Δεν έχασαν

Κάθε φορά που ακούω να λένε πως κάποιος "έχασε τη μάχη", κάτι μέσα μου αντιδρά.

Ίσως γιατί έχω αγαπήσει ανθρώπους που πέθαναν, όπως όλοι μας. Και δεν μπορώ να δεχτώ ότι η λέξη που τους ταιριάζει είναι η λέξη "ηττήθηκαν".

Ηττήθηκε ποιος ακριβώς;

Όλοι έζησαν, αγάπησαν, γέλασαν, θύμωσαν, έκαναν λάθη, άφησαν το αποτύπωμά τους σε ανθρώπους που τους κουβαλούν ακόμη μέσα τους.

Αν αυτό είναι ήττα, τότε έχουμε παρεξηγήσει τη σημασία της λέξης.

Η ασθένεια δεν είναι διαγωνισμός να κερδίσεις ή να χάσεις. Και η ζωή δεν απονέμει μετάλλια σε όσους γλύτωσαν τον θάνατο.

Υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν νέοι και άνθρωποι που ζουν μέχρι τα εκατό. Άνθρωποι που πρόσεξαν τον εαυτό τους και άνθρωποι που δεν πρόσεξαν τίποτα. Άνθρωποι που έκαναν ό,τι μπορούσαν και άνθρωποι που κουράστηκαν.

Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς η ανάγκη μας να βγάλουμε νόημα εκεί που δεν υπάρχει.

Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε αφόρητα να δεχτούμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν ελέγχονται. Έτσι μετατρέπουμε την ασθένεια σε μάχη, γιατί οι μάχες έχουν κανόνες. Έχουν ήρωες. Έχουν νικητές και ηττημένους. Μας κάνουν να νιώθουμε ότι η ζωή είναι δίκαιη.

Αν όμως το πάμε μέχρι τέλους, η μεταφορά αυτή γίνεται προβληματική.

Αν ο Γιάννης "νίκησε" τον καρκίνο, τότε ο Γιώργος πχ. που πέθανε τι έκανε; Δεν προσπάθησε αρκετά; Δεν ήταν αρκετά γενναίος; Δεν αγαπούσε αρκετά τη ζωή του;

Φυσικά και όχι. Ο οργανισμός δεν διαπραγματεύεται με την ηθική. Τα κύτταρα δεν συγκινούνται από τη θέληση. Η βιολογία είναι πολλές φορές αδιάφορη απέναντι στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι αυτό είναι από τις πιο δύσκολες αλήθειες που καλούμαστε να αντέξουμε.

Υπάρχει κάτι σχεδόν σκληρά απρόσωπο στη φύση. Η βιολογία δεν μοιράζει δικαιοσύνη. Η φύση δεν κάνει ηθικές αξιολογήσεις. Απλώς συμβαίνει.

Γι' αυτό δυσκολεύομαι όταν ακούω ότι κάποιος "έχασε".

Γιατί εκείνη τη στιγμή ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου συρρικνώνεται στην τελευταία της σελίδα. Σαν να διαγράφονται όλα όσα προηγήθηκαν. Σαν να μην μετράνε τα χρόνια που αγάπησε, που δημιούργησε, που στάθηκε δίπλα στους ανθρώπους του. Σαν να μετράει μόνο ο τρόπος που πέθανε. Κι εγώ αρνούμαι να θυμάμαι τους ανθρώπους μου έτσι. Η μητέρα μου δεν ήταν η ασθένειά της. Ο Κώστας δεν ήταν η αιτία θανάτου του. Ήταν πολύ περισσότερα από αυτό.

Και αν έμαθα κάτι από την απουσία τους, είναι πως στο τέλος δεν νικάμε ούτε χάνουμε. Απλώς αφήνουμε πίσω μας ένα ίχνος. Και κάποιοι άνθρωποι αφήνουν τόσο βαθύ ίχνος, που συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις ζωές των άλλων πολύ μετά τον τελευταίο τους χτύπο. Αυτό δεν ξέρω τι είναι, αλλά δεν μοιάζει καθόλου με ήττα.

Θα τους θυμάμαι από το πώς έζησαν λοιπόν. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ πιο δυνατό από οποιαδήποτε αναφορά σε μάχες, νίκες ή ήττες.  

Δεν μιλάω για τον θάνατο. Μιλάω για τη μνήμη. Μιλάω για ανθρώπους που αρνούμαι να τους αφήσω να γίνουν μια στατιστική, μια διάγνωση ή ένα πιστοποιητικό θανάτου. 

...Και για το δικαίωμα που έχουμε όλοι μας να μην αφήσουμε την τελευταία μας σελίδα να καταπιεί ολόκληρο το βιβλίο.