Ή εναλλακτικά "όταν ο άνθρωπος πατάει το κουμπί".
"It may be that we are puppets - puppets controlled by the strings of society. But at least we are puppets with perception, with awareness. And perhaps our awareness is the first step to our liberation."
Stanley Milgram
Το 1961, σε ένα εργαστήριο του Yale, ένας συνηθισμένος άνθρωπος κάθεται μπροστά σε μια συσκευή με τριάντα διακόπτες.
Ο πρώτος γράφει "Ελαφρύ σοκ".
Οι επόμενοι ανεβαίνουν ανά δεκαπέντε βολτ.
Προς το τέλος, η ετικέτα προειδοποιεί: "Κίνδυνος: σοβαρό σοκ".
Ο τελευταίος γράφει απλώς: "XXX".
Στο διπλανό δωμάτιο βρισκόταν ο "μαθητής". Το επίσημο θέμα της μελέτης ήταν αν η τιμωρία βοηθά τη μνήμη. Άρα ο "μαθητής" έπρεπε να απομνημονεύσει ζεύγη λέξεων. Ο "δάσκαλος" διάβαζε ένα ζευγάρι, έδινε μετά την πρώτη λέξη μαζί με τέσσερις πιθανές απαντήσεις και ο μαθητής διάλεγε τη σωστή πατώντας ένα κουμπί. Για κάθε λάθος απάντηση, ο δάσκαλος έπρεπε να του δώσει ηλεκτροσόκ, αυξάνοντας κάθε φορά την ένταση κατά 15 βολτ.
Όσο τα υποτιθέμενα σοκ ανέβαιναν, ο μαθητής άρχιζε να παραπονιέται, να φωνάζει και να απαιτεί να τον αφήσουν να φύγει. Στα 300 βολτ δεν απαντούσε πια. Ο ερευνητής τότε έλεγε στον δάσκαλο να αντιμετωπίσει τη σιωπή ως λανθασμένη απάντηση και άρα να δώσει το επόμενο σοκ.
Και τότε έρχεται η ερώτηση που έκανε το πείραμα του Stanley Milgram ένα από τα πιο διάσημα (και πιο ανησυχητικά) στην ιστορία της ψυχολογίας:
Μέχρι πού θα πήγαινες εσύ, αν ένας άνθρωπος με κύρος σου έλεγε ότι πρέπει να συνεχίσεις;
Το πείραμα δεν ήταν αυτό που έλεγαν στους συμμετέχοντες.
Ο Milgram στρατολόγησε άνδρες 20 έως 50 ετών από την ευρύτερη περιοχή του New Haven. Δεν ήταν φοιτητές ψυχολογίας, ούτε κάποιο ειδικό δείγμα ανθρώπων απ' όπου τους παίρνει. Ήταν εργαζόμενοι, υπάλληλοι, επαγγελματίες. Σαράντα άνδρες σε κάθε βασική συνθήκη, που είχαν απαντήσει σε αγγελία για μια μελέτη σχετικά με τη μνήμη και τη μάθηση.
Όταν έφταναν στο εργαστήριο, συναντούσαν έναν αυστηρό ερευνητή και έναν ακόμη, φαινομενικά τυχαίο, συμμετέχοντα. Γινόταν κλήρωση για τους ρόλους "δασκάλου" και "μαθητή". Μόνο που η κλήρωση ήταν στημένη. Ο αληθινός συμμετέχων γινόταν πάντα ο "δάσκαλος" και ο φαινομενικά τυχαίος γινόταν πάντα "μαθητής" και ήταν συνεργάτης του Milgram.
Στον δάσκαλο έδιναν ένα πραγματικό δείγμα σοκ 45 βολτ, ώστε η συσκευή να φαίνεται αληθινή. Μετά έπρεπε να διδάξει στον μαθητή ζεύγη λέξεων. Για κάθε λάθος, πατούσε έναν διακόπτη. Η οδηγία ήταν απλή και τρομακτικά μηχανική: ένα κλικ παραπάνω για κάθε λάθος.
Τα σοκ προς τον μαθητή δεν υπήρχαν. Οι αντιδράσεις του ήταν προσχεδιασμένες. Ο συμμετέχοντας, όμως νομίζε ότι ήταν απολύτως πραγματικές. Από τα 75 βολτ άκουγε βογκητά. Στα 150 ο μαθητής ζητούσε να φύγει. Στα 180 φώναζε ότι δεν αντέχει. Στα 300 αρνιόταν να συνεχίσει, ενώ ο ερευνητής έλεγε στον δάσκαλο να θεωρήσει τη σιωπή λανθασμένη απάντηση και να προχωρήσει.
Όποτε ο συμμετέχων δίσταζε ή ήθελε να σταματήσει, ο ερευνητής ακολουθούσε την ίδια σειρά από προτροπές:
1. "Παρακαλώ, συνεχίστε."
2. "Το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε."
3. "Είναι απολύτως απαραίτητο να συνεχίσετε."
4. "Δεν έχετε άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσετε."
Αν ο συμμετέχων εξακολουθούσε να αρνείται μετά την τέταρτη προτροπή, το πείραμα σταματούσε. Δεν υπήρχε απειλή, τιμωρία ή πραγματικό κόστος για την ανυπακοή. Υπήρχε μόνο η πίεση μιας νομιμοφανούς, επιστημονικής εξουσίας που έλεγε μόνο το εξής απλό:
- Συνέχισε.
Και όμως, συνέχισαν.
Στην πιο γνωστή συνθήκη του πειράματος, 26 από τους 40 συμμετέχοντες (65%) έφτασαν μέχρι το μέγιστο επίπεδο των 450 βολτ. Κανείς δεν σταμάτησε πριν από τα 300 βολτ!
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι 26 ήταν αναίσθητοι ή ότι διασκέδαζαν με την ιδέα πως πονούν κάποιον. Το αντίθετο. Κατά τη διάρκεια του πειράματος πολλοί ίδρωναν, έτρεμαν, τραύλιζαν, δάγκωναν τα χείλη τους, γελούσαν νευρικά. Κάποιοι διαμαρτύρονταν έντονα, έλεγαν πως δεν ήθελαν να συνεχίσουν, φοβόντουσαν ότι ο άνθρωπος στο διπλανό δωμάτιο θα πάθει κάτι, ΟΜΩΣ παρ’ όλα αυτά πατούσαν τον επόμενο διακόπτη.
Εκεί βρίσκεται το εύρημα του Milgram. Όχι στο ότι οι άνθρωποι είναι τέρατα. Αλλά στο ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι που τον ταράζει και το θεωρεί λάθος, όταν:
- η πράξη σπάει σε μικρά βήματα,
- παρουσιάζεται ως καθήκον και
- η ευθύνη μοιάζει να ανήκει σε κάποιον άλλον.
Ο ίδιος ο Milgram μίλησε για μια μετατόπιση ευθύνης. Ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του όχι ως ηθικό δρώντα, αλλά ως όργανο που εκτελεί τη βούληση μιας εξουσίας. Δεν σκέφτεται ότι θέλει να τον βλάψει. Σκέφτεται ότι απλώς κάνει αυτό που του είπαν.
Η φράση αυτή είναι πολύ επικίνδυνη, ακριβώς επειδή είναι τόσο οικεία.
Δεν ήταν όμως ένα μαγικό κουμπί που έκανε όλους υπάκουους.
Η διάσημη εικόνα του 65% είναι αληθινή, αλλά είναι μόνο μία από τις πολλές συνθήκες που έκανε ο Milgram. Συνολικά πραγματοποίησε 23 παραλλαγές, με περίπου 780 συμμετέχοντες. Και τα ποσοστά άλλαζαν δραματικά όταν άλλαζε το πλαίσιο.
- Όταν ο μαθητής δεν ακουγόταν καν και απλώς χτυπούσε τον τοίχο στα 300 βολτ, η υπακοή ήταν υψηλή.
- Όταν βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον δάσκαλο, η πλήρης υπακοή έπεσε στο 40%.
- Όταν ο δάσκαλος έπρεπε να κρατά το χέρι του μαθητή πάνω στην πλάκα για να δοθεί το σοκ, έπεσε στο 30%.
- Όταν η μελέτη μεταφέρθηκε από το Yale σε ένα άσημο, κάπως παρακμασμένο γραφείο στο Bridgeport και δεν έφερε το κύρος του πανεπιστημίου, η υπακοή έπεσε στο 47,5%.
- Όταν ο ερευνητής έδινε οδηγίες τηλεφωνικά, η πλήρης υπακοή έπεσε περίπου στο 21%. Και όταν ο συμμετέχων έβλεπε άλλους "δασκάλους" να αρνούνται να συνεχίσουν, η αντίστασή του γινόταν πολύ ευκολότερη.
Αυτό είναι το εξίσου σημαντικό μισό του πειράματος, που συνήθως χάνεται όταν το διηγούμαστε σαν ιστορία τρόμου. Η ανυπακοή επίσης μεταδίδεται. Ένας άνθρωπος που λέει "όχι" μπορεί να λειτουργήσει ως η άδεια που χρειαζόταν και ο επόμενος για να πει το ίδιο.
Οι σύγχρονες επαναναλύσεις των συνθηκών του Milgram δείχνουν ακριβώς αυτό. Η πιθανότητα να συνεχίσει κάποιος επηρεαζόταν από τη νομιμότητα και την αποφασιστικότητα της εξουσίας, την απόσταση από το θύμα, την εγγύτητα του ερευνητή και την παρουσία άλλων που αντιστέκονταν. Δεν ήταν απλώς υπόθεση "καλού" ή "κακού" χαρακτήρα.
Η έρευνα άρχισε το 1961, την εποχή της δίκης του Adolf Eichmann στην Ιερουσαλήμ και με το Ολοκαύτωμα ακόμη ανοιχτή πληγή. Ο Milgram ενδιαφερόταν βαθιά για το πώς συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούν να γίνουν μέρος μιας καταστροφικής μηχανής.
Αλλά το πείραμα δεν εξήγησε το Ολοκαύτωμα, ούτε απέδειξε ότι οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε μαζικά εγκλήματα ήταν απλώς ανυποψίαστοι υπάλληλοι που ακολουθούσαν διαταγές. Η ναζιστική εξόντωση απαιτούσε ιδεολογία, αντισημιτισμό, κρατική οργάνωση, καριέρες, συμφέροντα, εξαναγκασμό, συνεργασία και ενεργή πρωτοβουλία. Όχι μόνο υπακοή.
Αυτό που μας δίνει ο Milgram είναι κάτι πιο περιορισμένο, αλλά πολύτιμο.
Ένα εργαστηριακό παράθυρο σε έναν μηχανισμό κατά τον οποίο μας δείχνει:
- πώς η εξουσία μπορεί να τεμαχίσει την ευθύνη,
- πώς η κλιμάκωση κάνει το αδιανόητο να έρχεται σε δόσεις και
- πώς η απόσταση από τις συνέπειες διευκολύνει την ηθική τύφλωση.
Δεν αρκεί για να εξηγήσει ένα ιστορικό έγκλημα. Αρκεί όμως για να μας κάνει να αναγνωρίσουμε ένα κομμάτι του μηχανισμού του.
Και από ηθική άποψη τι γίνεται;
Το πείραμα του Milgram άλλαξε την ψυχολογία, αλλά έγινε και σύμβολο των ορίων της. Οι συμμετέχοντες εξαπατήθηκαν για τον σκοπό της μελέτης και αρκετοί βίωσαν έντονη ψυχική πίεση. Ο Milgram έκανε αποφόρτιση μετά το πείραμα και υποστήριξε ότι η παρακολούθηση των συμμετεχόντων δεν έδειξε μόνιμη βλάβη. Αυτό όμως δεν ακυρώνει το πρόβλημα.
Με τα σημερινά δεοντολογικά πρότυπα, μια μελέτη που κάνει ανθρώπους να πιστεύουν ότι ίσως τραυματίζουν σοβαρά έναν άλλον άνθρωπο δεν θα περνούσε έτσι από επιτροπή δεοντολογίας. Και καλώς. Το πείραμα δεν είναι ιερό κειμήλιο. Αρχεία, καταγραφές και μεταγενέστερες μελέτες έχουν αμφισβητήσει πόσο ακριβώς πίστευαν όλοι οι συμμετέχοντες την ιστορία και πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε τη συμπεριφορά τους. Αυτό δεν το αχρηστεύει. Απλώς μάς γλιτώνει από το να το κάνουμε έναν απλοϊκό μύθο για την ανθρώπινη κακία.
Δύο βιβλία και οι άνθρωποι πίσω από τα ποσοστά
Για πιο αφηγηματική αλλά και κριτική ματιά στο παρασκήνιο των πειραμάτων:
Το Κουτί της ψυχής της Lauren Slater δεν είναι ακαδημαϊκό εγχειρίδιο. Είναι ένα βιβλίο που παίρνει δέκα διάσημα πειράματα της ψυχολογίας και τα ξανακάνει ιστορίες με πρόσωπα, φωνές και συνέπειες.
Στο κεφάλαιο για τον Milgram, η Slater δεν αρκείται στο "65% έφτασε ως το τέλος". Ψάχνει δύο ανθρώπους που είχαν καθίσει μπροστά στη συσκευή δεκαετίες πριν.
Τα ονόματά τους είναι ψευδώνυμα. Ο "Joshua Chaffin" είχε σταματήσει στα 150 βολτ, ενώ ο "Jacob Plumfield" είχε φτάσει μέχρι τα 450.
Θα ήταν βολικό να τελειώνει εκεί η ιστορία. Ο πρώτος ο ηθικός ήρωας, ο δεύτερος ο υποτακτικός.
Αλλά η πραγματικότητα εξελίχθηκε πιο στραβά κι επομένως με περισσότερο ενδιαφέρον.
Ο Joshua είπε στη Slater ότι σταμάτησε κυρίως επειδή φοβήθηκε πως, από την ένταση της στιγμής, θα πάθαινε ο ίδιος καρδιακή προσβολή. Στη συνέχεια έζησε μια αρκετά συμβατική ζωή, με στρατιωτική και εταιρική καριέρα.
Ο Jacob, αντίθετα, έμεινε με τη φρίκη για αυτό που νόμιζε πως έκανε, αλλά μετέτρεψε αυτή τη φρίκη σε κάτι άλλο. Άρχισε να αναρωτιέται πόσο υπάκουα ζούσε και έξω από το εργαστήριο. Αποδέχτηκε τη σεξουαλικότητά του, εγκατέλειψε την ιατρική, έγινε δάσκαλος και ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων. Όπως το έθεσε ο ίδιος, χρειαζόταν να αποκτήσει "ένα ισχυρό ηθικό κέντρο".
Αυτό είναι ίσως το πιο ωραίο σημείο στο βιβλίο της Slater. Ο "ανυπάκουος" δεν έγινε κατ’ ανάγκην αντικομφορμιστής στη ζωή του, ενώ ο άνθρωπος που υπάκουσε μέχρι τέλους χρησιμοποίησε το πείραμα για να σταματήσει να υπακούει αλλού. Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη σημασία του Milgram να μην είναι μόνο το ποσοστό. Ίσως να είναι το τι κάνει μέσα μας η επίγνωση ότι, υπό τις σωστές συνθήκες, μπορεί να πατήσουμε κι εμείς το κουμπί.
Το Behind the Shock Machine της Gina Perry πηγαίνει στο άλλο άκρο. Δεν ξεκινά από το τι έμεινε στους συμμετέχοντες, αλλά από το τι ακριβώς έγινε στο ίδιο το εργαστήριο. Η Perry μελέτησε το αρχείο του Milgram, άκουσε ηχογραφήσεις και μίλησε με πρώην συμμετέχοντες. Δεν υποστηρίζει ότι το πείραμα ήταν άχρηστο ή ότι η υπακοή είναι μύθος. Υποστηρίζει, όμως, ότι η καθιερωμένη ιστορία του είναι υπερβολικά βολική. Ένα πείραμα, ένα ίδιο σενάριο για όλους, ένα καθαρό ποσοστό. Στα αρχεία, όμως, τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα. Οι οδηγίες δεν εφαρμόζονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο, κάποιοι συμμετέχοντες αμφέβαλλαν για το αν τα σοκ ήταν αληθινά και η ψυχολογική επιβάρυνση δεν χωράει σε έναν πίνακα ποσοστών.
Το ένα βιβλίο, λοιπόν, σε βάζει να κοιτάξεις εκείνον που πάτησε τον διακόπτη μετά από σαράντα χρόνια. Το άλλο σε αναγκάζει να κοιτάξεις πιο προσεκτικά το ίδιο το εργαστήριο και τον μύθο που χτίστηκε γύρω του. Μαζί δεν μικραίνουν τον Milgram. Τον κάνουν πιο ανθρώπινο, πιο μπερδεμένο και τελικά πιο χρήσιμο.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα φτάναμε στα 450 βολτ.
Είναι πολύ εύκολο να διαβάσεις τον Milgram και να απαντήσεις με άνεση:
- Εγώ θα σταματούσα. Φυσικά.
Ίσως. Και μακάρι.
Αλλά η εξουσία σχεδόν ποτέ δεν έρχεται με μια ταμπέλα που γράφει "σήμερα θα σου ζητήσω να κάνεις κάτι ανήθικο". Έρχεται σαν οδηγία, σαν υπηρεσιακό πρωτόκολλο, σαν "έτσι γίνεται η δουλειά", σαν μια ευθύνη μοιρασμένη σε τόσα γραφεία ώστε κανείς να μη νιώθει ότι έκανε ο ίδιος το κακό.
Γι’ αυτό το πιο χρήσιμο μάθημα του Milgram δεν είναι να κοιτάμε τους 26 και να λέμε "κοίτα τι θα έκανε ο κόσμος!". Είναι να ρωτήσουμε:
- Σε ποια στιγμή της αλυσίδας θα αναγνώριζα ότι το κουμπί που πατάω είναι δικό μου; Και τι θα χρειαζόμουν για να πω όχι;
Ίσως η απάντηση να είναι ένας άνθρωπος δίπλα μας που ήδη αντιστάθηκε. Ίσως η επαφή με εκείνον που πληρώνει το κόστος. Ίσως τελικά ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, να μην αφήσουμε την εντολή να εξαφανίσει την ευθύνη.
Γιατί, όπως έγραψε ο Milgram, ίσως είμαστε πράγματι μαριονέτες που κινούνται από τα νήματα της κοινωνίας. Αλλά έχουμε επίγνωση. Και, ενδεχομένως, αυτή η επίγνωση να είναι η πρώτη κίνηση για να κόψουμε έστω ένα νήμα.
Πηγές
- Stephen D. Reicher, S. Alexander Haslam & S. A. Smith, "Working toward the experimenter: reconceptualizing obedience within the Milgram paradigm as identification-based followership (2012)" (
https://doi.org/10.1177/1745691612448482), Perspectives on Psychological Science, 7(4), 315–324. Μια σημαντική νεότερη ερμηνεία που δεν αντιμετωπίζει την υπακοή ως αυτόματο «σβήσιμο» της προσωπικής ευθύνης.
- Nestar J. C. Russell, "Milgram’s obedience to authority experiments: Origins and early evolution (2011)" (
https://doi.org/10.1348/014466610X492205), British Journal of Social Psychology, 50, 140–162. Ιστορική επανεξέταση του πώς διαμορφώθηκαν τα πειράματα.