Οι άνθρωποι που με κερδίζουν.
Με ρωτάνε καμιά φορά τι είδους άνθρωποι με κερδίζουν...
Δεν θα απαντήσω με χαρακτηριστικά. Δεν θα πω "έξυπνοι", "ευγενικοί", "μορφωμένοι" ή "με χιούμορ". Όλα αυτά είναι ωραία, αλλά αυτά είναι χαρακτηριστικά που μου αρέσουν, όχι που με κερδίζουν.
Με κερδίζουν οι άνθρωποι που ξέρουν να παίζουν. Όχι παιχνίδια με τους ανθρώπους. Παιχνίδια με τις ιδέες. Που δεν σκοτώνουν μια σκέψη με τη λογική πριν καν γεννηθεί.
Αν τους πω "Έτσι μου'ρχεται να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου και να πάω να ζήσω στη Νέα Ζηλανδία να αρμέγω αγελάδες!" δεν θα μου απαντήσουν "Τι μαλακίες λες πάλι;!" Θα αρχίσουν να μου στέλνουν σπίτια, μισθούς, πληροφορίες για τη χώρα, φωτογραφίες, μέχρι και τα τεράστια ζουζούνια που έχει εκεί και πρέπει να ξέρω.
Όχι επειδή πιστεύουν ότι θα πάω. Αλλά επειδή, για δέκα λεπτά, αποφάσισαν να κατοικήσουν μαζί μου σε έναν υποτιθέμενο σενάριο. Και αυτό μου φαίνεται μαγικό. Δεν είναι η Νέα Ζηλανδία που με ενδιαφέρει. Είναι το να δούμε πώς θα ήταν "σε περίπτωση που".
Οι άνθρωποι αυτοί δεν βιάζονται να προσγειώσουν κάθε ιδέα. Την αφήνουν να πετάξει λίγο. Σαν χάρτινη σαΐτα σε μια σχολική τάξη. Το νόημα δεν ήταν ποτέ να πετάξει πιο μακριά. Το νόημα ήταν να τη φτιάξεις... και να τη ρίξεις. Θα πέσει; Θα πέσει! Δεν χάλασε κι ο κόσμος.
Με κερδίζουν οι άνθρωποι που όταν τους πετάξεις μια σκέψη, δεν σου επιστρέφουν απαραίτητα μια απάντηση. Σου επιστρέφουν μια καινούργια σκέψη. Που χτίζουν πάνω σε αυτό που είπες. Που προσθέτουν. Που σε κάνουν να πεις "Αυτό δεν το είχα σκεφτεί." Γιατί εκεί αρχίζει η πραγματική αλληλεπίδραση.
Δεν ψάχνω ανθρώπους που θα συμφωνούν μαζί μου.
Ψάχνω ανθρώπους που θα παίζουν μαζί μου.
Που θα μπορούμε να ξεκινήσουμε από ένα αστείο, να περάσουμε στην επιστήμη, να καταλήξουμε στη φιλοσοφία, και εντωμεταξύ να χαθούμε κάπου στη μέση και να μη μας νοιάζει ποτέ πού ακριβώς θέλαμε να φτάσουμε.
Ψάχνω συνδημιουργούς.
Ανθρώπους που, όταν τους πετάξεις μια σπίθα, δεν θα την κοιτάξουν να σβήσει. Θα φυσήξουν λίγο να γίνει φωτιά.
Ψάχνω συνενόχους.
Ανθρώπους που θα μπορούμε να λέμε οποιαδήποτε σαχλαμάρα μας έρθει στο μυαλό. Δεν θα τη διορθώνουν. Θα την πιάνουν από το χέρι και θα τη συνεχίζουν. Που ό,τι κι αν τους πω, δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ εναντίον μου. Παρά μόνο... Για να γελάσουμε. Για να χτίσουμε άλλη μία ιστορία που θα καταλαβαίνουμε μόνο εμείς.
Γιατί, τελικά, οι πιο όμορφες σχέσεις δεν είναι εκείνες στις οποίες δεν εκτίθεσαι ποτέ. Είναι εκείνες στις οποίες μπορείς να εκτεθείς χωρίς να φοβάσαι.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η οικειότητα. Όχι να ξέρεις όλες τις απαντήσεις του άλλου. Αλλά να χαίρεσαι τη διαδρομή των σκέψεων σας. Γιατί οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που γνώρισα ποτέ, δεν μου έδωσαν βεβαιότητες. Μου έδωσαν περιέργεια. Και υπάρχει ένα είδος ερωτισμού που δεν ξεκινάει από την εμφάνιση, ούτε από τις δηλώσεις. Ξεκινάει όταν κάποιος ακούει μια χαζή, αυθόρμητη σκέψη σου... και αντί να τη διώξει, κάθεται δίπλα της. Λες και για λίγη ώρα αποφασίζει να δει τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια.
Αν με ρωτήσεις τι είναι σύνδεση, μάλλον αυτό θα σου περιγράψω. Δύο άνθρωποι που αυθόρμητα χτίζουν έναν τρίτο κόσμο. Έναν κόσμο που δεν ανήκει ούτε στον έναν ούτε στον άλλον και δεν έχει σημασία που δεν θα υπάρξει ποτέ στ'αλήθεια.
Δεν σχετιζόμαστε μόνο με κοινά συναισθήματα. Σχετιζόμαστε και με κοινή φαντασία. Γιατί υπάρχει κάτι πολύ όμορφο στην πρόθεση να κατοικήσεις, έστω και για λίγο, στον κόσμο που μόλις έφτιαξε ο άλλος μέσα στο μυαλό του.
Και κάπως έτσι... συναντιούνται πραγματικά δύο άνθρωποι.
