30 Ιουνίου 2026
Αν έχεις ακούσει κατά καιρούς ή έχεις πει και ο ίδιος φράσεις τύπου:
"Αυτό το έχει απωθήσει."
"Το έκανε υποσυνείδητα."
"Έχει τεράστιο εγώ."
"Προβάλλει πάνω σου τα δικά του."
...τότε, είτε το ξέρεις είτε όχι, έχεις ήδη συναντήσει τον Φρόυντ. Μόνο που πιθανότατα τον έχεις συναντήσει λίγο... παραμορφωμένο.
Γιατί πολλές από τις λέξεις της ψυχανάλυσης πέρασαν στην καθημερινή γλώσσα και απέκτησαν δική τους ζωή. Το "εγώ", για παράδειγμα, κατέληξε περίπου συνώνυμο της αλαζονείας.
Για τον Φρόυντ δεν σήμαινε καθόλου αυτό.
Ας τα πάρουμε λοιπόν από την αρχή.
Ποιος ήταν ο Φρόυντ και τι προσπαθούσε να κάνει;
Ο Sigmund Freud (1856–1939) ήταν Αυστριακός νευρολόγος και ο άνθρωπος που θεμελίωσε την ψυχανάλυση.
Ξεκίνησε μάλιστα από τη νευρολογία και τη μελέτη του νευρικού συστήματος. Αργότερα όμως στράφηκε όλο και περισσότερο στη μελέτη της ψυχικής ζωής.
Το μεγάλο ερώτημα που τον απασχολούσε ήταν κάτι φαινομενικά απλό:
- Γιατί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουμε πάντοτε γιατί κάνουμε αυτό που κάνουμε;
- Γιατί μπορεί να θέλουμε κάτι και ταυτόχρονα να το φοβόμαστε;
- Γιατί επαναλαμβάνουμε συμπεριφορές που μας κάνουν κακό;
- Γιατί ένα συναίσθημα μπορεί να εμφανίζεται χωρίς να καταλαβαίνουμε από πού ήρθε;
- Γιατί μερικές φορές οι ίδιοι μας οι εαυτοί μοιάζουν να μας σαμποτάρουν;
Η μεγάλη ιδέα της ψυχανάλυσης ήταν ότι δεν είναι όλη η ψυχική μας ζωή συνειδητή.
Σκέψεις, κίνητρα και συγκρούσεις μπορεί να επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας χωρίς να έχουμε άμεση επίγνωση αυτών. Η ύπαρξη ασυνείδητων ψυχικών διεργασιών δεν ήταν δική του ανακάλυψη. Σχετικές ιδέες υπήρχαν πολύ πριν από εκείνον. Ο Φρόυντ όμως έκανε το ασυνείδητο κεντρικό στοιχείο ενός ολόκληρου μοντέλου για την ανθρώπινη ψυχή.
Και μετά ο Φρόυντ δεν πρότεινε μόνο έναν τρόπο να περιγράψει τον ψυχισμό.
Πρότεινε, σε διαφορετικές φάσεις του έργου του, διαφορετικούς χάρτες.
Ο πρώτος χάρτης: τι γνωρίζω ότι υπάρχει μέσα μου;
Για αρχή, ας φανταστούμε ότι αυτή τη στιγμή πίνω καφέ.
Συνειδητό:
Ξέρω ότι πίνω καφέ.
Προσυνειδητό:
Δεν σκέφτομαι αυτή τη στιγμή τι έκανα χθες το απόγευμα, αλλά αν με ρωτήσεις πιθανότατα μπορώ να το θυμηθώ.
Ασυνείδητο:
Υπάρχουν ψυχικές διεργασίες και περιεχόμενα που δεν είναι άμεσα διαθέσιμα στη συνείδησή μου, αλλά σύμφωνα με τον Φρόυντ μπορούν παρ' όλα αυτά να επηρεάζουν όσα αισθάνομαι και κάνω.
Άρα, πολύ χοντρικά:
Συνειδητό = το ξέρω τώρα.
Προσυνειδητό = δεν το σκέφτομαι τώρα, αλλά μπορώ να το ανακαλέσω.
Ασυνείδητο = δεν έχω άμεση πρόσβαση σε αυτό.
Ωραία μέχρι εδώ;
Μόνο που ο Φρόυντ αργότερα διαπίστωσε ότι αυτός ο χάρτης δεν του έφτανε. Γιατί δεν τον ενδιέφερε μόνο αν γνωρίζουμε κάτι που συμβαίνει μέσα μας. Τον ενδιέφερε τι συμβαίνει όταν διαφορετικές επιθυμίες, απαγορεύσεις και απαιτήσεις συγκρούονται μεταξύ τους;
Και έτσι φτάνουμε στους τρεις διάσημους πρωταγωνιστές.
Εκείνο, Εγώ και Υπερεγώ
Το 1923 ο Φρόυντ δημοσίευσε το Το Εγώ και το Εκείνο και διατύπωσε πληρέστερα το μοντέλο που σήμερα γνωρίζουμε ως:
Εκείνο – Εγώ – Υπερεγώ.
Για να μην τα ξανακάνω εντελώς σκατά, υπάρχει ένα εξαιρετικά απλό σκονάκι:
Εκείνο: ΘΕΛΩ.
Υπερεγώ: ΠΡΕΠΕΙ.
Εγώ: ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΩΡΑ;
Αυτό δεν είναι ολόκληρη η θεωρία φυσικά. Αλλά είναι ένας πολύ καλός τρόπος να αρχίσουμε να την καταλαβαίνουμε.
Το Εκείνο: ΘΕΛΩ
Το Εκείνο (das Es στα γερμανικά, id στα αγγλικά) είναι το πιο πρωτογενές μέρος του ψυχισμού στο μοντέλο του Φρόυντ.
Δεν κάνει ηθική.
Δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικές συμβάσεις.
Δεν σκέφτεται τι θα πει η γειτόνισσα.
Δεν κάθεται να εξετάσει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Έχει ανάγκες, επιθυμίες και ενορμήσεις που ζητούν ικανοποίηση.
Πεινάω.
Θέλω.
Θυμώνω.
Πονάω.
Θέλω να σταματήσει αυτό που με ενοχλεί.
Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι το Εκείνο λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ηδονής. Αναζητά ικανοποίηση και αποφόρτιση της έντασης.
Το πιο εύκολο παράδειγμα είναι ένα βρέφος. Πεινάει. Δεν σκέφτεται "Η μανούλα μου κοιμήθηκε μόνο τρεις ώρες και θεωρώ κοινωνικά υπεύθυνο να περιμένω μέχρι τις επτά." Ουρλιάζει. Δεν είναι κακό ή εγωιστικό με την ηθική έννοια. Πεινάει. Τέλος.
Το Εκείνο δεν λέει "είναι σωστό", ούτε "είναι λάθος". Λέει "θέλω".
Και, στο φροϋδικό μοντέλο, το Εκείνο είναι ασυνείδητο.
Το Υπερεγώ: ΠΡΕΠΕΙ
Το μωρό όμως μεγαλώνει, για να συνεχίσουμε με το προηγούμενο παράδειγμα. Και πολύ γρήγορα ανακαλύπτει μια θλιβερή αλήθεια που θα τον ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή του.
Δεν μπορεί να κάνει ό,τι του κατέβει.
Υπάρχουν γονείς. Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι. Υπάρχουν κανόνες.
- Μη.
- Όχι.
- Δεν επιτρέπεται.
- Αυτό είναι κακό.
- Αυτό είναι σωστό.
- Να είσαι καλό παιδί.
Σύμφωνα με τον Φρόυντ, καθώς μεγαλώνουμε εσωτερικεύουμε κανόνες, απαγορεύσεις, κοινωνικές και γονεϊκές απαιτήσεις αλλά και ιδανικά για το πώς θα έπρεπε να είμαστε.
Έτσι συγκροτείται το Υπερεγώ.
Και κάποια στιγμή (ιδανικά) δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει απέναντί μας ένας γονιός που να λέει τι πρέπει και τι δεν πρέπει. Έχουμε μάθει να το λέμε μόνοι μας.
Το Υπερεγώ λοιπόν είναι, πολύ απλοποιημένα, η περιοχή των:
- πρέπει
- δεν πρέπει
- αυτό είναι σωστό
- αυτό είναι λάθος
αλλά και:
- Έτσι θα έπρεπε να είμαι.
Και εδώ αρχίζουν οι γνωστές μας ενοχές.
Γιατί το Εκείνο μπορεί να πει:
Τον ζηλεύω.
Και το Υπερεγώ:
Δεν πρέπει να ζηλεύεις. Είναι απαίσιο.
Και μετά δεν έχω μόνο ζήλια. Έχω και ενοχή επειδή ζηλεύω.
Συγχαρητήρια. Μόλις αναβαθμίσαμε ένα δυσάρεστο συναίσθημα σε δύο! Δεν το λες και άσχημα.
Το Εγώ: Ωραία. Και τώρα τι κάνουμε;
Κάποιος πρέπει να διαχειριστεί αυτό το χάος. Εδώ εμφανίζεται το Εγώ. Και πρώτα πρέπει να πετάξουμε από το παράθυρο τη σημερινή χρήση της λέξης.
Όταν λέμε "Αυτός έχει τεράστιο εγώ", εννοούμε συνήθως ότι είναι ψωνισμένος, αλαζόνας ή υπερβολικά εγωκεντρικός.
Το φροϋδικό Εγώ δεν σημαίνει αυτό. Το Εγώ είναι εκείνο που προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα στην πραγματικότητα.
Έχει από τη μία το Εκείνο: ΤΟ ΘΕΛΩ!
Από την άλλη το Υπερεγώ: ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ!
Και η πραγματικότητα: Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, αλλά κάθε πράξη έχει και συνέπειες.
Και κάπου στη μέση το Εγώ: Μάλιστα. Να δω τώρα πώς θα ξεμπλέξω με όλους σας!
Ο Φρόυντ συνέδεσε το Εγώ με την αρχή της πραγματικότητας.
Δουλειά του Εγώ δεν είναι απλώς να καταπιέζει το Εκείνο. Προσπαθεί να βρει έναν ρεαλιστικό τρόπο να διαχειριστεί τις επιθυμίες, τους κανόνες και τον εξωτερικό κόσμο.
Παράδειγμα:
Ο προϊστάμενός μου με εξοργίζει.
Εκείνο:
- Ρε πες του να πάει στον διάολο να ησυχάσουμε.
Υπερεγώ:
- Δεν είναι σωστό να θυμώνεις έτσι. Είναι απαράδεκτο.
Πραγματικότητα:
- Έχεις λογαριασμούς.
Εγώ:
- Δεν θα τον στείλουμε στον διάολο σήμερα. Θα βρούμε άλλον τρόπο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα.
Αυτό είναι περίπου το παιχνίδι.
Και τώρα η παγίδα.
Συνειδητό, προσυνειδητό και ασυνείδητο ΔΕΝ είναι το ίδιο πράγμα με Εγώ, Υπερεγώ και Εκείνο.
Δεν έχουμε έξι κουτάκια μέσα στο κεφάλι. Έχουμε δύο διαφορετικούς χάρτες.
Ο ένας χάρτης ρωτά περίπου:
- Έχω πρόσβαση σε αυτό που συμβαίνει;
Ο άλλος χάρτης προσπαθεί να περιγράψει:
- Τι ρόλο παίζει αυτό μέσα στην ψυχική λειτουργία και σύγκρουση;
Γι' αυτό: Εκείνο ≠ ασυνείδητο.
Ναι, το Εκείνο είναι ασυνείδητο. Αλλά σύμφωνα με τον Φρόυντ και μέρη του Εγώ και του Υπερεγώ μπορούν να λειτουργούν ασυνείδητα.
Και αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον.
Γιατί μπορεί να κουβαλάω ένα "πρέπει" χωρίς να έχω ιδέα από πού προήλθε. Μπορεί να αισθάνομαι ενοχή χωρίς να έχω καθίσει ποτέ συνειδητά να αποφασίσω ότι αυτό που θέλω είναι κακό. Μπορεί δηλαδή ο εσωτερικός δικαστής να δουλεύει υπερωρίες χωρίς να θυμάμαι καν ποιος τον διόρισε.
Και η απώθηση, η άρνηση και η προβολή πού κολλάνε;
Δεν είναι άλλα κομμάτια του ψυχισμού. Είναι μηχανισμοί άμυνας. Στην ψυχαναλυτική θεωρία, το Εγώ χρησιμοποιεί άμυνες για να διαχειρίζεται άγχος και ψυχικές συγκρούσεις.
Εδώ ανήκουν έννοιες όπως η απώθηση, η άρνηση και η προβολή.
Και επειδή αυτή είναι ολόκληρη ιστορία από μόνη της, αρκεί προς το παρόν να κρατήσουμε ότι είναι τρόποι διαχείρισης της φασαρίας που κάνουν οι υπόλοιποι.
Υπάρχουν στ' αλήθεια μέσα στον εγκέφαλό μας;
Όχι. Και αυτό είναι απαραίτητο να ειπωθεί.
Δεν υπάρχει περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται Εκείνο.
Δεν υπάρχει νευρωνικό κουμπί του "Υπερεγώ".
Και δεν μπορούμε να βάλουμε κάποιον σε έναν μαγνητικό τομογράφο και να πούμε:
"Α, να ρε'σεις! Εδώ βρίσκεται το Εγώ.
Το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ είναι θεωρητικές κατασκευές της ψυχανάλυσης.
Ο Φρόυντ προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα μοντέλο για να περιγράψει την ανθρώπινη ψυχική λειτουργία.
Η σύγχρονη ψυχολογία και η νευροεπιστήμη έχουν επιβεβαιώσει ότι τεράστιο μέρος της νοητικής επεξεργασίας γίνεται χωρίς συνειδητή επίγνωση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επιβεβαιώθηκε το φροϋδικό Εκείνο ή ολόκληρο το μοντέλο του Φρόυντ.
Πολλές συγκεκριμένες θεωρίες του έχουν αμφισβητηθεί έντονα ή εγκαταλειφθεί, ακόμη και από μεταγενέστερους ψυχαναλυτές.
Άλλες ιδέες του (όπως η σημασία των ασυνείδητων ψυχικών διεργασιών, της εσωτερικής σύγκρουσης και των μηχανισμών άμυνας) εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας και συζήτησης, αν και όχι απαραίτητα με την ακριβή έννοια που τους έδινε ο ίδιος.
Οπότε δεν χρειάζεται ούτε να κάνουμε τον Φρόυντ προφήτη ούτε να τον πετάξουμε στα σκουπίδια. Χρειάζεται να ξέρουμε τι ακριβώς είπε και τι από αυτά μπορούμε να υποστηρίξουμε σήμερα.
Κι αν τα ξέχασες ήδη αυτά που διάβασες, κράτα αυτό:
- Εκείνο: Θέλω.
- Υπερεγώ: Πρέπει.
- Πραγματικότητα: Μπορείς;
- Εγώ: Για να δούμε τι θα κάνουμε.
Και κάπως έτσι ένας άνθρωπος μπορεί ταυτόχρονα:
να θέλει κάτι,
να πιστεύει ότι δεν πρέπει να το θέλει,
να γνωρίζει ότι δεν μπορεί να το έχει,
και παρ' όλα αυτά να συνεχίζει να το θέλει.
Το Εκείνο δεν ενδιαφέρεται για την αντίφαση.
Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσει την επιθυμία του.
Δεν χρειάζεται καν να την κάνει λογική.
Θέλει.
Κι αυτή, για μένα, να είναι η αβάσταχτη ελαφρότητα του Εκείνου.
Έχει την πολυτέλεια να θέλει.
Εσύ έχεις τη δύναμη να σηκώσεις το βάρος του;
Πηγές:
Έχει και παραδείγματα. Είναι γραμμένη πραγματικά για άνθρωπο που πρωτομπαίνει στο θέμα.Έχει συγκεντρωμένα ασυνείδητο, ψυχανάλυση, Εκείνο–Εγώ–Υπερεγώ, όνειρα, μηχανισμούς άμυνας κ.λπ.
Αν κάποιος θέλει μετά να καταλάβει ειδικά το Εκείνο λίγο καλύτερα. Πολύ απλή γλώσσα και συγκεκριμένα παραδείγματα.
Για να δει κάποιος πού εντάσσονται όλα αυτά μέσα στην ευρύτερη ψυχοδυναμική προσέγγιση.
28 Ιουνίου 2026
Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν αγαπημένο χρώμα, αγαπημένη εποχή ή αγαπημένο φαγητό. Εγώ έχω αγαπημένο έπιπλο. Τον καναπέ. Και είμαι έτοιμη να υπερασπιστώ αυτή μου τη θέση με περισσότερο πάθος απ' όσο υπερασπίζομαι τις πολιτικές μου απόψεις.
Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς. Όλα τα υπόλοιπα έπιπλα του σπιτιού είναι μικροί δικτάτορες...
26 Ιουνίου 2026
"Να είστε ο δικός σας ορισμός του καταπληκτικού. Αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από οτιδήποτε όμορφο."
Έχω βαρεθεί να διαβάζω λίστες για το πώς πρέπει να είναι κάποιος. Για τις γυναίκες δε... Να είναι έξυπνη, να είναι αστεία, να είναι περιπετειώδης... Λες και είμαστε προϊόντα στο ράφι που πρέπει να βελτιώσουν το packaging τους για να πιάσουν καλύτερη τιμή.
Τα πράγματα είναι πιο απλά για μένα. Δεν είμαι όμορφη. Δεν είμαι άσχημη. Είμαι αδιανόητα συνηθισμένη. Δεν θα με χαζεψεις στο δρόμο (εκτός εάν είσαι από μόνος σου χαζεμένος) και δεν ήμουν, είμαι ή θα είμαι σε καμία περίπτωση αποδέκτης ενός βλέμματος που κλειδώνει πάνω μου. Και το καλύτερο; Δεν με νοιάζει. Το πρόσωπό μου είναι από εκείνα που ξεχνάς μόλις προσπεράσεις στο πεζοδρόμιο. Δεν προκαλώ εντυπώσεις, δεν ξεκινάω συζητήσεις με την εμφάνισή μου. Και όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο περισσότερο το απολαμβάνω. Γιατί ξέρεις τι κερδίζεις όταν είσαι αδιάφορη για το βλέμμα των άλλων; Την ησυχία σου.
Αυτή η "αποδοχή της πραγματικότητας" δεν είναι κανένα απαύγασμα πνευματικού ταξιδιού. Είναι απλώς η διαπίστωση ότι δεν είχα ποτέ μάλλον την ενέργεια να συντηρώ μια βιτρίνα που εμένα προσωπικά, δεν είχε να μου προσφέρει κάτι αξιόλογο. Επίσης, έχω καταλήξει ότι το να μην είσαι όμορφη, με τον τρόπο που επιβάλλουν τα περιοδικά, τα φίλτρα και η κοινωνική πίεση, είναι το πιο υποτιμημένο προνόμιο που υπάρχει. Εγώ το λέω "απαλλαγή από ένα διαρκές, ανούσιο καθήκον". Γιατί, ας μην γελιόμαστε, το να συντηρείς μια ομορφιά "περιοδικού" είναι μια δουλειά πλήρους απασχόλησης. Απαιτεί χρόνο, χρήμα, σκέψη, αγωνία για το πώς θα σε δει ο άλλος, πώς θα σε κρίνει, αν θα γυρίσει το κεφάλι του... Όρεξη να'χεις ν'ασχολεισαι.
Η συγγραφέας επάνω, λέει να είμαι καταπληκτική, να είμαι θυμωμένη, έξυπνη, αστεία. Αλλά το "καταπληκτική" είναι μια ακόμα απαίτηση. Μια άλλη δουλειά που πρέπει να φέρω εις πέρας. Γιατί να είμαι καταπληκτική όταν είμαι απλώς κουρασμένη; Όταν μπορώ να κοιμάμαι στον καναπέ με τα ρούχα της βάρδιας, χωρίς να έχω κάνει μπάνιο, με τα μαλλιά χάλια, χωρίς να ντρέπομαι που ξέρω πως επιδέχομαι "βελτίωση" αλλά δεν έχω καμία πρόθεση να βελτιωθώ;
Δεν έχω καμία διάθεση λοιπόν να γίνω καταπληκτική. Δεν θέλω να είμαι η γυναίκα που, ενώ γυρνάει από 8 ώρες νυχτερινής βάρδιας, νιώθει ότι πρέπει να περιποιηθεί τον εαυτό της για να μην δείχνει κουρασμένη. Είμαι κουρασμένη. Και αυτό είναι αληθινό. Οι μαύροι κύκλοι, τα ανακατεμένα μαλλιά μετά τον ύπνο στον καναπέ, τα ρούχα που είναι άνετα κι ας μην είναι στη μόδα... αυτά δεν είναι απαραίτητα σημάδια αμέλειας, είναι σημάδια μιας ζωής που δεν ξοδεύεται για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες κανενός.
Όταν διαβάζω λίστες του τύπου "να είσαι θυμωμένη, να είσαι έξυπνη, να είσαι περιπετειώδης", γελάω. Γιατί κι αυτές οι λίστες, στην ουσία, τις ίδιες απαιτήσεις έχουν. Σου λένε γίνε αυτό για να είσαι αποδεκτή, για να είσαι cool. Αλλά γιατί να γίνω κάτι; Γιατί να μην είμαι απλώς; Έτσι, σκέτο.
Δεν ψάχνω να επιβεβαιώσω την ύπαρξή μου μέσα από το αν θα γυρίσει κάποιος να με κοιτάξει δεύτερη φορά. Αν με κοιτάξει, ας είναι για να δει έναν άνθρωπο. Αν δεν κοιτάξει, ακόμα καλύτερα. Η συνηθισμένη μου ζωή δεν είναι αποτέλεσμα αποτυχίας. Είναι το φρούριο που έχτισα για να ηρεμώ. Και μέσα σε αυτό το φρούριο, κανείς δεν μπορεί να επιβάλει πώς θα μετράει η αξία μου.
Δεν είμαι εδώ για να εντυπωσιάσω με καμία καταπληκτικότητα. Είμαι εδώ επειδή έτυχε να γεννηθώ και, για την ώρα, αναπνέω ακόμα. Είμαι εδώ πρωτίστως για να με αντέχω εγώ. Και αυτό, πιστέψτε με, για μένα είναι το πιο δύσκολο και το πιο "καταπληκτικό" πράγμα που έχω καταφέρει ποτέ.
Αντί για την ομορφιά λοιπόν, επέλεξα άλλα υλικά για να πορευτώ. Υλικά που βρίσκονται μόνο όταν σταματάς να στοχεύεις στο τέλειο, λες και η ζωή είναι μια λίστα με προσόντα που πρέπει να συμπληρώσεις για να πάρεις αξία.
Προσφάτως, ας πούμε, συνειδητοποίησα πόσο λυτρωτικό είναι να μην ζητάω από τους ανθρώπους να γίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Όταν σταματάς να έχεις τέτοιου είδους απαιτήσεις από τους γύρω σου, σταματάς να τους πιέζεις να χωρέσουν στα δικά σου κουτιά, ή να τους συμπεριφέρεσαι σαν πηγές από τις οποίες πρέπει να αντλήσεις κάτι. Κι αυτό, από μόνο του, είναι μια πράξη κατανόησης που λίγοι κατέχουν. Τους αφήνεις να είναι αυτό που είναι κι αν σου αρέσει και τους αρέσει κι αυτών αυτό που είσαι εσυ... κάτι όντως καταπληκτικα απελευθερωτικό μπορεί να συμβεί.
Και όλο αυτό το λογίδριο ξέρω πως ακούγεται σαν αυτοβοήθεια, αλλά δεν είναι. Είναι η παραδοχή ότι η ομορφιά και η καταπληκτικότητα είναι απλώς ένας θόρυβος, και εγώ προσωπικά επιλέγω την ησυχία.
22 Ιουνίου 2026

Κάποιος με είπε "ύποπτα καλόβολη". Σε πρώτη ανάγνωση, κολακεύτηκα. Ακούστηκε σαν να θεωρεί πως είμαι πολύ καλόβολη για να είναι αληθινό. Καλό δεν είναι αυτό;
Η αλήθεια, όμως, είναι λίγο διαφορετική. Όχι γιατί δεν είμαι καλόβολη. Είμαι. Απλώς δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο σε αυτό.
Βέβαια, αυτός που το είπε είχε δίκιο. Με ξέρει αρκετά ώστε να καταλάβει ότι είμαι καλόβολη, αλλά όχι τόσο ώστε να καταλάβει γιατί.
Η αλήθεια είναι πως όντως αναπτύσσω έντονα με τα χρόνια κάτι που δεν είναι και τόσο συνηθισμένο. Δεν ψοφάω για παρεξήγηση. Και αυτό για πολλούς, είναι σχεδόν σαν να βλέπουν μονόκερο.
18 Ιουνίου 2026
15 Ιουνίου 2026

Κάποια βιβλία τα διαβάζεις, τα κλείνεις και συνεχίζεις τη ζωή σου και κάποια μοιάζουν με καθρέφτη. Κάθε φορά που τα ξεφυλλίζεις, βλέπεις μέσα τους έναν διαφορετικό εαυτό σου. Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία για μένα. Στην επιφάνεια, η ιστορία του μοιάζει σχεδόν κωμική.
Ένας μεσήλικας Ισπανός ευγενής, ο Αλόνσο Κιχάνο, έχει περάσει τόσες ώρες διαβάζοντας ιστορίες για ιππότες, δράκους και ηρωικά κατορθώματα, ώστε αρχίζει σιγά-σιγά να πιστεύει πως είναι κι ο ίδιος ένας από αυτούς. Αποφασίζει λοιπόν να αφήσει το σπίτι του και να γίνει περιπλανώμενος ιππότης.
Βρίσκει μια παλιά σκουριασμένη πανοπλία, βαφτίζει το αδύναμο άλογό του Ροσινάντε και δίνει στον εαυτό του το όνομα "Δον Κιχώτης της Μάντσας". Για να ολοκληρωθεί η φαντασίωσή του, επιλέγει και μια "κυρία της καρδιάς του", τη Δουλτσινέα, μια απλή χωριατοπούλα την οποία στη φαντασία του μετατρέπει σε αριστοκρατική δεσποσύνη.
Σύντροφός του γίνεται ο Σάντσο Πάντσα, ένας απλός χωρικός, γήινος, πρακτικός και γεμάτος λαϊκή σοφία. Και οι δυο τους ξεκινούν ένα ταξίδι που είναι ταυτόχρονα περιπέτεια, σάτιρα και βαθιά φιλοσοφικός στοχασμός.
Στη διαδρομή τους συμβαίνουν τα πιο παράξενα πράγματα.
Ο Δον Κιχώτης βλέπει κάστρα εκεί που υπάρχουν πανδοχεία. Βλέπει πριγκίπισσες εκεί που υπάρχουν απλές γυναίκες. Βλέπει συνωμοσίες εκεί που υπάρχουν συμπτώσεις. Και, φυσικά, βλέπει γίγαντες εκεί που υπάρχουν ανεμόμυλοι. Με το δόρυ του προτεταμένο ορμά εναντίον τους, αποφασισμένος να σώσει τον κόσμο από το κακό. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Ένας ανεμόμυλος τον εκσφενδονίζει στο έδαφος και εκείνος βρίσκεται τραυματισμένος και γελοιοποιημένος.
Η εικόνα αυτή έγινε μία από τις πιο διάσημες στη λογοτεχνία.
Όμως δεν έμεινε στην ιστορία επειδή ένας τρελός μπερδεύτηκε. Έμεινε γιατί, βαθιά μέσα μας, αναγνωρίζουμε κάτι από τον εαυτό μας σε αυτόν.
Οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη είναι οι δικοί μας ανεμόμυλοι.
Είναι οι φόβοι που μεγεθύνουμε μέχρι να γίνουν τέρατα.
Είναι οι άνθρωποι στους οποίους αποδίδουμε ιδιότητες που δεν έχουν.
Είναι οι σχέσεις που πιστεύουμε ότι μπορούν να γίνουν κάτι που στην πραγματικότητα δεν μπορούν.
Είναι οι μάχες που δίνουμε όχι επειδή είναι λογικές, αλλά επειδή έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι αξίζουν.
Πόσες φορές δεν έχουμε μετατρέψει έναν άνθρωπο σε "σωτήρα"; Πόσες φορές δεν έχουμε δει μια μικρή δυσκολία σαν ανίκητο τέρας; Πόσες φορές δεν έχουμε πολεμήσει με πάθος για κάτι που οι άλλοι έβλεπαν ως χαμένη υπόθεση;
Όλοι μας, κάποια στιγμή, έχουμε υπάρξει Δον Κιχώτης. Και ίσως να συνεχίζουμε να είμαστε.
Η μεγάλη σύγκρουση είναι τελικά μια. Όνειρο vs Πραγματικότητα
Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα δεν είναι απλώς δύο χαρακτήρες. Είναι δύο κομμάτια του ίδιου ανθρώπου. Ο ένας είναι η ανάγκη μας να ονειρευόμαστε. Ο άλλος είναι η ανάγκη μας να επιβιώνουμε.
Ο ένας λέει "Ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος".
Ο άλλος απαντά "Ναι, αλλά πρώτα πρέπει να δεις τον κόσμο όπως πραγματικά είναι".
Ο ένας θέλει το ιδανικό. Ο άλλος το εφικτό. Και η ζωή μας είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Αν ζούμε μόνο σαν τον Σάντσο, κινδυνεύουμε να γίνουμε κυνικοί. Να πάψουμε να πιστεύουμε, να εκπλησσόμαστε, να ελπίζουμε.
Αν ζούμε μόνο σαν τον Δον Κιχώτη, κινδυνεύουμε να χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας.
Χρειαζόμαστε και τους δύο.
Το όνειρο χωρίς πραγματικότητα γίνεται παραλήρημα.
Η πραγματικότητα χωρίς όνειρο γίνεται φυλακή.
Ο Δον Κιχώτης δεν αντέχει έναν κόσμο συνηθισμένο. Δεν αντέχει την ιδέα ότι η ζωή είναι μόνο φαγητό, ύπνος, δουλειά και θάνατος. Χρειάζεται έναν σκοπό. Χρειάζεται μια αποστολή. Χρειάζεται να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο συγκινητική πλευρά του ήρωα. Δεν τρελάθηκε επειδή έχασε το μυαλό του. Τρελάθηκε επειδή αρνήθηκε να δεχτεί έναν κόσμο χωρίς ποίηση. Και αυτό είναι τρομακτικά ανθρώπινο. Γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις. Από νόημα. Από ιστορίες που να κάνουν την ύπαρξή μας να μοιάζει λίγο μεγαλύτερη από την καθημερινότητα.
Ερωτευόμαστε και πιστεύουμε ότι βρήκαμε τον άνθρωπό μας. Κάνουμε παιδιά πιστεύοντας στο μέλλον. Παράγουμε έργο, τέχνη. Φτιάχνουμε οικογένειες. Αγαπάμε. Ονειρευόμαστε. Με έναν τρόπο, όλοι επινοούμε τους δικούς μας γίγαντες.
Και αν ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ο τρελός; Ο Θερβάντες αφήνει ένα πολύ "χμ" ερώτημα.
Μήπως ο πραγματικά δυστυχισμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που βλέπει γίγαντες στους ανεμόμυλους, αλλά εκείνος που δεν βλέπει πια τίποτα;
Εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα. Που δεν ενθουσιάζεται. Που δεν ερωτεύεται. Που δεν συγκινείται. Που δεν ξεκινά καμία μάχη επειδή φοβάται ότι θα χάσει.
Γιατί ο Δον Κιχώτης, παρότι πέφτει ξανά και ξανά, συνεχίζει να σηκώνεται. Και υπάρχει μια παράξενη αξιοπρέπεια σε αυτό. Κάτι βαθιά ανθρώπινο, ομολογουμένως.
Στο τέλος του μυθιστορήματος συμβαίνει κάτι θλιβερό. Ο Δον Κιχώτης επιστρέφει σπίτι του. Ξαναβρίσκει τη λογική του. Καταλαβαίνει ότι δεν ήταν ιππότης. Ότι οι γίγαντες ήταν ανεμόμυλοι. Ότι οι πριγκίπισσες ήταν απλοί άνθρωποι. Και λίγο αργότερα πεθαίνει.
Και είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι δεν πέθανε επειδή γέρασε. Πέθανε επειδή έχασε τον μύθο του. Πέθανε επειδή έπαψε να βλέπει τον κόσμο με εκείνη τη ματιά που τον έκανε να σηκώνεται κάθε πρωί και να πιστεύει ότι έχει μια αποστολή.
Μήπως τελικά το μεγάλο μάθημα του Δον Κιχώτη είναι να γνωρίζουμε ότι οι ανεμόμυλοι είναι ανεμόμυλοι αλλά να μην επιτρέψουμε ποτέ στον εαυτό μας να χάσει ολοκληρωτικά την ικανότητα να βλέπει μέσα τους και λίγους γίγαντες;
Γιατί η ζωή χρειάζεται και λίγη λογική και λίγη τρέλα.
Χρειάζεται τον Σάντσο για να πατάμε στη γη.
Και χρειάζεται τον Δον Κιχώτη για να θυμόμαστε γιατί αξίζει να σηκώνουμε το βλέμμα προς τον ορίζοντα.
12 Ιουνίου 2026
- Νομίζουμε πως ενσυναίσθηση σημαίνει αυτόματα και καλός άνθρωπος. Εάν δεν έχει, από την άλλη, σημαίνει αναίσθητος, εγωιστής, πιθανότατα κάθαρμα και ίσως να του χαράξουμε και το αυτοκινήτο τέτοιος που είναι!
- Λέμε "δεν έχει ενσυναίσθηση" και πολλές φορές εννοούμε ότι απλώς φέρθηκε σαν βλάκας.
- Λέμε "έχω ενσυναίσθηση" όταν στενοχωριόμαστε βλέποντας ένα ζώο στον δρόμο.
- Λέμε "θέλω ενσυναίσθηση" όταν στην πραγματικότητα θέλουμε απλώς κάποιος να μας ακούσει χωρίς να μας πετάξει στο τέλος "έλα μωρέ, μην το σκέφτεσαι".
Η ενσυναίσθηση, πολύ απλά, είναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε κάτι από την εσωτερική εμπειρία ενός άλλου ανθρώπου. Τι μπορεί να νιώθει, πώς μπορεί να βλέπει μια κατάσταση, τι νόημα έχει γι’ αυτόν. Δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε μαζί του. Δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε τη συμπεριφορά του. Και, κυρίως, δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η διαφορά ανάμεσα σε εκείνον και σε εμάς. Άρα... Όση ενσυναίσθηση και να έχουμε δεν σημαίνει ότι έχουμε δίκιο.
- να μπορώ να καταλαβαίνω κάτι από την εμπειρία σου,
- να μπορώ να αισθάνομαι κάτι σε σχέση με αυτή,
- να μπορώ κάπως να κατανοώ τον υποκειμενικό σου κόσμο, και
- ταυτόχρονα να γνωρίζω ότι εσύ είσαι εσύ κι εγώ είμαι εγώ.
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι αποδοχή ή συμφωνία
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι καλοσύνη ή ηθική
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι πάντα βοηθητική
Η ενσυναίσθηση μας βοηθά να καταλάβουμε ή να νιώσουμε κάτι από αυτό που βιώνει ο άλλος.
Η συμπόνια προσθέτει την επιθυμία να ανακουφιστεί ο πόνος του και, όπου μπορούμε, να συμβάλουμε σε αυτό.
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι εφαρμόσιμη σε όλους
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι τηλεπάθεια
10 Ιουνίου 2026

Άκουσα πρόσφατα μια φράση σε ένα διαδικτυακό σεμινάριο για φροντιστές:
"Ο φροντιστής έχει μία και μόνο αποστολή. Να καταρρεύσει δεύτερος μετά τον φροντιζόμενο. Δεν έχει την ευχέρεια της επιλογής να καταρρεύσει πρωτος".
Δεν ξέρω αν είναι επιστημονικά σωστή. Δεν ξέρω καν αν είναι ηθικά σωστή. Ξέρω όμως ότι με βρήκε σε μια περίεργη στιγμή της ζωής μου. Γιατί για χρόνια πίστευα ότι ο φροντιστής έχει άλλες υποχρεώσεις. Να μην καταρρεύσει ποτέ, ας πούμε. Να είναι πάντα εκεί. Να αντέχει. Να οργανώνει. Να τρέχει. Να προβλέπει. Να μένει ξύπνιος. Να λύνει προβλήματα. Να προλαβαίνει τις ανάγκες των άλλων πριν καν εκφραστούν.
Κάπως έτσι περνούσαν τα δικά μου τελευταία χρόνια.
07 Ιουνίου 2026

Δεν πιστεύω στα ζώδια.
Ούτε στα ταρώ.
Ούτε στη χειρομαντεία.
Ούτε στην καφεμαντεία.
Ούτε σε οτιδήποτε άλλο έχει εφεύρει ο ανθρώπινος νους για να μάθει τα μελλούμενα.
Κι όμως, με γοητεύουν. Πάντα με γοήτευαν.
Για χρόνια πίστευα ότι με γοήτευε το μυστήριο. Ότι μου άρεσε η ιδέα πως ίσως υπάρχει κάτι κρυμμένο πίσω από όσα βλέπουμε. Μπορεί να υπάρχει και λίγο από αυτό. Αλλά όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι δεν είναι ο πραγματικός λόγος.
Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τις ιστορίες. Αγαπώ τους ανθρώπους. Όχι να τους συναναστρέφομαι, μην τρελαθούμε. Να τους παρατηρώ μου είναι αρκετό.
04 Ιουνίου 2026

Μην μπερδεύεστε. Δεν είμαι κανένας καλός άνθρωπος. Σκατά στα μούτρα μου είμαι.
Ούτε επειδή δεν έχω πληγωθεί αρκετά. Έχω πονέσει. Έχω θυμώσει. Έχω βρεθεί να κάνω την ίδια συζήτηση εκατό φορές μέσα στο κεφάλι μου. Έχω φανταστεί τι θα έλεγα αν είχα άλλη μία ευκαιρία. Έχω ξυπνήσει μέσα στη νύχτα με εκείνη την αίσθηση ότι κάτι έμεινε αδιόρθωτο και ανείπωτο. Έχω ονειρευτεί σενάρια επιστροφής του άλλου γονυπετής, σαν να πηγαίνει για προσκύνημα στην Παναγία της Τήνου και όταν φτάνει να τον κοιτάζω σα να έχω μόλις καταπιεί μια χύτρα ξινόγαλο. Αμε!
Αλλά ποτέ δεν θυμάμαι να ευχήθηκα πραγματικά να υποφέρει κάποιος που με στεναχώρησε.
Κι αυτό με έκανε να αναρωτηθώ:
Τι είναι τελικά αυτή η ανάγκη που έχουν μερικοί άνθρωποι να πονέσει ο άλλος όσο πόνεσαν εκείνοι;




