Βουτιά στη σιωπή
Για λίγα δευτερόλεπτα, οι περισσότεροι πίστεψαν πως όλα ήταν μέρος της χορογραφίας. Ήταν λογικό. Στην καλλιτεχνική κολύμβηση οι αθλήτριες περνούν μεγάλο μέρος του προγράμματός τους κάτω από το νερό. Για έναν θεατή δεν ήταν εύκολο να καταλάβει ότι κάτι είχε πάει στραβά.
Η προπονήτριά της όμως, Άντρεα Φουέντες, δεν το πίστεψε. Δεν έβλεπε απλώς μια αθλήτρια μέσα στην πισίνα. Έβλεπε την Ανίτα. Σηκώθηκε αμέσως, βούτηξε στο νερό και την ανέσυρε αναίσθητη στην επιφάνεια.
Αργότερα, πολλοί τη χαρακτήρισαν ηρωίδα. Αυτό που έκανε δεν ήταν ηρωισμός όμως. Ήταν γνώση. Γιατί η Άντρεα δεν αντέδρασε επειδή είδε τον κίνδυνο. Αντέδρασε επειδή αναγνώρισε μια απόκλιση. Με μία φράση... Την ήξερε.
Ήξερε πόση ώρα μπορούσε να μείνει κάτω από το νερό. Τον ρυθμό της αναπνοής της. Τις κινήσεις της. Τις αντοχές της. Τους χρόνους της.
Την έσωσε επειδή την γνώριζε.
Και από τότε δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο μοιάζει αυτό με τις ανθρώπινες σχέσεις. Μήπως τελικά αυτό είναι η πραγματική οικειότητα; Όχι να ξέρεις το αγαπημένο χρώμα κάποιου. Ούτε το ζώδιό του. Ούτε τι καφέ πίνει. Αλλά να γνωρίζεις τόσο καλά τον τρόπο που υπάρχει μέσα στον κόσμο, ώστε να καταλάβεις πότε κάτι έχει αλλάξει.
Λίγο λιγότερο γέλιο.
Λίγο περισσότερη σιωπή.
Λίγο μεγαλύτερη κούραση.
Λίγο μικρότερη υπομονή.
Λίγο πιο άδειο βλέμμα.
Και επειδή οι αλλαγές γίνονται σταδιακά, συχνά περνούν απαρατήρητες.
Συνηθίζουμε τη βύθιση του άλλου.
Όπως συνηθίζουμε και τη δική μας.
Βούλιαξα από άγχος.
Από ευθύνες.
Από πένθος.
Από μοναξιά.
Από εξάντληση.
Από κατάθλιψη.
Από γεγονότα που με ξεπερνούσαν.
Το παράδοξο είναι ότι τις περισσότερες φορές εξακολουθούμε να λειτουργούμε.
Πηγαίνουμε στη δουλειά.
Απαντάμε στα μηνύματα.
Χαμογελάμε στις φωτογραφίες.
Λέμε το γνωστό "είμαι καλά".
Και οι περισσότεροι μας πιστεύουν. Όχι όμως επειδή δεν ενδιαφέρονται. Αλλά επειδή δεν ξέρουν τους χρόνους μας. Δεν ξέρουν πόσο μιλάμε όταν πραγματικά είμαστε καλά. Πόσο γελάμε. Πόσο κοιμόμαστε. Πόσο γρήγορα απαντάμε. Πόσο ζωντανό είναι συνήθως το βλέμμα μας. Δεν έχουν το σημείο αναφοράς για να αντιληφθούν ότι κάτι έχει αλλάξει.
Ίσως τελικά η εγγύτητα να μην είναι πόσα χρόνια γνωρίζεις κάποιον. Ίσως να είναι το πόσο προσεκτικά τον έχεις παρατηρήσει. Πόσο έχεις μάθει τη φυσιολογική του κατάσταση, ώστε να καταλάβεις τη στιγμή που παύει να είναι ο εαυτός του.
Σήμερα μπορούμε να εξαφανιζόμαστε για εβδομάδες πίσω από ένα κινητό που δείχνει ότι είμαστε "ενεργοί", και κανείς να μην καταλάβει ότι έχουμε πάψει εδώ και καιρό να είμαστε πραγματικά παρόντες.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη μοναξιά της εποχής μας. Όχι ότι δεν έχουμε ανθρώπους γύρω μας. Αλλά ότι ελάχιστοι μας γνωρίζουν αρκετά ώστε να αντιληφθούν τη βύθισή μας.
Και ύστερα μου ήρθε η πιο άβολη για μένα (που είμαι λίγο στρείδι με τους περισσότερους) σκέψη. Μήπως φταίει το ότι έχουμε γίνει τόσο εκπαιδευμένοι στο να δείχνουμε ότι τα καταφέρνουμε, ώστε να μην αφήνουμε κανέναν να μάθει ποτέ τον πραγματικό μας εαυτό; Σε ποιον έχουμε επιτρέψει να μας γνωρίσει τόσο βαθιά;
Αν αύριο βυθιζόσουν σιωπηλά μέσα στη ζωή σου, ποιος θα καταλάβαινε ότι δεν πρόκειται απλώς για μια κακή μέρα; Ποιος θα ερχόταν να σε βρει χωρίς να περιμένει να ζητήσεις βοήθεια;
Για να ξέρει κάποιος πότε πνίγεσαι, πρέπει πρώτα να τον έχεις αφήσει να σε δει όταν κολυμπάς. Να τον έχεις αφήσει να γνωρίσει τις αντοχές σου. Τους φόβους σου. Την αδυναμία σου. Το φυσιολογικό σου.
Κι εσύ;
Γνωρίζεις πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάς; Θα καταλάβαινες τη διαφορά ανάμεσα στην ανάγκη τους να μείνουν λίγο μόνοι και στην απόγνωσή τους; Θα έβλεπες ότι το χαμόγελό τους είναι λίγο πιο βαρύ; Ότι το "είμαι καλά" ακούστηκε διαφορετικά;
Ή μήπως περιμένουμε όλοι να φωνάξει κάποιος "βοήθεια", ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι βουλιάζουν αθόρυβα;
Ή μήπως όταν μια μέρα βυθιστούμε κι εμείς, όλοι θα πιστεύουν ότι συνεχίζουμε τη χορογραφία;
