Μαθημένη αβοηθησία: όταν ο εγκέφαλος παραιτείται πριν καν δοκιμάσει


Ο όρος “μαθημένη αβοηθησία” (learned helplessness) περιγράφει ένα ψυχολογικό φαινόμενο που μελετήθηκε από τον Martin Seligman τη δεκαετία του ’60. Σε αυτό το φαινόμενο, ένα άτομο μετά από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες όπου δεν είχε έλεγχο στο αποτέλεσμα, σταματά να προσπαθεί.

Όχι επειδή δεν μπορεί. Επειδή πείστηκε ότι δεν έχει νόημα.
Πρόκειται για μάθηση. 

Δεν συμβαίνει ξαφνικά. Είναι αργή εκπαίδευση.

Προσπαθείς, δεν αλλάζει κάτι.
Ξαναπροσπαθείς, πάλι τίποτα.
Συνεχίζεις, ίδιο αποτέλεσμα.

Κάποια στιγμή, ο εγκέφαλος φτάνει στο ότι "δεν εξαρτάται από μένα".
Και μετά, σχεδόν αθόρυβα καταλήγει στο "δεν αξίζει να προσπαθώ άλλο".

Ο Martin Seligman ήταν αυτός που συστηματοποίησε και μελέτησε πειραματικά τη μαθημένη αβοηθησία (μαζί με τον Steven Maier). Ήταν ο πρώτος που το έκανε επιστημονικό μοντέλο, ο οποίος παρατήρησε ότι όταν οργανισμοί εκτίθενται επανειλημμένα σε δυσάρεστες καταστάσεις που δεν μπορούν να ελέγξουν, μαθαίνουν ότι οποιαδήποτε προσπάθεια είναι άχρηστη.

Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η δυσκολία.
Είναι η έλλειψη ελέγχου.
Δεν σημαίνει ότι όντως δεν υπάρχει λύση.
Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος από το παρελθόν κάνει γενίκευση για το μέλλον.

Η μαθημένη αβοηθησία φαίνεται απόλυτα λογική.
Όταν ο εγκέφαλος καταγράψει επανειλημμένα ότι ό,τι και να κάνει δεν αλλάζει το αποτέλεσμα, τότε δημιουργεί τη γενίκευση "δεν υπάρχει νόημα να προσπαθώ".

Στην καθημερινότητα δεν εμφανίζεται σε ακραίες συνθήκες. Εμφανίζεται σε πολύ καθημερινά πλαίσια:
  • σε ανθρώπους που έχουν προσπαθήσει να επικοινωνήσουν σε μια σχέση και δεν εισακούστηκαν
  • σε εργασιακά περιβάλλοντα όπου η προσπάθεια δεν ανταμείβεται
  • σε επαναλαμβανόμενες αποτυχίες χωρίς σαφή αιτία ή έλεγχο
Με τον καιρό, η συμπεριφορά αλλάζει από το "ας δοκιμάσω" σε "δεν έχει νόημα" και δεν μοιάζει με παραίτηση. Μοιάζει με ρεαλισμό.

Σκέψεις όπως:
- έχω δει πώς πάνε αυτά
- δεν αλλάζουν οι άνθρωποι
- έτσι είναι τα πράγματα
δίνουν την αίσθηση λογικής εκτίμησης, ενώ στην πραγματικότητα είναι γενικεύσεις βασισμένες σε παρελθοντική εμπειρία.

Τι συμβαίνει όμως στον εγκέφαλο;
Ο εγκέφαλος λειτουργεί με βάση την εξοικονόμηση ενέργειας και την πρόβλεψη.
Αν έχει μάθει ότι η προσπάθεια δεν αλλάζει τίποτα ή συνοδεύεται από απογοήτευση, τότε για λόγους προσαρμογής μειώνει την κινητοποίηση. 
Είναι μηχανισμός προστασίας.

Δεν θα ακούσεις ποτέ το άτομο να λέει ότι είναι αβοήθητο.
Θα το ακούσεις ομως να λέει:
"δεν αλλάζουν αυτά"
"έχω δοκιμάσει"
"έτσι γίνεται πάντα"

Και θα συνεχίσει κανονικά τη ζωή του. Θα δουλεύει, θα λειτουργεί, θα ανταποκρίνεται.
Απλά… Έχει σταματήσει να περιμένει κάτι καλύτερο.

Η μαθημένη αβοηθησία βασίζεται στην σιωπηλή υπόθεση ότι αυτό που έγινε στο παρελθόν θα συμβεί και στο μέλλον. Όμως οι συνθήκες αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν και κυρίως, το ίδιο το άτομο αλλάζει. Παρόλα αυτά, ο εγκέφαλος δεν ενημερώνεται αυτόματα. Και ποτέ δεν ανατρέπεται με θετική σκέψη. Ανατρέπεται με εμπειρία που διαψεύδει την πρόβλεψη.

Δηλαδή να δοκιμάσεις ξανά σε διαφορετικό πλαίσιο. Να ζήσεις μια μικρή ενέργεια που φέρνει αποτέλεσμα ή εστω να βιώσεις λίγο έλεγχο σε μια κατάσταση. Ακόμα και μια μικρή διαφοροποίηση αρκεί για να αρχίσει να αλλάζει το μοτίβο.

Ας πούμε...
Κάποιος που έχει απορριφθεί επανειλημμένα σε σχέσεις μπορεί να καταλήξει να πιστεύει ότι κανείς δεν θα τον θέλει πραγματικά.
Αυτό δεν είναι γεγονός.
Είναι συμπέρασμα από συγκεκριμένα δεδομένα.
Αν όμως δεν ξαναδοκιμάσει, το συμπέρασμα δεν θα ελεγχθεί ποτέ.

Και γιατί κολλάμε εκεί;
Μα γιατί δουλεύει! Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Αν δεν προσπαθείς, δεν απογοητεύεσαι.
Αν δεν ελπίζεις, δεν εκτίθεσαι.
Και ο εγκέφαλος σκέφτεται χαρούμενος "ωραία, αυτό μας κρατάει ασφαλείς".
Και το κάνει!

Η μαθημένη αβοηθησία δεν χαλάει τη λειτουργικότητα.
Χαμηλώνει τον πήχη.

Δεν σε κάνει ανίκανο.
Σε κάνει να μην χρησιμοποιείς την ικανότητά σου.

Δεν είναι χαρακτηριστικό προσωπικότητας.

Δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν μπορεί.
Σημαίνει ότι έχει μάθει να πιστεύει ότι δεν μπορεί.

Δεν είσαι αβοήθητος.
Έχεις μάθει να φέρεσαι σαν να είσαι.

Και αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.

Και αυτό που έμαθες δεν ξεμαθαίνεται με μια απόφαση.
Αλλά ξεκινά να ραγίζει με μια πολύ απλή ερώτηση.

Μήπως δεν ισχύει πια αυτό που κάποτε έμαθα ότι ίσχυε;

Γιατί πολλές φορές δεν ζούμε με βάση το τι ισχύει τώρα.

Ζούμε με βάση ένα συμπέρασμα που βγάλαμε…
όταν τα πράγματα δεν δούλεψαν.