25 Σεπτεμβρίου 2026
Κάποιος μου είχε πει πριν από μερικούς μήνες:
"Όποιος δεν με εκτίμησε χοντρό, δεν με αξίζει αδύνατο."
Χαμογέλασα, συμφώνησα και το κράτησα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου, αν και ήξερα πολύ καλά τι εννοούσε.
Δεν είναι η πρώτη φορά που χάνω πολλά κιλά. Στα 27 μου είχα χάσει περίπου σαράντα. Είχα δει και τότε τον κόσμο να αλλάζει εντελώς θέση και στάση απέναντί μου. Περισσότερα βλέμματα, περισσότερα χαμογελαστά πρόσωπα, περισσότερη προθυμία για κουβέντα ή εξυπηρέτηση, περισσότερη κοινωνικότητα από ανθρώπους που μέχρι πρότινος δεν είχαν ανακαλύψει καν ότι διαθέτω προσωπικότητα.
Και δεν μιλάω μόνο για άντρες. Κάποιες γυναίκες το ίδιο.
Λες και η παρέα μαζί μου τις προσέβαλλε κάπως. Λες και η κοινωνική συναναστροφή με χοντρή γυναίκα άφηνε λεκέ που μετά δεν φεύγει με τίποτα.
Αλλά μωρέ, στα 27, όλο αυτό το καραγκιοζιλίκι το εισπράττεις διαφορετικά. Ή τουλάχιστον εγώ το εισέπραττα αλλιώς γιατί ήμουν "διψασμένη" και έβλεπα όλη αυτή την προσοχή περισσότερο ως μέρος του γενικότερου τοπίου. Δεν είχα ακόμη αρκετά χρόνια παρατήρησης ανθρώπων και συμπεριφορών στην πλάτη μου, ούτε κατασταλαγμένη γνώμη για αυτά που άγγιζαν ευαίσθητα για μένα δεδομένα. Τζιζ.
Έτσι καταλήγεις λοιπόν εύκολα να χαίρεσαι περισσότερο με την αποδοχή που ξαφνικά κερδίζεις (ενώ πριν δεν είχες) και αναρωτιέσαι λιγότερο γιατί δεν την είχες πριν.
Στη δική μου περίπτωση, βέβαια, δεν χρειαζόταν και πολλή φαντασία για να καταλάβω τι έφταιγε. Μου το έλεγαν.
— Καλά, τώρα που έγινες μουνάρα σε κυκλοφορώ άνετα…
— Τι καλή που είσαι τώρα όπως πρέπει. Ευτυχώς που έχασες τα κιλά. Να βρεις και κάποιον να φτιάξεις τη ζωή σου.
Και μέχρι κι από διευθύντρια είχα ακούσει το αμίμητο:
— Είσαι υπέροχη τώρα. Και να σου πω την αλήθεια; Αν δεν μου έλεγε η προϊσταμένη σου ότι είσαι τόσο καλή στη δουλειά σου και αν δεν είχα στο μυαλό μου ότι κλεισμένη στο εργαστήριο θα είσαι και δεν θα σε βλέπουν και πολύ, δεν θα σε κρατούσα.
Ναι. Αυτό ειπώθηκε σε εργαζόμενη για τη δουλειά της!
Δεν θα σε κρατούσα στη δουλειά αν δεν ήσουν τόσο καλή και τόσο κρυμμένη.
Οπότε όχι, δεν ανακάλυψα τώρα ότι το βάρος επηρεάζει τον τρόπο που μας βλέπουν. Το είχα μάθει πολύ νωρίς και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερες λεπτότητες.
Αλλά στα 27 δεν ήθελα να αφήσω αυτή τη διαπίστωση να μου χαλάσει την απόλαυση της αποδοχής που ξαφνικά γίνουν αποδέκτης. Βλέπετε, η στέρηση για να χορτάσει κάνει εύκολα συμβιβασμούς. Νομός κυριολεκτικος και μεταφορικός.
Τώρα όμως το βλέπω πεντακάθαρα και πολύ διαφορετικά.
Δεν έχω ανάγκη να με δείτε. Σας έχω δει εγώ πρώτη.
Είκοσι πέντε κιλά κάτω και ξαφνικά στη δουλειά έχει περισσότερες "καλησπέρες". Άνθρωποι που μέχρι πριν λίγο καιρό περνούσαν δίπλα μου με την κοινωνική θέρμη ανθρώπου που προσπερνά τον πυροσβεστήρα στη γωνία, τώρα σταματούν για ψιλή κουβέντα. Κάποια "Μαρία" έγιναν ξαφνικά "Μαράκι μου", κάποια αγγίγματα χωρίς λόγο στην πλάτη και κάποια φιλικά χτυπήματα στον ώμο έκαναν την εμφάνιση τους.
Και σε εμένα, που δεν είμαι και πολύ του αγγίγματος, αυτά αμέσως καταγράφονται και μετά κατηγοριοποιούνται αυτόματα από το νευρικό μου σύστημα! Οπότε από ανθρώπους που δεν ξέρω καλά ή δεν περιμένω να με ακουμπήσουν σημάνει συναγερμός.
ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΑΣ ΧΩΡΟ. MAYDAY. MAYDAY.
Τις τελευταίες εβδομάδες, λοιπόν, άλλοι περνούν απλώς για να πουν ένα γειά στο "Μαράκι" και άλλοι ανακάλυψαν ξαφνικά ότι είμαι αστεία, ευχάριστη και καλή παρέα και άλλοι ότι μπορούμε, λέει, να πάμε και για τσίπουρα.
Μα τι τιμή κι αυτή, ειλικρινά! Δακρύζω από συγκίνηση.
Και τι απίστευτη σύμπτωση που η προσωπικότητά μου άνθισε ακριβώς την ίδια περίοδο που μίκρυνε ο κώλος μου.
Δεν θα πω ψέματα. Με εκνευρίζει. Και όχι περισσότερο απ’ όσο με κολακεύει.
Δεν με κολακεύει καθόλου. Με εκνευρίζει και τέλος.
Δεν νιώθω καν εκείνη την "αποδοχή" που ένιωθα στα 27.
Γιατί δεν μιλάω ότι ξαφνικά κάποιοι με βρίσκουν πιο ελκυστική. Εκεί δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα. Αν μου πεις "τώρα μου αρέσεις περισσότερο", πάσο. Ειλικρινές, καθαρό και σκέτο. Η έλξη επηρεάζεται από την εμφάνιση. Πάντα επηρεαζόταν και πάντα θα επηρεάζεται. Δεν ανακάλυψα σήμερα ούτε την Αμερική ούτε τα γεννητικά όργανα.
Αυτό που με ενοχλεί είναι κάτι άλλο.
Γιατί μαζί με την έλξη αναβαθμίστηκε ξαφνικά και η κοινωνική μου αξία;
Γιατί τώρα αξίζω περισσότερη κουβέντα;
Γιατί τώρα αξίζω στάση για χαιρετούρες;
Γιατί τώρα αξίζω ενδιαφέρον, χαβαλέ, πρόσκληση για τσίπουρα;
Τι ακριβώς άλλαξε;
Να πω και κάτι γελοίο;
Εκατό κιλά άνθρωπος είμαι. Δεν λες ότι ξαφνικά πέρασα και στην απέναντι όχθη και μπήκα στην κατηγορία "φάε κάτι κορίτσι μου, θα πέσεις κάτω". Ούτε απέκτησα ξαφνικά κανένα κοινωνικώς εγκεκριμένο σώμα.
Απλώς έγινα λιγότερο χοντρή. Πράγμα που κάνει όλη την ιστορία ακόμη πιο γελοία. Γιατί τελικά δεν υπάρχει καν κάποιο όριο όπου ξαφνικά νε μεταμορφώνει από "αόρατη" σε "άξια για μια καλησπέρα".
Απλώς φαίνεται ότι όσο το σώμα πλησιάζει περισσότερο εκεί που κάποιοι θεωρούν ότι πρέπει να βρίσκεται, τόσο φαίνεται να ξεπαγώνει και η συμπεριφορά τους.
Τι καλά!
Είκοσι πέντε κιλά λιγότερα και ανέβηκα ήδη στη Β' Εθνική της άτυπης κοινωνικής κατάταξης. Ξεπάγωσαν οι καλοχαιρέτες, εμφανίστηκαν τα αγγίγματα, άνοιξαν οι προσκλήσεις και οι προσφωνήσεις.
Και τι οργανωμένο σύστημα!
Ανθρώπινη ζεστασιά με κλιμακωτή χρέωση ανά κιλό.
Εγώ όμως είμαι η ίδια όπως εφτά μήνες πριν.
Ίδια δουλειά κάνω.
Τα ίδια αστεία λέω.
Τις ίδιες ιδιοτροπίες έχω.
Τα ίδια πράγματα μου τραβάνε το ενδιαφέρον.
Την ίδια σαχλαμάρα κουβαλάω.
Το ίδιο βρίζω σαν νταλικέρης.
Αν μη τι άλλο, απλώς εφτά μήνες μεγαλύτερη είμαι. Δεν άλλαξε δα και τόσο η προσωπικότητά μου.
Και στα 25–30 μας, πες στο διάολο να πάει. Τόσα καταλαβαίναμε, τόσα κάναμε. Όλοι λίγο πολύ ηλίθιοι ήμασταν.
Τώρα όμως; Στα πενήντα μας πάλι το ίδιο;
Και με σοκάρει που ειλικρινά πίστευα πως όσοι δεν μου μιλούσαν ιδιαίτερα ήταν επειδή απλώς χέστηκαν για την ύπαρξή μου όσο είχα χεστεί κι εγώ για τη δική τους. Και μου φαινόταν απολύτως φυσιολογικό όλο αυτό το "χέσε μέσα".
Δεν χρειάζεται να γίνουμε φίλοι. Δεν χρειάζεται καν να συμπαθιόμαστε. Να συνεργαζόμαστε αποτελεσματικά χρειάζεται μόνο.
Αλλά τώρα που βλέπω ανθρώπους να αλλάζουν ξαφνικά τόνο, οικειότητα και προθυμία, αρχίζω να αναρωτιέμαι μήπως τελικά δεν ήταν απλή αμοιβαία αδιαφορία.
Μήπως απλώς τότε, για εκείνους, δεν άξιζα τόση κοινωνική θέρμη και τώρα ξαφνικά την αξίζω.
Ε, λοιπόν, έχω νέα.
Δεν τη χρειάζομαι.
Δεν την θέλω.
Δεν την έχω ανάγκη.
Δεν περίμενα στην ουρά για να εγκριθεί η αίτησή μου για κανενός την καλησπέρα.
Δεν υπέφερα επειδή ο τάδε δεν περνούσε να μου πει "Τι γίνεται Μαράκι μου; Τι κάνεις;"
Δεν καθόμουν σπίτι τα βράδια κοιτάζοντας τη βροχή στο τζάμι, αναρωτώμενη πότε επιτέλους θα με καλέσει κάποιος από τους "δημοφιλείς" της επιχείρησης για "ποτάρες".
Μια χαρά ζούσα.
Και τώρα που εγκρίθηκε, λέει, η κοινωνική μου αναβάθμιση επειδή μίκρυνε το σώμα μου, συγγνώμη κιόλας, αλλά βάλτε την αποδοχή σας... Αλλού και μην μου την μοστράρετε.
Δεν με πειράζει να με θεωρεί κάποιος όμορφη ή άσχημη. Όλοι έχουμε αισθητικές προτιμήσεις.
Με εντυπωσιάζει όμως το πόσο εύκολα η αισθητική προτίμηση ξεχειλώνει και μετατρέπεται σε κοινωνική αποδοχή. Επηρεάζει δηλαδή ακόμη και την προθυμία κάποιων να μιλήσουν σ’ έναν άνθρωπο που δεν θεωρούν αρκετά ελκυστικό; Στα 50 μας;! Αλήθεια τώρα;!
Ξαφνικά δεν είμαι απλώς πιο "εύκολη στο μάτι", που λένε και οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες, και αυτομάτως γίνομαι ΚΑΙ πιο ενδιαφέρουσα...
ΚΑΙ πιο αστεία...
ΚΑΙ πιο κατάλληλη για παρέα...
ΚΑΙ τελικά πιο άξια για εκείνη την καλησπέρα που προηγουμένως, προφανώς, κόστιζε πολύ.
Και να σας πω και κάτι άλλο;
Δεν με ένοιαζε τότε. Δεν με νοιάζει ούτε τώρα. Εγώ με το ζόρι λέω "καλημέρα". Σοβαρά τώρα;!
Και φτύνω κατάμουτρα και την "υπό αισθητικές προϋποθέσεις" αξιολόγηση ενός ολόκληρου ανθρώπου, όταν αυτή εκφράζεται μέσω ενός small talk, μιας καλησπέρας και, έτσι για κερασάκι, ενός "Να κανονίσουμε, Ε; Μη με γράψεις!"
Και τώρα θυμήθηκα πάλι εκείνη τη φράση:
"Όποιος δεν με εκτίμησε χοντρό, δεν με αξίζει αδύνατο."
Μόνο που εγώ αδύνατη δεν είμαι. Κι όμως οι καλησπέρες ήρθαν ήδη. Γι'αυτό και σήμερα θα την άλλαζα λίγο για να τη φέρω στα μέτρα μου.
Δεν ασχολούμαι καν με το ποιος με αξίζει. Δεν με αφορά να αξίζω σε κάποιον. Ο χειρότερος κριτής αποδεικνύεται ο εαυτός μου και με αυτόν έχω ήδη προβλήματα αποδοχής. Δεν θα πάρω κι εξωτερικούς συνεργάτες.
Και μπορεί να μη θυμάμαι ούτε πού πάρκαρα, αλλά είμαι τέτοιο αναποδογέννημα που κάτι τέτοιες αλλαγές και τις εντοπίζω και τις θυμάμαι.
Θυμάμαι ποιος και πώς μου μιλούσε όταν ήμουν 25 κιλά πάνω.
Θυμάμαι ποιος με ρωτούσε τι κάνω και πώς είμαι, πώς την παλεύω και πώς περνούσα στην ζωή μου, ακόμη κι αν δεν τον ένοιαζε πραγματικά. Small talk κάναμε, να περάσει η βάρδια.
Θυμάμαι όμως και ποιος ανακάλυψε ξαφνικά ότι είμαι συμπαθητική, αστεία και κατάλληλη για κοινωνική συναναστροφή κάπου ανάμεσα στα μείον 20 και στα μείον 25 κιλά.
Και εν τέλει, χαίρομαι που ολοκληρώθηκε επιτυχώς η αξιολόγηση και η αίτησή μου για κοινωνική αποδοχή εγκρίθηκε. Μπορώ να παραλάβω το αγαλματίδιο και να δεχτώ πλέον καλησπέρες, χτυπήματα στον ώμο, υποκοριστικά και προσκλήσεις για εξόδους.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό διοικητικό πρόβλημα. Δεν είχα υποβάλει ποτέ αίτηση.
Οπότε την καθυστερημένη σας έγκριση μπορείτε να την αρχειοθετήσετε εκεί που ξέρετε.
Εγώ θα κρατήσω μόνο μία πληροφορία.
Πόσα κιλά μου κόστισε μια καλησπέρα σας που δεν ζήτησα.
21 Σεπτεμβρίου 2026
Στο σκάκι υπάρχει η κίνηση που δεν επιλέγεις.
Αλλά την κάνεις. Κι ας μην θες.
Την κάνεις γιατί όλες οι προηγούμενες κινήσεις σου έχουν φροντίσει να εξαφανίσουν τις υπόλοιπες επιλογές σου.
Πράγμα που βρίσκω εξαιρετικά ανθρώπινο.
Γιατί κι εμείς έχουμε αυτή τη γελοία ιδέα ότι οι μεγάλες αποφάσεις της ζωής παίρνονται με μουσικές, εσωτερικούς μονολόγους και βλέμμα προς το άπειρο.
Ε... Ποτέ.
Οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται πολύ νωρίτερα, όταν δεν καταλαβαίνουμε καν ότι αποφασίζουμε.
Είναι κάτι που οδηγήσαμε μόνοι μας, σιγά σιγά, τον εαυτό μας χωρίς καν να το έχουμε σχεδιάσει.
Και μετά, μια ωραία πρωία, κοιτάζεις τη σκακιέρα και διαπιστώνεις ότι απέμεινε μία κίνηση.
Και έχεις το θράσος να λες "Δεν είχα επιλογή".
Είχες. Απλώς την είχες πριν από δέκα κινήσεις.
Αυτό είναι το forcé.
Η στιγμή όπου η ζωή σου παρουσιάζει τον λογαριασμό χωρίς να έχεις παραγγείλει εκείνη τη στιγμή τίποτα.
Τα είχες παραγγείλει όλα νωρίτερα.
Και τώρα ήρθε το γκαρσόνι.
Υπάρχει, βέβαια, κάτι αισχρά γοητευτικό στο αναπόφευκτο.
Η ηρεμία του.
Δεν σου ζητάει γνώμη.
Δεν ενδιαφέρεται αν είσαι έτοιμος.
Δεν περιμένει να "δουλέψεις" λίγο τον εαυτό σου.
Δεν δίνει δεκάρα για το timing σου.
Σου λέει μόνο:
- Αυτή είναι η θέση σου και αυτή η μόνη κίνηση που μπορείς να κάνεις. Παίξε.
Κι εκεί τελειώνουν οι θεωρίες. Εύκολο είναι να μιλάς για ελευθερία όταν έχεις δεκαπέντε δρόμους ανοιχτούς.
Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν έχεις έναν.
Εκεί φαίνεσαι.
Όταν έχεις ξεμείνει από επιλογές και τώρα πρέπει να ζήσεις μ’ εκείνες που έκανες.
Γι’ αυτό το forcé μου φαίνεται τόσο όμορφη λέξη.
Γιατί δεν είναι ακριβώς η μοίρα. Η μοίρα είναι πολύ βολική. Έχει κάτι το αθώο μέσα της. Κάτι το "μου συνέβη".
Το forcé είναι πιο άτιμο.
Σου θυμίζει ότι το αναπόφευκτο πολλές φορές δεν κατέβηκε από τον ουρανό.
Το έχτισες μόνος σου. Ένα τετράγωνο τη φορά.
Και τώρα πρέπει να κάνεις την κίνηση.
Μπορεί να είναι η κίνηση που σε σώζει.
Μπορεί να είναι η κίνηση που σε καταστρέφει.
Μπορεί απλώς να καθυστερεί το ματ.
Δεν έχει σημασία.
Το χέρι είναι ακόμα δικό σου. Η κίνηση είναι δική σου.
Κι αυτό είναι το τελευταίο προνόμιο που μας αφήνει η ζωή όταν μας έχει πάρει όλες τις άλλες επιλογές.
Να κινήσουμε μόνοι μας το κομμάτι.
Forcé λοιπόν.
Η στιγμή όπου η ελευθερία συναντά τις συνέπειές της.
Όχι όταν δεν έχεις πια ελευθερία.
Όταν ανακαλύπτεις τι έκανες μ’ αυτήν όσο την είχες.
17 Σεπτεμβρίου 2026
Όταν έχεις ήδη θυμώσει. Έχεις ήδη πληγωθεί. Έχεις ήδη πει, έχεις ήδη ακούσει άλλα τόσα, έχεις ήδη απογοητευτεί από ανθρώπους και πιθανότατα έχεις απογοητεύσει κι εσύ κάποιους.
...Και κανείς δεν βγαίνει λάδι.
Γι'αυτό... σας παρακαλώ... Τρυφερά από δω και πέρα.
Όχι σαν υπόσχεση ότι από δω και πέρα δεν θα πονέσουμε. Το αντίθετο.
...Όλοι καίγονται από χέρι μια φορά.
Τρυφερά, επειδή ήδη ξέρουμε ότι θα πονέσουμε.
Η τρυφερότητα έχει αξία ακριβώς όταν έχεις μάθει τι σημαίνει η απουσία της. Όταν έχεις καεί, ξέρεις πια τη διαφορά ανάμεσα στο χέρι που σε αγγίζει και στο χέρι που σε πληγώνει.
Και ίσως τότε η εμπειρία να μην σε κάνει σκληρότερο. Να σε κάνει πιο προσεκτικό.
Ο σκληρός άνθρωπος αφού πληγώθει, δεν ξαναδίνει τίποτα.
Ο τρυφερός άνθρωπος αφού ξέρει πόσο πονάει, προσπαθεί να μη γίνει το "έγκαυμα" κάποιου άλλου.
Από τις πιο δύσκολες μορφές ωριμότητας αυτή. Να σταματήσεις να θεωρείς την πληγή σου άλλοθι για να πληγώνεις.
Και κουράζεσαι από την σκληρότητά...
Από τις στρατηγικές.
Από το ποιος λέει, τι.
Από το ποιος ενδιαφέρεται περισσότερο.
Από το να μην αφήσεις να καταλάβει πόσο σε νοιάζει, να κρατάς αποστάσεις.
Και καταλαβαίνεις ότι όλη αυτή η συναισθηματική "γεωπολιτική" είναι λίγο γελοία.
Δεν θέλεις να κερδίσεις. Θέλεις έναν άνθρωπο.
...Έναν άνθρωπο "χωρίς πολλά πολλά".
Αυτό είναι το πιο όμορφο σημείο του τραγουδιού. Δεν ζητά τον τέλειο έρωτα. Την κινηματογραφική μεγάλη αγάπη. Τον έναν άνθρωπο που θα διορθώσει ό,τι πήγε στραβά στη ζωή μας.
Ζητά κάτι πολύ μικρότερο. Και γι’ αυτό πολύ μεγαλύτερο.
...Έναν άνθρωπο ζητάμε να χωρά, στο τσεπάκι ενός παλιού πορτοφολιού.
Έναν άνθρωπο να χωράει στην καθημερινότητα.
Σε μια μικρή συνήθεια.
Σε μια φωτογραφία στο πορτοφόλι.
Σε μια αγκαλιά.
Στο "θέλω να σε δω".
Στο "έφαγες;".
Στο "να προσέχεις".
Κι αυτό το "όλα είναι τυχερά" έχει κάτι σκληρά αληθινό. Γιατί, ναι ρε γαμώτο, είναι.
Δεν αποφασίζουμε πάντα ποιον θα συναντήσουμε.
Δεν ξέρουμε πότε.
...Κι ας θυμίζει η σταθερή του αγκαλιά, μια υπόσχεση σε μια πρωταπριλιά.
Δεν ξέρουμε αν η αγκαλιά που σήμερα μοιάζει τόσο όμορφη θα είναι και σταθερή.
Μπορεί να αποδειχθεί υπόσχεση πρωταπριλιάς. Μπορεί και όχι. Κανείς δεν ξέρει. Δοκίμασε.
Αλλά το τραγούδι δεν ενδιαφέρεται τόσο για το πόσο θα κρατήσει. Ασχολείται για το πώς είμαστε εμείς όσο κρατάει. Κι αυτό αλλάζει τα πάντα.
...Για να πάρουμε απ' τη σύντομη χαρά, το ακατάλυτο σημάδι.
Η σύντομη χαρά δεν γίνεται ασήμαντη επειδή ήταν σύντομη. Όπως κι ένα χάδι δεν χάνει την αξία του επειδή σταμάτησε.
Κάποια πράγματα αφήνουν σημάδι ακριβώς επειδή δεν κράτησαν για πάντα. Και μπορεί αυτό να ζητάμε. Να πάρουμε από ό,τι μας χαρίζεται, ένα "κάτι" που να μείνει μαζί μας όταν εκείνο περάσει.
Ένα ακατάλυτο σημάδι.
Χωρίς μεγάλες υποσχέσεις. Χωρίς πολλά πολλά. Και κυρίως χωρίς να σκληρύνουμε από φόβο μήπως ξανακαούμε και δεν νιώθουμε πια ούτε το χάδι.
Όλοι θα καούμε κάπου. Θα χάσουμε, θα απογοητευτούμε, θα απογοητεύσουμε. Αυτό δεν το γλιτώνουμε.
Κι αφού δεν μπορούμε να αποφύγουμε εντελώς τον πόνο, να μπορούμε τουλάχιστον να διαλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο αγγίζουμε ο ένας τον άλλον όσο είμαστε εδώ.
Τρυφερά.
Όχι γιατί η ζωή είναι τρυφερή.
...Αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι.
14 Σεπτεμβρίου 2026
.Κάτι περίεργες πεποιθήσεις που υπάρχουν εκεί έξω.
.Αν παραδεχτείς ότι έκανες λάθος, είσαι αδύναμος.
Αν εγκαταλείψεις μια επιλογή που δεν σε εκφράζει πια, είσαι ασυνεπής. Ενώ αν συνεχίζεις επί δέκα χρόνια να χτυπάς το κεφάλι σου στο ίδιο ντουβάρι, αυτό λέγεται χαρακτήρας!
Έχει μια λογική...
Τη λογική του ντουβαριού βέβαια, αλλά μια κάποια συλλογιστική παρ' όλα αυτά.
Οι άνθρωποι έχουμε μια ιδιαίτερη εμμονή με τη συνέπεια.
"Αααα, εγώ ό,τι λέω το κάνω!" λέει ο άλλος. Μπράβο. Πέρασε από βδομάδα να παραλάβεις το παράσημο.
Η συνέπεια είναι όντως υπέροχη. Αρκεί να μην είναι συνέπεια στη βλακεία.
Η αλλαγή γνώμης δεν είναι απαραίτητα αστάθεια. Μπορεί να είναι η απολύτως φυσιολογική συνέπεια του γεγονότος ότι έμαθες κάτι που πριν δεν γνώριζες. Ότι απέκτησες εμπειρία. Ότι είδες τα πράγματα από άλλη οπτική. Ότι άλλαξαν οι συνθήκες. Ότι άλλαξες εσύ.
Ο άνθρωπος που είσαι σήμερα δεν διαθέτει ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες, τις ίδιες εμπειρίες, τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια ψυχικά εργαλεία με εκείνον που πήρε μια απόφαση στο παρελθόν. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε υποχρεωτικά να καταλήξει στην ίδια απόφαση;
Και κάπου εδώ μπαίνει η επιστήμη, γιατί δεν θα αφήσουμε όλο αυτό να γίνει ένα ακόμη τσιτάτο του τύπου "να αλλάζεις, πεταλούδα μου".
Ο εγκέφαλος δεν είναι πέτρα. Είναι ένα δυναμικό όργανο που μεταβάλλεται μέσα από την εμπειρία. Η μάθηση, η επανάληψη, οι σχέσεις, οι απώλειες, οι επιτυχίες, τα λάθη και γενικότερα όσα ζούμε μπορούν να μεταβάλλουν τη λειτουργία και τις συνδέσεις των νευρωνικών μας δικτύων.
Αυτή η ικανότητα ονομάζεται νευροπλαστικότητα.
Δεν σημαίνει ότι ξυπνάς ένα πρωί άλλος άνθρωπος επειδή είδες ένα podcast και ανακάλυψες το inner child σου. Ούτε ότι πάντα αλλάζει προς το καλύτερο (άλλη κουβέντα αυτή).
Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος μπορεί να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και, ως έναν βαθμό, να αναδιοργανώνει τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεται πληροφορίες και αντιδρά στις εμπειρίες.
Χάρη σε αυτή την ικανότητα μπορούμε να μάθουμε μια νέα γλώσσα, να αποκτήσουμε μια καινούργια δεξιότητα, να αλλάξουμε συνήθειες, να επεξεργαστούμε φόβους και να διαμορφώσουμε νέους τρόπους αντίδρασης. Με βοήθεια από κάποιο ψυχολόγο; Γιατί όχι; Έτσι, με λίγη τύχη και πολλή δουλειά, μπορεί να πάψουμε κάποια στιγμή να θεωρούμε μοιραίο έρωτα κάθε άνθρωπο που μας φτύνει κι εμείς λέμε ότι βρέχει.
Ο εγκέφαλος, λοιπόν, μπορεί να ενημερώνεται. Το ερώτημα είναι αν ενημερωνόμαστε κι εμείς ή αν πατάμε το snooze από το 2009.
Το να αλλάζεις γνώμη είναι δεξιότητα. Στην ψυχολογία χρησιμοποιείται ο όρος γνωστική ευελιξία για την ικανότητά μας να προσαρμόζουμε τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας όταν αλλάζουν οι συνθήκες, οι απαιτήσεις ή οι διαθέσιμες πληροφορίες.
Με απλά λόγια: Με αυτά που ήξερα τότε, αποφάσισα αυτό. Με αυτά που ξέρω τώρα, αποφασίζω διαφορετικά.
Αυτό δεν ακυρώνει τον παλιό σου εαυτό. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσεις ηλίθιο για να μην του επιτρέψεις να είναι ισόβιος δερβέναγας της ζωής σου. Γιατί αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της αναθεώρησης. Δεν συγκρούεσαι μόνο με μια παλιά απόφαση. Συγκρούεσαι και με την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
"Εγώ δεν κάνω τέτοια."
"Εγώ πάντα πίστευα αυτό."
"Εγώ όταν αποφασίζω κάτι δεν κάνω πίσω."
Και κάπως έτσι μπορεί να φτάσεις να υπερασπίζεσαι όχι πια την απόφαση, αλλά την ταυτότητά σου.
Δεν θέλεις απλώς να αποδειχθεί σωστό αυτό που επέλεξες. Θέλεις να αποδειχθεί ότι εσύ ήσουν σωστός που το επέλεξες.
Και τότε αρχίζει το γλέντι.
- Αφού έδωσα τόσα…
Υπάρχει μια πολύ γνωστή γνωστική παγίδα που ταιριάζει θαυμάσια εδώ: το sunk cost fallacy, το φαινόμενο του βυθισμένου κόστους.
Με δυο λόγια, αφού έχω επενδύσει τόσα, ας επενδύσω κι άλλα.
Έδωσες δέκα χρόνια σε μια σχέση; Μην είσαι μαλάκας και το διαλύσεις τώρα. Δώσε άλλα πέντε. Αντέχει το κορόιδο.
Έχασες ήδη χρήματα σε μια αποτυχημένη επένδυση; Ρίξε κι άλλα. Τώρα θα γυρίσει. Τι διάολο;
Παρήγγειλες το χειρότερο πιάτο της ζωής σου; Φάτο μέχρι τέλους επειδή το πλήρωσες. Λες και το στομάχι σου εργάζεται στο λογιστήριο και πρέπει να κλείσει ταμείο.
Το θέμα όμως είναι ότι ο χρόνος, το χρήμα, ο κόπος ή το συναίσθημα που έχουν ήδη δαπανηθεί έχουν ήδη δαπανηθεί. Δεν επιστρέφουν επειδή συνεχίζεις. Το μόνο που αποφασίζεις τώρα είναι αν θα προσθέσεις καινούργιο κόστος στο παλιό.
Κι όμως, η αποχώρηση συχνά μοιάζει με παραδοχή αποτυχίας.
Κι μετά αρχίζουν τα:
"Δεν μπορεί, τόσα χρόνια…"
Μπορεί!
"Θα αλλάξει αυτή τη φορά."
Το πας στοίχημα;
"Θα δικαιωθώ στο τέλος το ξέρω"
Στο τέλος ποιανού;
"Δεν γίνεται να πάνε όλα χαμένα."
Γίνεται.
Ο άνθρωπος λατρεύει την ιδέα ότι το αύριο θα δικαιολογήσει το χθες.
Μόνο που το σύμπαν δεν έχει καμία υποχρέωση να αποζημιώσει τις κακές μας επιλογές. Ούτε η ζωή λειτουργεί με πόντους επιβράβευσης. Δεν παίρνεις δωρεάν ευτυχία επειδή άντεξες αρκετά.
Ξέρεις όμως ποιο είναι το πιο αστείο; Μερικές φορές απλώς άντεξες αρκετά. Νέτο-σκέτο. Χωρίς παρελκόμενα.
Ο παλιός σου εαυτός έκανε την καλύτερη επιλογή που μπορούσε με τις πληροφορίες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες που είχε τότε. Ο σημερινός σου εαυτός όμως έχει καινούργια δεδομένα. Αν απαιτείς να αποφασίζει σαν να μην έμαθε τίποτα από τότε, αυτό δεν λέγεται συνέπεια. Λέγεται στασιμότητα.
Ώπα όμως!
Επειδή ο άνθρωπος δεν αφήνει ποτέ μια καλή ιδέα χωρίς να τη διαστρεβλώσει, κάπου εδώ θα εμφανιστεί και ο άλλος...
- Τι θες να πεις δηλαδή; Αυτός που αλλάζει γνώμη κάθε δέκα λεπτά είναι εξαιρετικά ώριμος;
Όχι, καμάρι μου. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αναθεώρηση και στην αστάθεια.
Ο ώριμος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει γνώμη όταν αλλάζουν τα δεδομένα, όταν αντιλαμβάνεται ότι είχε κάνει λάθος ή όταν καταλαβαίνει ότι μια επιλογή δεν υπηρετεί πια τις ανάγκες και τις αξίες του.
Ο παρορμητικός αλλάζει γνώμη επειδή άλλαξε διάθεση.
- Σήμερα θέλει να ανοίξει καφέ.
- Αύριο να γίνει δύτης.
- Μεθαύριο να μετακομίσει στη Νέα Ζηλανδία. (Εγώ! Εγώ!)
- Την Πέμπτη αποφασίζει ότι τελικά χρειάζεται να ακολουθήσει τη ροή της ζωής του.
- Την Παρασκευή να επιστρέφει σε πρώην.
- Το Σάββατο ανακοινώνει ότι μπαίνει σε εποχή απόλυτης αυτογνωσίας.
- Και την Κυριακή πληρώνει για να του πουν τα ταρώ.
κ.ο.κ
Αυτό δεν είναι γνωστική ευελιξία. Είναι να έχεις τον εγκέφαλο στο shuffle όπως το Spotify.
Η συχνή και απότομη μεταβολή αποφάσεων μπορεί να έχει πολλές αιτίες. Από παρορμητικότητα, αναποφασιστικότητα, φόβο της ευθύνης, ανάγκη εξωτερικής επιβεβαίωσης, δυσκολία να αντέξεις την αβεβαιότητα μέχρι απλώς το γεγονός ότι δεν ξέρεις ακόμη τι θέλεις.
Δηλαδή μπορεί να μην άλλαξες άποψη επειδή επεξεργάστηκες καλύτερα τα δεδομένα. Μπορεί απλώς να σου μίλησε κάποιος τελευταίος.
Σωπαίνετε. Ξέρω, δεν καταλάβατε. Εξηγώ αμέσως.
Ούτε το "ποτέ δεν αλλάζω" είναι αρετό γιατί είσαι εγκλωβισμένος στις χθεσινές του βεβαιότητες. (Νάτο το μουλάρι)
Ούτε το "αλλάζω κάθε πέντε λεπτά" είναι εξέλιξη γιατί γίνεσαι όμηρος της τελευταίας σου σκέψης. (Να και η άδεια σακούλα σε μέρα με οκτώ μποφόρ)
Και, παραδόξως, μπορεί και οι δύο να αποφεύγουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Την ουσιαστική ευθύνη μιας απόφασης. Γιατί η πραγματική ωριμότητα απαιτεί δύο πράγματα που στην πράξη είναι πολύ δύσκολα.
- Να έχεις αρκετή ταπεινότητα για να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος.
- Και αρκετή σταθερότητα για να μην εγκαταλείπεις κάθε επιλογή μόλις γίνει δύσκολη.
Να μην παραμένεις από πείσμα. Αλλά να μη φεύγεις και από πανικό. Να μπορείς να δώσεις χρόνο σε μια απόφαση χωρίς να την κάνεις ισόβια καταδίκη. Να μπορείς να ακούσεις τα συναισθήματά σου χωρίς να τους παραδώσεις το τιμόνι και να καθίσεις πίσω να βλέπεις.
Η αλλαγή γνώμης δεν είναι αποτυχία. Αποτυχία είναι να γνωρίζεις ότι κάτι δεν λειτουργεί και να συνεχίζεις μόνο και μόνο για να μη χαλάσει η εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
Αλλά ούτε και η διαρκής μεταβλητότητα είναι ωριμότητα. Γιατί όταν αλλάζεις συνεχώς χωρίς επεξεργασία, απλώς να περιστρέφεσαι.
Η ωριμότητα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ακαμψία και στην αστάθεια. Στο σημείο όπου μπορείς να κοιτάξεις τον χθεσινό σου εαυτό και να του πεις:
- Σ’ ευχαριστώ. Έκανες ό,τι μπορούσες με αυτά που ήξερες. Τώρα όμως κάτσε λίγο στην άκρη, γιατί έμαθα κάτι καινούργιο.
Και ταυτόχρονα να κοιτάξεις τον σημερινό σου εαυτό και να του πεις:
- Ωραία. Μην ενθουσιάζεσαι. Θα το σκεφτούμε λίγο καλύτερα πριν μετακομίσουμε στη Νέα Ζηλανδία.
Πηγές:
- Structural brain plasticity in adult learning and development
https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23458777/
- Cognitive and behavioural flexibility: neural mechanisms and clinical considerations
https://www.nature.com/articles/s41583-021-00428-w
- The psychology of sunk cost



