Μια στάση εδώ
Το "Μια στάση εδώ" ήταν πάντα ένα καψουροτράγουδο. Έτσι το ακούγαμε όλοι μας.
Για μένα όμως, εδώ και 2 χρόνια, δεν είναι πια τραγούδι. Και το κατάλαβα σήμερα.
Είναι μια φράση. Μια καθημερινή φράση.
"Μια στάση εδώ"
Τόσο ασήμαντα.
Τόσο επικίνδυνα.
Γιατί οι πιο επικίνδυνες αναμνήσεις δεν είναι αυτές που έχουν δράμα. Είναι αυτές που κρύβονται μέσα στην καθημερινότητα.
Δεν θυμάμαι μεγάλα λόγια. Δεν θυμάμαι υποσχέσεις. Δεν θυμάμαι επετείους.
Θυμάμαι όμως έναν άνθρωπο σε αμαξίδιο που, κάθε βράδυ πριν τον πάω να ξαπλώσει, μου έλεγε "Μια στάση εδώ" και εννοούσε τον νεροχύτη. Να πλύνει τα δόντια του και να ξεπλύνει τα χέρια του. Κι εγώ, επειδή ποτέ δεν άντεχα να αφήσω τη ζωή να γίνει μόνο πρακτική, άφηνα το αμαξίδιο στον νεροχύτη στεκόμουν δίπλα του και άρχιζα να χορεύω το πιο άθλιο ζεϊμπέκικο που έχει χορέψει ποτέ άνθρωπος. Δεν ξέρω να χορεύω ζεϊμπέκικο. Δεν ήξερα ούτε τότε. Και προφανώς φαινόταν. Μέσα σε μια πραγματικότητα που ήταν αντικειμενικά σκληρή, είχα βρει άλλον έναν τρόπο να προσθέσω χιούμορ. Δεν χόρευα ζεϊμπέκικο επειδή μου άρεσε. Χόρευα γιατί ήταν άλλη μια ευκαιρία για να τον δω να χαμογελάει.
Κι εκείνος γελούσε και μου έλεγε:
"Έλα καραγκιόζη αγάπη μου... δεν το 'χεις. Πονέσανε τα αυτιά ΚΑΙ τα μάτια μου ταυτόχρονα. Πήγαινε με για ύπνο να τα ξεκουράσω", κι άλλα τέτοια ευφάνταστα για να με κοροϊδέψει...
Και το "καραγκιόζη αγάπη μου" είχε κι αυτό τη δική του ιστορία. Ξεκίνησε από "καμικάζι αγάπη μου" επειδή με πείραζε για την ηρεμία μου στους Αθηναϊκούς δρόμους και κάπου στην πορεία μεταλλάχθηκε. Όπως μεταλλάσσονται οι λέξεις όταν δύο άνθρωποι ζουν αρκετό καιρό μαζί. Μέχρι που αποκτούν δική τους γλώσσα. Μια γλώσσα που κανείς άλλος δεν καταλαβαίνει. Και ούτε χρειάζεται να την καταλάβει. Γιατί δεν φτιάχτηκε για όλους. Φτιάχτηκε για αυτούς τους δύο.
Κι αυτό είναι το περίεργο με την αγάπη. Δεν μένει στα μεγάλα. Δεν επιβιώνει μέσα στις δηλώσεις. Επιβιώνει μέσα στις μικρές ανοησίες. Σε έναν κακό χορό. Σε μια προσφώνηση. Σε μια διαδρομή από το σαλόνι μέχρι το κρεβάτι με μια στάση "στα πιτ" όπως έλεγα τον νεροχύτη. Σε τρεις γαμημένες αδιάφορες κατά αλλά λέξεις: Μια στάση εδώ.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν τελικά αυτό είναι το πένθος. Όχι να θυμάσαι συνεχώς τον άνθρωπο. Αλλά να μην μπορείς ποτέ να προβλέψεις πού θα τον συναντήσεις.
Μπορεί να είναι μια μυρωδιά. Ένα ποτήρι. Ένας δρόμος. Ένα τραγούδι. Και ξαφνικά βρίσκεσαι να χαμογελάς και να δακρύζεις την ίδια στιγμή. Όχι επειδή το τραγούδι λέει κάτι που σε αφορά. Αλλά επειδή κουβαλάει μια δική σου ιστορία που κανείς άλλος δεν ξέρει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η αγάπη μένει στις μεγάλες εξομολογήσεις. Δεν συμφωνώ.
Η αγάπη, όταν περάσει ο καιρός, μετακομίζει αλλού. Κρύβεται μέσα σε φράσεις που δεν σημαίνουν τίποτα για κανέναν άλλο. Γιατί ο έρωτας τον πρώτο χρόνο μπορεί να ζει από τις μεγάλες κουβέντες, αλλά η αγάπη μετά από χρόνια ζει από το ότι ο άλλος έχει μια ατάκα μόνο για σένα. Μια προσφώνηση που δεν έχει ειπωθεί ποτέ σε κανέναν άλλον. Και κάποια μέρα ακούς τρεις απλές λέξεις... και επιστρέφει ολόκληρος ένας άνθρωπος. Όχι όπως ήταν γενικά κι αόριστα. Όπως ήταν μαζί σου.
Γι' αυτό να προσέχετε τις μικρές στιγμές. Δεν ξέρετε ποτέ ποιες από αυτές θα γίνουν οι πιο πολύτιμες αναμνήσεις. Δεν είναι τα μεγάλα "σ' αγαπώ" που μένουν. Είναι ένα χαζό πείραγμα, ένα στραβοχορεμένο ζεϊμπέκικο, μια λέξη που αποκτά νόημα μόνο για δύο ανθρώπους. Κι όταν ο ένας λείψει, αυτές οι μικρές στιγμές γίνονται το μέρος όπου μπορεί να συνεχίζει ο άλλος να τον αγαπάει.
...Και τότε ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο παύει να είναι τραγούδι. Γίνεται ένα αμαξίδιο. Ένας νεροχύτης. Ένα πλύσιμο δοντιών. Ένας καραγκιόζης που χορεύει χωρίς να ξέρει. Και μια φωνή που λέει:
"Έλα καραγκιόζη αγάπη μου... δεν το 'χεις."
