22 Οκτωβρίου 2026
Η ψυχολογία του εμείς και του αυτοί.
Ας το πώ εξαρχής να ξεμπερδευω:
Κατέβαλλα αξιοσημείωτη προσπάθεια να παραμείνω κόσμια στις εκφράσεις μου και δίκαιη απέναντι στους ανθρώπους που εξετάζουμε εδώ. Η προσωπική μου προκατάληψη είναι πως ένας άνθρωπος που θεωρεί άλλους ανθρώπους κατώτερους, ανεπιθύμητους ή απειλητικούς λόγω καταγωγής ή χρώματος δεν είναι και κάποιο περίπλοκο ψυχολογικό αίνιγμα με πόδια. Είναι, κατά βάθος ή και κατά επιφάνεια, ένας κοινός σκατάνθρωπος.
Και μου προκαλεί μια καθόλου ακαδημαϊκή δυσφορία να του παραχωρώ τόσες ώρες διαβάσματος και τελικά παραγράφους κατανόησης. Δεν τις παραχωρώ, όμως, για να τον αθωώσω. Τις παραχωρώ γιατί, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον ρατσισμό, πρέπει να καταλάβουμε πώς ένας άνθρωπος φτάνει να βλέπει έναν άλλο άνθρωπο και να μην βλέπει άνθρωπο!
Η εξήγηση δεν είναι συγχωροχάρτι. Είναι το πρώτο βήμα για να μην αφήνουμε το πράγμα να αναπαράγεται σαν μούχλα. Μπορείς να καταλάβεις πώς φτιάχνεται κάτι φρικτό, χωρίς να πάψεις ούτε στιγμή να το θεωρείς φρικτό.
That being said, πάμε τώρα...
---
Δεν γεννιέσαι ρατσιστής.
Δεν γεννιέσαι όμως ούτε με έναν έτοιμο ηθικό οδηγό για το πώς να ζεις με ανθρώπους διαφορετικούς από εσένα.
Γεννιέσαι με έναν εγκέφαλο που αναγνωρίζει μοτίβα, ξεχωρίζει το οικείο από το άγνωστο, μαθαίνει από τους ανθρώπους γύρω του και ψάχνει απαντήσεις όταν νιώθει απειλή. Αυτή είναι η πρώτη ύλη.
Ο ρατσισμός είναι η κατασκευή που μπορεί να χτιστεί πάνω της.
Δεν είναι ένα γονίδιο.
Δεν είναι ένα μόνο συναίσθημα.
Και δεν είναι η ειδικότητα μερικών κακών ανθρώπων.
Είναι ένα σύστημα από ιδέες, συναισθήματα, κοινωνικούς κανόνες και σχέσεις ισχύος που επιτρέπει σε μια ομάδα να θεωρεί κάποια άλλη λιγότερο άξια εμπιστοσύνης, ισότητας, ασφάλειας ή δικαιωμάτων.
Άλλο στερεότυπο, άλλο προκατάληψη, άλλο διάκριση.
Και για να μην γίνουν όλα μια σούπα:
Στερεότυπο: μια γενικευμένη πεποίθηση για μια ομάδα. Π.χ. "οι τάδε είναι έτσι".
Προκατάληψη: η συναισθηματική και αξιολογική φόρτιση αυτής της πεποίθησης. Φόβος, περιφρόνηση, αποστροφή, καχυποψία.
Διάκριση: η πράξη. Δεν προσλαμβάνω, δεν νοικιάζω, ελέγχω περισσότερο, αποκλείω, επιτίθεμαι.
Ρατσισμός: όταν η προκατάληψη και οι διακρίσεις συνδέονται με μια φυλετική ή εθνοτική ιεραρχία και με θεσμούς που τη συντηρούν.
Άρα...
Δεν είναι όλα μια άποψη. Μια γενίκευση στο κεφάλι μπορεί να γίνει άρνηση στέγης, άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες, αστυνομικός έλεγχος ή πολιτική που αφαιρεί δικαιώματα.
1. Ο εγκέφαλος κατηγοριοποιεί. Δεν γεννιέται όμως με εχθρούς.
Ο εγκέφαλος βάζει τον κόσμο σε κατηγορίες. Αλλιώς κάθε νέο πρόσωπο και κάθε νέο γεγονός θα απαιτούσε να ξεκινάμε από το μηδέν. Τα παιδιά παρατηρούν από νωρίς διαφορές στην εμφάνιση, στη γλώσσα, στην προφορά και στα έθιμα. Αυτό από μόνο του δεν είναι ρατσισμός.
Το κρίσιμο πέρασμα είναι:
- Από το "βλέπω διαφορά" στο "η διαφορά δηλώνει αξία".
- Από το "αυτός μιλά άλλη γλώσσα" στο "άρα δεν ανήκει".
- Από το "έχει άλλη καταγωγή" στο "άρα ξέρω τι άνθρωπος είναι".
Οι αναπτυξιακές έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά παρατηρούν όχι μόνο ποιος διαφέρει, αλλά και ποια ομάδα έχει κύρος, αριθμητική υπεροχή και πρόσβαση σε πόρους.[1][2] Σε μελέτη 646 λευκών παιδιών 4–8 ετών στις ΗΠΑ, η έκθεση στις φυλετικές ανισότητες και ο τρόπος με τον οποίο τις εξηγούσαν συνδέθηκαν με αντιμαύρη μεροληψία.[1]
Το πόρισμα δεν είναι ότι κάθε παιδί είναι ένας μικρός ρατσιστής που περιμένει να ανθίσει. Είναι ότι βλέπει την κοινωνική ιεραρχία. Αν δεν του εξηγήσεις πως οι ανισότητες έχουν ιστορία, πολιτική και δομή, μπορεί να καταλήξει στην πιο βολική εξήγηση:
Ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται χαμηλότερα... Κάπως μπορεί και να το αξίζουν.
2. Τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερο από αυτά που παρατηρούν παρά από ό,τι τους διδάσκουμε.
Σπάνια ένας γονιός κάνει επίσημο μάθημα με τίτλο "Πώς να υποτιμάς ανθρώπους 101". Το μάθημα περνά πιο υπόγεια.
Με το βλέμμα που αλλάζει στον δρόμο.
Με το "εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…".
Με το έγκλημα ενός ανθρώπου που παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό ενός ολόκληρου λαού, ενώ το ίδιο έγκλημα από έναν "δικό μας" βαφτίζεται μεμονωμένο περιστατικό, δύσκολη παιδική ηλικία ή κακή στιγμή.
Περνά με τα αστεία. Η επανάληψή τους σε μικρές ηλικίες δεν τα αθωώνει, τα κάνει κανόνα.
Περνά και με τη σιωπή. Το "δεν βλέπω διαφορά" των μεγάλων μπορεί να ακούγεται ευγενικό, αλλά αφήνει τα παιδιά μόνα απέναντι σε ανισότητες που βλέπουν καθαρά. Αν οι ενήλικες δεν τις ονομάσουν, το κενό γεμίζει εύκολα με την εξήγηση ότι κάτι φταίει στους ίδιους τους ανθρώπους που τις υφίστανται.
3. Ο φόβος: Όταν το "νιώθω απειλή" μεταμφιέζεται σε "είναι απειλή".
Η ψυχολογία των δια-ομαδικών σχέσεων ξεχωρίζει συνήθως δύο μορφές αντιλαμβανόμενης απειλής:
- ρεαλιστική απειλή: θα χάσω δουλειά, σπίτι, ασφάλεια, πόρους;
- συμβολική απειλή: αλλάζουν οι αξίες, η γλώσσα, οι συνήθειες, η ταυτότητα του "εμείς".
Οι μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι όταν κάποιος αισθάνεται πως μια άλλη ομάδα τον απειλεί, είναι πιο πιθανό να αναπτύξει αρνητικές στάσεις απέναντί της.[3]
Η λέξη κλειδί είναι το "αισθάνεται":
Ο φόβος μπορεί να είναι αληθινός ως συναίσθημα, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογεί να θεωρούμε ένοχους ή επικίνδυνους όλους τους ανθρώπους μιας ομάδας.
Μπορεί να υπάρχουν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, όπως επισφαλής εργασία, στεγαστική κρίση, ανεπαρκείς υπηρεσίες, κακές πολιτικές ένταξης. Το να τα συζητάς δεν είναι ρατσισμός. Ρατσισμός αρχίζει όταν το σύνθετο πρόβλημα συμπυκνώνεται σε έναν συλλογικό ένοχο. "Αυτοί".
Είναι απείρως πιο εύκολο να κοιτάς τον άνθρωπο δίπλα σου ή αυτόν που είναι χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα, παρά τις αποφάσεις που μοιράζουν άνισα το κόστος.
4. Η σιχαμάρα: Πώς μπορεί να γίνει προκατάληψη
Η σιχαμάρα υπάρχει για έναν πολύ πρακτικό λόγο: μας κρατά μακριά από πράγματα που μπορεί να μας αρρωστήσουν, όπως σάπια τροφή, περιττώματα, σωματικά υγρά, πληγές ή εμφανή σημάδια μόλυνσης. Οι ψυχολόγοι το λένε "συμπεριφορικό ανοσοποιητικό σύστημα". Έναν γρήγορο μηχανισμό αποφυγής κινδύνου, πριν καν χρειαστεί να αναλάβει το κανονικό ανοσοποιητικό.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο μηχανισμός είναι υπερβολικά καχύποπτος. Σαν συναγερμός καπνού που προτιμά να χτυπήσει άδικα επειδή έφτασε ως εκεί ο καπνός του τσιγάρου, παρά να χάσει μια πραγματική φωτιά. Έτσι, μπορεί να προκαλεί δυσφορία απέναντι σε κάτι άγνωστο ή ασυνήθιστο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος.
Εδώ μπαίνει η κοινωνία. Ο εγκέφαλος δεν διαθέτει αισθητήρα που να αναγνωρίζει εθνότητες, φυλές ή θρησκείες ως βιολογική απειλή. Μαθαίνει, όμως, ποιους ανθρώπους να συνδέει με τον κίνδυνο.
Και δεν είναι τυχαίο ότι η ρατσιστική γλώσσα καταφεύγει τόσο συχνά στη βρόμα, τη μόλυνση και τα παράσιτα. Το "είναι ηλίθιοι" δείχνει περιφρόνηση. Το "είναι βρόμικοι" ζητά να υπάρξει απομάκρυνση, αποκλεισμός, προστασία από μια υποτιθέμενη απειλή. Η αποστροφή κάνει αυτές τις λέξεις ιδιαίτερα ισχυρές. Μετατρέπουν ανθρώπους όχι απλώς σε κατώτερους, αλλά σε κάτι που πρέπει να αποφευχθεί ή να απομακρυνθεί.
Άρα η προϋπάρχουσα αποστροφή κάνει τη γλώσσα της "μόλυνσης" πιο εύκολα πειστική. Και η συνεχής περιγραφή μιας ομάδας ανθρώπων ως βρόμικοι, παρασιτα, εισβολείς ή απειλή για την "καθαρότητα" μιας κοινωνίας μπορεί, με τη σειρά της, να δυναμώνει την αποστροφή απέναντί της.
Άρα δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου:
φόβος/αποστροφή -> γλώσσα μόλυνσης -> περισσότερη αποστροφή -> ευκολότερη απανθρωποποίηση.
Έτσι, ένα κοινωνικά κατασκευασμένο μίσος παριστάνει το φυσικό ενστίκτο μέχρι του σημείου της απανθρωποίησης.
Η αποστροφή, λοιπόν, δεν διαλέγει μόνη της τον στόχο. Αλλά όταν κάποιος θέλει να μετατρέψει μια ομάδα ανθρώπων σε κίνδυνο που πρέπει να φύγει, οι λέξεις της βρόμας και της μόλυνσης είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Δεν ζητούν απλώς να την περιφρόνησή σου, ζητούν να τη θεωρήσεις απειλή για το σώμα και την κοινωνία.
Η έρευνα έχει βρει συσχετίσεις ανάμεσα στην αυξημένη ευαισθησία προς παθογόνα και σε ορισμένες μορφές προκατάληψης. Όμως η σύγχρονη βιβλιογραφία είναι σαφής. Η σχέση είναι πολύ σύνθετη, αλλάζει ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο και δεν σημαίνει ότι η βιολογία "παράγει" ρατσισμό.[4]
Η σιχαμάρα μπορεί να είναι το υλικό που αξιοποιείται. Δεν αποφασίζει όμως μόνη της ούτε ποιος θα θεωρηθεί βρόμικος, ούτε φυσικά τι θα γίνει εναντίον του.
5. Η ανάγκη να είσαι από πάνω
Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο φόβος. Μπορεί να είναι και επιθυμία για ιεραρχία.
Μια μεγάλη μετα-ανάλυση των Sibley και Duckitt, η οποία συνέθεσε 71 μελέτες με συνολικά 22.068 συμμετέχοντες, εξέτασε τη σχέση προσωπικότητας, αυταρχισμού, προσανατολισμού προς την κοινωνική κυριαρχία και προκατάληψης (social dominance orientation). Την τάση δηλαδή να θεωρεί κάποιος φυσικό ή επιθυμητό οι κοινωνικές ομάδες να είναι άνισες. Μελετά επίσης τον δεξιό αυταρχισμό (right-wing authoritarianism). Την προτεραιότητα δηλαδή στην τάξη, στη συμμόρφωση, στην αναγνωρισμένη αυθεντία και στην επιθετικότητα προς όσους παρουσιάζονται ως απειλή.
Στα διαθέσιμα δείγματα, τόσο ο προσανατολισμός προς την κοινωνική κυριαρχία όσο και ο δεξιός αυταρχισμός συνδέονταν ισχυρά με την προκατάληψη.[5]
Άλλοι έλκονται από το "ο κόσμος είναι ανταγωνισμός, άρα κάποιοι δικαιούνται να είναι στην κορυφή". Άλλοι από το "ο κόσμος είναι επικίνδυνος, άρα πρέπει να επιβάλουμε τάξη στους αποδιοπομπαίους".
Και την πράξη, αυτοί οι δύο δρόμοι συχνά συναντιούνται και προσφέρουν μια πολύ φτηνή και ξεπεσμένη αυτοεκτίμηση:
- Μπορεί να μη μου πηγαίνουν όλα καλά, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι σαν αυτούς...
Σαν να δηλώνεις πρωταθλητής επειδή απαγόρευσες στους μισούς αθλητές να μπουν στο γήπεδο.
6. Απανθρωποποίηση: όταν ο άλλος παύει να είναι πλήρης άνθρωπος
Για να περάσει κάποιος από την καχυποψία στη σκληρότητα, χρειάζεται συνήθως ένα κύριο βήμα. Ο άλλος να πάψει να φαίνεται πλήρης άνθρωπος.
Η απανθρωποποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος λέει ρητά ότι δεν είναι άνθρωποι. Μπορεί να σημαίνει ότι τους φαντάζεται ως λιγότερο λογικούς, λιγότερο ικανούς για πόνο, λιγότερο ηθικούς, πιο ζωώδεις ή πιο επικίνδυνους από τους "κανονικούς" ανθρώπους.[6]
Γι’ αυτό η γλώσσα έχει σημασία. Όταν άνθρωποι περιγράφονται ως "αγέλη", "μόλυνση", "κύμα", "παράσιτα", "λαθραίοι", δεν είναι αθώα ποιητική αδεία. Μετακινείται το ηθικό πλαίσιο. Δεν συζητάς πια τι οφείλεις σε ανθρώπους, αλλά πώς θα διαχειριστείς ένα "πρόβλημα".
Ο Albert Bandura περιέγραψε αυτό το σύνολο μηχανισμών ως ηθική αποδέσμευση. Η βία γίνεται άμυνα ή αναγκαιότητα, οι συνέπειες υποβαθμίζονται, η ευθύνη διαχέεται, το θύμα παρουσιάζεται ως υπεύθυνο για ό,τι έπαθε και τελικά παύει να αναγνωρίζεται ως άνθρωπος με ισότιμη αξία.[7]
Το τρομακτικό δεν είναι ότι υπάρχουν τέρατα με κέρατα. Είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να αποδέχονται κάτι απάνθρωπο ενώ νιώθουν οι καλοί της ιστορίας. Πατριώτες, προστάτες, νοικοκύρηδες ή απλώς ρεαλιστές.
7. Ο ρατσισμός δεν ζει μόνο μέσα στο κεφάλι
Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο αυτό που πιστεύει ή λέει ένας άνθρωπος ιδιωτικά. Γίνεται πραγματική κοινωνική δύναμη όταν η προκατάληψη συναντά εξουσία.
- Όταν ένας εργοδότης αποφασίζει ποιος θα προσληφθεί,
- ένας ιδιοκτήτης ποιος θα βρει σπίτι,
- ένας δάσκαλος ποιο παιδί θα αγνοήσει,
- ένας γιατρός ποιον θα ακούσει πιο προσεκτικά
- ή ένας αστυνομικός ποιον θα αντιμετωπίσει εξαρχής ως ύποπτο.
Δεν χρειάζεται κανείς να πει δυνατά "Δεν θέλω αυτούς εδώ!" για να υπάρξει διάκριση. Αρκεί η ίδια ομάδα ανθρώπων να αντιμετωπίζεται, ξανά και ξανά, ως λιγότερο αξιόπιστη, λιγότερο ικανή, πιο επικίνδυνη ή πιο προβληματική.
Τότε μια σειρά από φαινομενικά μικρές αποφάσεις συσσωρεύεται και μεταφράζεται σε λιγότερες προσλήψεις, χειρότερη στέγαση, αυστηρότερη πειθαρχία στο σχολείο, συχνότεροι έλεγχοι, μικρότερη πίστη όταν καταγγέλλεται μια αδικία.
Αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι ο ρατσισμός μπορεί να είναι και θεσμικός.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάθε άνθρωπος μέσα σε έναν θεσμό είναι προσωπικά ρατσιστής ή ότι υπάρχει πάντα μια σκοτεινή εντολή σε κάποιο συρτάρι. Σημαίνει ότι οι κανόνες, η διακριτική ευχέρεια και οι συνήθειες ενός θεσμού μπορούν να παράγουν συστηματικά άνισα αποτελέσματα, ακόμη κι αν όσοι συμμετέχουν δηλώνουν πως έχουν καλές προθέσεις.
Γι’ αυτό δεν αρκεί το χιλιοειπωμενο εγώ δεν είμαι ρατσιστής.
Χρειάζεται να εξετάζουμε και το αποτέλεσμα. Ποιοι μένουν συστηματικά απ’ έξω, ποιοι περνούν πιο εύκολα μια πόρτα και ποιοι πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύουν ότι είναι άνθρωποι πριν τους αντιμετωπίσουν ως τέτοιους.
Η ατομική ενδοσκόπηση μετράει. Αλλά χωρίς δίκαιους κανόνες, διαφανείς διαδικασίες, έλεγχο των αποφάσεων και λογοδοσία, η καλή πρόθεση είναι απλώς μια ωραία προσωπική γνώμη. Δεν ακυρώνει το αποτέλεσμα.
8. Πώς ξεμαθαίνεται;
Όχι με το "εγώ δεν είμαι ρατσιστής" φυσικά. Συνήθως αυτή είναι η στιγμή που σταματά η σκέψη.
Παύεις να τρέφεις τον ρατσισμό όταν:
- Πιάνεις τη γενίκευση πριν γίνει βεβαιότητα. Ένας άνθρωπος δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός λαού ή μιας θρησκείας.
- Ξεχωρίζεις συναίσθημα και δεδομένο. Ο φόβος ή η δυσφορία δεν είναι διάγνωση για τον άνθρωπο απέναντί σου.
- Ελέγχεις από πού έμαθες αυτό που "ξέρεις". Από δεδομένα; Από προσωπική εμπειρία; Ή από δεκάδες επαναλήψεις των ίδιων εικόνων και τίτλων;
- Αντέχεις την αμηχανία. Η αναγνώριση μιας προκατάληψης δεν είναι ισόβια καταδίκη. Είναι το σημείο όπου μπορεί να αρχίσει η πραγματική δουλειά.
- Δεν συμμετέχεις στη μικρή συνενοχή. Το αστείο, η βρισιά, η γενίκευση στο τραπέζι, η σιωπηλή συγκατάθεση.
- Υπερασπίζεσαι ίσα δικαιώματα ακόμη κι όταν δεν συμπαθείς τον άλλο. Τα δικαιώματα δεν είναι βραβείο συμπάθειας.
Η επαφή φυσικά πάντα βοηθά, αλλά όχι ως μαγικό ραβδί.
Η μεγάλη μετα-ανάλυση των Pettigrew και Tropp (713 ανεξάρτητα δείγματα από 515 μελέτες) βρήκε ότι η ουσιαστική δια-ομαδική επαφή συνδέεται συνήθως με λιγότερη προκατάληψη.[8]
Νεότερη διεθνής έρευνα βρήκε την ίδια γενική σχέση ακόμη και σε περιβάλλοντα όπου υπήρχε αίσθηση απειλής ή διάκρισης.[9]
Όχι, δεν αρκεί να έχεις έναν φίλο από μια ρατσιστικά στοχοποιημένη ομάδα για να πάρεις πιστοποιητικό αντιρατσισμού. Η πραγματική γνωριμία όμως χαλάει τις καρικατούρες. Ένας άνθρωπος με όνομα, χιούμορ, οικογένεια, βαρετή δουλειά και τη σπαστική συνήθεια να αργεί στα ραντεβού χωράει δύσκολα στο κουτάκι "οι τάδε είναι έτσι".
Τι δεν λέει η επιστήμη
Δεν λέει ότι όποιος αγχώνεται με τις αλλαγές ή το άγνωστο είναι ρατσιστής. Δεν λέει ότι κάθε διαφωνία για μια πολιτική είναι μισανθρωπία. Δεν λέει ότι ένας δείκτης προσωπικότητας ή ένα συναίσθημα καθορίζει το ηθικό σου μέλλον.
Λέει όμως κάτι αρκετά καθαρό:
Η ανθρώπινη τάση να χωρίζουμε τον κόσμο σε εμείς και αυτοί γίνεται επικίνδυνη όταν συνδυάζεται με ανισότητα, αντιλαμβανόμενη απειλή, εξουσία, προπαγάνδα και άδεια να μην αναγνωρίζουμε τον άλλον ως πλήρη άνθρωπο.
Ο ρατσισμός δεν είναι φυσικό φαινόμενο σαν την βροχή.
Είναι ανθρώπινη κατασκευή.
Και ό,τι κατασκευάζεται, μπορεί με κόστος, δουλειά και επιμονή να ξηλωθεί.
Πηγές και έρευνες
[1] Rizzo, M. T., Britton, T. C. & Rhodes, M. (2022). Developmental origins of anti-Black bias in White children in the United States: Exposure to and beliefs about racial inequality. Proceedings of the National Academy of Sciences, 119(47). https://www.pnas.org/doi/10.1073/pnas.2209129119
[2] Pauker, K., Williams, A., Steele, J. R. & Jones, B. C. (2016). Children’s Racial Categorization in Context. Child Development Perspectives. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4836385/
[3] Riek, B. M., Mania, E. W. & Gaertner, S. L. (2006). Intergroup Threat and Intergroup Attitudes: A Meta-Analytic Review. Personality and Social Psychology Review, 10(4), 336–353. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr1004_4
[4] van Leeuwen, F., Jaeger, B. & Tybur, J. M. (2023). A behavioural immune system perspective on disgust and social prejudice. Nature Reviews Psychology, 2, 676–687. https://www.nature.com/articles/s44159-023-00226-4
[5] Sibley, C. G. & Duckitt, J. (2008). Personality and prejudice: A meta-analysis and theoretical review. Personality and Social Psychology Review, 12(3), 248–279. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/18641385/
[6] Haslam, N. (2006). Dehumanization: An Integrative Review. Personality and Social Psychology Review, 10(3), 252–264. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/16859440/
[7] Bandura, A. (1999). Moral Disengagement in the Perpetration of Inhumanities. Personality and Social Psychology Review, 3(3), 193–209. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr0303_3
[8] Pettigrew, T. F. & Tropp, L. R. (2006). A Meta-Analytic Test of Intergroup Contact Theory. Journal of Personality and Social Psychology, 90(5), 751–783. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/16737372/
[9] Van Assche, J. et al. (2023). Intergroup contact is reliably associated with reduced prejudice, even in the face of group threat and discrimination. Nature Communications, 14, 1091. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36892922/
[10] Paluck, E. L., Porat, R., Clark, C. S. & Green, D. P. (2021). Prejudice Reduction: Progress and Challenges. Annual Review of Psychology, 72, 533–560. https://www.annualreviews.org/content/journals/10.1146/annurev-psych-071620-030619
20 Οκτωβρίου 2026
Για χρόνια ήμουν σε μόνιμο development mode.
Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι πάντα υπάρχει κάτι ακόμη να φτιαχτεί. Κάτι να καταλάβω καλύτερα, κάτι να διορθώσω, πιο ώριμη, πιο σωστή, πιο λειτουργική, πιο αποτελεσματική και πάει λέγοντας...
Και όταν αυτό γίνεται επί χρόνια, δημιουργείται μια περίεργη παρενέργεια που κατάλαβα σημερα.
Η βελτίωση, από κεκτημένη ταχύτητα, παύει να έχει τερματικό σταθμό. Ακόμα κι όταν αλλάζεις, το βλέμμα σου μένει εκπαιδευμένο να ψάχνει το επόμενο ελάττωμα προς διόρθωση.
Οπότε ναι, μπορεί πράγματι να συνέβη κάτι πολύ αστείο. Εγινα όντως πολύ καλύτερη και το σύστημα δεν έκανε ποτέ refresh. Έμεινε να τρέχει μια από τις παλιές εκδόσεις της αυτοεικόνας μου, ενώ εγώ είχα προχωρήσει πολύ.
Χρειάστηκε μια άσκηση του ψυχοβγάλτη που με έβαλε σε μια θέση που ακόμα δεν μου είναι καθόλου φυσική. Όχι πια να εξετάζω τον εαυτό μου που το έχω για πλάκα, αλλά να τον παρουσιάσω.
Και ξαφνικά, όταν άρχισα να μαζεύω στοιχεία, δεν μου βγήκε μια μέτρια γυναίκα με μερικά καλά και αρκετά θέματα. Μου βγήκε ένας άνθρωπος τόσο οικείος και τόσο περίεργα ξένος.
Και τότε σκέφτηκα:
- Τι έγινε ρε παιδιά; Μισό λεπτό. Πότε στο διάολο έγινα όλα αυτά;
Δεν έσβησα τα ελαττώματά μου από τον χάρτη. Τα ξέρω ήδη σχεδόν εξαντλητικά. Δεν ανακάλυψα ξαφνικά ότι δεν έχω κουσούρια. Ανακάλυψα όμως ότι τόσα χρόνια έκανα απογραφή μόνο στη στήλη "μερεμέτια" και δεν κοίταξα ποτέ σοβαρά τη στήλη "περιουσιακά στοιχεία".
Και έχω πολλά τελικά. Κάποια πράγματα δε, φαίνεται να έχουν γίνει πλέον χαρακτήρας. Τρόπος ύπαρξης.
Οπότε τόσα χρόνια δούλευα για να γίνω καλύτερη. Κάποια στιγμή έγινα πολύ καλύτερη απ’ όσο νόμιζα και από κεκτημένη ταχύτητα συνέχισα να ψάχνω τι χρειάζεται διόρθωση.
Γιατί ναι ρε γαμώτο! Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά τα χρόνια αυτοκριτικής, βελτίωσης, αποτυχιών, διορθώσεων και ξανά από την αρχή, προέκυψε μια πολύ γαμάτη τύπισσα.
Και τώρα το πληροφορήθηκα!
Έχω γράψει πολύ για τα στραβά μου κι αυτό είναι μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό από αυτά που έχω σκεφτεί. Έχω αναλύσει τους φόβους μου, τις άμυνες, τις υπεραναλύσεις, τις αποσύρσεις, τα πείσματα, τις κακές αποφάσεις, τα κουσούρια, τις μαλακίες μου γενικώς.
Έχω κάνει στον εαυτό μου τόσο εξωτερικό έλεγχο που λίγο ακόμα και θα αποκτήσω πιστοποίηση ISO. Ε, φτάνει!
Σήμερα θα γράψω τα assets μου. Χωρίς "ναι, αλλά", χωρίς αστερίσκους και χωρίς στο τέλος να βάλω τρεις παραγράφους αυτομαστιγώματος για να μην τυχόν και θεωρηθεί ότι πήρα αέρα.
Πήρα! Καιρός μου ήταν!
Δεν είμαι για πέταμα. Ούτε κατά διάνοια!
Δεν είμαι καν μέτρια.
Δεν είμαι μια τυχαία, συμπαθητική περίπτωση που έχει δύο-τρία καλά χαρακτηριστικά και ας μη ζητάμε και πολλά παραπάνω.
Είμαι πάνω από τον μέσο όρο σε αρκετά πράγματα που θεωρώ, εγώ τουλάχιστον, σημαντικά σε έναν άνθρωπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι τέλεια. Σημαίνει ότι κάποτε πρέπει να σταματήσει αυτή η ηλίθια συνήθεια να θεωρείται μετριοφροσύνη το να λες για τον εαυτό σου λιγότερα απ’ όσα ισχύουν.
Θα τα πω όλα!!!
- Είμαι πολύ καλή παρέα. Έχω πράγματα να πω, αλλά έχω και πράγματα να ακούσω. Δεν περιμένω από τον άλλον να με διασκεδάσει ούτε χρειάζομαι πρόγραμμα ψυχαγωγίας για να περάσω καλά. Μπορώ να κάνω σοβαρή κουβέντα, να πω τη μεγαλύτερη βλακεία του κόσμου, να γελάσω μέχρι δακρύων, να μιλήσω για κάτι δύσκολο, να πεταχτώ σε ένα εντελώς άσχετο θέμα και κάπως να μη χαθεί το νήμα. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Γίνεται και το κάνω!
- Είμαι χαρούμενος άνθρωπος. Όχι μόνιμα κεφάτη, δεν είμαι και διαφήμιση για γιαούρτι. Αλλά έχω βασική όρεξη για ζωή. Ενθουσιάζομαι, γελάω, κολλάω με μουσικές, λέξεις, ιστορίες, ανθρώπους, ιδέες, καινούρια πράγματα. Δεν κάθομαι να περιμένω να μου συμβεί κάτι για να νιώσω ζωντανή. Έχω ήδη ζωή και μου αρέσει να τη μοιράζομαι.
- Είμαι αστεία. Και κυρίως μπορώ να γελάω με μένα. Δεν έχω ανάγκη να προστατεύω την εικόνα μου. Δεν χρειάζεται να προστατεύω καν την αξιοπρέπειά μου από κάθε γελοία στιγμή λες και είμαι πρέσβης σε επίσημη αποστολή. Μπορώ να γίνω καραγκιόζης, να πω την ιδανική μαλακία που θα ελαφρύνει ένα βαρύ κλίμα, να αυτοσαρκαστώ, να κοροϊδέψω, να σπάσω μια δύσκολη στιγμή με μια μαλακία. Και αυτό το θεωρώ μεγάλο προσόν.
- Δεν είμαι γκρινιάρα. Μπορώ να γκρινιάξω ειλικρινά πολύ θεαματικά, να βρίσω επιμελώς και να κάνω δεκάλεπτη καταγγελία για κάτι που αντικειμενικά δεν άξιζε ούτε δύο λεπτά. Αλλά δεν ζω και στη μιζέρια. Δεν έχω κάνει το "όλα σκατά" κοσμοθεωρία και προσωπικότητα. Ακόμα κι όταν τα πράγματα είναι όντως σκατά, συνήθως κάπου θα βρω κάτι αστείο, κάτι ενδιαφέρον ή κάτι που αξίζει να το ξεχειλωσω λίγο για να διασκεδάσω.
- Είμαι έξυπνη. Δεν εννοώ ότι έχω όλες τις απαντήσεις. Αυτό είναι άλλο πράγμα και δεν το έχω. Είμαι περίεργη, παρατηρώ, συνδέω πληροφορίες, θέλω να καταλάβω γιατί και πώς, θέλω συνεχώς να μαθαίνω και μπορώ να αλλάξω γνώμη αν αλλάξουν τα δεδομένα και δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να κερδίσω μια κουβέντα αν το τίμημα είναι να κρατήσω μια ηλίθια άποψη μόνο και μόνο επειδή ήταν δική μου.
- Είμαι αυθεντική. Δεν ξέρω να κάνω πολύ καλά την cool, τη γκόμενα, την απόμακρη, τη μυστηριώδη, τη γυναίκα που δεν την αγγίζει τίποτα. Και ευτυχώς δηλαδή. Μου αρέσει κάτι; Χαίρομαι. Μου φαίνεται κάτι αστείο; Γελάω. Νευριάζω; Κατά πάσα πιθανότητα θα το μάθουμε όλοι. Δεν είμαι πάντα κομψή, αλλά είμαι συνήθως αληθινή.
- Είμαι καλοπροαίρετη. Η πρώτη μου υπόθεση δεν είναι ότι ο άλλος δεν είχε άλλη έννοια από το να με εκμεταλλευτεί. Θα ψάξω αν υπάρχει εξήγηση, συγκυρία, κούραση, φόβος, παρεξήγηση. Μερικές φορές το παρακάνω και καταλήγω να συντάσσω υπεράσπιση ανθρώπων που δεν μου το ζήτησαν ποτέ, αλλά προτιμώ αυτό από το να περιμένω πάντα το χειρότερο. Και όχι, καλοπροαίρετη δεν σημαίνει ηλίθια. Όπως όλα, έχει κι αυτό ημερομηνία λήξης!
- Δεν είμαι παρεξηγιάρα. Δεν ψάχνω στα λόγια του άλλου κρυφές προσβολές, υπονοούμενα και κωδικοποιημένες επιθέσεις λες και δουλεύω στην αντικατασκοπεία. Μπορώ να ρωτήσω τι εννοούσε. Μπορώ να δεχτώ ότι κάτι ειπώθηκε στραβά. Μπορώ να μην κάνω ολόκληρο θέμα επειδή κάποιος είχε κακή διατύπωση. Αν κάτι όντως με πειράξει, βέβαια, θα το μάθει. Δεν είμαι και Βούδας.
- Δεν κάνω σκηνές και δράματα. Και λέγοντας αυτό δεν εννοώ ότι δεν έχω έντονο συναίσθημα. Έχω. Δεν είμαι βάζο! Εννοώ ότι δεν εκσφενδονίζω αντικείμενα, δεν σπάω πράγματα, δεν εξαφανίζομαι επίτηδες για να τιμωρήσω, δεν στήνω παραστάσεις, δεν μετατρέπω κάθε δυσκολία σε τρίπρακτο με διάλειμμα. Μπορώ να θυμώσω χωρίς να ανατινάξω τη γειτονιά ολάκερη.
- Δεν παίζω παιχνίδια. Δεν θα κάνω το ένα για να δω αν θα κάνεις το άλλο. Δεν θα φλερτάρω κάποιον τρίτο για να προκαλέσω ζήλια. Δεν θα καθυστερήσω επίτηδες να απαντήσω για "να μάθεις". Δεν θα φτιάξω τεστ που δεν ξέρεις ότι γράφεις και μετά θα σε κόψω επειδή δεν απάντησες σωστά. Αν έχω κάτι να πω, προτιμώ να το πω. Σαφώς λιγότερο συναρπαστικό από ψυχολογικό trash reality που ζουν οι περισσότεροι αλλά μου εξοικονομεί χρόνο και κόπο.
- Είμαι καλόβολη. Δεν χρειάζομαι ειδικές συνθήκες και προσωπική εξυπηρέτηση για να περάσω καλά. Μπορώ να προσαρμοστώ πολύ εύκολα. Μπορώ να βρω χαρά στο απλό και στο διαφορετικό από αυτό που έχω συνηθίσει. Δεν θεωρώ ότι η αγάπη αποδεικνύεται από το πόσο ταλαιπωρείται ο άλλος για να ικανοποιήσει κάθε ιδιοτροπία μου. Μου αρέσει η άνεση, άνθρωπος είμαι. Αλλά αυτή η άνεση περιορίζεται στα βασικά, δεν είμαι και βάσανο με πόδια.
- Δεν είμαι απαιτητική. Δεν θέλω να μου λύσουν τα προβλήματα, δεν θέλω επιβεβαίωση ούτε κανάκεμα. Να είναι διαθέσιμοι 24/7, να περιστρέφονται όλοι γύρω μου, να μαντεύουν τι θέλω και να δίνουν εξετάσεις κάθε εβδομάδα. Μπορώ να σταθώ μόνη μου. Κι όταν ζηταω κάτι που θέλω είναι επειδή όντως το θέλω, όχι επειδή θεωρώ ότι μου οφείλεται. Οπότε εάν δεν μου κάτσει τελικά. Κρίμα, αλλά οκ.
- Είμαι τρυφερή. Πολύ. Μη γελάτε! Απλώς η τρυφερότητά μου κυκλοφορεί συχνά μεταμφιεσμένη με βρισιές για να μην μας ανέβει το σάκχαρο. Μου αρέσει να χαϊδεύω, να αγκαλιάζω, να νοιάζομαι, να θυμάμαι, να είμαι κοντά. Δεν φοβάμαι τη ζεστασιά. Φοβάμαι άλλα πράγματα. Η ζεστασιά και η τρυφερότητα όμως δεν είναι από αυτά.
- Μου αρέσει να φροντίζω. Όχι επειδή έχω κανένα σύνδρομο, ούτε επειδή θέλω μετά να παρουσιάσω τιμολόγιο και κυρίως όχι επειδή θέλω να αποδείξω πόσο υπέροχη είμαι. Μου αρέσει. Μου δίνει χαρά να κάνω τη ζωή κάποιου που αγαπάω λίγο πιο εύκολη. Να του πάω κάτι, να ψάξω κάτι, να βοηθήσω, να σταθώ. Δεν το κάνω για αντάλλαγμα. Απαιτώ όμως να μην περνιέται για υποχρέωσή μου. Είναι οικειοθελής προσφορά, όχι πάγια εντολή.
- Είμαι γενναιόδωρη. Με χρόνο, παρουσία, φροντίδα, προσοχή, πληροφορία, πράξεις. Αν μπορώ να βοηθήσω, κατά κανόνα θέλω να βοηθήσω. Κι επειδή δεν κρατάω λογαριασμό, μπορεί καμιά φορά να αργώ να καταλάβω ότι κάπου μπορεί να έδωσα περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Αλλά αυτό δεν κάνει τη γενναιοδωρία μου μειονέκτημα. Ούτε ότι εάν γυρνούσε ο χρόνος πίσω θα έδινα λιγότερα. Ήθελα και τα έδωσα. Με γεια μου και χαρά μου!
- Είμαι επίμονη σε ό,τι έχει αξία. Δεν πετάω ανθρώπους, σχέσεις και καταστάσεις επειδή κάτι δυσκόλεψε. Αν πιστεύω ότι κάτι αξίζει, θα μείνω, θα προσπαθήσω, θα συζητήσω, θα ψάξω εάν θέλουμε να βρεθεί μια λύση. Δεν είμαι της κουλτούρας "red flag alert, thank you, next" για κάθε ανθρώπινη ατέλεια. Από την άλλη, η επιμονή δεν είναι ισόβια κάθειρξη. Κάποια στιγμή και το "άντε γεια" είναι δεξιότητα που επίσης κατέχω.
- Είμαι πιστή. Και με τη στενή έννοια και με την ευρύτερη. Όταν σε μια σχέση μπαίνουν από κοινού κανόνες, με βολεύει και τους τηρώ. Τόσο απλά. Δεν χρειάζομαι φιλοσοφικό συνέδριο. Δεν παίζω παιχνίδια πίσω από την πλάτη κανενός εάν κάτι με δυσκολεύει να τηρήσω. Θα ενημερώσω. Και με την άλλη έννοια, την ευρύτερη, όταν κάποιος είναι άνθρωπός μου, είμαι παρούσα. Δεν αλλάζει η αξία του επειδή είχαμε έναν καβγά, επειδή δυσκολεύτηκε, επειδή δεν ήταν στην καλύτερή του φάση. Δεν σημαίνει ότι ανέχομαι τα πάντα. Σημαίνει ότι δεν ξεγράφω εύκολα.
- Σέβομαι την ελευθερία του ανθρώπου που έχω δίπλα μου. Δεν θεωρώ ότι αγάπη σημαίνει ιδιοκτησία. Δεν χρειάζομαι να ελέγχω πού είναι, τι σκέφτεται, με ποιον μιλάει, αν εξακολουθεί να με θέλει και αν τον εξιτάρω, κάθε δεκαοχτώ λεπτά. Θέλω κάποιον να μένει επειδή θέλει.
- Έχω ερωτισμό. Μου αρέσει το σεξ, η επιθυμία, το παιχνίδι, το σώμα, η οικειότητα. Δεν το αντιμετωπίζω ούτε σαν ντροπή ούτε σαν βραβείο που απονέμεται για καλή συμπεριφορά. Είναι σημαντικό κομμάτι της σύνδεσης και της ζωής μου. Και ναι, το θεωρώ asset. Παρακαλώ να καταχωρηθεί.
- Δείχνω πραγματικό ενδιαφέρον. Δεν μου αρκεί να έχω κάποιον δίπλα μου. Θέλω να ξέρω ποιος είναι. Τι τον κάνει να γελάει, τι τον στεναχωρεί, τι φοβάται, τι τον κουράζει, πού κολλάει, τι του αρέσει. Θυμάμαι πράγματα. Προσέχω λεπτομέρειες. Δεν είμαι αγαπησιάρα. Δεν αγαπάω γενικά. Αγαπάω συγκεκριμένους ανθρώπους.
- Δεν χρησιμοποιώ την ευαλωτότητα κάποιου εναντίον του. Αν μου έχει εμπιστευτεί κάποιος κάτι που τον πονάει, δεν γίνεται αυτόματα πυρομαχικό στον επόμενο καβγά. Μπορεί να γίνω έξαλλη, αλλά δεν θα κερδίσω χτυπώντας εκεί που ξέρω ότι υπάρχει πληγή. Δεν μου αρέσουν τέτοιες νίκες.
- Δεν είμαι εκδικητική. Μπορώ να θυμώσω πολύ. Μπορώ να κόψω επαφή. Μπορώ να βάλω όριο. Μπορώ να πω "μέχρι εδώ". Αλλά δεν έχω ιδιαίτερη ανάγκη να υποφέρει κάποιος επειδή υπέφερα εγώ. Το να πονέσουμε όλοι ίσα δεν μου φαίνεται αποκατάσταση δικαιοσύνης. Μου φαίνεται απλώς περισσότερη στεναχώρια χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
- Έχω αυτογνωσία. Μπορώ να δω ή να ακούσω με προθυμία πού έκανα λάθος, να αναθεωρήσω, να ζητήσω συγγνώμη, να παραδεχτώ ότι μια αντίδρασή μου είχε περισσότερη σχέση με μένα παρά με τον άλλον. Δεν έχω ανάγκη να είμαι μονίμως η σωστή της υπόθεσης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και ότι εάν δεν με πείσεις για το λάθος μου, θα κάνω και την πάπια. Μη γαμηθούμε κιόλας...
- Έχω αξιοπρέπεια. Αρνούμαι να εκβιάσω αγάπη, προσοχή, επιθυμία ή παρουσία. Δεν θέλω να τραβάω κανέναν από το μανίκι. Δεν θέλω να αποδείξω ότι αξίζω να με επιλέξουν. Το έκανα αρκετά χρόνια στον εαυτό μου αυτό το δικαστήριο. Δεν θα ανοίξω τώρα και παράρτημα για το κοινό.
- Είμαι ανθεκτική. Μπορεί να είμαι χάλια για αρκετό καιρό, αλλά δεν σταματάω να είμαι λειτουργική. Ξανασηκώνομαι. Ξαναγελάω. Ξαναθέλω. Ξαναφτιάχνω. Δεν έχω επιβιώσει ψυχολογικά επειδή ήμουν πάντα δυνατή. Έχω επιβιώσει επειδή ακόμα και όταν ήμουν χάλια, κάπως έβρισκα τρόπο και συνέχιζα.
- Είμαι δημιουργική. Το κεφάλι μου φτιάχνει συνδέσεις, ψάχνει ιστορίες, δημιουργεί εικόνες, χρώματα. Μερικές φορές θα ήταν χρήσιμο να είχε και κουμπί off, αλλά δεν έχει. Ας δουλέψουμε με τον εξοπλισμό που μας δόθηκε, τέλος πάντων.
- Έχω χαρακτήρα. Έχω άποψη. Έχω νεύρο. Έχω γωνίες. Δεν είμαι χλιαρή ούτε βαρετή. Το νόμιζα για χρόνια αυτό. Αλλά δεν είμαι! Και προσωπικά προτιμώ τις γωνίες μου παρά να λειανθώ μέχρι να μη μένει τίποτα αναγνωρίσιμο.
Και ναι, έχω εξελιχθεί ως ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος που αξίζει να τον έχει κάποιος κοντά του. Ως φίλη, σύντροφο, ερωμένη, ως άνθρωπό σημαντικό. Έχω και κουσούρια. Συγχαρητήρια, έτσι κυκλοφορούν οι άνθρωποι ξέρετε. Δεν βγήκε ακόμα έκδοση άνευ.
Οπότε ναι. Είμαι γαμώ τα άτομα. Το δηλώνω! Και δεν άνοιξε η γη να με καταπιεί, δεν με χτύπησε κεραυνός για την ύβρη και δεν ήρθε ο πρόεδρος της επιτροπής ταπεινοφροσύνης να μου αφαιρέσει το σκήπτρο!
Και τώρα πάμε στο κομμάτι που αισθάνομαι ότι πρέπει να ξεκαθαρίσω γιατί όλο αυτό φαίνεται σαν διαφήμιση απορρυπαντικού. Και βολεύει και συμφέρει, ένα πράγμα.
Αν κάποιος δεν τα βλέπει αυτά, δεν καίγομαι κιόλας να τα δείξω με λέιζερ και υπογραμμίσεις. Δεν κάνω δα και σεμινάριο "Εισαγωγή στη Μαρία: γιατί αξίζει να την έχετε στη ζωή σας".
Αν κάποιος πάλι τα βλέπει και παρ’ όλα αυτά δεν με επιλέγει, μαζί του και δικαίωμά του. Οι άνθρωποι δεν είναι διαγωνισμός και κανείς δεν υποχρεούται να διαλέγει κανέναν.
Δεν προτίθεμαι να κάνω καμπάνια υπέρ της υποψηφιότητάς μου. Αλλά κι εγώ έχω το δικαίωμα να μη σπαταλήσω ούτε μισό γραμμάριο ενέργειας για να αλλάξω γνώμη σε οποιονδήποτε... Ακόμα κι αν θέλω πολύ. Όχι... ΕΙΔΙΚΑ εάν θέλω πολύ!
Δεν θα πείσω κανέναν (πως θα μπορούσα άλλωστε). Δεν θα επιχειρηματολογήσω. Δεν θα αποδείξω. Δεν θα γίνω λίγο πιο όμορφη ή λίγο πιο ήσυχη ή λίγο πιο νευρική ή λίγο πιο έντονη ή λίγο πιο βολική ή τελικά λίγο λιγότερο 'εγώ' για να περάσω τις εξετάσεις κανενός.
Είμαι πολύ καλή περίπτωση ανθρώπου.
Το κατάλαβα και τωρα το ξέρω. Και αυτό δεν είναι πια υπό διαπραγμάτευση! Αυτό λέω τόση ώρα.
Όποιος το βλέπει, καλώς.
Όποιος δεν το βλέπει, πάλι καλώς.
Δεν αφορά τους άλλους αυτή η συνειδητοποίηση. Αφορά εμένα και μόνο εμένα.
Α ρε ψυχοβγάλτη... Ήξερες ότι εάν δεν τα άκουγα από μένα δεν θα πίστευα ποτέ κανέναν άλλον.
Τα κατάφερες λοιπόν και ψωνίστηκα.
Να σε δω πως θα το λύσεις αυτό τώρα!
19 Οκτωβρίου 2026
Σήμερα, ενήλικα παιδιά μου, θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι.
Την ιστορία αυτή μας τη δίδαξαν στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου, όταν πρωτομαθαίναμε για τα βακτήρια, τις λοιμώξεις και τους παράξενους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο αόρατος κόσμος των μικροοργανισμών.
Τότε την αντιμετώπισα σαν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μάθημα Μικροβιολογίας. Με τα χρόνια, όμως, κατάλαβα πως ήταν και ένα μάθημα για την ανθρώπινη φύση.
Γιατί το παραμύθι μας έχει μυστήριο, φόβο, άγνοια, επιστήμη, εξουσία και ανθρώπους που είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι έχουν δίκιο. Δεν έχει όμως δράκους, κακές μάγισσες ή κάποιον γενναίο πρίγκιπα που θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη.
Και το κυριότερο; Είναι πέρα για πέρα αληθινό!
Ακούστε, λοιπόν...
Την έλεγαν Μαίρη Μάλον.
Η Μαίρη δεν ήταν πριγκίπισσα, δεν κατοικούσε σε παλάτι και δεν είχε κάποια καλή νεράιδα να την προστατεύει. Ήταν μια συνηθισμένη εργαζόμενη γυναίκα, που προσπαθούσε να κερδίσει το ψωμί της σε μια ξένη χώρα.
Ήταν όμως εξαιρετική μαγείρισσα!
Έτσι, έβρισκε δουλειά στα σπίτια πλούσιων οικογενειών, όπου ετοίμαζε καθημερινά τα γεύματα των αφεντικών της.
Μόνο που η Μαίρη είχε ένα μυστικό.
Ένα μυστικό που δεν γνώριζε ούτε η ίδια.
Μέσα στο σώμα της κατοικούσε ένας αόρατος επισκέπτης. Ένα βακτήριο που είχε τη δύναμη να προκαλεί μια φοβερή αρρώστια, τον τυφοειδή πυρετό.
Το παράξενο ήταν πως αυτός ο μικροσκοπικός επισκέπτης δεν ενοχλούσε καθόλου την οικοδέσποινά του. Η Μαίρη ήταν υγιής. Δεν είχε πυρετό, δεν πονούσε, δεν αισθανόταν την παραμικρή αδιαθεσία. Και γι' αυτό δεν είχε κανέναν λόγο να υποψιαστεί πως, όταν ετοίμαζε το φαγητό των άλλων, μπορούσε άθελά της να τους μεταδώσει μια θανατηφόρα ασθένεια.
Στα σπίτια όπου εργαζόταν άρχισαν να εμφανίζονται ανεξήγητα κρούσματα τυφοειδούς πυρετού. Άνθρωποι αρρώσταιναν βαριά. Κάποιοι πέθαιναν.
Και η Μαίρη, υγιέστατη, συνέχιζε τη ζωή της...
Ώσπου, το καλοκαίρι του 1906, συνέβη κάτι που έμελλε να αλλάξει τη μοίρα της.
Σε ένα πολυτελές εξοχικό σπίτι, στο Oyster Bay της Νέας Υόρκης, έξι από τους έντεκα ανθρώπους που διέμεναν εκεί αρρώστησαν από τυφοειδή πυρετό.
Και, επειδή εκείνη την εποχή ένα σπίτι με ιστορικό τυφοειδούς δεν ήταν ακριβώς ό,τι πιο ελκυστικό στην αγορά ακινήτων, ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να προσλάβει έναν ειδικό για να ανακαλύψει την αιτία.
Τον έλεγαν Τζορτζ Σόπερ.
Βλέπετε, αγαπητά μου ενήλικα παιδιά, εκείνη την εποχή οι επιστήμονες γνώριζαν ήδη ότι ο τυφοειδής πυρετός προκαλούνταν από ένα βακτήριο που μπορούσε να περάσει από τα ανθρώπινα περιττώματα στο πόσιμο νερό ή στις τροφές. Γι' αυτό και η ασθένεια συνδεόταν συχνά με μολυσμένα πηγάδια, προβληματικά αποχετευτικά συστήματα και κακές συνθήκες υγιεινής.
Μόνο που στο συγκεκριμένο σπίτι όλα έμοιαζαν να λειτουργούν υποδειγματικά!
Ο Σόπερ εξέτασε το νερό. Τίποτα.
Έλεγξε το γάλα, τις τροφές, την αποχέτευση. Πάλι τίποτα.
Υποψιάστηκε ακόμη και τα οστρακοειδή που συνήθιζε να τρώει η οικογένεια.
Αλλά ούτε εκεί βρήκε την απάντηση...
Ώσπου έμαθε ότι, λίγες εβδομάδες πριν ξεσπάσει η αρρώστια, η οικογένεια είχε προσλάβει μια καινούργια μαγείρισσα.
Τη Μαίρη.
Και τότε ο Σόπερ αποφάσισε να ακολουθήσει τα ίχνη της.
Γύρισε πίσω στον χρόνο, αναζήτησε παλιούς εργοδότες, επισκέφθηκε σπίτια, μίλησε με οικογένειες και συγκέντρωσε πληροφορίες για τις προηγούμενες δουλειές της.
Στις επτά είχαν εμφανιστεί κρούσματα τυφοειδούς πυρετού.
Επτά διαφορετικά σπίτια.
Επτά φορές η ίδια παράξενη ιστορία.
Άνθρωποι αρρώσταιναν και η μαγείρισσα παρέμενε υγιέστατη.
Και τότε ο Σόπερ άρχισε να υποψιάζεται κάτι που, παρότι είχε ήδη απασχολήσει ορισμένους επιστήμονες στην Ευρώπη, εξακολουθούσε να μοιάζει σχεδόν αδιανόητο για τον περισσότερο κόσμο.
- Μήπως ένας άνθρωπος μπορούσε να μεταδίδει μια θανατηφόρα ασθένεια χωρίς να εμφανίζει ο ίδιος κανένα σύμπτωμα;
- Μήπως η Μαίρη, χωρίς να το γνωρίζει, μετέφερε το βακτήριο από την κουζίνα της στα πιάτα των ανθρώπων που τάιζε;
Ήταν μια εύλογη υπόθεση.
Για να βεβαιωθεί, έπρεπε να εξετάσει τη Μαίρη.
Και κάπου εδώ, αγαπημένοι μου, αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα...
Εκείνη εξοργίστηκε!
Και, πριν βιαστείτε να την καταδικάσετε, σκεφτείτε για μια στιγμή τη θέση της.
Κάτι που εκείνη δεν μπορούσε να δει.
Κάτι που δεν μπορούσε να αισθανθεί.
Κάτι που, σύμφωνα με αυτόν τον άγνωστο, μπορούσε να σκοτώσει ανθρώπους.
Και μάλιστα απαιτούσε να τον πιστέψει!
Η Μαίρη εμπιστευόταν όσα της έλεγαν οι αισθήσεις της. Το σώμα της ήταν υγιές. Αυτό το ήξερε.
Άλλωστε, ήταν μια φτωχή μετανάστρια απέναντι σε ανθρώπους με εξουσία, επιστημονικούς τίτλους και τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τη ζωή της.
Η Μαίρη αρνήθηκε πεισματικά να εξεταστεί.
Ο Σόπερ επέμεινε.
Εκείνη αρνήθηκε ξανά.
Και επειδή η ιστορία δεν είναι από εκείνα τα παραμύθια όπου όλα λύνονται με μια καλοσυνάτη κουβέντα, ο Σόπερ απευθύνθηκε στις υγειονομικές αρχές.
Τον Μάρτιο του 1907, μια γιατρός, η Σάρα Τζόζεφιν Μπέικερ, εμφανίστηκε με αστυνομικούς για να μεταφέρει τη Μαίρη σε νοσοκομείο.
Η Μαίρη δεν είχε καμία διάθεση να τους ακολουθήσει.
Αντιστάθηκε, προσπάθησε να ξεφύγει και κρύφτηκε σε ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο γειτονικού σπιτιού.
Την ανακάλυψαν ύστερα από πολύωρη αναζήτηση.
Τη μετέφεραν με τη βία στο νοσοκομείο.
Και οι εξετάσεις έδειξαν πως ο Σόπερ είχε δίκιο.
Στα κόπρανά της υπήρχε το βακτήριο Salmonella Typhi.
Η Μαίρη ήταν αυτό που σήμερα ονομάζουμε ασυμπτωματικό φορέα.
Δηλαδή ένας άνθρωπος μπορεί να φιλοξενεί έναν παθογόνο μικροοργανισμό χωρίς να εμφανίζει συμπτώματα και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να τον μεταδίδει σε άλλους.
Στην περίπτωση της Μαίρης, τα βακτήρια αποβάλλονταν με τα κόπρανα. Μικροσκοπικά ίχνη μπορούσαν να μεταφερθούν στα χέρια της και από εκεί στις τροφές που ετοίμαζε.
Η ίδια δεν χρειαζόταν να είναι άρρωστη για να αρρωστήσουν οι άλλοι.
Και αυτή ήταν μια αλήθεια που η Μαίρη δυσκολευόταν αφάνταστα να αποδεχτεί.
Εκεί έμεινε σχεδόν τρία χρόνια.
Τρία χρόνια απομόνωσης.
Τρία χρόνια εξετάσεων.
Τρία χρόνια κατά τα οποία η Μαίρη εξακολουθούσε να μην αισθάνεται άρρωστη.
Μάλιστα, κάποιες εξετάσεις της έβγαιναν αρνητικές, αφού η αποβολή του βακτηρίου δεν ήταν συνεχής. Αυτό ενίσχυε τη δυσπιστία της, παρότι άλλες, επανειλημμένες εξετάσεις ήταν θετικές.
Της πρότειναν ακόμη και να αφαιρέσει τη χοληδόχο κύστη της, όπου μπορούσαν να παραμένουν τα βακτήρια.
Η Μαίρη αρνήθηκε.
Το 1909 προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας την ελευθερία της.
Δεν την κέρδισε.
Ένιωθε πως την είχαν μετατρέψει σε αξιοθέατο για γιατρούς και φοιτητές.
Ακόμη και το όνομά της είχε ήδη αρχίσει να χάνεται πίσω από ένα άλλο, πολύ πιο τρομακτικό:
Έτσι την αποκαλούσαν οι εφημερίδες. Όχι πια μια γυναίκα με όνομα και ιστορία.
Αλλά μια αρρώστια με ανθρώπινο πρόσωπο.
Το 1910 οι αρχές αποφάσισαν τελικά να την αφήσουν ελεύθερη.
Με έναν όρο:
Να μην εργαστεί ποτέ ξανά ως μαγείρισσα.
Η Μαίρη συμφώνησε.
Και για ένα διάστημα όντως προσπάθησε να βιοποριστεί με άλλες εργασίες. Μόνο που αυτές οι δουλειές δεν αμείβονταν όπως η μαγειρική. Και η Μαίρη δεν είχε περιουσία, ούτε κάποιον πλούσιο συγγενή να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και να της λύσει τα προβλήματα, όπως συνηθίζεται στα παραμύθια.
Ήξερε να μαγειρεύει.
Αυτό ήταν το επάγγελμά της.
Αυτή ήταν η τέχνη της.
Και κάποια στιγμή επέστρεψε στις κουζίνες.
Τώρα όμως είχε ενημερωθεί.
Όπως βλέπετε, υπάρχει και κάτι ακόμη που κάνει αυτή την ιστορία τόσο ανθρώπινη.
Δεν γνωρίζουμε βέβαια, αν αυτές οι σκέψεις πέρασαν ποτέ από το μυαλό της. Γνωρίζουμε όμως ότι ο ανθρώπινος νους έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να αμφισβητεί τις πληροφορίες που απειλούν βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις, την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ή τον τρόπο με τον οποίο έχουμε οργανώσει τη ζωή μας.
Και έτσι, το "δεν γνωρίζω" μπορεί σχετικά εύκολα να μετατραπεί σε "δεν το πιστεύω".
Μόνο που η Μαίρη Μπράουν δεν ήταν άλλη από τη Μαίρη Μάλον που είχε χρησιμοποιήσει άλλο όνομα.
Αυτή τη φορά δεν υπήρξε δεύτερη ευκαιρία...
Και εκεί έμεινε μέχρι τον θάνατό της, το 1938.
Η γυναίκα που δεν αισθανόταν άρρωστη πέρασε συνολικά περίπου είκοσι έξι χρόνια της ζωής της σε αναγκαστική απομόνωση.
Δεν τους έκλεισαν όμως όλους σε κάποιο νησί...
Η Μαίρη δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως ένα από τα διασημότερα παραδείγματα ασυμπτωματικής φορείας, αλλά και ως μια υπενθύμιση ότι η προστασία της δημόσιας υγείας μπορεί να θέσει δύσκολα ερωτήματα για τα όρια της ατομικής ελευθερίας.
Η Μαίρη δεν ήταν τέρας.
Δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε μέτρο που λαμβάνεται στο όνομα της προστασίας τους είναι αυτομάτως και δίκαιο...
Και τελικά αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας μας σήμερα.
Η Μαίρη είχε ευθύνη για τις επιλογές της.
Η κοινωνία είχε ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπισε.
Και ανάμεσα στις δύο αυτές αλήθειες πέρασαν όλες οι ανθρώπινες ζωές που ενεπλάκησαν σε αυτή την ιστορία.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Η επιστήμη προχώρησε.
Ανακαλύφθηκαν αντιβιοτικά, αναπτύχθηκαν εμβόλια, βελτιώθηκαν οι συνθήκες υγιεινής και μάθαμε πολύ περισσότερα για τους μικροοργανισμούς και τους τρόπους μετάδοσής τους.
Μάθαμε, μεταξύ άλλων, ότι η Μαίρη δεν ήταν κάποια σπάνια παραξενιά της φύσης.
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τον HIV, τους ιούς της ηπατίτιδας ή φιλοξενούν τον μηνιγγιτιδόκοκκο χωρίς να εμφανίζουν συμπτώματα. Ανάλογα με τον μικροοργανισμό και τις συνθήκες, ορισμένοι μπορούν να μεταδώσουν τη λοίμωξη χωρίς να γνωρίζουν καν ότι την έχουν.
Μάθαμε, δηλαδή, ότι το να αισθάνεται κάποιος υγιής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μπορεί να μεταδώσει μια ασθένεια.
Μια γνώση που θα περίμενε κανείς να έχουμε πλέον εμπεδώσει και ότι η ιστορία της Μαίρης θα είχε μείνει οριστικά στο παρελθόν.
Ώσπου, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη Μαίρη, εμφανίστηκε ένας καινούργιος ιός. Ο SARS-CoV-2.
Και η ανθρωπότητα βρέθηκε ξανά μπροστά σε μια γνώριμη πραγματικότητα.
Άνθρωποι μπορούσαν να μεταδίδουν μια λοίμωξη χωρίς να εμφανίζουν συμπτώματα.
Μερικοί αμφισβήτησαν τις επιστημονικές συστάσεις και τα προληπτικά μέτρα. Άλλοι δυσπιστούσαν απέναντι στους εμβολιασμούς, για διαφορετικούς μεταξύ τους λόγους, φυσικά.
Και υπήρχαν κι εκείνοι που, ακόμη κι όταν το τεστ τους ήταν θετικό, συνέχιζαν να κυκλοφορούν κανονικά.
- Μα εγώ δεν έχω τίποτα! Κάποιο λάθος κάνατε.
Μια φράση τόσο απλή. Τόσο ανθρώπινη.
...Και τόσο εξοργιστικά χιλιοακουσμένη από εμάς που βρεθήκαμε σε εκείνη την πανδημία να δουλεύουμε χωρίς ωράρια και ρεπό για μήνες.
Από εμάς που ζήσαμε τον φόβο για τους οικείους μας, την εξάντληση, την αβεβαιότητα. Που προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε ξανά και ξανά ότι η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει απουσία λοίμωξης. Που βλέπαμε ανθρώπους να αμφισβητούν όσα η επιστήμη είχε ήδη τεκμηριώσει, την ώρα που εμείς προσπαθούσαμε να διαχειριστούμε τις συνέπειες.
Μια φράση που ακούσαμε τόσες φορές, ώστε θα μπορούσε σχεδόν να γίνει το ανεπίσημο σύνθημα εκείνων των χρόνων.
Και τελικά, τόσο οικεία στην ιστορία μας.
Μόνο που η Μαίρη ζούσε στις αρχές του εικοστού αιώνα.
Δεν είχε στη διάθεσή της περισσότερο από έναν αιώνα επιπλέον επιστημονικής γνώσης. Δεν είχε πρόσβαση σε σύγχρονα διαγνωστικά μέσα, ούτε μπορούσε να ανοίξει το κινητό της και να διαβάσει πώς μεταδίδονται οι λοιμώξεις.
Εμείς τα είχαμε όλα αυτά!
Είχαμε την επιστημονική γνώση, τα διαγνωστικά εργαλεία, την ενημέρωση και τη δυνατότητα να κατανοήσουμε αυτό που για τη Μαίρη έμοιαζε αδιανόητο.
Κι όμως, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, βρεθήκαμε να εξηγούμε ξανά τα ίδια.
Ότι το να αισθάνεσαι υγιής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μπορείς να μεταδώσεις μια ασθένεια. Οτι οι μικροοργανισμοί δεν συμμετέχουν στις ανθρώπινες διαφωνίες. Και σίγουρα δεν ενδιαφέρονται αν πιστεύουμε στην ύπαρξή τους.
Κι όλα αυτά γιατί η πραγματικότητα δεν έχει καμία υποχρέωση να συμφωνεί με την προσωπική μας άποψη.
Και τελικά έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;
Όχι ακριβώς. Η Μαίρη πέθανε σε ένα νησί. Οι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους από τον τυφοειδή δεν γύρισαν πίσω. Και η ανθρωπότητα συνέχισε να μαθαίνει, συχνά με τον δύσκολο τρόπο, ότι η γνώση δεν αποτελεί μόνο προνόμιο.
Δημιουργεί και ευθύνη.
Όσο για το ηθικό δίδαγμα αυτού του παραμυθιού;
Θα αφήσω να το ανακαλύψει ο καθένας μόνος του.
Άλλωστε, το πρόβλημα με τα παραμύθια για ενήλικες είναι ότι, σε αντίθεση με εκείνα των παιδιών, δεν έχουν πάντα κακούς για να τους φορτώσουμε όλες τις ευθύνες.
Και όταν τελειώνουν, δεν μας αφήνουν με απαντήσεις σε όλα μας τα ερωτήματα.
Οι βασικές πηγές, με πλήρεις συνδέσμους:
1. George A. Soper (1939) – The Curious Career of Typhoid Mary. Η πρωτογενής αφήγηση του ανθρώπου που εντόπισε τη Μαίρη.
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC1911442/
2. Marineli et al. (2013) – Mary Mallon (1869–1938) and the History of Typhoid Fever. Επιστημονική ανασκόπηση της ιστορίας της.
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3959940/
3. Amir Teicher (2023) – Typhoid Mary Was Not a Super-Spreader (and Super-Spreaders Are Not “Typhoid Marys”). Σύγχρονη ιστορική και επιστημονική επανεξέταση.
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC10632844/
4. Mary Mallon (1909) – Letter from Mary Mallon: On Being 'Typhoid Mary'. Η επιστολή της ίδιας, σε εκπαιδευτική έκδοση PDF.
https://www.drhartnell.com/uploads/1/2/1/5/12150034/typhoid_mary_-_unit_2_common_lit.pdf
5. CDC Yellow Book (2026) – Typhoid and Paratyphoid Fever. Μετάδοση και χρόνια ασυμπτωματική φορεία.
6. CDC (2026) – Clinical Presentation of COVID-19. Ασυμπτωματική και προσυμπτωματική μετάδοση του SARS-CoV-2.
https://www.cdc.gov/covid/hcp/clinical-care/covid19-presentation.html
18 Οκτωβρίου 2026
Αγαπητή μελλοντική μου Μαρία,
Καταρχάς, αν έφτασες μέχρι τα εβδομήντα πέντε, μπράβο. Στο δίνω. Αν όχι, δεν ξέρω ποιά διαβάζει τώρα αυτό το γράμμα και έχουμε σαφώς μεγαλύτερο πρόβλημα από ό,τι νόμιζα.
Δεν ξέρω πώς είσαι τώρα που το διαβάζεις, αλλά εγώ σίγουρα δεν είμαι όπως στην φωτογραφία. Δείχνω σαφώς μεγαλύτερη αλλά δεν μπορούσα να πείσω τον Λυκούργο (ένα πρώιμο LLM) ότι είμαι λιγότερο όμορφη. Του έχουν πει να κάνει πως συμπαθεί ο καημένος.
Αναρωτιέμαι αν σε έχει αντέξει κανείς ήρωας και ετοιμαζόμαστε να του στήσουμε ανδριάντα.
Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμη στη ζωή σου άνθρωποι από το τωρινό παρόν μου ή αν έχουν γίνει μια ιστορία που κάποτε σε αναστάτωνε και τώρα τη θυμάσαι με εκείνο το μείγμα νοσταλγίας και απορίας που αποκτάμε για τις παλιές μας εκδοχές και αναρωτιόμαστε "μα ειλικρινά... Τι διάολο σκεφτόμουν;!"
Δεν ξέρω καν αν θυμάσαι τον λόγο που δημιουργήθηκε αυτή η μέρα και αυτό το γράμμα.
Άσε με να σου εξηγήσω εν τάχει. Είμαι 49. Πες 50, χάριν στρογγυλοποίησης. Δεν νιώθω μεγάλη, αλλά δεν παριστάνω και ότι έχω μπροστά μου όλο τον χρόνο του κόσμου. Μαλακία θα ήταν, άλλωστε. Και κάπως αυτό δεν με τρομάζει ακόμη όσο θα περίμενα.
Με κάνει περισσότερο να κοιτάω γύρω μου και να σκέφτομαι:
- Ωραία, αυτά είναι λοιπόν. Αυτή είναι η ζωή. Σημαντικά πράγματα έχουν ήδη γίνει. Και ίσως να συνεχίσουν να γίνονται, με χαμηλότερη συχνότητα λογικά. Έχω αγαπήσει. Έχω θυμώσει. Έχω φύγει πάρα πολλές φορές, έχω μείνει και παραπάνω από όσο έπρεπε και επίσης έχω φύγει από εκεί που ίσως άξιζε να περιμένω λίγο ακόμα. Έχω φοβηθεί. Έχω κάνει μαλακίες με πλήρη επίγνωση και άλλες με εξαιρετική άγνοια κινδύνου.
Έχω επίσης γελάσει πάρα πολύ. Αυτό θέλω να το θυμάσαι! Όχι μόνο τα βαριά, Ε;
Θέλω λοιπόν, αν μπορείς, να θυμάσαι ότι στα πενήντα σου υπήρχαν ακόμη πράγματα που σε έκαναν να ενθουσιάζεσαι σαν παιδί. Άνθρωποι που σε έκαναν να γελάς δυνατά. Κουβέντες που κράτησαν μέχρι το πρωί. Μουσικές. Βιβλία. Γάτες που θεωρούσαν το σπίτι δικό τους κι εσένα προσωπικό υπηρεσίας.
Και υπήρχε ακόμη περιέργεια. Αυτό κυρίως.
Ελπίζω να μην την έχασες και να εξακολουθείς να ρωτάς "γιατί;". Βέβαια στα 75 θα ήθελα να ξέρεις καλύτερα πότε να σταματάς.
Θα ήθελα να εξακολουθείς να θες να μαθαίνεις πράγματα που δεν σου χρησιμεύουν σε τίποτα.
Να βρίσκεις κάτι ενδιαφέρον και να χάνεσαι μέσα του.
Να δοκιμάζεις κάτι καινούργιο συχνά πυκνά.
Να αλλάζεις γνώμη με θράσος. Είπα-ξείπα φάση. Ξέρεις εσύ...
Και πάνω απ' όλα να μην έχεις γίνει από εκείνους που κάποτε ήθελαν να καταλάβουν τον κόσμο και μετά αρκέστηκαν στο "έτσι είναι".
Να νοιάζεσαι ακόμα.
Αν έχεις γίνει λίγο πιο αδιάφορη, σε καταλαβαίνω. Κουράζει η ζωή. Αλλά μακάρι να μην έχεις προλάβει να κουραστεί τόσο που να σταμάτησες να θυμώνεις έστω με τις αδικίες επειδή "Ε, τι να κάνουμε τώρα".
Να μη βάφτισες ωριμότητα την παραίτηση. Να μη σου έγινε το "Ωχουουου τώρα" τόσο βολικό που κατάπιε κι εκείνα που σε ένοιαζαν.
Και μιας και μιλάμε για ωριμότητα, σε παρακαλώ πες μου ότι επιτέλους έμαθες να μην κάνεις το κεφάλι σου καζάνι για τα πάντα!
Δεν ζητάω θαύματα τύπου να σταμάτησες να αναλύεις. Αυτό θα ήταν περίπου σαν να σταματήσει η γάτα να γλυκοκοιτάζει την κούτα. Αλλά ελπίζω να έμαθες ότι δεν χρειάζεται κάθε ερώτηση να έχει απάντηση.
Ελπίζω επίσης να έπαψες λίγο να είσαι τόσο αυστηρή με σένα. Με εμένα δηλαδή. Γιατί μέχρι τα 50 έχουμε φάει πολύ ξύλο από τον εαυτό μας κυρίως. Κάπου ώπα.
Δεν το λέω σαν εκείνα τα χαζοχαρούμενα "να αγαπάς τον εαυτό σου" που πάντα μας έκαναν να βγάζουμε σπυριά. Λέω κάτι πιο απλό. Όταν κάνεις μια μαλακία να λες και καμιά φορά "ναι, αυτό ήταν βλακεία" και να συνεχίζεις τη μέρα σου. Να μη θεωρείς ότι κάθε κακή απόφαση είναι και δημοψήφισμα για την αξία σου ως ανθρώπου.
Και θέλω να σε ρωτήσω κάτι...
Στα εβδομήντα πέντε ακούς ακόμη τη φράση "γιατί δεν έφτιαξες τη ζωή σου"; Γιατί εάν την ακούς και δεν τους βρίζεις, θα απογοητευτώ πάρα πολύ.
Δεν ξέρω πόσους έχεις θάψει μέχρι τότε, μωρή φαρμακομούνα. Δεν ξέρω καν αν μέχρι τότε έχει παραμείνει ακόμη αστείο που το λέμε έτσι μεταξύ μας ή πλέον η ζωή μας έχει φρενάρει από το να είναι και τόσο αστείο για να ξορκίσουμε την απώλεια. Αυτό είναι και το σημείο που δυσκολεύομαι να συνεχίσω να το σκέφτομαι...
Θα σου ευχηθώ όμως κάτι πιο ρεαλιστικό.
Να μην άφησες τον φόβο ότι θα χάσεις ανθρώπους να σε εμποδίσει να τους αγαπήσεις όσο ήταν εκεί.
Αν αγάπησες ξανά, και παίχτηκε μαλακία, ελπίζω να μην κατηγορείς τον εαυτό σου που ρίσκαρε.
Αν δεν αγάπησες, ελπίζω τουλάχιστον να μην ήταν επειδή φοβήθηκες.
Αν τα κατάφερες αυτά, θα το θεωρήσω μεγάλη μας νίκη και μπράβο μας γιατί να ξέρεις γι'αυτό πληρώνω τον ψυχοβγάλτη τόσο καιρο. Για να το παίζεις εσύ "Μαρία Αντουανέτα" στα 75.
Κι αν όμως τελικά εσύ, η μελλοντική μου εκδοχή, εξακολουθείς να φοβάσαι, μην ντρέπεσαι και μην στεναχωριέσαι. Εγώ σήμερα σε καταλαβαίνω. Αποδεικνύεται δύσκολη η αλλαγή.
Ιδανικά εύχομαι να έχεις ήδη καταφέρει, έστω μια φορά, κάτι πολύ πολύ δύσκολο σήμερα. Να πεις η ίδια στον εαυτό σου "Φοβάσαι. Το ξέρω. Το βλέπω. Αλλά δεν χρειάζεται πάντα να φεύγεις" ...και να σε έχεις πιστέψει.
Α, και κάτι ακόμα.
Ελπίζω να είσαι ακόμα αστεία. Η χαρά των υπέργηρων.
Σε παρακαλώ. Αν ήταν να ξέρω ένα πράγμα θα ήθελα να ξέρω αυτό!
Αν έχεις γίνει σοφή και γλυκιά γριούλα που μιλάει μόνο με αποφθέγματα, θα έρθω από το παρελθόν και θα σου πετάξω τη μασέλα στην τουαλέτα!
Θέλω να μην έχεις σταματήσει να γελάς και να χαίρεσαι με τα απλά πράγματα.
Να είσαι ακόμα λίγο... Ό,τι να'ναι κι όπως λάχει και "τάχα μου και τι;".
Να έχεις ακόμη περίεργο χρώμα στα μαλλιά, εάν έχουν μείνει βέβαια μαλλιά δεν τα έχεις κάψει από τις βαφές. Αλλιώς μακάρι να έχεις λεφτά για περούκες burlesque τουλάχιστον!
Να λες μαλακίες σε κάθε ευκαιρία.
Να βρίζεις, χρειάζεται δε χρειάζεται.
Να βρίσκεις ακόμα αστείο τον εαυτό σου πρώτα απ'όλα και μετά όλους τους άλλους.
Να μη σε έχει καταπιεί η σοβαρότητα. Η ζωή είναι ήδη πολύ σοβαρή από μόνη της. Δεν χρειάζεται κι εμάς πρίμο-σεγόντο μωρή γριέτζω!
Κι αν τώρα που διαβάζεις αυτό το γράμμα έχεις μετανιώσει για πράγματα και τα θυμάσαι ακόμη, άσ’ τα να πάνε στο διάολο επιτέλους. Τι σημασία έχει πια; Εγώ, η μετά στρογγυλοποίησης 50χρονη, σου δίνω άδεια.
Γιατί ρε μαλακισμένη, αυτή τη στιγμή κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ με όσα ξέρω, όσα αντέχω, όσα φοβάμαι και όσα θέλω. Ξέρω ήδη ότι κι εσύ κάνεις το ίδιο. Μπορεί να τα έχουμε κάνει σκατά ουκ ολίγες φορές. Και;
Αν στα εβδομήντα πέντε μπορείς να κοιτάξεις πίσω και να μου πεις ότι δεν πέρασες αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια περιμένοντας να συμβεί κάτι συγκεκριμένο που δεν συνέβη ποτέ και σε στοιχειώνει, τότε είμαστε οκ.
Δεν θέλω να ξέρω ότι όλα πήγαν καλά. Δεν πάει έτσι. Ποτέ δεν πάνε όλα καλά.
Θέλω μόνο να μου πεις ότι ήσουν παρούσα όταν πήγαιναν και τα έζησες. Και πως όταν δεν πήγαιναν, ήσουν πάλι εκεί, ανταπεξηλθες και συνέχισες. Πληγωμένη αλλά ζωντανή. Περίεργη. Λίγο ανάποδη. Και κατά προτίμηση ακόμα πεισματάρα, αντιδραστική και λίγο αδιόρθωτη.
Με αγάπη,
η Μαρία των σαράντα εννιά.
(που ακόμα δεν έχει ιδέα τι κάνει, αλλά τουλάχιστον έχει σταματήσει να θεωρεί ότι αυτό είναι απαραίτητα πρόβλημα.)
17 Οκτωβρίου 2026
Τι μπορεί να αποκαλύψει ένα κουμπί delete...
Φαντάσου ότι για μία ώρα αναλαμβάνεις να διαχειριστείς ένα διαδικτυακό φόρουμ.
Μπροστά σου περνούν σχόλια για ένα θέμα που διχάζει. Κάποια συμφωνούν με όσα πιστεύεις. Άλλα σε κάνουν να ανεβάζεις πίεση. Μερικά είναι προσβλητικά, κάποια απολύτως ευγενικά.
Εσύ αποφασίζεις ποια θα παραμείνουν και ποια θα εξαφανιστούν. Δεν σου υπαγορεύει κανείς τι να διαγράψεις. Έχεις απλώς ένα κουμπί: DELETE.
Πόσο σίγουρος είσαι ότι θα κρίνεις το ύφος ενός σχολίου και όχι το πόσο σε βολεύει η άποψη που εκφράζει;
Το πείραμα: τρεις φορές το ίδιο ερώτημα
Το 2020 δημοσιεύτηκε στο Journal of Experimental Social Psychology η εργασία "Censoring political opposition online: Who does it and why", της Ashwini Ashokkumar και επτά συνεργατών της.
Οι ερευνητές δεν αρκέστηκαν να ρωτήσουν τους ανθρώπους αν είναι υπέρ ή κατά της λογοκρισίας. Τους έβαλαν να αποφασίσουν οι ίδιοι τι θα διαγραφεί.
Σε τρεις μελέτες με συμμετέχοντες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ερευνητές δημιούργησαν μια προσομοίωση διαδικτυακού φόρουμ.
Αρχικά κατέγραψαν τις απόψεις των συμμετεχόντων για ζητήματα που προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις, όπως το δικαίωμα στην άμβλωση και η οπλοκατοχή. Εξέτασαν επίσης πόσο σημαντικές ήταν αυτές οι πεποιθήσεις για την προσωπική τους ταυτότητα.
Έπειτα από δύο εβδομάδες, τους κάλεσαν να συμμετάσχουν σε μια φαινομενικά άσχετη δραστηριότητα: να αξιολογήσουν σχόλια σε ένα υποτιθέμενο διαδικτυακό φόρουμ και να αποφασίσουν ποια έπρεπε να διαγραφούν. Οι συμμετέχοντες δηλαδή πίστευαν ότι βοηθούσαν να απομακρυνθεί ακατάλληλο περιεχόμενο.
Οι ερευνητές, από την άλλη, γνώριζαν ποια σχόλια συμφωνούσαν και ποια διαφωνούσαν με τις απόψεις κάθε συμμετέχοντα.
Και περίμεναν να δουν τι θα συμβεί.
Πρώτη μελέτη, 2017: όταν δεν μας αρέσει αυτό που διαβάζουμε
Στην πρώτη μελέτη, 223 άνθρωποι ολοκλήρωσαν και τις δύο φάσεις.
Το θέμα ήταν το δικαίωμα στην άμβλωση.
Οι συμμετέχοντες διάβασαν 40 σχόλια: 15 υπέρ, 15 κατά και 10 άσχετα με το θέμα. Για το καθένα έπρεπε να προτείνουν αν θα έμενε ή αν θα διαγραφόταν.
Το αποτέλεσμα: οι συμμετέχοντες επέλεξαν να διαγράψουν, κατά μέσο όρο, το 25,64% των σχολίων που εναντιώνονταν στη θέση τους και το 20,41% εκείνων που συμφωνούσαν μαζί τους.
Δεν πρόκειται για κάποια τεράστια διαφορά. Πρόκειται, όμως, για μια μετρήσιμη μεροληψία στην ίδια την πράξη της διαγραφής.
Επιπλέον, η τάση ήταν ισχυρότερη όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν ότι η θέση τους στο θέμα αποτελούσε κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Δεύτερη μελέτη, 2019: δεν διαγράφουμε μόνο σχόλια
Οι ερευνητές επανέλαβαν τη διαδικασία με τελικό δείγμα 540 ανθρώπων, πάλι για το ζήτημα των αμβλώσεων.
Αυτή τη φορά χρησιμοποίησαν 28 σχόλια, μοιρασμένα συστηματικά σε σχόλια υπέρ και κατά της άμβλωσης, προσβλητικά και μη προσβλητικά.
Οι συμμετέχοντες πρότειναν τη διαγραφή του 32,40% των αντίθετων σχολίων, έναντι 20,64% των σχολίων που συμφωνούσαν με τις απόψεις τους.
Η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική.
Έπειτα ήρθε μια επιπλέον ερώτηση:
Θα έπρεπε να αποκλειστεί ολόκληρος ο χρήστης που έκανε τις αναρτήσεις;
Το 21,31% των συμμετεχόντων επέλεξε να αποκλείσει τον χρήστη με τις αντίθετες απόψεις, έναντι 15,41% για τον χρήστη με τις σύμφωνες.

Όμως η επιλεκτική διαγραφή δεν περιοριζόταν στα προσβλητικά σχόλια. Εμφανιζόταν ακόμη και όταν οι αντίθετες απόψεις διατυπώνονταν με ευγένεια. Με άλλα λόγια, σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν ήταν ο τρόπος με τον οποίο κάποιος μιλούσε.
Ήταν το γεγονός ότι διαφωνούσε!
Υπήρχε όμως μια ενδιαφέρουσα διαφορά.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσο περισσότερο οι συμμετέχοντες ταύτιζαν τις πεποιθήσεις τους με την προσωπική τους ταυτότητα, τόσο εντονότερη ήταν η τάση τους να διαγράφουν επιλεκτικά σχόλια που τις αμφισβητούσαν.
Αναρωτήθηκαν λοιπόν αν αυτή η ισχυρή ταύτιση θα τους έκανε και πιο πρόθυμους να αποκλείσουν ολόκληρους χρήστες από το φόρουμ.
Εδώ, όμως, η αντίστοιχη συσχέτιση δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Μια πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι ο αποκλεισμός ενός ανθρώπου θεωρείται πολύ πιο ακραία ενέργεια από τη διαγραφή ενός σχολίου. Δεν απέκλεισαν, ωστόσο, το ενδεχόμενο να υπάρχει μια μικρότερη συσχέτιση που η μελέτη δεν είχε επαρκή στατιστική ισχύ για να ανιχνεύσει.
Γιατί στην επιστήμη υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο "δεν βρήκαμε επαρκείς αποδείξεις ότι υπάρχει σχέση" και στο "αποδείξαμε ότι δεν υπάρχει σχέση".
Τρίτη μελέτη, 2020: μήπως απλώς έφταιγε το συγκεκριμένο θέμα;
Για να μη μείνουν σε ένα και μόνο πολιτικά και ηθικά φορτισμένο ζήτημα, οι ερευνητές άλλαξαν θέμα.
Η τρίτη μελέτη αφορούσε πλέον την οπλοκατοχή και τον έλεγχο των όπλων, με τελικό δείγμα 371 ανθρώπων.
Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν 28 σχόλια υπέρ ή κατά της οπλοκατοχής.
Οι ερευνητές χειρίστηκαν προσεκτικότερα και το ύφος: για τα ίδια επιχειρήματα είχαν ετοιμάσει προσβλητικές και μη προσβλητικές εκδοχές.
Τα ποσοστά διαγραφής ήταν 36,97% για τα αντίθετα σχόλια και 27,88% για τα σύμφωνα.
Η διαφορά παρέμεινε στατιστικά σημαντική. Και πάλι, η στενή σύνδεση μιας θέσης με την προσωπική ταυτότητα συσχετιζόταν με ισχυρότερη επιλεκτική διαγραφή.
Υπήρχε όμως και ένα αποτέλεσμα που δεν πρέπει να εξαφανίσουμε επειδή χαλάει την ωραία ιστορία: στην τρίτη μελέτη, η διαφορά ως προς τον αποκλεισμό ολόκληρων χρηστών δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Η τάση επιλεκτικής διαγραφής σχολίων επαναλήφθηκε, ο επιλεκτικός αποκλεισμός λογαριασμών όχι με την ίδια βεβαιότητα.
Πότε μια πεποίθηση γίνεται η ίδια μας η ταυτότητα;
Αυτό είναι το σημείο όπου οι τρεις μελέτες γίνονται ένα.
Οι ερευνητές εξέτασαν το identity fusion, τη σύντηξη δηλαδή της προσωπικής ταυτότητας με έναν σκοπό ή μια πεποίθηση.
Δεν είναι το ίδιο με το να έχεις μια ισχυρή γνώμη. Μπορείς φυσικά να πιστεύεις βαθιά σε κάτι, να το υπερασπίζεσαι με επιχειρήματα, ακόμη και να θυμώνεις όταν αμφισβητείται.
Στο identity fusion, ο άνθρωπος που διαφωνεί μαζί σου δεν αμφισβητεί απλώς ένα επιχείρημα. Μπορεί να νιώθεις ότι αμφισβητεί τις αξίες σου, την ομάδα στην οποία ανήκεις, ακόμη και την εικόνα που έχεις σχηματίσει για τον εαυτό σου. Δηλαδή έχεις ενσωματώσει τόσο πολύ μια θέση στην εικόνα του εαυτού σου ώστε η διαφωνία να μοιάζει με προσωπική απειλή.
Στη δεύτερη και την τρίτη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν και άλλα σχετικά χαρακτηριστικά, όπως τη βεβαιότητα για τις απόψεις, την ηθική πεποίθηση και την ταύτιση με τους ομοϊδεάτες.
Η επιλεκτική διαγραφή συσχετίστηκε με αρκετά από αυτά.
Δεν σημαίνει ότι βρέθηκε μια μοναδική αιτία της λογοκρισίας, οι συσχετίσεις δεν είναι απόδειξη αιτιότητας.
Αλλά... Όταν μια άποψη είναι σχεδόν συνώνυμη του "εγώ", η αντίθετη άποψη παύει εύκολα να είναι κάτι που εξετάζω και γίνεται κάτι που θέλω να απομακρύνω.
Σε αυτή την περίπτωση, πόσο ελεύθερα μπορούμε να σκεφτούμε, όταν μια πεποίθησή μας έχει γίνει τόσο σημαντική ώστε η αμφισβήτησή της να μοιάζει με προσωπική επίθεση;
Ο Φουκώ και ο φύλακας που δεν χρειάζεται να εμφανιστεί
Σχεδόν μισό αιώνα πριν από αυτή την έρευνα, ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault είχε ασχοληθεί με ένα διαφορετικό, αλλά συγγενικό πρόβλημα.
Το 1971 συνίδρυσε στη Γαλλία την Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές, που συγκέντρωνε και δημοσιοποιούσε μαρτυρίες για τις συνθήκες κράτησης. Τέσσερα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το βιβλίο "Επιτήρηση και Τιμωρία", στο οποίο εξέτασε πώς η πειθαρχία και η επιτήρηση λειτουργούν ως μηχανισμοί εξουσίας.
Για να αναπτύξει τη σκέψη του, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Πανοπτικού, ενός σχεδίου φυλακής που είχε προτείνει ο Jeremy Bentham.
Φαντάσου μια κυκλική φυλακή, με τα κελιά τοποθετημένα γύρω από έναν κεντρικό πύργο επιτήρησης. Ο κρατούμενος γνωρίζει ότι μπορεί να παρακολουθείται, αλλά δεν μπορεί να ξέρει αν κάποιος τον κοιτάζει τη συγκεκριμένη στιγμή.
Και αυτό είναι το ευφυές (και τρομακτικό) στοιχείο του σχεδιασμού.
Ο φύλακας δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς στον πύργο. Αρκεί ο κρατούμενος να πιστεύει ότι μπορεί να βρίσκεται εκεί. Έτσι, αρχίζει να ρυθμίζει μόνος του τη συμπεριφορά του, σαν να βρίσκεται υπό διαρκή παρακολούθηση.
Ο Φουκώ υποστήριξε ότι η λογική αυτή δεν περιορίζεται στις φυλακές. Μηχανισμοί πειθαρχίας και ελέγχου υπάρχουν στο σχολείο, στην εργασία, στους θεσμούς και στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις.
Η εξουσία, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, δεν χρειάζεται πάντοτε να επιβάλλεται με απειλές ή τιμωρίες. Μπορεί να λειτουργεί μέσα από κανόνες, συνήθειες και αντιλήψεις που οι άνθρωποι έχουν μάθει να θεωρούν αυτονόητες.
Κάποια στιγμή δεν χρειάζεται κανείς να μας υπενθυμίζει τι θεωρείται αποδεκτό.
Το υπενθυμίζουμε μόνοι μας στον εαυτό μας.
Και, ορισμένες φορές, αναλαμβάνουμε να το υπενθυμίζουμε και στους άλλους.
Φυσικά, οι τρεις μελέτες που παρουσιάσαμε δεν αποδεικνύουν τη θεωρία του Φουκώ. Δεν εξέτασαν ούτε τη θρησκεία ούτε την οικογενειακή ανατροφή ούτε τους κοινωνικούς θεσμούς που περιέγραφε.
Ο παραλληλισμός είναι φιλοσοφικός, αλλά μας οδηγεί σε ένα μεγάλο ερώτημα:
Μήπως μερικές φορές ο φύλακας δεν είναι κάποιος που βρίσκεται πάνω από εμάς, αλλά εμείς οι ίδιοι, όταν αναλαμβάνουμε να επιβάλουμε στους άλλους τη δική μας εκδοχή του αποδεκτού;
Από το "τι θα πει ο κόσμος" στο "διαγράψτε τον"
Η οικογένεια, η εκπαίδευση, η θρησκεία και η κοινωνική ζωή μεταδίδουν αξίες και κανόνες από γενιά σε γενιά.
Αυτό δεν είναι από μόνο του κακό. Χωρίς κανόνες καμία κοινότητα δεν λειτουργεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια αξία γίνεται τόσο απρόσβλητη ώστε η αμφισβήτησή της να αντιμετωπίζεται περίπου ως ηθικό αδίκημα.
Και δεν χρειάζεται πάντοτε κάποιος να επιβάλει έναν κανόνα με τη βία.
Μερικές φορές αρκεί να μεγαλώσεις θεωρώντας ότι ο κανόνας αυτός είναι τόσο φυσικός, ώστε οποιαδήποτε αμφισβήτησή του μοιάζει αδιανόητη.
Και τότε δεν περιορίζεσαι στο να ακολουθείς τον κανόνα. Αρχίζεις να απαιτείς να τον ακολουθούν και οι άλλοι!
Η κοινωνική επιτήρηση παύει να είναι αποκλειστικό προνόμιο κάποιας αρχής. Μπορεί να ασκείται από ανθρώπους που θεωρούν ότι υπερασπίζονται το σωστό, το ηθικό ή το φυσιολογικό.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτή η συμπεριφορά βρίσκει ένα εξαιρετικά εύχρηστο εργαλείο. Χωρίς κάγκελα, πύργοι ή δεσμοφύλακες.
Αρκούν ένα report, ένα block, μια διαγραφή ή μια οργανωμένη προσπάθεια κοινωνικής αποδοκιμασίας.
Πόσοι άνθρωποι περιόρισαν τις επιθυμίες τους, την προσωπικότητά τους, ακόμη και τις επαγγελματικές τους επιλογές, χωρίς ποτέ να τους απειλήσει κάποιος συγκεκριμένα;
Εκεί ακριβώς η επιτήρηση αποκτά κοινωνική διάσταση. Δεν χρειάζεται ένας παντοδύναμος φύλακας. Υπάρχουν πολλοί μικροί φύλακες γύρω μας, που επιτηρούν ο ένας τον άλλον.
Σκέψου τώρα. Κάποτε η κοινωνική πίεση χωρούσε σε λίγες λέξεις όπως "Τι θα πει ο κόσμος". Σήμερα χωράει σε ένα κλικ.
Δεν είναι μόνο ο αλγόριθμος που επηρεάζει τι βλέπουμε και τι λέμε.
Είναι και η προσδοκία της αντίδρασης των άλλων.
Μάλιστα, αυτό συνδέεται με ένα πραγματικό και μελετημένο κοινωνιοψυχολογικό φαινόμενο: τη σπείρα της σιωπής (spiral of silence).
Σε έρευνα του Pew Research Center το 2014 ήταν δημοσκόπηση 1.801 ενηλίκων για την προθυμία να συζητήσουν τις αποκαλύψεις Snowden σχετικά με την κρατική παρακολούθηση, οι συμμετέχοντες δήλωναν μικρότερη προθυμία να εκφράσουν τη γνώμη τους όταν πίστευαν ότι οι άλλοι διαφωνούσαν μαζί τους. Δεν καταγράφηκε άμεσα η συμπεριφορά τους σε κάθε τέτοια συζήτηση. Το φαινόμενο παρατηρήθηκε τόσο διαδικτυακά όσο και εκτός διαδικτύου.
Η κοινωνική κριτική δεν είναι αυτομάτως λογοκρισία, βέβαια.
Κάποιος που αμφισβητεί μια άποψη ασκεί κι εκείνος την ελευθερία του.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η διαφωνία αντικαθίσταται από την απαίτηση συμμόρφωσης και την απειλή κοινωνικού αποκλεισμού.
Και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε κοινωνική αξία είναι κατασκευασμένη αποκλειστικά για να υπηρετεί κάποια εξουσία. Χρειάζεται να εξετάζουμε ποιος την καθιέρωσε, πώς αναπαράγεται, ποιον προστατεύει και ποιον περιορίζει.
Η κριτική μιας άποψης, επίσης, δεν συνιστά φίμωση. Άλλο να αντιπαρατίθεσαι σε ένα επιχείρημα και άλλο να αποφασίζεις ότι δεν πρέπει να ακουστεί.
Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που φωτίζουν οι μελέτες:
Όταν αποκτάμε εξουσία πάνω στην ορατότητα των άλλων, καταφέρνουμε να ξεχωρίσουμε την πραγματικά επιβλαβή συμπεριφορά από την απλή διαφωνία;
Και το μικροσκόπιο γυρίζει προς τα εμάς.
Οι μελέτες δεν λένε ότι όλοι είμαστε λογοκριτές. Δεν προβλέπουν τι θα κάνουμε σε κάθε πραγματικό διαδικτυακό καβγά. Εξετάζουν συγκεκριμένα δείγματα Αμερικανών και μια προσομοιωμένη θέση διαχειριστή.
Δείχνουν όμως κάτι σταθερό σε αυτά τα πειραματικά περιβάλλοντα.
Κατά μέσο όρο οι άνθρωποι ήταν πιο πρόθυμοι να εξαφανίσουν σχόλια που αμφισβητούσαν τις θέσεις τους.
Αν μας έδιναν ένα κουμπί με το οποίο θα μπορούσαμε να εξαφανίσουμε από μια δημόσια συζήτηση μια άποψη που μας εξοργίζει, θα υπερασπιζόμασταν το δικαίωμα του άλλου να την εκφράσει; Ή θα βρίσκαμε έναν πολύ αξιοπρεπή λόγο για να πατήσουμε "delete";
Η πιο απαιτητική μορφή ελευθερίας δεν είναι να υπερασπίζεσαι το δικαίωμά σου να μιλάς. Αλλά το δικαίωμα του άλλου να διαφωνεί μαζί σου.
Όχι όμως άνευ όρων.
Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι άδεια για απειλές, στοχοποίηση, παρενόχληση ή υποκίνηση βίας. Ούτε σημαίνει ότι όλες οι απόψεις είναι εξίσου έγκυρες ή επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Σημαίνει ότι η διαφωνία, όσο δυσάρεστη κι αν μας είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει τη φίμωση κάποιου.
Γιατί οι κανόνες μιας ελεύθερης κοινωνίας οφείλουν να προστατεύουν τους ανθρώπους και τη δυνατότητα του διαλόγου, όχι τις πεποιθήσεις μας από την αμφισβήτηση.
Και τελικά... Πόσες από τις πεποιθήσεις που υπερασπιζόμαστε ως δικές μας τις έχουμε πραγματικά εξετάσει;
Φοβάμαι ότι όσο πιο αυτονόητη θεωρούμε μια πεποίθηση, τόσο λιγότερους λόγους αισθανόμαστε ότι έχουμε να την εξετάσουμε.
Σκέψου λίγο.
Από παιδιά μαθαίνουμε τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι ηθικό και τι ανήθικο, τι θεωρείται φυσιολογικό, αξιοπρεπές, αποδεκτό. Η οικογένεια, το σχολείο, η θρησκεία, η κοινωνική μας ομάδα μάς δίνουν ένα ολόκληρο σύστημα ερμηνείας του κόσμου, πολύ πριν αποκτήσουμε την ικανότητα να το αξιολογήσουμε κριτικά.
Και αργότερα, όταν αποκτούμε αυτή την ικανότητα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τη χρησιμοποιούμε.
Γιατί;
Επειδή η αμφισβήτηση μιας πεποίθησης μπορεί να έχει κόστος. Μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με την οικογένειά μας, την κοινωνική μας ομάδα ή την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας.
Και μερικές φορές είναι ευκολότερο να υπερασπιστούμε μια βεβαιότητα παρά να εξετάσουμε πώς την αποκτήσαμε.
Το ότι μια πεποίθηση είναι κοινωνικά κληρονομημένη δεν σημαίνει ότι είναι λανθασμένη. Ούτε ότι δεν μπορεί να γίνει πραγματικά δική μας. Το ζήτημα είναι αν μπορούμε να την υπερασπιστούμε με λόγους που κατανοούμε, αν γνωρίζουμε τα επιχειρήματα εναντίον της και, κυρίως, αν είμαστε διατεθειμένοι να την αναθεωρήσουμε όταν προκύψουν σοβαρές αντίθετες ενδείξεις.
Γιατί μπορεί να έχεις περάσει ολόκληρη τη ζωή σου υπερασπιζόμενος μια πεποίθηση, χωρίς να έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν την επέλεξες πραγματικά.
Πηγές
1. Ashokkumar, A. et al. (2020). Censoring political opposition online: Who does it and why. Journal of Experimental Social Psychology, 91, 104031.
Πλήρες επιστημονικό άρθρο (PDF):
https://www.sanaztalaifar.com/_files/ugd/ce993c_e2e6e18862e847df9687fb59455cafa3.pdf
2. Ανοιχτή σελίδα της ίδιας δημοσίευσης στο PubMed Central:
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7415017/
3. Open Science Framework — συμπληρωματικό ερευνητικό υλικό και ερωτηματολόγια:
4. Stanford Encyclopedia of Philosophy — Michel Foucault.
Ακαδημαϊκή παρουσίαση της θεωρίας της πειθαρχικής εξουσίας, ειδικότερα στην ενότητα «History of the Prison»:
https://plato.stanford.edu/entries/foucault/
5. Institut Mémoires de l’édition contemporaine — Groupe d'information sur les prisons (GIP).
Αρχειακή τεκμηρίωση της ίδρυσης και της δράσης της ομάδας το 1971:
https://www.imec-archives.com/archives/fonds/159GIP
6. Pew Research Center (2014) — Social Media and the ‘Spiral of Silence’.
https://www.pewresearch.org/internet/2014/08/26/social-media-and-the-spiral-of-silence/
16 Οκτωβρίου 2026
Μου αρέσει αυτή η λέξη.
Αρόδο.
Έχει κάτι από αναμονή, αλλά όχι από εκείνη τη μίζερη αναμονή που κοιτάς το ρολόι και περιμένεις να αρχίσει κάτι.
Δεν περιμένω να αρχίσει τίποτα.
Έχει αρχίσει προ πολλού.
Έχουν γίνει πράγματα, έχουν τελειώσει, έχουν έρθει κι έχουν φύγει ανθρωποι, έχουν έρθει άλλοι που θα φύγουν κι αυτοί (ή εγώ), έχουν αλλάξει γνώμες, σχέδια, επιθυμίες, αντοχές και ανοχές εκατό φορές μέχρι τώρα.
Δεν είμαι σε πρόλογο πια. Είμαι μέσα στο ίδιο το έργο ήδη αρκετό καιρό.
Και τώρα εδώ, στα πενήντα, σκέφτομαι ότι δεν έχω καμία ανάγκη πια να ζω σαν να πρέπει οπωσδήποτε να φτάσω κάπου μόνο και μόνο για να "δέσω". Να πω "εδώ είμαστε". Γιατί ποτέ δεν είμαστε πουθενά. Βολοδέρνουμε στο χώρο και στο χρόνο "για όσο...".
Δεν ξέρω ποιος έβγαλε αυτή τη μαλακία ότι η ζωή μοιάζει με πλοίο που ψάχνει λιμάνι. Λες και όλο το νόημα είναι να πιάσεις κάβο και να πεις, ωραία, φτάσαμε.
Εγώ δεν είμαι και τόσο σίγουρη ότι θέλω να φτάσω πουθενά πια. Μου αρέσει να μπορώ να πλησιάζω και ταυτόχρονα να μπορώ να μένω λίγο πιο έξω. Να βλέπω την ακτή αλλά να ξέρω ότι μπορώ να φύγω. Αυτό είναι το αρόδο για μένα.
Όχι αστάθεια. Το αρόδο είναι σταθερό.
Όχι φόβος. Φτάνει με τους φόβους. Κουράστηκα.
Χώρος...!
Χώρος ανάμεσα σε μένα και σε οτιδήποτε θα μπορούσε να με περιορίσει περισσότερο απ’ όσο θέλω.
Άνθρωποι.
Ρόλοι.
Σχέδια και βεβαιότητες.
Δεν θέλω να κάνω πράγματα για να νιώθω ότι έχω θέση. Έχω θέση. Η θέση μου είναι όπου στέκομαι καθε φορά, αρκεί να με γεμίζει.
Και ξέρω ότι ακούγεται λίγο σαν να το έγραψε κάποια που μόλις αγόρασε κερί σανταλόξυλου και ξεκίνησε γιόγκα, αλλά τι να κάνουμε... Αυτό μου βγαίνει τώρα, θα το φάτε στη μάπα.
Δεν θέλω να βρεθώ κάπου μόνο και μόνο επειδή είναι γνώριμα. Και κυρίως δεν θέλω να κρατήσω έναν κάβο επειδή φοβάμαι μήπως αργότερα δεν βρω άλλον.
Οπότε ναι.
Αρόδο.
Να πλησιάζω όταν το αισθάνομαι. Να απομακρύνομαι όταν το χρειάζομαι.
Γιατί η σύνδεση δεν είναι υποχρέωση. Συμβαίνει απλά και όμορφα. Και όποιος προσπαθησει να την εξασφαλίσει, κινδυνεύει να τη χαλάσει.
Και όσο κι αν δεν μας αρέσει, αν κάτι τελειώσει σημαίνει ότι έκανε τον κύκλο του και πάει... Μπορεί να ήταν ωραίο. Μπορεί να ήταν άσχημο. Μπορεί να ήταν και τα δύο, όπως συνήθως συμβαίνει με οτιδήποτε ανθρώπινο.
Αλλά δεν χρειάζεται κάθε αναχώρηση να έχει ένοχο. Ούτε η κάθε παραμονή να παίρνει παράσημο. Μερικές φορές μένεις επειδή σου κάνει, φεύγεις επειδή δεν σου κάνει πια, αναπροσαρμόζεις, άντε τα κανεις και λίγο μπουδρέλο έτσι για την πουτανιά και τέλος.
Χωρίς εξεταστική επιτροπή και εσωτερικό δικαστήριο που να πρέπει να αποδείξεις ότι η προβλήτα ήταν σαθρή. Και μια χαρά να ήταν η προβλήτα, μπορεί απλώς εσύ να μην ήθελες να δέσεις. Και αυτό επίσης είναι μια χαρά απάντηση.
Ίσως αυτό να είναι τελικά που μου αρέσει τόσο στη λέξη.
Το αρόδο δεν είναι χαμένο. Δεν είναι εγκαταλελειμμένο, ούτε έτοιμο να βουλιάξει.
Είναι κάπου αρκετά κοντά ώστε να μη χάνει την επαφή με την ακτή και αρκετά μακριά ώστε να αναπνέει.
Προς το παρόν, με βολεύει και που ξέρει κανείς, δεν αποκλείεται τελικά να αποδειχθεί ότι αυτό είναι το δικό μου "φτάσαμε".
14 Οκτωβρίου 2026
Χωρίς να το επιδιώξω έφτασα σε ένα σημείο που από το μηδέν, οι απορίες μου έγιναν τόσες, που έπαψαν να είναι απορίες πια. Έγιναν παράσιτα ραδιοφώνου που δεν πιάνει πια τίποτα καθαρά, μόνο χρατς χρουτς μέχρι να πω άντε γαμηθείτε όλες μαζί. Το κλείνω το ρημάδι και τραγουδάω μόνη μου καλύτερα.
Στην αρχή, δεν θα πω ψέματα, έχω τη γνωστή μανία κατανόησης. Ξεχαρβαλώνω λέξεις, ξαναπαίζω κουβέντες, αλλάζω γωνία θέασης, ψάχνω συμφραζόμενα. Παίρνω μια πρόταση, την ανοίγω στα δύο, μετά στα τέσσερα, μετά πιάνω τα κατσαβίδια και σε dt βρίσκομαι με δεκαεπτά κομμάτια πάνω στο τραπέζι και μια ανεξήγητη πεποίθηση ότι κάπου εκεί μέσα υπάρχει μια απάντηση.
Και μετά...
Μετά έρχεται η υπέροχη στιγμή της πνευματικής χρεοκοπίας αλαμπρατσέτα με το αγαπημένο μου επιφώνημα.
Ωωωχουουουου...
Δεν μπορώ.
Δεν κατάλαβα τίποτα.
Δεν βρήκα ούτε μία απάντηση στα ερωτήματα που μου δημιουργήθηκαν και τώρα οι απαντήσεις έπαψαν να αξίζουν την ενέργεια που χρειάζεται για να τις βρω.
Ό,τι ειπώθηκε, οκ.
Ό,τι δεν ειπώθηκε, επίσης οκ.
Ό,τι μπερδεύτηκε, ας μείνει μπερδεμένο.
Με μια λέξη, κορεσμός...
Η στιγμή που το κεφάλι μου, μετά από πολλές ώρες υπερωρίας, κατεβάζει ρολά και βάζει ένα χειρόγραφο χαρτί στην πόρτα.
"Το τμήμα ερμηνείων θα παραμείνει κλειστό επ' αόριστον."
Αν κάτι είναι σημαντικό, θα ειπωθεί, θα μείνει, θα ξεκαθαρίσει.
Κι αν πάλι δεν ειπωθεί τίποτα, δε θα πεθάνω κιόλας.
Και αυτό, για άνθρωπο σαν εμένα, είναι σχεδόν επαναστατική πράξη.
Να αντέχω να μη βρω απάντηση... Και να συνεχίζω τη μέρα μου.
Σαν να ήμουνα σε μια βάρκα και ο έτερος βαρκαριζόμενος (ωραίο, ε;), θεώρησε σωστό να με ενημερώσει ότι μπορεί να μπάσει νερά, ότι η θάλασσα είναι βαθιά, μαύρη, άραχνη και επικίνδυνη, ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να βουλιάξουμε και ότι κυρίως ανησυχεί μήπως βραχώ εγώ γιατί εκείνος είναι αδιάβροχος, αλεξίσφαιρος, αβάδιστος κι αβίαστος!
Πριν ένα χρόνο θα είχα ήδη αρπάξει κουβά, σωσίβιο, φακό και εργαλειοθήκη και θα έψαχνα γονατιστή να βρω από πού μπαίνουν τα νερά.
Τώρα όχι.
Σήμερα φοράω το σωσίβιό μου, κάθομαι αναπαυτικά και αγναντεύω τη θέα.
Αν μπάζει, ας μπάζει.
Δεν είναι καν δική μου η γαμημένη η βάρκα. Μια βαρκάδα ήθελα να κάνω και φάνηκε ωραία ιδέα να νοικιάσω μια με κάποιον άλλον που ήθελε ακριβώς το ίδιο. Να έχουμε να λέμε και μια κουβέντα της προκοπής όσο ρεμβάζουμε.
Καθόλου κακό. Για να μην πω απολύτως βολικό.
Αν είναι να μας βγει από τη μύτη μια βαρκάδα όμως...
Δεν πα' να βουλιάξει...
Στα παπάρια μου.
Ξέρω κολύμπι.










