Κατηγορια Φιλοσοφώντας ασύστολα

01 Νοεμβρίου 2026

Κάποιες μάχες τις χάνεις επειδή δεν πολέμησες.

Κάποιες άλλες τις χάνεις ακριβώς επειδή πολέμησες!

Το δύσκολο δεν είναι να μάθεις να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου.

Είναι να καταλάβεις ποια εκδοχή του εαυτού σου αξίζει κάθε φορά να υπερασπιστείς.


...Γιατί δεν είμαστε ένας άνθρωπος.

Μέσα μας υπάρχει αυτός που θέλει να έχει δίκιο, αυτός που θέλει να ακουστεί, αυτός που φοβάται μήπως τον πατήσουν, αυτός που δεν θέλει να χάσει τον άλλον και εκείνος που, πάνω απ’ όλα, δεν θέλει να χάσει τον εαυτό του.

Και άντε να βγάλεις άκρη.

Το να διάλεγεις τις μάχες σου λοιπόν, ακούγεται σοφό μέχρι να χρειαστεί να αποφασίσεις ποια μάχη είναι ποια.
  • Το "μην ασχολείσαι" μπορεί να είναι ωριμότητα. Μπορεί και φόβος.
  • Το "υπερασπίσου τον εαυτό σου" μπορεί να είναι αξιοπρέπεια. Μπορεί και άρνηση να δεχτείς ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τον άλλον.
  • Το "δεν θα πέσω στο επίπεδό του" καμιά φορά είναι αυτοσεβασμός και καμιά φορά δειλία.
  • Το "θα του δείξω εγώ" μπορεί κάλλιστα να είναι ένας πληγωμένος εγωισμός που παριστάνει τον στρατηγό.
Το πράγμα είναι για γερούς λύτες όπως καταλαβαίνετε.

Γιατί δεν μιλάμε απλώς για διαχείριση θυμού. Μιλάμε για διαχείριση κόστους.

Κάθε μάχη κοστίζει κάτι.

Χρόνο. Ύπνο. Νεύρα. Σώμα. Συγκέντρωση. Διάθεση. Σχέσεις. Αξιοπρέπεια.
Κυρίως χώρο μέσα στο κεφάλι μας. Κι αυτός ο χώρος δεν είναι άπειρος.

Το ξέρω γιατί μπορώ να παραχωρήσω ολόκληρο διαμέρισμα μέσα στο κεφάλι μου σε μια συζήτηση που κράτησε τέσσερα λεπτά και να την αφήσω να κατοικεί εκεί για μήνες.
Με ενοίκιο μηδέν.
Δεν είναι πολύ καλή επιχειρηματική πρακτική, όπως και να το πάρεις.

Και δεν χρειάζεται καν να γίνει κανονικός καβγάς για να εξαντληθείς. Μπορείς να κάθεσαι ήσυχα στον καναπέ σου και μέσα σου να έχουν ανοίξει τρία μέτωπα, δύο εμφύλιοι και ένα δικαστήριο.
Για κάτι που ειπώθηκε.
Για κάτι που δεν ειπώθηκε.
Για μια απάντηση που θα μπορούσες να είχες δώσει καλύτερα.
Για μια μαλακία του 2018 που ο εγκέφαλος αποφάσισε στις τρεις το πρωί ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να λύσει.
Πολύ παραγωγικό!

Το παράξενο είναι ότι συνήθως βλέπουμε πολύ καθαρά μόνο τι θα χάσουμε αν δεν πολεμήσουμε.
Πολύ πιο σπάνια κοιτάμε τι θα χάσουμε αν πολεμήσουμε.

Κι όμως, υπάρχουν φορές που το τίμημα είναι μεγαλύτερο από το πράγμα που πας να σώσεις.
Μπορεί να έχεις δίκιο.
Μπορεί να είσαι απολύτως σωστός.
Μπορεί ο άλλος να είναι όντως τρισμέγιστος μαλάκας...
Και πάλι να μη συμφέρει!

Γιατί μας αρέσει να πιστεύουμε ότι το δίκιο κάπως ανταμείβεται. Ότι αν εξηγήσουμε αρκετά καλά, αν βάλουμε τα γεγονότα στη σωστή σειρά, θα εμφανιστεί ένας κοσμικός δικαστής και θα πει:
– Ναι ρε! Εσύ είχες δίκιο.
Ε, δεν εμφανίζεται.

Ο άλλος μπορεί να μην καταλάβει ποτέ.
Ή να καταλάβει και να μην το παραδεχτεί.
Ή να το παραδεχτεί και να μην αλλάξει τίποτα.
Μπορεί ακόμη να καταλάβει μια χαρά και απλώς να μη συμφωνήσει μαζί σου.

Σίγουρα πάντως δεν θα γίνει εκείνη η υπέροχη σκηνή που έχουμε παίξει δεκαεπτά φορές μέσα στο κεφάλι μας, όπου λέμε την τέλεια ατάκα, ο άλλος μένει άφωνος, αποκτά ξαφνικά αυτογνωσία, ζητάει συγγνώμη και στο βάθος ένα βιολί κλαίει από συγκίνηση.

Μεταξύ μας, στην πραγματικότητα ο άλλος συνήθως λέει άλλη μία μαλακία...

Και κάπου εκεί έχεις ξοδέψει τρεις ώρες από τη ζωή σου για να κερδίσεις ένα επιχείρημα από άνθρωπο που δεν θα θυμάται καν τη συζήτηση την Τρίτη.
Θρίαμβος κύριοι! 

Η σωστή ερώτηση λοιπόν δεν είναι πάντα "έχω δίκιο;".

Είναι "Αν κερδίσω αυτή τη διαμάχη, τι ακριβώς θα έχω κερδίσει;"
Αν αποδείξω ότι έχω δίκιο αλλά καταναλώσω όλη μου την ενέργεια, κέρδισα;
Αν χρειαστούν σαράντα επτά μηνύματα, δύο αϋπνίες και μισό στομάχι με έλκος για να παραδεχτεί κάποιος ότι φέρθηκε μαλακισμένα, άξιζε;
Αν απαντάω στον κάθε ανίδεο, θα ξημερώσει καλύτερος κόσμος ή απλώς θα γίνω εγώ λίγο πιο έξαλλη;

Υπάρχουν στιγμές που το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξεις την κατάσταση και να πεις:

– Μωρέ δεν αξίζεις την κορτιζόλη που θα παράξω.
Και να συνεχίσεις.

Προσοχή όμως!

Γιατί στο άλλο άκρο βρίσκεται η μόνιμη κατάποση με τη μορφή:
– Δεν πειράζει.
– Δεν θέλω δράματα.
– Δεν μπορώ τις διαμάχες.

Και έτσι αφήνεις κάποιον να περνάει κάθε φορά που τον βολεύει πάνω από τα όριά σου και να βαφτίζεις ωριμότητα το γεγονός ότι δεν λες ποτέ τι σε ενοχλεί.

Αυτό επίσης είναι ήττα. Απλώς πιο ήσυχη.

Γιατί οι μάχες που δεν έδωσες δεν εξαφανίζονται πάντα ξέρεις. Μένουν. Γίνονται πίκρα. Απόσταση. Εκείνο το "δε γαμιέται" που βρωμάει από χιλιόμετρα ότι γαμιέται.
Και μια μέρα γαμιέται και το σύμπαν, ενώ ο άλλος σε κοιτάει σαν χάνος επειδή νόμιζε ότι όλα ήταν μια χαρά.
Και, εδώ που τα λέμε, δεν φταίει απαραίτητα... Ήταν πολλά τα μικρά "δεν πειράζει" που πείραζαν λίγο αλλά δεν έλεγες.

Άρα το νόημα δεν είναι να αποφεύγεις τη μάχη.

Είναι να μάθεις τι δεν πρέπει να χαρίζεις και τι δεν αξίζει να πληρώνεις.


Αυτή είναι τελικά όλη η ιστορία!

Μόνο που δεν υπάρχει εγχειρίδιο.

Υπάρχουν μερικές άβολες ερωτήσεις:
  1. Αν δεν μιλήσω, θα προδώσω τον εαυτό μου;
  2. Αν μιλήσω, προστατεύω κάτι ουσιαστικό ή απλώς ταΐζω τον θυμό μου;
  3. Αν κερδίσω, τι κερδίζω;
  4. Αν χάσω, τι χάνω;
  5. Θέλω να διορθώσω κάτι ή απλώς να ακούσω ότι είχα δίκιο;
Και κυρίως "Τι προστατεύω;"
Αν είναι η αξιοπρέπειά σου, υπερασπίσου την.
Αν είναι πραγματικό όριο, βάλε το.
Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που αξίζει, προσπάθησε.
Αν παίζεται κάτι που πιστεύεις πραγματικά, πάλεψε.
Αν όμως όλο αυτό γίνεται μόνο επειδή δεν αντέχεις ότι κάποιος δεν σε κατάλαβε, δεν συμφώνησε ή, Θεός φυλάξοι, δεν άλλαξε γνώμη επειδή μίλησες εσύ, πιες ένα σφηνάκι καλύτερα και άσ’ το να πάει στον διάολο.

Υπάρχει και μια ολόκληρη κατηγορία μαχών που δεν τις δίνουμε για να αλλάξει κάτι. Τις δίνουμε μόνο για να πάρουμε δικαίωση.

Θέλουμε ο άλλος να παραδεχτεί ότι είχαμε δίκιο. Να αναγνωρίσει τι μας έκανε. Να δεχτεί ότι αυτό που συνέβη συνέβη, ότι αυτό που μας πόνεσε είχε σημασία, ότι δεν είμαστε υπερβολικοί ή τρελοί που το αισθανθήκαμε έτσι.
Θέλουμε έναν μάρτυρα της εμπειρίας μας δηλαδή.
Και πολλές φορές θέλουμε αυτός ο μάρτυρας να είναι ακριβώς ο άνθρωπος που μας πλήγωσε.

Καλή τύχη γιατί εδώ μπλέκουν τα πράγματα και σχετικά εύκολα μπορεί να συνδέσουμε τη δική μας αίσθηση δικαίου με την αναγνώριση κάποιου που είτε δεν μπορεί είτε δεν θέλει να μας τη δώσει.
Και όσο δεν μας τη δίνει, τόσο μουλαρώνουμε!
Εξηγούμε ξανά.
Αλλάζουμε διατύπωση.
Προσθέτουμε επιχειρήματα.
Ανασύρουμε αποδείξεις.
Λες και υπάρχει ένας μαγικός συνδυασμός λέξεων που, αν τον βρούμε, θα ξεκλειδώσει επιτέλους το κεφάλι του άλλου.

Αμ δεν υπάρχει πάντα closure που λένε και στο χωριό μου το δυτικό Όρεγκον.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα ζητήσουν ποτέ συγγνώμη και άλλοι θα φύγουν έχοντας εντελώς λάθος εικόνα για εμάς.

Κι αυτό, τουλάχιστον για μένα, είναι από τα πιο δύσκολα. Γιατί τρώγομαι σαν την ψωριάρα να εξηγήσω. Να μη μείνει τίποτα στραβό στο αρχείο.
Μόνο που το αρχείο του άλλου δεν είναι δικό μου. Δεν μπορώ να μπω στο κεφάλι του και να κάνω edit. Κρίμα, γιατί θα ήμουν καταπληκτική. Αντικειμενικά μιλώντας πάντα.

Μπορώ να πω αυτό που έχω να πω, να ξεκαθαρίσω ό,τι χρειάζεται, να υπερασπιστώ το όριό μου και, αν χρειαστεί, να φύγω.

Και κάπου εκεί τελειώνει η δική μου ευθύνη.

Όχι επειδή η δική μου εκδοχή είναι υποχρεωτικά σωστή. Μπορεί να κάνω και λάθος. Μπορεί να μου διαφεύγει κάτι. Ο άλλος μπορεί να έχει διαφορετική αλλά εξίσου ειλικρινή αντίληψη.

Γι’ αυτό έχει νόημα να συζητάμε και όχι να μετατρέπουμε κάθε διαφωνία σε υποχρεωτική συμφωνία.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση όμως από ένα σημείο και μετά ο άλλος είναι ελεύθερος να καταλάβει, να μην καταλάβει, να συμφωνήσει, να διαφωνήσει ή να λέει ό,τι μαλακία θέλει για μένα μέχρι τα βαθιά γεράματα που του εύχομαι να φτάσει.

Δεν είναι δουλειά μου να διορθώσω κάθε εκδοχή μου που υπάρχει στα κεφάλια των άλλων.
Δύσκολο;
Αδιανόητα.
Εκνευριστικό;
Απίστευτα.
Απελευθερωτικό;
Επίσης.
Γιατί δεν χρειάζεται να συμφωνήσει ο άλλος μαζί μου για να συνεχίσω.
Ούτε να με καταλάβει για να είναι αληθινό αυτό που αισθάνθηκα.

Υπάρχει βέβαια μια σημαντική εξαίρεση.
Άλλο να αντέχεις ότι κάποιος έχει λανθασμένη γνώμη για σένα κι άλλο να αφήνεις αναπάντητο κάτι που προκαλεί πραγματική βλάβη στη ζωή, στη δουλειά ή στις σχέσεις σου. Εκεί δεν μιλάμε για δικαίωση. Μιλάμε για προστασία. Και αυτή η διάκριση έχει σημασία να ειπωθεί.

Υπάρχουν επίσης μάχες που πρέπει να δίνονται ακόμη κι όταν ξέρεις ότι πιθανότατα θα τις χάσεις.
Άλλο βιολί αυτό!
Όχι επειδή πιστεύεις ότι θα αλλάξεις τον άλλον.
Αλλά επειδή, αν δεν τις δώσεις, μετά δεν θα σου αρέσει πολύ ο άνθρωπος που θα βλέπεις στον καθρέφτη.

Δεν είναι όλες οι νίκες εξωτερικές.
Καμιά φορά το αποτέλεσμα μιας μάχης δεν είναι αυτό που κατάφερες να αλλάξεις γύρω σου, αλλά αυτό που αρνήθηκες να προδώσεις μέσα σου.

Κάποιες φορές λοιπόν πρέπει να μείνεις και να τσουρομαδηθείς.
Άλλες να φύγεις.
Μερικές να μιλήσεις.
Και μερικές να σωπάσεις.
Υπάρχουν στιγμές για ένα καθαρό "ως εδώ".
Υπάρχουν και στιγμές που το πιο τίμιο είναι:
– Ναι, αυτό με πείραξε. Αλλά δεν θα καλέσω και σε επιστράτευση.

Γιατί ο πόλεμος έχει μια ωραία ψευδαίσθηση δράσης. Σε κάνει να νιώθεις ότι κάνεις κάτι. Ότι δεν είσαι παθητικός. Ότι παίρνεις τον έλεγχο.

Μερικές φορές όμως η πιο δύσκολη κίνηση είναι να μην κάνεις τίποτα.
Να αντέξεις ότι δεν ειπώθηκε η τελευταία λέξη.
Ότι κάποιος όντως σε παρεξήγησε.
Ότι δεν θα μάθει ποτέ πόσο άδικο είχε.
Και να συνεχίσεις...
Χωρίς έφεση.
Χωρίς δεύτερο γύρο.
Αλλά κι αυτή η σιωπή θέλει εξέταση, γιατί κάθε σιωπή δεν είναι παραίτηση, όπως δεν είναι και κάθε αντίδραση δύναμη.

Εγώ πάντως δεν έχω μάθει να τα ξεχωρίζω πάντα.
Κάποιες φορές έχω πετάξει πυρομαχικά σε πράγματα που δεν άξιζαν ούτε στραβοκοίταγμα.
Άλλες έχω παραστήσει ότι δεν με νοιάζει ενώ με ένοιαζε, μέχρι που το πίστεψα κι εγώ.
(Και ξέρετε κάτι; Έπιασε!)
Υπάρχουν στιγμές που θέλω τόσο πολύ να είμαι δίκαιη, λογική, ψύχραιμη και πολιτισμένη, που καταλήγω δικηγόρος του αντιδίκου.
Και άλλες που με σκουντάνε λίγο και είμαι έτοιμη να καλέσω το ΝΑΤΟ.

Άνθρωπος.
Τι να κάνουμε; Βγάζεις άκρη με δαυτους;

Κάπου στα πενήντα πάντως αρχίζω να υποψιάζομαι ότι ο στόχος δεν είναι να γίνω πιο ήρεμη.
Ούτε πιο συγκαταβατική.
Ούτε πιο ώριμη με εκείνον τον απαίσιο τρόπο που σημαίνει ότι δεν σε αγγίζει τίποτα.

Δεν θέλω να θυμώνω λιγότερο.
Το έχω ήδη καταφέρει αυτό.

Τώρα θέλω να θυμώνω επιλεκτικότερα. Να γίνω πιο ακριβής στο πού δίνω μάχη και να μη σκορπίζω την ενέργειά μου σε κάθε μαλακία που περνάει από μπροστά μου.
Γιατί μια πρόκληση δεν είναι αυτομάτως κάλεσμα σε πόλεμο.
Μια λάθος άποψη δεν είναι αποστολή μου να τη διορθώσω.
Μια διαφωνία δεν είναι πάντα σημαντική.
Μια στεναχώρια δεν είναι υποχρεωτικά υπόθεση αρχής.
Και μια μαλακία δεν αποκτά ιστορική σημασία επειδή έτυχε να συμβεί σε εμένα.
Ούτε κάθε άνθρωπος αξίζει εξήγηση.

Θέλω να κρατάω ενέργεια για τα σημαντικά.
Γιατί θα έρθουν.
Πάντα έρχονται.
Και όταν έρθουν, θέλω να έχω ακόμα δύναμη, φωνή, νεύρο και χρόνο.
Δεν έχω άπειρη ενέργεια.
Δεν έχω άπειρη αντοχή.
Και, όσο κι αν κάνω ότι δεν το ξέρω, δεν έχω άπειρη ζωή.
Δεν σκοπεύω λοιπόν να τη χαρίσω σε πράγματα που απλώς με προκάλεσαν.

Οπότε ναι.
Το "διάλεγε τις μάχες σου" είναι μια καλή συμβουλή!
Όχι επειδή πρέπει να είσαι "ο καλύτερος άνθρωπος".
Ούτε επειδή οφείλεις να χαμογελάς συγκαταβατικά κάθε φορά που κάποιος σου φέρεται σαν μαλάκας.

Αλλά επειδή οι συγκρούσεις δεν είναι όλες κακές και η αποχώρηση δεν είναι πάντα ανωτερότητα.

Επειδή το να έχεις δίκιο δεν σημαίνει ότι οφείλεις και να το αποδείξεις. Και το να μην απαντήσεις δεν σημαίνει ότι συμφωνείς. Επειδή επίσης μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου χωρίς να αφιερώσεις τη ζωή σου στο να πείσεις κάποιον.

Κυρίως όμως επειδή κάθε μάχη παίρνει κάτι μαζί της από εμάς.

Και δεν αξίζουν όλες να πάρουν κομμάτι μας.

Κάποια πράγματα όντως αξίζουν να σε βρουν απέναντι.

Και κάποια αξίζουν μόνο να σε δουν να φεύγεις.

10 Οκτωβρίου 2026

Πόσο "καλοί" άνθρωποι είμαστε όταν δεν μας κοιτάζει κανείς; 

Η λέξη "τσίπα" έχει κάτι πολύ λαϊκό μέσα της. Δεν ακούγεται σαν έννοια που θα συζητούσαν επί ώρες τέσσερις φιλόσοφοι μπροστά σε ένα τζάκι. Ακούγεται σαν λέξη που θα εκσφενδόνιζε η γιαγιά σου ενώ σε έβλεπε να βγαίνεις για μπαρότσαρκα επιεικώς ημίγυμνη:

- Μα δεν έχεις καθόλου τσίπα πάνω σου;

Και όλοι θα καταλάβαιναν περίπου τι εννοεί, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουν τον Καντ. Πράγμα εξαιρετικά βολικό, διότι ο Καντ δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί ενώ σε βρίζει η γιαγιά σου.

Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, η λέξη προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική "τσίπα", πιθανότατα σλαβικής προέλευσης, και είχε κυριολεκτικές σημασίες όπως πέπλο, τσεμπέρι, λεπτός υμένας ή πέτσα. Σε διάφορα τοπικά ιδιώματα συναντάται με συγγενικές αλλά όχι ταυτόσημες σημασίες. Στη Λευκάδα, για παράδειγμα, δηλώνει κεφαλομάντηλο, ενώ αλλού μπορεί να σημαίνει υμένα, κρούστα ή πέτσα.

Η γοητευτική εξήγηση ότι ο "ξετσίπωτος" είναι εκείνος που δεν έχει δέρμα (άρα δεν διαθέτει το προστατευτικό στρώμα της ηθικής) κυκλοφορεί ευρέως, αλλά δεν είναι τόσο ετυμολογικά βέβαιη όσο ακούγεται. Εξίσου εύλογη είναι η σύνδεση με το κάλυμμα του κεφαλιού. Η ξετσίπωτη ήταν η ακάλυπτη, εκείνη που είχε πετάξει το πέπλο της κοινωνικής σεμνότητας. Οι λέξεις, όπως και οι άνθρωποι, αποκτούν στην πορεία περισσότερες ιστορίες απ’ όσες μπορούν πάντοτε να αποδείξουν.

Σήμερα, πάντως, όταν λέμε ότι κάποιος δεν έχει τσίπα, δεν εννοούμε ότι έχασε το τσεμπέρι του. Εννοούμε ότι του λείπει η αιδώς, η συναίσθηση του ορίου, η ικανότητα να νιώσει πως αυτό που κάνει δεν είναι απλώς αντιπαθητικό ή απρεπές, αλλά θίγει κάτι έξω από τον ίδιο.

Και εδώ η τσίπα συναντά την ηθική. Δεν ταυτίζεται όμως μαζί της.


  • Η τσίπα δεν είναι απλώς ντροπή

Η ντροπή είναι ένα κοινωνικό συναίσθημα. Προϋποθέτει, πραγματικό ή φανταστικό, ένα βλέμμα στραμμένο επάνω μας. Ντρεπόμαστε επειδή εκτεθήκαμε, επειδή παραβήκαμε έναν κανόνα, επειδή κινδυνεύουμε να χάσουμε την αποδοχή της ομάδας. Το πρόβλημα είναι ότι οι κανόνες της ομάδας δεν είναι υποχρεωτικά ηθικοί. Υπήρξαν κοινωνίες στις οποίες ντροπή ήταν να μείνει μια γυναίκα ασκέπαστη, αλλά όχι να μην έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της. Άλλες θεωρούσαν ατιμωτική τη σχέση με άνθρωπο διαφορετικής φυλής, όχι όμως τον ίδιο τον ρατσισμό. Η κοινωνία διαθέτει μεγάλη ικανότητα να ντύνει την αδικία με τα καλά της και να τη βγάζει Κυριακή στην εκκλησία.

Γι’ αυτό χρειάζεται να διακρίνουμε την τσίπα ως φόβο κοινωνικής κατακραυγής από την τσίπα ως ηθική αυτοεπίγνωση.

Η ψυχολογική έρευνα διαχωρίζει επίσης τη ντροπή από την ενοχή. Χοντρικά, η ενοχή λέει "έκανα κάτι κακό", ενώ η ντροπή λέει "είμαι κακός". Η πρώτη μπορεί να μας ωθήσει να ζητήσουμε συγγνώμη, να επανορθώσουμε και να αλλάξουμε συμπεριφορά. Η δεύτερη συχνά στρέφεται εναντίον ολόκληρου του εαυτού και μπορεί να οδηγήσει σε κρύψιμο, άρνηση, μετατόπιση της ευθύνης ή επιθετικότητα. Δεν είναι λοιπόν κάθε ντροπή ηθικά χρήσιμη ούτε η δημόσια διαπόμπευση εργοστάσιο καλύτερων ανθρώπων. Συχνά είναι απλώς εργοστάσιο καλύτερων ψεμάτων.

Η χρήσιμη τσίπα δεν είναι το τι θα πει ο κόσμος. Είναι το τι προκάλεσα στον άλλο και τι οφείλω να κάνω τώρα που το βλέπω.


  • Ωραία. Και τι είναι ηθικό;

Γιατί όλοι συμφωνούμε ότι θέλουμε το καλό, μέχρι να χρειαστεί να συμφωνήσουμε τι διάολο είναι.

  • Ο Αριστοτέλης κοίταξε κυρίως τον χαρακτήρα: δεν αρκεί μία σωστή πράξη. Σημασία έχει τι άνθρωπος γίνεσαι μέσα από τις επαναλαμβανόμενες επιλογές σου. 
  • Ο Χιουμ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο ηθικό συναίσθημα και στη συμπάθεια προς τους άλλους. 
  • Ο Καντ έβαλε στο κέντρο το καθήκον, τον ορθό λόγο και την απαίτηση να μην αντιμετωπίζουμε ποτέ τον άνθρωπο απλώς ως μέσο. 
  • Ο Μιλ κοίταξε τις συνέπειες: η πράξη κρίνεται από την ευτυχία ή τη δυστυχία που παράγει.

Με δυο λόγια: 

  • ο ένας σε ρωτά, τι άνθρωπος γίνεσαι; 
  • ο άλλος, από ποια αρχή πράττεις; 
  • και ο τρίτος, τι προκάλεσες;
Εμείς, φυσικά, προτιμάμε συνήθως την τέταρτη σχολή: 

- Πώς θα αποδείξω ότι εγώ δεν φταίω;

Οι θεωρίες αυτές δεν συμφωνούν πάντα. Ένα ψέμα μπορεί να παραβιάζει έναν κανόνα αλλά να σώσει μια ζωή. Μια πράξη μπορεί να ωφελεί τους πολλούς και να συνθλίβει έναν αθώο. Μια καλή πρόθεση μπορεί να προκαλέσει καταστροφή, ενώ μια ιδιοτελής πράξη μπορεί κατά τύχη να έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα. Η ηθική δεν γίνεται δύσκολη μόνο επειδή υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Γίνεται δύσκολη επειδή μερικές φορές συγκρούονται δύο πραγματικά αγαθά: η ελευθερία με την ασφάλεια, η αλήθεια με την προστασία, η δικαιοσύνη με την επιείκεια.

Το ότι οι κοινωνίες διαφωνούν δεν αποδεικνύει πως όλες οι ηθικές κρίσεις είναι απλώς θέμα γούστου, σαν να συζητάμε αν είναι καλύτερο το παγωτό φιστίκι ή σοκολάτα. Αποδεικνύει όμως ότι χρειάζεται να αιτιολογούμε τις βεβαιότητές μας. Το «έτσι συνηθίζεται εδώ» περιγράφει ένα έθιμο· δεν το δικαιώνει. Και το «πάντα έτσι γινόταν» είναι ιστορική πληροφορία, όχι ηθικό επιχείρημα. Πάντα γίνονταν και σφαγές. Δεν τις κάνει παράδοση προς διατήρηση.


  • Το συγκλονιστικό νέο! Όλοι θεωρούμε τον εαυτό μας καλό!

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξυπνούν το πρωί, χαϊδεύουν τη γάτα τους και σκέφτονται "Μουχαχα Σήμερα θα είμαι το κάθαρμα της ιστορίας". Ακόμη και όταν κάνουμε κάτι άδικο, διαθέτουμε μια θαυμαστή εσωτερική υπηρεσία δημοσίων σχέσεων που αναλαμβάνει αμέσως τη διαχείριση της κρίσης.

Δεν είπα ψέματα —> προστάτευσα κάποιον.

Δεν αδιαφόρησα —> δεν ήθελα να ανακατευτώ.

Δεν εκμεταλλεύτηκα τον άλλον —> κοίταξα το συμφέρον μου, όπως κάνουν όλοι.

Δεν είμαι ρατσιστής —> απλώς λέω τα πράγματα όπως είναι.

Δεν έκανα τίποτα —> και αυτή ακριβώς είναι, συχνά, η πιο βολική μας υπεράσπιση.

Σε μελέτη των Ben Tappin και Ryan McKay, οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν τον εαυτό τους ως ηθικότερο από τον μέσο άνθρωπο, και αυτή η ηθική ανωτερότητα ήταν ισχυρότερη από την αντίστοιχη υπερεκτίμηση σε χαρακτηριστικά όπως η κοινωνικότητα και η ικανότητα. 

Δεν πιστεύουμε απλώς ότι είμαστε καλοί. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους σε έναν τομέα στον οποίο δεν υπάρχει καν αντικειμενικό κοντέρ. Μαθηματικά, βέβαια, δεν γίνεται να είμαστε όλοι πάνω από τον μέσο όρο. Η αλαζονεία όμως δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα καλή στα μαθηματικά.

Και μετά έρχεται η "ηθική αδειοδότηση": Επειδή κάναμε κάτι καλό ή επειδή επιβεβαιώσαμε μέσα μας ότι είμαστε από τους σωστούς, αισθανόμαστε ότι αποκτήσαμε λίγη πίστωση για την επόμενη μικρή μας αθλιότητα. Έδωσα χρήματα σε φιλοζωική, άρα μπορώ να φερθώ σαν σκουπίδι στον υπάλληλο. Υποστηρίζω δημοσίως τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρα δεν χρειάζεται να εξετάσω πώς φέρομαι στον άνθρωπο που έχω μπροστά μου. Έκανα like στη σωστή ανάρτηση, παρακαλώ να ενημερωθεί το ηθικό μου μητρώο.

Η σχετική μετα-ανάλυση βρίσκει υπαρκτό αλλά όχι τεράστιο αποτέλεσμα και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις μελέτες. Δηλαδή η ηθική αδειοδότηση δεν είναι φυσικός νόμος ούτε συμβαίνει σε όλους. Είναι όμως ένας από τους τρόπους με τους οποίους η καλή εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας μπορεί να γίνει άλλοθι αντί για κίνητρο.


  • Η ηθική μας αλλάζει όταν αλλάζει το περιβάλλον 

Η κοινωνική ψυχολογία έχει δείξει ότι η συμπεριφορά δεν ξεπηδά αυτούσια από κάποιον αμετάβλητο χαρακτήρα. Επηρεάζεται από την αυθεντία, την ομάδα, τους θεσμούς, τη γλώσσα με την οποία περιγράφεται μια πράξη και την απόσταση από τις συνέπειές της.

Για χρόνια το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ παρουσιαζόταν ως η δραματική απόδειξη ότι, αν δώσεις σε συνηθισμένους ανθρώπους μια στολή και λίγη εξουσία, το τέρας μέσα τους θα ζητήσει αμέσως απλήρωτες υπερωρίες. Μόνο που το πείραμα είχε σοβαρότατα προβλήματα. 

  • Οι "φύλακες" δεν αφέθηκαν απλώς να αντιδράσουν αυθόρμητα, αλλά δέχθηκαν καθοδήγηση για τον ρόλο που περίμεναν οι ερευνητές να παίξουν, 
  • ο ίδιος ο Ζιμπάρντο συμμετείχε ενεργά ως διευθυντής της υποτιθέμενης φυλακής, 
  • η συλλογή και παρουσίαση των δεδομένων ήταν επιλεκτική
  • και οι συμμετέχοντες γνώριζαν αρκετά ώστε να προσπαθούν να υπηρετήσουν το σενάριο της έρευνας. 
Το πείραμα παραμένει χρήσιμο, αλλά κυρίως ως μάθημα για το πώς μια καταπληκτική ιστορία μπορεί να επιβιώσει επί δεκαετίες με επιστημονικό μουστάκι και λευκή μπλούζα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνθήκες δεν επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε ένα κακοστημένο πείραμα για να το αποδείξουμε.

Οι μελέτες υπακοής του Στάνλεϊ Μίλγκραμ προσφέρουν πιο σοβαρά (αν και επίσης αμφιλεγόμενα και δεοντολογικά προβληματικά) δεδομένα. Στη γνωστότερη συνθήκη, το 65% των συμμετεχόντων έφτασε έως τον διακόπτη των 450 volt, πιστεύοντας ότι χορηγούσε ολοένα ισχυρότερα ηλεκτροσόκ σε άλλον άνθρωπο. Δεν το έκαναν, όμως, ατάραχοι. Πολλοί παρουσίασαν έντονη δυσφορία, διαμαρτυρήθηκαν, αμφισβήτησαν τον πειραματιστή ή προσπάθησαν να σταματήσουν. Η υπακοή άλλαζε θεαματικά όταν άλλαζαν οι συνθήκες.

  • Η εγγύτητα του "θύματος", 
  • η φυσική παρουσία και το κύρος της αυθεντίας, 
  • καθώς και η στάση των υπόλοιπων συμμετεχόντων.

Το ενδιαφέρον συμπέρασμα δεν είναι ότι ο άνθρωπος στερείται ηθικής και υπακούει σαν κουρδιστό ανθρωπάκι. Είναι ότι η αυθεντία μπορεί να του προσφέρει μια άλλη ηθική αφήγηση. Ας πούμε "δεν βασανίζεις έναν άνθρωπο, βοηθάς την επιστήμη", "δεν ευθύνεσαι εσύ, την ευθύνη την αναλαμβάνω εγώ", "δεν αποφασίζεις, απλώς εκτελείς τη διαδικασία". Η βλάβη παραμένει ίδια, αλλά αλλάζει η περιγραφή της. Και καμιά φορά αυτό αρκεί.

Δεν κάνουμε το κακό μόνο όταν παύουμε να ξεχωρίζουμε το σωστό από το λάθος. Μπορούμε να το κάνουμε και όταν πειστούμε ότι το λάθος υπηρετεί κάτι ανώτερο.


  • Δεν έκανα τίποτα σας λέω!

Η ηθική μας έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στην αδράνεια. Τείνουμε να κρίνουμε αυστηρότερα τη βλάβη που προκαλείται από μια πράξη από μια ισοδύναμη ή ακόμη μεγαλύτερη βλάβη που προκαλείται επειδή δεν κάναμε τίποτα. Η τάση αυτή ονομάζεται omission bias, μεροληψία της παράλειψης.

Η αδράνεια μάς φαίνεται καθαρότερη επειδή δεν αφήνει δακτυλικά αποτυπώματα. Αν δεν πάτησα εγώ το κουμπί, αν δεν υπέγραψα εγώ την απόφαση, αν απλώς κοίταξα αλλού, μπορώ ευκολότερα να αφαιρέσω τον εαυτό μου από την ιστορία. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, δεν ενδιαφέρεται για το βιογραφικό της συνείδησής μας. Μερικές φορές η απραξία έχει συνέπειες εξίσου συγκεκριμένες με την πράξη.

Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για κάθε δυστυχία του πλανήτη. Η ευθύνη εξαρτάται από το τι γνώριζε, τι μπορούσε πράγματι να κάνει, πόσο προβλέψιμη ήταν η βλάβη, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι κόστος θα είχε η παρέμβασή του. Διαφορετικά θα καταλήγαμε όλοι ηθικά ένοχοι επειδή, την ώρα που πλέναμε τα πιάτα, δεν λύναμε ταυτόχρονα τον λιμό και τρεις πολέμους. Κάπου να υπάρχει και μια λογική... Δεν είμαστε πολυμίξερ.

Υπάρχει όμως ένα ενοχλητικό σημείο. Όσο περισσότεροι είναι παρόντες, τόσο ευκολότερα διαχέεται η ευθύνη. Κάποιος άλλος θα κάνει κάτι... Υπάρχουν αρμόδιοι... Δεν είναι δική μου δουλειά... Η κλασική έρευνα για το φαινόμενο του αμέτοχου παρατηρητή έδειξε ακριβώς αυτή τη δύναμη της διάχυσης της ευθύνης. Η παρουσία των άλλων δεν μας κινητοποιεί πάντοτε, μπορεί να μας προσφέρει το πλήθος μέσα στο οποίο θα κρυφτούμε.

Η απουσία πράξης, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αθωότητας. Μερικές φορές είναι αυτοσυγκράτηση. Μερικές φορές αδυναμία. Μερικές φορές άγνοια. Και μερικές φορές είναι συμμετοχή με πολιτικά ρούχα.


  • Η άγνοια δεν είναι πάντα αθώα, αλλά ούτε πάντα ένοχη

Το διαδίκτυο μάς έδωσε πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες απ’ όσες μπορεί να επεξεργαστεί ένας ανθρώπινος εγκέφαλος και, για να μη βαριόμαστε, τις ανακάτεψε με ψέματα, προπαγάνδα, διαφημίσεις, βίντεο με υπότιτλο "οι επιστήμονες έμειναν άφωνοι" και τον ξάδελφο κάποιου που "τα έχει ψάξει αυτά".

Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τα πάντα. Ούτε κάθε άγνοια αποτελεί ηθικό ελάττωμα. 

Υπάρχει όμως κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιστημική ευθύνη. Η ευθύνη δηλαδή που έχουμε για τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζουμε, ελέγχουμε και διατηρούμε τις πεποιθήσεις μας.

Όσο μεγαλύτερες είναι οι συνέπειες μιας πεποίθησής μας για τους άλλους, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωσή μας να ελέγξουμε αν αυτή η πεποίθηση στέκει.

Ή απλούστερα:

Όταν πιστεύεις κάτι, ειδικά κάτι που επηρεάζει άλλους ανθρώπους, έχεις κάποια ευθύνη να αναρωτηθείς αν έχεις καλούς λόγους να το πιστεύεις.

Δεν χρειάζεται να έχεις διδακτορικό στη μετανάστευση για να εκφέρεις άποψη. Αν όμως ζητάς πολιτικές που θα καθορίσουν αν άλλοι άνθρωποι θα ζήσουν, θα φυλακιστούν ή θα απελαθούν, το "έτσι άκουσα" είναι κάπως φτωχό θεμέλιο. Αν διαδίδεις ιατρικούς ισχυρισμούς που επηρεάζουν αποφάσεις υγείας, δεν σε αθωώνει το γεγονός ότι τους βρήκες γραμμένους με κεφαλαία και δεκαεπτά θαυμαστικά.

Η άγνοια δεν είναι πάντοτε επιλογή. Η βεβαιότητα μέσα στην άγνοια, όμως, είναι.


  • Υπάρχει αντικειμενική ηθική;

Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό στη φιλοσοφία. 

Ο ηθικός ρεαλισμός υποστηρίζει, σε γενικές γραμμές, ότι ορισμένες ηθικές προτάσεις μπορεί να είναι αληθείς ανεξάρτητα από τις προσωπικές ή πολιτισμικές μας προτιμήσεις.

Ο ηθικός σχετικισμός συνδέει την αλήθεια ή τη δικαιολόγηση των κρίσεων περισσότερο με το εκάστοτε κοινωνικό ή πολιτισμικό πλαίσιο. 

Ανάμεσά τους υπάρχει μια ολόκληρη ζούγκλα θέσεων, διότι οι φιλόσοφοι επίσης κλέφτες θα γίνουν; Πρέπει κάπως να βγάζουν το ψωμί τους. 

Δεν ξέρω αν υπάρχει ένας αντικειμενικός κανόνας ικανός να λύσει κάθε πιθανό δίλημμα.

Δυσπιστώ έντονα πάντως, απέναντι στην ιδέα ότι δεν μπορούμε να πούμε τίποτε παραπάνω πέρα από το "ο καθένας έχει τη γνώμη του" εάν η γνώμη του επηρεάζει την ζωή άλλων. 

Αν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσαμε να καταδικάσουμε καμία δουλεία, γενοκτονία ή θεσμοθετημένη κακοποίηση εφόσον ήταν αποδεκτή από την κοινωνία που τη διέπραττε.

 Η απλή ύπαρξη ενός εθίμου θα αποτελούσε και την ηθική του δικαίωση. Ευτυχώς, το "έτσι γινόταν τότε" μπορεί να εξηγήσει μια πράξη, δεν υποχρεούται και να τη συγχωρήσει.

Ίσως να μπορούμε να υπερασπιστούμε τουλάχιστον το εξής ελάχιστο:

  • Ο πόνος του άλλου δεν παύει να μετρά επειδή δεν είναι δικός μας 
  • Η διαφορετικότητά του δεν τον μετατρέπει σε εργαλείο 
  • Η δύναμή μας δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα 
  • και η παράδοση, η εντολή ή το προσωπικό μας συμφέρον δεν αρκούν από μόνα τους για να δικαιολογήσουν μια βλάβη.

Δεν είναι ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα. Είναι περισσότερο ένα κατώφλι. Και πολλοί δυστυχώς σκοντάφτουν ήδη πριν μπουν.


  • Πώς μετριέται, λοιπόν, η τσίπα;

Όχι από το πόσο συχνά λες ότι είσαι καλός άνθρωπος. Αυτό είναι διαφήμιση, όχι μέτρηση.

Όχι από το αν τηρείς τους κοινωνικούς τύπους. Μπορείς να λες "παρακαλώ" και "ευχαριστώ" ενώ καταστρέφεις ζωές με savoir vivre.

Όχι μόνο από τις προθέσεις. Οι προθέσεις έχουν σημασία, αλλά οι άλλοι αναγκάζονται να ζήσουν κυρίως με τα αποτελέσματά τους.

Και όχι από το αν απέφυγες προσωπικά τη βρομοδουλειά. Η ηθική δεν διαθέτει υπηρεσία πλυντηρίου όπου παραδίδεις την ευθύνη σε τρίτους και την παραλαμβάνεις ατσαλάκωτη.

Ίσως η τσίπα να φαίνεται στις ερωτήσεις που δεχόμαστε να κάνουμε στον εαυτό μας:

  • Ποιος πληρώνει για τη δική μου άνεση;
  • Θα θεωρούσα δίκαιη αυτή την πράξη αν βρισκόμουν στην άλλη πλευρά της;
  • Θα την έκανα αν κανείς δεν επρόκειτο να το μάθει;
  • Θα την υπερασπιζόμουν αν την έκανε ο πολιτικός, η ομάδα ή ο άνθρωπος που αντιπαθώ;
  • Μήπως ονομάζω ουδετερότητα αυτό που στην πράξη προστατεύει τον ισχυρότερο;
  • Και, κυρίως, τι θα μπορούσε να με πείσει ότι κάνω λάθος;

Τσίπα δεν είναι να φοβάσαι μήπως σε πουν ανήθικο. Ούτε να συμμορφώνεσαι με μια κοινωνία που μπορεί να είναι η ίδια βαθιά άδικη. 

Είναι η ικανότητα να αφήνεις τη ζωή του άλλου να μπει στον υπολογισμό σου, ακόμη κι όταν σε ξεβολεύει. Να βλέπεις τη βλάβη πίσω από την ωραία δικαιολογία, την προσωπική συμμετοχή, πίσω από το "όλοι το ίδιο κάνουν" και την ευθύνη πίσω από το "εγώ δεν έκανα τίποτα".

Τσίπα, τελικά, δεν είναι να έχεις καθαρή συνείδηση. Καθαρή συνείδηση διαθέτουν συχνά και άνθρωποι που δεν την έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ.

Τσίπα είναι να αντέχεις να τη λερώνεις με δύσκολες ερωτήσεις.


Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση:

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής — λήμμα «τσίπα», Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CE%B1&dq=

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Moral Realism

https://plato.stanford.edu/entries/moral-realism/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Moral Relativism

https://plato.stanford.edu/entries/moral-relativism/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Virtue Ethics
https://plato.stanford.edu/entries/ethics-virtue/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Deontological Ethics

https://plato.stanford.edu/entries/ethics-deontological/

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Consequentialism

https://plato.stanford.edu/entries/consequentialism/

  • Tangney, Stuewig & Mashek (2007), “Moral Emotions and Moral Behavior”

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3083636/

  • Tappin & McKay (2017), “The Illusion of Moral Superiority”

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC5641986/

  • Blanken, van de Ven & Zeelenberg (2015), “A Meta-Analytic Review of Moral Licensing”

https://doi.org/10.1177/0146167215572134

  • Le Texier (2019), “Debunking the Stanford Prison Experiment”

https://doi.org/10.1037/amp0000401

  • Haslam, Reicher & Van Bavel (2019), “Rethinking the Nature of Cruelty: The Role of Identity Leadership in the Stanford Prison Experiment”

https://doi.org/10.1037/amp0000443

  • Milgram (1963), “Behavioral Study of Obedience”

https://doi.org/10.1037/h0040525

  • Haslam, Loughnan & Perry (2014), “Meta-Milgram: An Empirical Synthesis of the Obedience Experiments”

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3976349/

  • Ritov & Baron (1990), “Reluctance to Vaccinate: Omission Bias and Ambiguity”

https://doi.org/10.1002/bdm.3960030404

  • Baron & Ritov (2004), “Omission Bias, Individual Differences, and Normality”

https://doi.org/10.1016/j.obhdp.2004.03.003

  • Darley & Latané (1968), “Bystander Intervention in Emergencies: Diffusion of Responsibility”

https://doi.org/10.1037/h0025589


16 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν έψαχνα τον Κούντερα. 

Και, μεταξύ μας τώρα, ποιά διαταραγμένη το κάνει αυτό επί τούτου;

Έφτιαχνα τη βιβλιοθήκη. Ξέρετε τώρα... Μία από εκείνες τις δουλειές που αρχίζεις με την αφελή πεποίθηση ότι θα βάλεις σε τάξη τα πράγματά τάκα τάκα και καταλήγουν να βάζουν εκείνα χέρι μέσα σου.

Κάπου ανάμεσα σε βιβλία που θυμόμουν, βιβλία που είχα ξεχάσει και βιβλία που εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα διαβάσω κάποια στιγμή, ξαναβρήκα την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι".

Το ξεσκόνισα και δεν άντεξα. Το άνοιξα και το ξεφύλλισα για να το ξαναθυμηθώ...

Τι μαλακισμένη γίνομαι ώρες ώρες! Πόσο κακή ιδέα!

Δεν χρειάστηκε να το ξαναδιαβάσω ολόκληρο. Τουλάχιστον μέχρι εκεί μου έκοβε. Μερικές σελίδες τσακισμένες, κάποιες υπογραμμισμένες φράσεις (ναι, είμαι από αυτές που τα καταστρέφουν τα βιβλία, δικά μου δεν είναι;) και κυρίως, ο τίτλος ήταν αρκετά.

Και αυτός ακριβώς ο τίτλος που θυμόμουν πάντοτε ως ωραίο, βαρύγδουπο και μυστηριώδες λογοτεχνικό κατασκεύασμα ξαφνικά αποφάσισε να μου εξηγήσει τι σημαίνει...

Και κάπου εκεί γαμήθηκε όλο το δικό μου "είναι", μαζί με όλη την αβάσταχτη ελαφρότητά του!

Δεν ξέρω ακριβώς τι είχα καταλάβει όταν διάβασα το βιβλίο την πρώτη φορά. Πάει καμιά εικοσαετία από τότε. Θυμόμουν τον έρωτα, τα σώματα, τις απιστίες, τη φυγή, την Πράγα, την εισβολή, την εξορία. Δεν θυμόμουν ούτε κατά διάνοια, φυσικά, τον Τόμας, την Τερέζα, τη Σαμπίνα, τον Φραντς. Και σίγουρα δεν θυμόμουν να είχα σταθεί πραγματικά στη λέξη "είναι".

Κάνω χώρο στο χαμό γύρω μου και ξεκινάω διάλειμμα (αφορμή έψαχνα για καθισιό) με ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο, μια παγωμένη μαύρη μπύρα από το ψυγείο και 18 τσιγάρα ακριβώς!

Το "είναι", σου λέει, δεν είναι ούτε το "Εγώ" ούτε το "Υπερεγώ" ούτε το φροϋδικό "Εκείνο" που έμαθα πρόσφατα. Είναι η ύπαρξη.

Το γεγονός ότι βρεθήκαμε εδώ και έχουμε μία ζωή να ζήσουμε, χωρίς πρόβα, χωρίς επανάληψη και χωρίς τη δυνατότητα να δούμε τι θα είχε συμβεί αν, σε μια κρίσιμη στιγμή, είχαμε στρίψει προς μια άλλη κατεύθυνση.

Σαν πείραμα με δείγμα n=1, χωρίς ομάδα ελέγχου και χωρίς δυνατότητα αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων. Επιστημονικό αίσχος, δηλαδή. 

Κι όμως, αυτό είναι όλο κι όλο η ζωή μας.

Ο Κούντερα ανοίγει το βιβλίο με την ιδέα της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε (άλλη ψυχή του πάρτι κι αυτός!). 

Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία κάθε στιγμή της ζωής μας επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, αιώνια, ίδια και απαράλλακτη. Όχι, δεν επιστρέφουμε σοφότεροι για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Δεν είναι "Η μέρα της μαρμότας" με υπαρξιακό μεταπτυχιακό. Ζούμε την ίδια ζωή, κάνουμε τις ίδιες επιλογές, πατάμε τις ίδιες μπανανόφλουδες και πέφτουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, άπειρες φορές. Μαρτύριο!

Στην ανάγνωση του Κούντερα, αυτή η αιώνια επανάληψη φορτώνει κάθε πράξη με το βάρος της αιωνιότητας. Επειδή τίποτα δεν περνά πραγματικά. Κάθε στιγμή επιστρέφει και επιμένει για πάντα. Άρα κάθε πράξη καλείται να αντέξει το βάρος της αιωνιότητας, σαν να μας ρωτά "Θα άντεχες να ζεις με αυτή σου την απόφαση για πάντα;"

Αντίθετα, μια ζωή που συμβαίνει μόνο μία φορά εμφανίζεται, περνά και χάνεται. Δεν επαναλαμβάνεται, δεν επιβεβαιώνεται και δεν αφήνει κανένα αιώνιο αποτύπωμα. Γι’ αυτό ο Κούντερα τη χαρακτηρίζει "ελαφριά". Μπροστά στον άπειρο χρόνο, μοιάζει σαν τον καπνό από το τσιγάρο μου που περνάει για μια στιγμή και εξαφανίζεται.

Κάπου εδώ άφησα την μπύρα κάτω και άρχισα να μαλώνω με τον συγχωρεμένο τον συγγραφέα.

- Συγγνώμη, Μίλαν μανάρι μου, αλλά θα με πεθάνεις κι εμένα; Από πού κι ως πού; Επειδή ζω μόνο μία φορά, η ζωή μου έχει μικρότερο βάρος; Επειδή μια στιγμή δεν θα επαναληφθεί ποτέ, σημαίνει λιγότερο και όχι περισσότερο βάρος; Επειδή μια απόφαση είναι οριστική και καμία δεύτερη εκδοχή μου δεν θα επιστρέψει για να επιλέξει διαφορετικά, αυτό την κάνει ελαφριά;

Εμένα μου φαίνεται ακριβώς το αντίθετο. Τι έχω καταλάβει λάθος; 

Πάμε... Άλλο τσιγάρο ενώ μουρμουράω...

- Τι λέει αυτός ο Τσέχος ρε φίλε;!

Γυρίζω πάλι στο βιβλίο.

  • Ο Τόμας προσπαθεί να ζήσει ελαφριά. Να μη δεθεί, να μη φυλακιστεί μέσα σε μία μοναδική επιλογή, να κρατήσει την ελευθερία του διαθέσιμη. 
  • Η Τερέζα φέρνει μαζί της το βάρος της αγάπης, του σώματος, της αποκλειστικότητας και της ανάγκης να σημαίνουν τα πράγματα κάτι. 
  • Η Σαμπίνα αναζητά την ελαφρότητα στη φυγή από κάθε ρόλο, κάθε δέσμευση και κάθε ταυτότητα που απειλεί να την καθορίσει. 
  • Ο Φραντς, αντίθετα, χρειάζεται το βάρος των μεγάλων ιδεών για να νιώσει ότι η ζωή του συμμετέχει σε κάτι σημαντικότερο από τον ίδιο.

Κανείς τους δεν είναι μόνο βαρύς ή μόνο ελαφρύς. Και ο Κούντερα ούτε που ασχολείται να δώσει μια καθαρή απάντηση. 

Βάζει τους ανθρώπους του να κινούνται ανάμεσα στα δύο, να πληρώνουν το τίμημα και των δύο και να ανακαλύπτουν ότι αυτό που κάποτε έμοιαζε ελευθερία μπορεί αργότερα να μοιάζει κενό, ενώ αυτό που έμοιαζε βάρος μπορεί να αποδειχθεί το μόνο πράγμα που τους κρατούσε πραγματικά πάνω στη γη.

Γιατί, φυσικά, ένα βάρος μπορεί να γίνει αβάσταχτο.

Οι δεσμοί μπορούν να γίνουν αλυσίδες. 

Η ευθύνη μπορεί να γίνει φυλακή. 

Η αγάπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για έλεγχο, κατοχή και αυτοκατάργηση. 

Επιπλέον, υπάρχουν και βάρη που δεν τα επιλέξαμε και δεν έχουμε κανένα χρέος να τα κουβαλάμε.

Αλλά ούτε η ελαφρότητα είναι πάντοτε ελευθερία.

Μπορεί να είναι φόβος που έμαθε να συστήνεται ως ανεξαρτησία. (Γκουχ γκουχ κάτι κόλλησε στον λαιμό μου)

Μπορεί να είναι η μόνιμη ανάγκη να μένει μια πόρτα ανοιχτή, ώστε να μπορούμε να φύγουμε πριν κάτι αποκτήσει αρκετή σημασία για να μας πληγώσει. (Ω να σου... Μου βγήκε η μπύρα από τη μύτη!)

Υπάρχει μια ολόκληρη εκδοχή της σύγχρονης ωριμότητας που μας προτρέπει να μη χρειαζόμαστε κανέναν. Να μην περιμένουμε τίποτα. Να περνάμε καλά όσο κρατάει. Να είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να συνεχίσουμε μόνοι, χωρίς απώλειες, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς δράματα.

Ακούγεται σοφό. Και μερικές φορές ίσως και να είναι. (Ξέρω εγώ που σας λέω)

Άλλες φορές όμως, είναι απλώς ο φόβος ντυμένος με καθαρό λινό πουκάμισο.

Για πολύ καιρό πίστευα κι εγώ ότι η ελαφρότητα ήταν ασφάλεια. (Σσσσσσς, ακόμα το πιστεύω)

Αν δεν περιμένω, δεν θα απογοητευτώ.

Αν δεν χρειάζομαι, δεν θα εξαρτηθώ.

Αν δεν δεθώ πολύ, δεν θα πονέσω πολύ.

Αν κρατάω πάντοτε ένα μέρος μου έξω από την πόρτα, θα μπορέσω να φύγω πριν καταρρεύσει το κτίριο.

Άψογο σχέδιο. Με μία μικρή ατέλεια. Λειτουργεί θαυμάσια μόνο εφόσον είσαι φίκος στην γλάστρα.

"Οι άνθρωποι αποκτούμε βάρος ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς να συμπληρώσουμε αίτηση και χωρίς να υπογράψουμε συγκατάθεση", μου είχε πει ο ψυχοβγάλτης μου μια μέρα που τον πλήρωσα για να με συγχύσει. "Μπαίνουμε σε μια καθημερινότητα, σε συνήθειες, σε μνήμη, σε μικρές έστω προσδοκίες. Κάποιος γίνεται η φωνή που θέλεις να ακούσεις, η παρουσία που υπολογίζεις, ο άνθρωπος στον οποίο θέλεις να πεις κάτι που σου συνέβη ή πριν καν ακόμα συμβεί".

Και τότε αρχίζει ο πανικός μου... Γιατί ό,τι αποκτά βάρος μπορεί και να χαθεί. Και εάν χαθεί... Όχι όχι όχι.

Γι'αυτό υπάρχει ο πολύ αποτελεσματικός τρόπος που εφαρμόζω χρόνια, με οχτώ στα δέκα (πες εφτά στα δέκα καλύτερα) επιτυχία ωστε να μην υποφέρω ποτέ από την απώλεια κάποιου: 

  • Να φροντίσεις να μην τον έχεις ποτέ πραγματικά κοντά. 
  • Να μειώσεις προκαταβολικά τη σημασία του. 
  • Να αραιώσεις την οικειότητα. 
  • Να κρατήσεις τη σχέση αρκετά ελαφριά ώστε η πιθανή απουσία της να παραμείνει διαχειρίσιμη. 

(Δεν το μάθατε από εμένα).

Μόνο που έτσι πληρώνεις από πριν για μια απώλεια που μπορεί και να μη συμβεί. "Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις" θα σου πω εγώ. Αρκεί να ξέρεις τι χάνεις. Πως μπορείς να ξέρεις όμως; Τέλος πάντων, δεν μπορούμε να τα έχουμε και όλα!

Αφαιρείς λίγο από την παρουσία, για να προστατευτείς από μια μελλοντική απουσία. 

Χάνεις τον άλλον ηθελημένα και προκαταβολικά σε ελεγχόμενες δόσεις όσο βρίσκεται ακόμη στην ζωή σου, ώστε να μην κινδυνεύσεις κάποτε να πληγωθείς μαζεμένα όταν τον χάσεις ολόκληρο.

Και ξαφνικά η "ελαφρότητα" μοιάζει να βαραίνει... 

Η ελαφρότητα μοιάζει πολύ με μια ζωή από την οποία έχει αφαιρεθεί προσεκτικά οτιδήποτε θα μπορούσε να την κάνει πολύτιμη.

Ίσως, τελικά, να μη μας βαραίνουν μόνο όσα επιτρέψαμε να αποκτήσουν σημασία. 

Ίσως μας βαραίνουν και όσα κρατήσαμε ελαφριά από φόβο.

Οι άνθρωποι που κρατήσαμε ένα βήμα πιο μακριά. 

Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν. 

Οι επιθυμίες που μικρύναμε για να χωρέσουν μέσα στην υποτιθέμενη αυτάρκειά μας.

Γιατί το βάρος δεν είναι μόνο φορτίο. Είναι και σημασία.

Βαραίνει εκείνο που μετράει. 
Εκείνο που δεν αντικαθίσταται εύκολα. 
Εκείνο που, αν χαθεί, δεν αφήνει απλώς έναν κενό χώρο αλλά αλλάζει λίγο τη γεωγραφία της ζωής μας.
...σαν σεισμός.

Ανεξαρτησία δεν σημαίνει να μη χρειάζεσαι ποτέ κανέναν. Σημαίνει να μη χάνεις τον εαυτό σου μέσα σε εκείνους που χρειάζεσαι. Άλλο να στέκεσαι στα πόδια σου και άλλο να απαγορεύεις στον εαυτό σου να ακουμπήσει κάπου, επειδή αυτό το "κάπου" μπορεί μια μέρα να πάψει να υπάρχει.

Ποιος αποφάσισε να εκδόσει αυτόν τον καργιόλη τέλος πάντων;!

Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή αναλογία βάρους και ελαφρότητας. Έκανα δώδεκα τσιγάρα πριν κι έχω κάνει άλλα εφτά τώρα που γράφω κι ακόμα δεν έχω βρει κάτι αξιόπιστο να βασιστώ.

Ούτε ο Κούντερα προσφέρει κάποια εύχρηστη συνταγή μπας και πάρω μια ιδέα. Δεν λέει πόσο να αγαπάμε, πόσο να μένουμε, πότε να φεύγουμε ή ποια βάρη αξίζει να σηκώσουμε.

Μάλλον επειδή στη ζωής μας δεν χρειάζεται να επιλέξουμε το βάρος ή την ελαφρότητα μία φορά και για πάντα.

Η διαλογή γίνεται ξανά και ξανά. 

  • Ποιο βάρος μας συντρίβει και ποιο μας γειώνει. 
  • Ποια ελαφρότητα μας ελευθερώνει και ποια μας αδειάζει. 
  • Πότε ένας δεσμός είναι αλυσίδα και πότε είναι άγκυρα. 
  • Πότε η ανοιχτή πόρτα είναι διέξοδος και πότε είναι απλώς η δικαιολογία μας για να μη μπούμε ποτέ ολόκληροι σε κανένα δωμάτιο.

Έκλεισα το βιβλίο και το έβαλα ξανά στη θέση του. Φτάνει!

Η βιβλιοθήκη ήταν πλέον ελάχιστα πιο τακτοποιημένη. Εγώ καθόλου.

Τόσα χρόνια το βιβλίο μάζευε σκόνη, περιμένοντας να αποκτήσω οτιδήποτε χρειαζόταν για να καταλάβω τον τίτλο του. Κάποια γαμημένα βιβλία έχουν την ιδιότητα να μένουν ήσυχα στο ράφι μέχρι να τα φτάσει επιτέλους η ζωή μας και να τα ανοίξει.

Εγώ απλώς ξεσκόνισα το εξώφυλλο κι εκείνο ξεσκόνισε την ψευδαίσθηση μου ότι, αν κρατήσω τη ζωή μου αρκετά ελαφριά, θα μπορέσω να την περάσω χωρίς να πονέσω άλλο.

Και τώρα που το είδα γραμμένο κατάλαβα.

Κάθαρμα Μίλαν... Με γάμησες!


10 Σεπτεμβρίου 2026


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά. 
Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει. Έχεις δίκιο! Αλλά αναρωτιέμαι: Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια; Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.

Περιμένοντας τον Γκοντό - Σάμιουελ Μπέκετ


Ο Εστραγκόν το λέει πεταχτά...
Γι’ αυτό η φράση χτυπάει τόσο καλά.

Λίγο πριν, ο Βλαντιμίρ έχει αρχίσει έναν ολόκληρο συλλογισμό για τον χρόνο, τη συνήθεια και το μυαλό που κινδυνεύει να θολώσει. Για τις ατελείωτες ώρες που αναγκαζόμαστε να γεμίζουμε με πράξεις που κάποτε μπορεί να είχαν λόγο, αλλά τώρα τις επαναλαμβάνουμε σχεδόν μηχανικά.
Και στο τέλος τον ρωτά:
"Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;"
Η απάντηση του Εστραγκόν είναι:
"Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν."
Θα μπορούσε να είναι απλώς μια αστεία ατάκα.
Δεν είναι.
Γιατί σε λίγες λέξεις αναποδογυρίζει ολόκληρη την αγωνία του Βλαντιμίρ.
Εκείνος αναρωτιέται μήπως το ανθρώπινο μυαλό έχει αρχίσει να χάνει τη διαύγειά του.
Ο Εστραγκόν, περίπου, του απαντά:
- Και ποιος σου είπε ότι ξεκινήσαμε ποτέ από τη διαύγεια;

Μαγικό!

Στο "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Σάμιουελ Μπέκετ, ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν περιμένουν.

Αυτό, σε γενικές γραμμές, κάνουν.

Περιμένουν έναν άνθρωπο που λέγεται Γκοντό.

Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι. Δεν ξέρουμε τι θα φέρει. Δεν ξέρουμε αν θα έρθει. Και όσο προχωρά το έργο αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι ίσως ούτε οι ίδιοι ξέρουν πια γιατί τον περιμένουν.

Το σημαντικό όμως δεν είναι ο Γκοντό. Το σημαντικό είναι η αναμονή.

Κάποια στιγμή ο Βλαντιμίρ λέει:
"Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά".

Και τότε ο Μπέκετ σταματά να μιλά για δύο παράξενους ανθρώπους κάτω από ένα δέντρο.

Αρχίζει να μιλά για όλους μας.

Γιατί τι άλλο κάνουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας;
Γεμίζουμε χρόνο.
Ξυπνάμε. 
Δουλεύουμε. 
Τρώμε. 
Ψωνίζουμε. 
Μιλάμε. 
Κάνουμε σχέδια. 
Ακυρώνουμε σχέδια. 
Χαζεύουμε μια οθόνη. 
Τακτοποιούμε πράγματα. 
Ξανατακτοποιούμε πράγματα. 
Πηγαίνουμε κάπου. 
Γυρίζουμε. 
Περιμένουμε το Σαββατοκύριακο. 
Μετά τις διακοπές. 
Μετά τα Χριστούγεννα. 
Μετά κάτι να αλλάξει. 
Μετά κάποιον να έρθει. 
Μετά να φύγει κάποιος άλλος.

Και οι πράξεις μας δεν είναι παράλογες. Αυτό είναι το πιο ενοχλητικό!

Οι περισσότερες είναι απολύτως λογικές. Μόνο που η λογική τους δεν εγγυάται και το νόημά τους.

Κι όταν κάτι επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, παύουμε συχνά να αναρωτιόμαστε γιατί το κάνουμε. Το κάνουμε επειδή το κάναμε χθες. Και προχθές. Και επειδή έτσι κάνουν όλοι. Και επειδή κάπως πρέπει να περάσει η μέρα.

Ο Βλαντιμίρ συνεχίζει:
- Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει.

Σαν να υπάρχει ένας κίνδυνος από τον οποίο πρέπει να προστατευτούμε.
Η αδράνεια. Η σιωπή. Η απουσία σκοπού.
Γιατί όταν σταματούν οι κινήσεις, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εμφανιστεί η ερώτηση που αποφεύγαμε όσο ήμασταν απασχολημένοι:
  • Γιατί;
  • Γιατί το κάνω αυτό;
  • Γιατί βρίσκομαι εδώ;
  • Γιατί θέλω αυτό που θέλω;
  • Γιατί περιμένω;
  • Και κυρίως: Τι ακριβώς περιμένω;!
Ο Βλαντιμίρ φοβάται ότι αν σταματήσουν να γεμίζουν τις ώρες τους, το μυαλό τους θα βυθιστεί στο σκοτάδι. Και αμέσως μετά κάνει μια ακόμη πιο ανησυχητική σκέψη:

- Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια;

Ίσως δηλαδή το πρόβλημα δεν είναι ότι μπορεί να χαθούμε. Ίσως έχουμε ήδη χαθεί και απλώς κινούμαστε αρκετά ώστε να μην το καταλάβουμε.

Και τότε ρωτά τον Εστραγκόν:
- Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;
Κι ο Εστραγκόν απαντά:
- Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.

Και έτσι, τόσο απλά, με μία πρόταση, τελειώνει ολόκληρη τη φιλοσοφική συζήτηση.
Ή καλύτερα, την ανοίγει διάπλατα.

Γιατί ο Βλαντιμίρ έχει περάσει αρκετές γραμμές προσπαθώντας να καταλάβει αν το ανθρώπινο μυαλό κινδυνεύει να χάσει τη λογική του.
Και ο Εστραγκόν τού απαντά:
- Ποια λογική;

Ποιος είπε ότι ο άνθρωπος υπήρξε ποτέ το απολύτως λογικό πλάσμα που φαντάζεται ότι είναι; Εμείς είμαστε που επινοήσαμε την εικόνα του ορθολογικού ανθρώπου. Κι όμως αγαπάμε ανθρώπους που μας κάνουν δυστυχισμένους. Επαναλαμβάνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν λειτουργούν. Φτιάχνουμε πολέμους για σύνορα που σχεδιάσαμε μόνοι μας. Καταστρέφουμε το περιβάλλον από το οποίο εξαρτόμαστε. Κυνηγάμε χρήματα που δεν προλαβαίνουμε να απολαύσουμε. Ανησυχούμε για το μέλλον μέχρι να καταστρέψουμε το παρόν. Και συχνά περνάμε τη μισή ζωή περιμένοντας να αρχίσει η άλλη μισή.
Κι όλα αυτά τα κάνουμε με επιχειρήματα.
Με εξηγήσεις.
Με συστήματα.
Με εξαιρετικά λογικές δικαιολογίες.

Η τρέλα στον Μπέκετ ίσως να μην είναι το αντίθετο της λογικής. Ίσως φοράει τη λογική σαν κοστούμι.

Είναι πολύ εύκολο να κοιτάξεις τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν και να αναρωτηθείς «Μα καλά, γιατί δεν φεύγουν;»
Τόση ώρα περιμένουν. Ο Γκοντό δεν έρχεται. Γιατί δεν σηκώνονται να πάνε κάπου αλλού;
Μέχρι να αντιληφθείς ότι αυτή ίσως είναι η πιο επικίνδυνη ερώτηση που μπορείς να κάνεις στο έργο.

Γιατί αμέσως μετά έρχεται η επόμενη:
- Εσύ γιατί δεν φεύγεις;
Από ό,τι περιμένεις.
Από ό,τι επαναλαμβάνεις.
Από εκείνο που κάποτε επέλεξες αλλά τώρα απλώς συνεχίζεις.
Από εκείνο το "όταν" που έχει γίνει μόνιμος βραχνάς και τρόπος ζωής.

Όταν βρω τη σωστή δουλειά. 
Όταν χάσω βάρος. 
Όταν βρω έναν άνθρωπο. 
Όταν με αγαπήσει. 
Όταν φύγουν τα παιδιά. 
Όταν συνταξιοδοτηθώ. 
Όταν ηρεμήσουν τα πράγματα. 
Όταν γίνουν καλύτερα.

Ο δικός μας "Γκοντό" δεν λέγεται Γκοντό. Λέγεται "όταν".
Και αυτό κάνει το έργο τόσο δυσάρεστα διαχρονικό.

Δεν μιλά απλώς για την αναμονή.

Μιλά για την τεράστια ανθρώπινη ικανότητα να μετατρέπουμε την αναμονή σε ζωή.
Να κατασκευάζουμε καθημερινότητες γύρω από κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί.
Να γεμίζουμε τις ώρες μας με μικρές κινήσεις ώστε να μην αναγκαστούμε να κοιτάξουμε το κενό ανάμεσά τους.

Και παρ’ όλα αυτά, ο Μπέκετ δεν γράφει ένα καταθλιπτικό φιλοσοφικό κήρυγμα.
Γράφει κωμωδία! Μόνο έτσι αντέχονται αυτά.

Οι άνθρωποί του πειράζονται, καβγαδίζουν, ξεχνούν, γελοιοποιούνται, ξανασυμφιλιώνουν. Μιλούν για το νόημα της ύπαρξης και λίγο μετά ασχολούνται με ένα παπούτσι.

Και αυτή στα δικά μου μάτια είναι η πιο ακριβής περιγραφή του ανθρώπου που έχει γραφτεί.

Είμαστε το ζώο που μπορεί το πρωί να αναρωτιέται για τον θάνατο, το νόημα και την αιωνιότητα και πέντε λεπτά αργότερα να εκνευρίζεται επειδή δεν βρίσκει τα κλειδιά του.
Ευτυχώς, γιατί αυτή είναι και η σωτηρία μας.

Γιατί αν αντιλαμβανόμασταν αδιάκοπα το παράλογο της ύπαρξής μας, πιθανότατα δεν θα σηκωνόμασταν ποτέ από το κρεβάτι.
Έτσι... κάνουμε πράγματα.
Μικρά, γελοία, σημαντικά, ασήμαντα.
Μιλάμε.
Αγαπάμε.
Τρώμε.
Δουλεύουμε.
Γελάμε.
Περιμένουμε.
Και ξανά από την αρχή.

Μπορεί πράγματι όλοι να γεννιόμαστε λίγο τρελοί και κάποιοι παραμένουν.

Μέσα σε όλη αυτή την παράλογη αναμονή όμως, καταφέρνουμε έστω κάποιες φορές να καταλάβουμε ότι η ζωή δεν είναι αυτό που θα συμβεί όταν έρθει ο Γκοντό.

Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όσο καθόμαστε κάτω από το δέντρο και τον περιμένουμε.


Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes