξακολουθήσω να πιστεύω ότι έκανε λάθος. Και πολύ πιθανόν γιατί όπως είπαμε είναι και αλάθητη.
Αλλά αν δεν με ενδιαφέρει καν η διαδρομή που τον οδήγησε εκεί, τότε δεν αναζητώ εξήγηση. Αναζητώ επιβεβαίωση. Και αυτές είναι δύο τελείως διαφορετικές ανάγκες.
Από τότε προσπαθώ να κάνω κάτι που στην αρχή μου φαινόταν παράλογο.
Όταν νιώθω ότι έχω απόλυτο δίκιο, δεν ανοίγω τη συζήτηση.
Περιμένω...
Όχι μέχρι να σταματήσω να είμαι θυμωμένη. Ούτε μέχρι να πάψω να πονάω.
Περιμένω μέχρι να μπορώ να κάνω μία μόνο ερώτηση στον εαυτό μου:
Γιατί θες να κάνεις αυτή τη συζήτηση; Είσαι πρόθυμη να ακούσεις μια απάντηση που ίσως δεν σου αρέσει;
Αν η απάντηση είναι:
Για να τον βάλω στη θέση του.
Για να του αποδείξω ότι έχει άδικο.
Για να ακούσω ότι είχα δίκιο.
...τότε ίσως δεν είναι ακόμη η ώρα. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν θέλω να συζητήσω. Θέλω να δικαιωθώ.
Αν όμως η απάντηση είναι:
Θέλω πραγματικά να καταλάβω πώς έφτασε εκεί.
Μήπως υπάρχει περίπτωση να μου διαφεύγει κάτι.
...τότε έχει νόημα.
Και δεν υπάρχει τίποτα παράξενο σε αυτό. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Απλώς ας μην το λέμε διάλογο. Ας το πούμε "όποιον πάρει ο χάρος".
Όταν δύο άνθρωποι μπαίνουν σε μια συζήτηση αποφασισμένοι να μη μετακινηθούν ούτε χιλιοστό, πολύ λογικά δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ.
Γιατί ο διάλογος δεν αρχίζει όταν ανοίγουμε το στόμα μας. Αρχίζει όταν και οι δύο αποδέχονται ότι ίσως φύγουν λίγο διαφορετικοί απ' ό,τι μπήκαν.
