25 Σεπτεμβρίου 2026
Κάποιος μου είχε πει πριν από μερικούς μήνες:
"Όποιος δεν με εκτίμησε χοντρό, δεν με αξίζει αδύνατο."
Χαμογέλασα, συμφώνησα και το κράτησα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου, αν και ήξερα πολύ καλά τι εννοούσε.
Δεν είναι η πρώτη φορά που χάνω πολλά κιλά. Στα 27 μου είχα χάσει περίπου σαράντα. Είχα δει και τότε τον κόσμο να αλλάζει εντελώς θέση και στάση απέναντί μου. Περισσότερα βλέμματα, περισσότερα χαμογελαστά πρόσωπα, περισσότερη προθυμία για κουβέντα ή εξυπηρέτηση, περισσότερη κοινωνικότητα από ανθρώπους που μέχρι πρότινος δεν είχαν ανακαλύψει καν ότι διαθέτω προσωπικότητα.
Και δεν μιλάω μόνο για άντρες. Κάποιες γυναίκες το ίδιο.
Λες και η παρέα μαζί μου τις προσέβαλλε κάπως. Λες και η κοινωνική συναναστροφή με χοντρή γυναίκα άφηνε λεκέ που μετά δεν φεύγει με τίποτα.
Αλλά μωρέ, στα 27, όλο αυτό το καραγκιοζιλίκι το εισπράττεις διαφορετικά. Ή τουλάχιστον εγώ το εισέπραττα αλλιώς γιατί ήμουν "διψασμένη" και έβλεπα όλη αυτή την προσοχή περισσότερο ως μέρος του γενικότερου τοπίου. Δεν είχα ακόμη αρκετά χρόνια παρατήρησης ανθρώπων και συμπεριφορών στην πλάτη μου, ούτε κατασταλαγμένη γνώμη για αυτά που άγγιζαν ευαίσθητα για μένα δεδομένα. Τζιζ.
Έτσι καταλήγεις λοιπόν εύκολα να χαίρεσαι περισσότερο με την αποδοχή που ξαφνικά κερδίζεις (ενώ πριν δεν είχες) και αναρωτιέσαι λιγότερο γιατί δεν την είχες πριν.
Στη δική μου περίπτωση, βέβαια, δεν χρειαζόταν και πολλή φαντασία για να καταλάβω τι έφταιγε. Μου το έλεγαν.
— Καλά, τώρα που έγινες μουνάρα σε κυκλοφορώ άνετα…
— Τι καλή που είσαι τώρα όπως πρέπει. Ευτυχώς που έχασες τα κιλά. Να βρεις και κάποιον να φτιάξεις τη ζωή σου.
Και μέχρι κι από διευθύντρια είχα ακούσει το αμίμητο:
— Είσαι υπέροχη τώρα. Και να σου πω την αλήθεια; Αν δεν μου έλεγε η προϊσταμένη σου ότι είσαι τόσο καλή στη δουλειά σου και αν δεν είχα στο μυαλό μου ότι κλεισμένη στο εργαστήριο θα είσαι και δεν θα σε βλέπουν και πολύ, δεν θα σε κρατούσα.
Ναι. Αυτό ειπώθηκε σε εργαζόμενη για τη δουλειά της!
Δεν θα σε κρατούσα στη δουλειά αν δεν ήσουν τόσο καλή και τόσο κρυμμένη.
Οπότε όχι, δεν ανακάλυψα τώρα ότι το βάρος επηρεάζει τον τρόπο που μας βλέπουν. Το είχα μάθει πολύ νωρίς και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερες λεπτότητες.
Αλλά στα 27 δεν ήθελα να αφήσω αυτή τη διαπίστωση να μου χαλάσει την απόλαυση της αποδοχής που ξαφνικά γίνουν αποδέκτης. Βλέπετε, η στέρηση για να χορτάσει κάνει εύκολα συμβιβασμούς. Νομός κυριολεκτικος και μεταφορικός.
Τώρα όμως το βλέπω πεντακάθαρα και πολύ διαφορετικά.
Δεν έχω ανάγκη να με δείτε. Σας έχω δει εγώ πρώτη.
Είκοσι πέντε κιλά κάτω και ξαφνικά στη δουλειά έχει περισσότερες "καλησπέρες". Άνθρωποι που μέχρι πριν λίγο καιρό περνούσαν δίπλα μου με την κοινωνική θέρμη ανθρώπου που προσπερνά τον πυροσβεστήρα στη γωνία, τώρα σταματούν για ψιλή κουβέντα. Κάποια "Μαρία" έγιναν ξαφνικά "Μαράκι μου", κάποια αγγίγματα χωρίς λόγο στην πλάτη και κάποια φιλικά χτυπήματα στον ώμο έκαναν την εμφάνιση τους.
Και σε εμένα, που δεν είμαι και πολύ του αγγίγματος, αυτά αμέσως καταγράφονται και μετά κατηγοριοποιούνται αυτόματα από το νευρικό μου σύστημα! Οπότε από ανθρώπους που δεν ξέρω καλά ή δεν περιμένω να με ακουμπήσουν σημάνει συναγερμός.
ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΑΣ ΧΩΡΟ. MAYDAY. MAYDAY.
Τις τελευταίες εβδομάδες, λοιπόν, άλλοι περνούν απλώς για να πουν ένα γειά στο "Μαράκι" και άλλοι ανακάλυψαν ξαφνικά ότι είμαι αστεία, ευχάριστη και καλή παρέα και άλλοι ότι μπορούμε, λέει, να πάμε και για τσίπουρα.
Μα τι τιμή κι αυτή, ειλικρινά! Δακρύζω από συγκίνηση.
Και τι απίστευτη σύμπτωση που η προσωπικότητά μου άνθισε ακριβώς την ίδια περίοδο που μίκρυνε ο κώλος μου.
Δεν θα πω ψέματα. Με εκνευρίζει. Και όχι περισσότερο απ’ όσο με κολακεύει.
Δεν με κολακεύει καθόλου. Με εκνευρίζει και τέλος.
Δεν νιώθω καν εκείνη την "αποδοχή" που ένιωθα στα 27.
Γιατί δεν μιλάω ότι ξαφνικά κάποιοι με βρίσκουν πιο ελκυστική. Εκεί δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα. Αν μου πεις "τώρα μου αρέσεις περισσότερο", πάσο. Ειλικρινές, καθαρό και σκέτο. Η έλξη επηρεάζεται από την εμφάνιση. Πάντα επηρεαζόταν και πάντα θα επηρεάζεται. Δεν ανακάλυψα σήμερα ούτε την Αμερική ούτε τα γεννητικά όργανα.
Αυτό που με ενοχλεί είναι κάτι άλλο.
Γιατί μαζί με την έλξη αναβαθμίστηκε ξαφνικά και η κοινωνική μου αξία;
Γιατί τώρα αξίζω περισσότερη κουβέντα;
Γιατί τώρα αξίζω στάση για χαιρετούρες;
Γιατί τώρα αξίζω ενδιαφέρον, χαβαλέ, πρόσκληση για τσίπουρα;
Τι ακριβώς άλλαξε;
Να πω και κάτι γελοίο;
Εκατό κιλά άνθρωπος είμαι. Δεν λες ότι ξαφνικά πέρασα και στην απέναντι όχθη και μπήκα στην κατηγορία "φάε κάτι κορίτσι μου, θα πέσεις κάτω". Ούτε απέκτησα ξαφνικά κανένα κοινωνικώς εγκεκριμένο σώμα.
Απλώς έγινα λιγότερο χοντρή. Πράγμα που κάνει όλη την ιστορία ακόμη πιο γελοία. Γιατί τελικά δεν υπάρχει καν κάποιο όριο όπου ξαφνικά νε μεταμορφώνει από "αόρατη" σε "άξια για μια καλησπέρα".
Απλώς φαίνεται ότι όσο το σώμα πλησιάζει περισσότερο εκεί που κάποιοι θεωρούν ότι πρέπει να βρίσκεται, τόσο φαίνεται να ξεπαγώνει και η συμπεριφορά τους.
Τι καλά!
Είκοσι πέντε κιλά λιγότερα και ανέβηκα ήδη στη Β' Εθνική της άτυπης κοινωνικής κατάταξης. Ξεπάγωσαν οι καλοχαιρέτες, εμφανίστηκαν τα αγγίγματα, άνοιξαν οι προσκλήσεις και οι προσφωνήσεις.
Και τι οργανωμένο σύστημα!
Ανθρώπινη ζεστασιά με κλιμακωτή χρέωση ανά κιλό.
Εγώ όμως είμαι η ίδια όπως εφτά μήνες πριν.
Ίδια δουλειά κάνω.
Τα ίδια αστεία λέω.
Τις ίδιες ιδιοτροπίες έχω.
Τα ίδια πράγματα μου τραβάνε το ενδιαφέρον.
Την ίδια σαχλαμάρα κουβαλάω.
Το ίδιο βρίζω σαν νταλικέρης.
Αν μη τι άλλο, απλώς εφτά μήνες μεγαλύτερη είμαι. Δεν άλλαξε δα και τόσο η προσωπικότητά μου.
Και στα 25–30 μας, πες στο διάολο να πάει. Τόσα καταλαβαίναμε, τόσα κάναμε. Όλοι λίγο πολύ ηλίθιοι ήμασταν.
Τώρα όμως; Στα πενήντα μας πάλι το ίδιο;
Και με σοκάρει που ειλικρινά πίστευα πως όσοι δεν μου μιλούσαν ιδιαίτερα ήταν επειδή απλώς χέστηκαν για την ύπαρξή μου όσο είχα χεστεί κι εγώ για τη δική τους. Και μου φαινόταν απολύτως φυσιολογικό όλο αυτό το "χέσε μέσα".
Δεν χρειάζεται να γίνουμε φίλοι. Δεν χρειάζεται καν να συμπαθιόμαστε. Να συνεργαζόμαστε αποτελεσματικά χρειάζεται μόνο.
Αλλά τώρα που βλέπω ανθρώπους να αλλάζουν ξαφνικά τόνο, οικειότητα και προθυμία, αρχίζω να αναρωτιέμαι μήπως τελικά δεν ήταν απλή αμοιβαία αδιαφορία.
Μήπως απλώς τότε, για εκείνους, δεν άξιζα τόση κοινωνική θέρμη και τώρα ξαφνικά την αξίζω.
Ε, λοιπόν, έχω νέα.
Δεν τη χρειάζομαι.
Δεν την θέλω.
Δεν την έχω ανάγκη.
Δεν περίμενα στην ουρά για να εγκριθεί η αίτησή μου για κανενός την καλησπέρα.
Δεν υπέφερα επειδή ο τάδε δεν περνούσε να μου πει "Τι γίνεται Μαράκι μου; Τι κάνεις;"
Δεν καθόμουν σπίτι τα βράδια κοιτάζοντας τη βροχή στο τζάμι, αναρωτώμενη πότε επιτέλους θα με καλέσει κάποιος από τους "δημοφιλείς" της επιχείρησης για "ποτάρες".
Μια χαρά ζούσα.
Και τώρα που εγκρίθηκε, λέει, η κοινωνική μου αναβάθμιση επειδή μίκρυνε το σώμα μου, συγγνώμη κιόλας, αλλά βάλτε την αποδοχή σας... Αλλού και μην μου την μοστράρετε.
Δεν με πειράζει να με θεωρεί κάποιος όμορφη ή άσχημη. Όλοι έχουμε αισθητικές προτιμήσεις.
Με εντυπωσιάζει όμως το πόσο εύκολα η αισθητική προτίμηση ξεχειλώνει και μετατρέπεται σε κοινωνική αποδοχή. Επηρεάζει δηλαδή ακόμη και την προθυμία κάποιων να μιλήσουν σ’ έναν άνθρωπο που δεν θεωρούν αρκετά ελκυστικό; Στα 50 μας;! Αλήθεια τώρα;!
Ξαφνικά δεν είμαι απλώς πιο "εύκολη στο μάτι", που λένε και οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες, και αυτομάτως γίνομαι ΚΑΙ πιο ενδιαφέρουσα...
ΚΑΙ πιο αστεία...
ΚΑΙ πιο κατάλληλη για παρέα...
ΚΑΙ τελικά πιο άξια για εκείνη την καλησπέρα που προηγουμένως, προφανώς, κόστιζε πολύ.
Και να σας πω και κάτι άλλο;
Δεν με ένοιαζε τότε. Δεν με νοιάζει ούτε τώρα. Εγώ με το ζόρι λέω "καλημέρα". Σοβαρά τώρα;!
Και φτύνω κατάμουτρα και την "υπό αισθητικές προϋποθέσεις" αξιολόγηση ενός ολόκληρου ανθρώπου, όταν αυτή εκφράζεται μέσω ενός small talk, μιας καλησπέρας και, έτσι για κερασάκι, ενός "Να κανονίσουμε, Ε; Μη με γράψεις!"
Και τώρα θυμήθηκα πάλι εκείνη τη φράση:
"Όποιος δεν με εκτίμησε χοντρό, δεν με αξίζει αδύνατο."
Μόνο που εγώ αδύνατη δεν είμαι. Κι όμως οι καλησπέρες ήρθαν ήδη. Γι'αυτό και σήμερα θα την άλλαζα λίγο για να τη φέρω στα μέτρα μου.
Δεν ασχολούμαι καν με το ποιος με αξίζει. Δεν με αφορά να αξίζω σε κάποιον. Ο χειρότερος κριτής αποδεικνύεται ο εαυτός μου και με αυτόν έχω ήδη προβλήματα αποδοχής. Δεν θα πάρω κι εξωτερικούς συνεργάτες.
Και μπορεί να μη θυμάμαι ούτε πού πάρκαρα, αλλά είμαι τέτοιο αναποδογέννημα που κάτι τέτοιες αλλαγές και τις εντοπίζω και τις θυμάμαι.
Θυμάμαι ποιος και πώς μου μιλούσε όταν ήμουν 25 κιλά πάνω.
Θυμάμαι ποιος με ρωτούσε τι κάνω και πώς είμαι, πώς την παλεύω και πώς περνούσα στην ζωή μου, ακόμη κι αν δεν τον ένοιαζε πραγματικά. Small talk κάναμε, να περάσει η βάρδια.
Θυμάμαι όμως και ποιος ανακάλυψε ξαφνικά ότι είμαι συμπαθητική, αστεία και κατάλληλη για κοινωνική συναναστροφή κάπου ανάμεσα στα μείον 20 και στα μείον 25 κιλά.
Και εν τέλει, χαίρομαι που ολοκληρώθηκε επιτυχώς η αξιολόγηση και η αίτησή μου για κοινωνική αποδοχή εγκρίθηκε. Μπορώ να παραλάβω το αγαλματίδιο και να δεχτώ πλέον καλησπέρες, χτυπήματα στον ώμο, υποκοριστικά και προσκλήσεις για εξόδους.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό διοικητικό πρόβλημα. Δεν είχα υποβάλει ποτέ αίτηση.
Οπότε την καθυστερημένη σας έγκριση μπορείτε να την αρχειοθετήσετε εκεί που ξέρετε.
Εγώ θα κρατήσω μόνο μία πληροφορία.
Πόσα κιλά μου κόστισε μια καλησπέρα σας που δεν ζήτησα.
19 Σεπτεμβρίου 2026
Σήμερα φοβήθηκα. Σιγά το γεγονός, θα μου πείτε. Γνωστή χέστρα, θα παραδεχτώ κι εγώ.
Όλα είναι αποκυήματα της φαντασίας μου. Δεν έμαθα ότι έχω κάτι. Δεν έχω κανένα αποτέλεσμα, δεν έχω την παραμικρή διάγνωση ούτε την ελάχιστη υπόνοια. Κι όμως, μέσα σε λίγες ώρες πρόλαβα να αρρωστήσω, να αρνηθώ τη θεραπεία, να πουλήσω ό,τι έχω, να αποχαιρετήσω τους πάντες και να φύγω για τη Νέα Ζηλανδία.
Αν και πέρασε κι από το μυαλό μου ότι οι πωλήσεις των "ό,τι έχω" μου μπορεί να μην επέφεραν το οικονομικό όφελος που έχω υπολογίσει και άφησα ανοιχτο το ενδεχόμενο να φτάσω μέχρι τα Καμένα Βούρλα και να επιστρέψω.
Δεν ήταν όμως μια υποτιθέμενη διάγνωση καρκίνου αυτό που με τρόμαξε περισσότερο σήμερα. Αυτό κατάλαβα. Ήταν η σκέψη του "μόνη".
Μόνη στη διάγνωση.
Μόνη στις αποφάσεις.
Μόνη στις θεραπείες.
Μόνη στις κακές μέρες.
Μόνη να πρέπει να θέλω αρκετά να σωθώ.

Θυμήθηκα εκείνη τη ζωγραφιά. Είχε πεθάνει η μάνα μου. Γύρισα από την κηδεία και την είχε κολλήσει απ’ έξω στην πόρτα.
We’re in this together.
Πόσο απλό.
Δεν μου έλεγε ότι θα μου πάρει τον πόνο. Δεν γινόταν.
Δεν μου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν πήγαιναν.
Μου έλεγε μόνο ότι ό,τι κι αν ήταν αυτό το πράγμα μέσα στο οποίο είχα πέσει, δεν ήμουν εκεί μόνη. Ήμασταν μέσα μαζί.
...Και τρεις μήνες αργότερα πέθανε κι εκείνος.
Πού να ξέραμε τότε πόσο ειρωνική θα γινόταν εκείνη η ζωγραφιά.
Πού να ξέραμε ότι από εκεί και πέρα το "we’re in this together" θα γινόταν, για μένα, I’m in this alone από εδώ και πέρα.
Όχι επειδή δεν υπήρχαν άνθρωποι. Υπήρχαν και υπάρχουν. Όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο (και σε εμένα μερικές φορές), είμαι αξιαγάπητη η ρουφιάνα!
Υπάρχουν φίλοι. Υπάρχει οικογένεια. Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται, άνθρωποι που θα βοηθούσαν με προθυμία, άνθρωποι που θα στεναχωριόντουσαν αν μου συνέβαινε κάτι.
Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο. Δεν είναι το "η ζωή σου είναι και λίγο δική μου υπόθεση", "Αν πας να πέσεις, είμαι εδώ. Υπολόγιζέ με". Δεν είναι εκείνη η παράξενη μορφή οικειότητας όπου δεν χρειάζεται καν να ζητήσεις, γιατί ο άλλος έχει ήδη θεωρήσει αυτονόητο ότι θα σταθεί δίπλα σου.
Αυτό μου λείπει.
Και για να μου λείπει, πάει να πει ότι το έζησα;
Έστω κι αν δεν πρόλαβα ποτέ να μάθω πώς θα ήταν πέρα από τα δώδεκα χρόνια που προλάβαμε, ναι, το έζησα. Και σήμερα κατάλαβα πόσο πολύ το βίωσα μέσα μου. Σοκαρίστηκα πολύ περισσότερο απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ.
Για χρόνια έλεγα ότι τα καταφέρνω μια χαρά μόνη μου. Και τα καταφέρνω. Δουλεύω. Πληρώνω λογαριασμούς. Φροντίζω σπίτι, γάτες, υποχρεώσεις, ανθρώπους. Διαβάζω. Μαθαίνω. Γελάω. Βγαίνω. Γράφω. Ζωγραφίζω. Μαστορεύω. Κάνω σχέδια. Περνάω ωραία με τον εαυτό μου. Του κάνω καλή παρέα.
Η ζωή μου δεν είναι δυστυχισμένη. Το αντίθετο. Αν κάνω τον απολογισμό μέχρι σήμερα, το πρόσημο είναι θετικό. Έχω ζήσει όμορφα. Μου αρέσει η ζωή. Μου αρέσει τόσο, που ξέρω πως δεν θα της έκλεινα ποτέ την πόρτα. Έχει έναν τρόπο να πετάει εκπλήξεις όταν δεν τις περιμένεις και όσο κι αν μεγαλώνοντας εκπλήσσομαι όλο και λιγότερο, έχω υπερβολική περιέργεια για να χάσω επίτηδες την επόμενη.
Απλώς έχω κουραστεί. Όχι από την ίδια τη ζωή. Από την συντήρησή της. Από το ατελείωτο "σήκω, πήγαινε, δούλεψε, πλήρωσε, φτιάξε, οργάνωσε, κανόνισε, κοιμήσου, ξανασήκω".
Και κάπου μέσα σε όλο αυτό το συφερτό εμφανίστηκε μια σκέψη που δεν μου αρέσει καθόλου. Ότι χωρίς ουσιαστικό μοίρασμα, η ζωή πολλές φορές μοιάζει περισσότερο με κάτι που συντηρώ μόνο και μόνο για να επιβιώσω και όχι για να ζήσω.
Και τελικά εγώ φαίνεται πως είμαι άνθρωπος του "μαζί". Ποιος να το περίμενε από μια τόσο βαθιά ακοινώνητη ύπαρξη που δεν αντέχει ούτε τα άντερά της.
Όσο και να πεις, το λες και κακό timing για να το ανακαλύπτω στα σαράντα εννιά.
Ή μάλλον όχι. Το ήξερα. Απλώς όταν βίωνα το μαζί, δεν είχα μπει στον κόπο να το ονομάσω.
Μετά το έχασα. Και από τότε κάνω κάτι που τώρα μου φαίνεται ταυτόχρονα λογικό και απολύτως παράλογο ανάλογα με τη φάση μου.
Ζω με το μότο "Ή θα το ζήσω όσο σωστά ξέρω ότι μπορεί να βιωθεί ή δεν ασχολούμαι καν. Τα πάνω-πάνω για ξαράχνιασμα και γεια σας. Να πάτε να γαμηθείτε κι εσείς κι εγώ περισσότερο γιατί το σεξ δεν κόβεται".
Δεν το αποφάσισα φυσικά ένα πρωί.
Έγινε σιγά σιγά και ανεπαίσθητα.
Ένας άνθρωπος δεν μου έκανε.
Έναν άλλον δεν άφησα εγώ.
Κάπου φοβήθηκα.
Κάπου απογοητεύτηκα.
Κάπου δεν υπήρχε αρκετή αμοιβαιότητα.
Κάπου προτίμησα την ησυχία μου.
Κάπου βαρέθηκα.
Και οι μέρες πέρασαν.
Πολύ ευχάριστα, πολλές φορές.
Ανώδυνα, ακόμα περισσότερες.
Και σήμερα, μπροστά σε μια εντελώς υποθετική αρρώστια, είδα ξαφνικά όλη την έλλειψη μαζί. Και όχι πολύ κομψά. Με μαστεκτομές που δεν μου έχουν προταθεί, χημειοθεραπείες που δεν χρειάζομαι και αεροπορικά εισιτήρια που δεν έχω κλείσει και ανησυχώ μήπως δεν βγαίνω οικονομικά ούτε για one way. Τρελή; Τρελή!
Αλλά την είδα.
Και αυτό είναι πρωτίστως λίγο σαλεμένο (το παραδέχομαι κι αυτό) αλλά και λίγο χρήσιμο.
Γιατί σκέφτηκα...
Έχω ζήσει, και λόγω δουλειάς και προσωπικής εμπειρίας πόσο δύσκολες, επίπονες, άχαρες και πραγματικά εξουθενωτικές σωματικά και ψυχικά μπορούν να γίνουν αυτές οι καταστάσεις κυρίως για τον πάσχοντα και έπειτα για τους γύρω του που ανακαλύπτουν καθημερινά ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν όσο θα ήθελαν.
Ε, και αρνούμαι. Όλο αυτό, σήμερα, το αρνούμαι...
Μην παρεξηγηθώ. Εαν υπάρχει κάτι που μπορεί να φτιαχτεί, θα προσπαθήσω να το φτιάξω. Όχι μέχρι τελευταίας ρανίδας όμως. Δεν έχω και τέτοια ηρωική σχέση με τη ζωή. Όχι πια.
Και γιατί όχι πια; Εκεί είναι η σημερινή ανακάλυψη!
Δεν ξέρω αν θα ξαναβρεθεί κάποιος που να χωρέσει μέσα μου κι εγώ μέσα του. Σήμερα, πάντως, οι πιθανότητες μου φαίνονται ελάχιστες. Δεν ξέρω καν εάν έχω αυτή την ικανότητα πια.
Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν, έστω ότι δεν θα ζήσω δεύτερο "we’re in this together". Άρα... Τι σημασία έχει η επιβίωση σε μια τέτοια ανίατη περίπτωση; Οτιδήποτε και να κάνω, θα νιώθω ότι χάνει από κάπου η ζωή μου σαν τρύπια βάρκα. Ε, άστο να πάει στο διάολο, θα σταματήσω να παλεύω και μέχρι να βουλιάξω εντελώς θα πλατσουρίζω στα νερά και θα χαζεύω το ηλιοβασίλεμα. Ωραίο σχέδιο;!
Και σίγουρα δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσα αν η σημερινή προσομοίωση γίνει κάποτε πραγματικότητα.
Μπορεί να βγει από μέσα μου ένα ζώο που θα θέλει να ζήσει με νύχια και με δόντια.
Μπορεί να κουραστώ εξ αρχής.
Μπορεί να αλλάξω γνώμη εκατό φορές.
Και ξέρετε κάτι;
Σήμερα δεν χρειάζεται να ξέρω.
Σήμερα χρειάζεται μόνο να κρατήσω αυτό που ανακάλυψα:
Δεν έχει νόημα να κάνω την επιβίωση αυτοσκοπό, αν έχω ξεχάσει αυτά που με κάνουν να θέλω να ζω.
Και ίσως αυτό να είναι μια αρκετά καλή πληροφορία για το πώς οφείλω να ζήσω όσο ακόμη είμαι εδώ.
16 Σεπτεμβρίου 2026
Δεν έψαχνα τον Κούντερα.

Και, μεταξύ μας τώρα, ποιά διαταραγμένη το κάνει αυτό επί τούτου;
Έφτιαχνα τη βιβλιοθήκη. Ξέρετε τώρα... Μία από εκείνες τις δουλειές που αρχίζεις με την αφελή πεποίθηση ότι θα βάλεις σε τάξη τα πράγματά τάκα τάκα και καταλήγουν να βάζουν εκείνα χέρι μέσα σου.
Κάπου ανάμεσα σε βιβλία που θυμόμουν, βιβλία που είχα ξεχάσει και βιβλία που εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα διαβάσω κάποια στιγμή, ξαναβρήκα την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι".
Το ξεσκόνισα και δεν άντεξα. Το άνοιξα και το ξεφύλλισα για να το ξαναθυμηθώ...
Τι μαλακισμένη γίνομαι ώρες ώρες! Πόσο κακή ιδέα!
Δεν χρειάστηκε να το ξαναδιαβάσω ολόκληρο. Τουλάχιστον μέχρι εκεί μου έκοβε. Μερικές σελίδες τσακισμένες, κάποιες υπογραμμισμένες φράσεις (ναι, είμαι από αυτές που τα καταστρέφουν τα βιβλία, δικά μου δεν είναι;) και κυρίως, ο τίτλος ήταν αρκετά.
Και αυτός ακριβώς ο τίτλος που θυμόμουν πάντοτε ως ωραίο, βαρύγδουπο και μυστηριώδες λογοτεχνικό κατασκεύασμα ξαφνικά αποφάσισε να μου εξηγήσει τι σημαίνει...
Και κάπου εκεί γαμήθηκε όλο το δικό μου "είναι", μαζί με όλη την αβάσταχτη ελαφρότητά του!
Δεν ξέρω ακριβώς τι είχα καταλάβει όταν διάβασα το βιβλίο την πρώτη φορά. Πάει καμιά εικοσαετία από τότε. Θυμόμουν τον έρωτα, τα σώματα, τις απιστίες, τη φυγή, την Πράγα, την εισβολή, την εξορία. Δεν θυμόμουν ούτε κατά διάνοια, φυσικά, τον Τόμας, την Τερέζα, τη Σαμπίνα, τον Φραντς. Και σίγουρα δεν θυμόμουν να είχα σταθεί πραγματικά στη λέξη "είναι".
Κάνω χώρο στο χαμό γύρω μου και ξεκινάω διάλειμμα (αφορμή έψαχνα για καθισιό) με ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο, μια παγωμένη μαύρη μπύρα από το ψυγείο και 18 τσιγάρα ακριβώς!
Το "είναι", σου λέει, δεν είναι ούτε το "Εγώ" ούτε το "Υπερεγώ" ούτε το φροϋδικό "Εκείνο" που έμαθα πρόσφατα. Είναι η ύπαρξη.
Το γεγονός ότι βρεθήκαμε εδώ και έχουμε μία ζωή να ζήσουμε, χωρίς πρόβα, χωρίς επανάληψη και χωρίς τη δυνατότητα να δούμε τι θα είχε συμβεί αν, σε μια κρίσιμη στιγμή, είχαμε στρίψει προς μια άλλη κατεύθυνση.
Σαν πείραμα με δείγμα n=1, χωρίς ομάδα ελέγχου και χωρίς δυνατότητα αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων. Επιστημονικό αίσχος, δηλαδή.
Κι όμως, αυτό είναι όλο κι όλο η ζωή μας.
Ο Κούντερα ανοίγει το βιβλίο με την ιδέα της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε (άλλη ψυχή του πάρτι κι αυτός!).
Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία κάθε στιγμή της ζωής μας επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, αιώνια, ίδια και απαράλλακτη. Όχι, δεν επιστρέφουμε σοφότεροι για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Δεν είναι "Η μέρα της μαρμότας" με υπαρξιακό μεταπτυχιακό. Ζούμε την ίδια ζωή, κάνουμε τις ίδιες επιλογές, πατάμε τις ίδιες μπανανόφλουδες και πέφτουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, άπειρες φορές. Μαρτύριο!
Στην ανάγνωση του Κούντερα, αυτή η αιώνια επανάληψη φορτώνει κάθε πράξη με το βάρος της αιωνιότητας. Επειδή τίποτα δεν περνά πραγματικά. Κάθε στιγμή επιστρέφει και επιμένει για πάντα. Άρα κάθε πράξη καλείται να αντέξει το βάρος της αιωνιότητας, σαν να μας ρωτά "Θα άντεχες να ζεις με αυτή σου την απόφαση για πάντα;"
Αντίθετα, μια ζωή που συμβαίνει μόνο μία φορά εμφανίζεται, περνά και χάνεται. Δεν επαναλαμβάνεται, δεν επιβεβαιώνεται και δεν αφήνει κανένα αιώνιο αποτύπωμα. Γι’ αυτό ο Κούντερα τη χαρακτηρίζει "ελαφριά". Μπροστά στον άπειρο χρόνο, μοιάζει σαν τον καπνό από το τσιγάρο μου που περνάει για μια στιγμή και εξαφανίζεται.
Κάπου εδώ άφησα την μπύρα κάτω και άρχισα να μαλώνω με τον συγχωρεμένο τον συγγραφέα.
- Συγγνώμη, Μίλαν μανάρι μου, αλλά θα με πεθάνεις κι εμένα; Από πού κι ως πού; Επειδή ζω μόνο μία φορά, η ζωή μου έχει μικρότερο βάρος; Επειδή μια στιγμή δεν θα επαναληφθεί ποτέ, σημαίνει λιγότερο και όχι περισσότερο βάρος; Επειδή μια απόφαση είναι οριστική και καμία δεύτερη εκδοχή μου δεν θα επιστρέψει για να επιλέξει διαφορετικά, αυτό την κάνει ελαφριά;
Εμένα μου φαίνεται ακριβώς το αντίθετο. Τι έχω καταλάβει λάθος;
Πάμε... Άλλο τσιγάρο ενώ μουρμουράω...
- Τι λέει αυτός ο Τσέχος ρε φίλε;!
Γυρίζω πάλι στο βιβλίο.
- Ο Τόμας προσπαθεί να ζήσει ελαφριά. Να μη δεθεί, να μη φυλακιστεί μέσα σε μία μοναδική επιλογή, να κρατήσει την ελευθερία του διαθέσιμη.
- Η Τερέζα φέρνει μαζί της το βάρος της αγάπης, του σώματος, της αποκλειστικότητας και της ανάγκης να σημαίνουν τα πράγματα κάτι.
- Η Σαμπίνα αναζητά την ελαφρότητα στη φυγή από κάθε ρόλο, κάθε δέσμευση και κάθε ταυτότητα που απειλεί να την καθορίσει.
- Ο Φραντς, αντίθετα, χρειάζεται το βάρος των μεγάλων ιδεών για να νιώσει ότι η ζωή του συμμετέχει σε κάτι σημαντικότερο από τον ίδιο.
Κανείς τους δεν είναι μόνο βαρύς ή μόνο ελαφρύς. Και ο Κούντερα ούτε που ασχολείται να δώσει μια καθαρή απάντηση.
Βάζει τους ανθρώπους του να κινούνται ανάμεσα στα δύο, να πληρώνουν το τίμημα και των δύο και να ανακαλύπτουν ότι αυτό που κάποτε έμοιαζε ελευθερία μπορεί αργότερα να μοιάζει κενό, ενώ αυτό που έμοιαζε βάρος μπορεί να αποδειχθεί το μόνο πράγμα που τους κρατούσε πραγματικά πάνω στη γη.
Γιατί, φυσικά, ένα βάρος μπορεί να γίνει αβάσταχτο.
Οι δεσμοί μπορούν να γίνουν αλυσίδες.
Η ευθύνη μπορεί να γίνει φυλακή.
Η αγάπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για έλεγχο, κατοχή και αυτοκατάργηση.
Επιπλέον, υπάρχουν και βάρη που δεν τα επιλέξαμε και δεν έχουμε κανένα χρέος να τα κουβαλάμε.
Αλλά ούτε η ελαφρότητα είναι πάντοτε ελευθερία.
Μπορεί να είναι φόβος που έμαθε να συστήνεται ως ανεξαρτησία. (Γκουχ γκουχ κάτι κόλλησε στον λαιμό μου)
Μπορεί να είναι η μόνιμη ανάγκη να μένει μια πόρτα ανοιχτή, ώστε να μπορούμε να φύγουμε πριν κάτι αποκτήσει αρκετή σημασία για να μας πληγώσει. (Ω να σου... Μου βγήκε η μπύρα από τη μύτη!)
Υπάρχει μια ολόκληρη εκδοχή της σύγχρονης ωριμότητας που μας προτρέπει να μη χρειαζόμαστε κανέναν. Να μην περιμένουμε τίποτα. Να περνάμε καλά όσο κρατάει. Να είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να συνεχίσουμε μόνοι, χωρίς απώλειες, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς δράματα.
Ακούγεται σοφό. Και μερικές φορές ίσως και να είναι. (Ξέρω εγώ που σας λέω)
Άλλες φορές όμως, είναι απλώς ο φόβος ντυμένος με καθαρό λινό πουκάμισο.
Για πολύ καιρό πίστευα κι εγώ ότι η ελαφρότητα ήταν ασφάλεια. (Σσσσσσς, ακόμα το πιστεύω)
Αν δεν περιμένω, δεν θα απογοητευτώ.
Αν δεν χρειάζομαι, δεν θα εξαρτηθώ.
Αν δεν δεθώ πολύ, δεν θα πονέσω πολύ.
Αν κρατάω πάντοτε ένα μέρος μου έξω από την πόρτα, θα μπορέσω να φύγω πριν καταρρεύσει το κτίριο.
Άψογο σχέδιο. Με μία μικρή ατέλεια. Λειτουργεί θαυμάσια μόνο εφόσον είσαι φίκος στην γλάστρα.
"Οι άνθρωποι αποκτούμε βάρος ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς να συμπληρώσουμε αίτηση και χωρίς να υπογράψουμε συγκατάθεση", μου είχε πει ο ψυχοβγάλτης μου μια μέρα που τον πλήρωσα για να με συγχύσει. "Μπαίνουμε σε μια καθημερινότητα, σε συνήθειες, σε μνήμη, σε μικρές έστω προσδοκίες. Κάποιος γίνεται η φωνή που θέλεις να ακούσεις, η παρουσία που υπολογίζεις, ο άνθρωπος στον οποίο θέλεις να πεις κάτι που σου συνέβη ή πριν καν ακόμα συμβεί".
Και τότε αρχίζει ο πανικός μου... Γιατί ό,τι αποκτά βάρος μπορεί και να χαθεί. Και εάν χαθεί... Όχι όχι όχι.
Γι'αυτό υπάρχει ο πολύ αποτελεσματικός τρόπος που εφαρμόζω χρόνια, με οχτώ στα δέκα (πες εφτά στα δέκα καλύτερα) επιτυχία ωστε να μην υποφέρω ποτέ από την απώλεια κάποιου:
- Να φροντίσεις να μην τον έχεις ποτέ πραγματικά κοντά.
- Να μειώσεις προκαταβολικά τη σημασία του.
- Να αραιώσεις την οικειότητα.
- Να κρατήσεις τη σχέση αρκετά ελαφριά ώστε η πιθανή απουσία της να παραμείνει διαχειρίσιμη.
(Δεν το μάθατε από εμένα).
Μόνο που έτσι πληρώνεις από πριν για μια απώλεια που μπορεί και να μη συμβεί. "Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις" θα σου πω εγώ. Αρκεί να ξέρεις τι χάνεις. Πως μπορείς να ξέρεις όμως; Τέλος πάντων, δεν μπορούμε να τα έχουμε και όλα!
Αφαιρείς λίγο από την παρουσία, για να προστατευτείς από μια μελλοντική απουσία.
Χάνεις τον άλλον ηθελημένα και προκαταβολικά σε ελεγχόμενες δόσεις όσο βρίσκεται ακόμη στην ζωή σου, ώστε να μην κινδυνεύσεις κάποτε να πληγωθείς μαζεμένα όταν τον χάσεις ολόκληρο.
Και ξαφνικά η "ελαφρότητα" μοιάζει να βαραίνει...
Η ελαφρότητα μοιάζει πολύ με μια ζωή από την οποία έχει αφαιρεθεί προσεκτικά οτιδήποτε θα μπορούσε να την κάνει πολύτιμη.
Ίσως, τελικά, να μη μας βαραίνουν μόνο όσα επιτρέψαμε να αποκτήσουν σημασία.
Ίσως μας βαραίνουν και όσα κρατήσαμε ελαφριά από φόβο.
Οι άνθρωποι που κρατήσαμε ένα βήμα πιο μακριά.
Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Οι επιθυμίες που μικρύναμε για να χωρέσουν μέσα στην υποτιθέμενη αυτάρκειά μας.
Γιατί το βάρος δεν είναι μόνο φορτίο. Είναι και σημασία.
Εκείνο που δεν αντικαθίσταται εύκολα.
Εκείνο που, αν χαθεί, δεν αφήνει απλώς έναν κενό χώρο αλλά αλλάζει λίγο τη γεωγραφία της ζωής μας.
...σαν σεισμός.
Ανεξαρτησία δεν σημαίνει να μη χρειάζεσαι ποτέ κανέναν. Σημαίνει να μη χάνεις τον εαυτό σου μέσα σε εκείνους που χρειάζεσαι. Άλλο να στέκεσαι στα πόδια σου και άλλο να απαγορεύεις στον εαυτό σου να ακουμπήσει κάπου, επειδή αυτό το "κάπου" μπορεί μια μέρα να πάψει να υπάρχει.
Ποιος αποφάσισε να εκδόσει αυτόν τον καργιόλη τέλος πάντων;!
Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή αναλογία βάρους και ελαφρότητας. Έκανα δώδεκα τσιγάρα πριν κι έχω κάνει άλλα εφτά τώρα που γράφω κι ακόμα δεν έχω βρει κάτι αξιόπιστο να βασιστώ.
Ούτε ο Κούντερα προσφέρει κάποια εύχρηστη συνταγή μπας και πάρω μια ιδέα. Δεν λέει πόσο να αγαπάμε, πόσο να μένουμε, πότε να φεύγουμε ή ποια βάρη αξίζει να σηκώσουμε.
Μάλλον επειδή στη ζωής μας δεν χρειάζεται να επιλέξουμε το βάρος ή την ελαφρότητα μία φορά και για πάντα.
Η διαλογή γίνεται ξανά και ξανά.
- Ποιο βάρος μας συντρίβει και ποιο μας γειώνει.
- Ποια ελαφρότητα μας ελευθερώνει και ποια μας αδειάζει.
- Πότε ένας δεσμός είναι αλυσίδα και πότε είναι άγκυρα.
- Πότε η ανοιχτή πόρτα είναι διέξοδος και πότε είναι απλώς η δικαιολογία μας για να μη μπούμε ποτέ ολόκληροι σε κανένα δωμάτιο.
Έκλεισα το βιβλίο και το έβαλα ξανά στη θέση του. Φτάνει!
Η βιβλιοθήκη ήταν πλέον ελάχιστα πιο τακτοποιημένη. Εγώ καθόλου.
Τόσα χρόνια το βιβλίο μάζευε σκόνη, περιμένοντας να αποκτήσω οτιδήποτε χρειαζόταν για να καταλάβω τον τίτλο του. Κάποια γαμημένα βιβλία έχουν την ιδιότητα να μένουν ήσυχα στο ράφι μέχρι να τα φτάσει επιτέλους η ζωή μας και να τα ανοίξει.
Εγώ απλώς ξεσκόνισα το εξώφυλλο κι εκείνο ξεσκόνισε την ψευδαίσθηση μου ότι, αν κρατήσω τη ζωή μου αρκετά ελαφριά, θα μπορέσω να την περάσω χωρίς να πονέσω άλλο.
Και τώρα που το είδα γραμμένο κατάλαβα.
Κάθαρμα Μίλαν... Με γάμησες!
12 Σεπτεμβρίου 2026
Κάποιους άλλους πάλι, καποιοί... κάπως... και χωρίς ακριβώς να θυμόμαστε πότε, βρεθήκαμε να τους παίζουμε. Για μένα ήταν κάπως έτσι:
- Η καλή κόρη.
- Η καλή φίλη.
- Η διαθέσιμη.
- Η ψύχραιμη.
- Η ευχάριστη.
- Εκείνη που θα κατανοήσει.
- Εκείνη που θα βοηθήσει.
- Εκείνη που θα ενδιαφερθεί.
- Εκείνη που θα βρει κάτι να πει.
Όχι όμως επειδή δεν νοιαζόμουν. Αλλά επειδή μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τον ίδιο μου τον θόρυβο.
Οι περισσότεροι ρόλοι δεν μας επιβάλλονται με το ζόρι. Αυτό θα ήταν εύκολο.
Από αγάπη.
Από συνήθεια.
Από ιστορία.
Από ανθρώπους που υπήρξαν σημαντικοί.
Από πράγματα που περάσαμε μαζί.
Από μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας που κάποτε μπορούσε (ή ήθελε) να είναι διαθέσιμος με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Και μια μέρα ανακαλύπτεις ότι δεν θέλεις πια να ανέβεις στη σκηνή.
Δεν μισείς το έργο ή τους συμπρωταγωνιστές απαραίτητα. Απλώς κάθε φορά που παίζεις, αφήνεις κάτι από σένα πάνω στα σανίδια. Και όπως ξέρετε όλοι, δεν περισσεύει πάντα.
Το παράξενο είναι ότι το ξέρεις, αν το σκεφτείς απολύτως λογικά.
Κανείς δεν δικαιούται όλο τον χρόνο σου, όλη την ενέργειά σου, όλη την προσοχή σου. Μπορείς να αγαπάς κάποιον χωρίς να έχεις όρεξη πάντα να του μιλήσεις. Μπορείς να νοιάζεσαι χωρίς να είσαι συνέχεια διαθέσιμος. Μπορείς να καταλαβαίνεις γιατί κάποιος σε χρειάζεται χωρίς να αναλαμβάνεις την υποχρέωση να καλύψεις αυτή την ανάγκη.
Εύκολα γράφονται αυτά. Ξέρω. Εγώ τα γράφω. Τα κάνω όμως;
Το πρόβλημα ξεκινάει όταν ο άλλος στενοχωριέται. Γιατί τότε εμφανίζεται εκείνο το μικρό, γελοίο δικαστήριο που έχουμε όλοι μέσα μας και αρχίζει:
- Μήπως γίνεσαι σκληρή;
- Μήπως είσαι αχάριστη;
- Μήπως θα έπρεπε να κάνεις μια μικρή προσπάθεια;
- Ένα τηλέφωνο είναι, πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;
Και να σας πω κάτι που μπορεί να σας φανεί υπερβολικό;
Για μένα πια μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο.
Ναι. Μερικές φορές ένα τηλέφωνο είναι πολύ.
Όχι λόγω της διάρκειάς του. Λόγω του ανθρώπου που πρέπει να γίνω για όσο κρατάει. Κι εδώ νομίζω ότι βρίσκεται η τεράστια παρεξήγηση που με ταλαιπωρούσε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Το να καταλαβαίνω τον άλλον δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπακούω στην ανάγκη του.
Μπορώ να καταλάβω γιατί πληγώνεται.
Μπορώ να καταλάβω γιατί θέλει περισσότερα από μένα.
Μπορώ ακόμη και να λυπάμαι που δεν μπορώ/θέλω να δώσω.
Αλλά μωρέ... Η λύπη μου δεν δημιουργεί χρέος προς κανέναν.
Και αυτό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα που πρέπει να μάθω. Ότι ένα όριο μπορεί να στενοχωρεί κάποιον και παρ’ όλα αυτά να παραμένει σωστό.
Για μένα σωστό; Για μένα, έστω.
Δεν είναι όλα τα δυσάρεστα πράγματα άδικα.
Δεν είναι κάθε απογοήτευση λόγος για .
Δεν είναι κάθε απουσία τιμωρία.
Κι ασφαλώς δεν είναι κάθε "δεν μπορώ" ένα κρυφό "δεν σ’ αγαπώ".
Κάποτε πίστευα ότι ελευθερία σημαίνει να μη μου λένε οι άλλοι τι να κάνω.
Τελικά μόλις σήμερα, μια ανάσα πριν τα πενήντα μου, συνειδητοποίησα ότι είναι κάτι πολύ πολύ δυσκολότερο.
Να μπορούν να μου λένε τι θέλουν από μένα και εγώ να αντέχω να μην τους το δίνω. Χωρίς εκνευρισμό. Χωρίς τύψεις. Χωρίς μακροσκελή απολογία. Χωρίς να χρειάζεται να τους πείσω και για το δικό μου δίκιο. Ότι είναι δικαίωμά μου τέλος πάντων!
Και δεν χρειάζεται καν να συμφωνούν. Αρκεί να ξέρω εγώ ποιον ρόλο θέλω να παίξω στη ζωή μου. Και, κυρίως, ποιους ρόλους δεν θέλω πια.
Θέλω να έχω το δικαίωμα να λείπω, ακόμη κι όταν κάποιος θα προτιμούσε να είμαι εκεί.
Θέλω να έχω το δικαίωμα να αλλάξω, ακόμη κι όταν κάποιος με αγάπησε όπως ήμουν πριν.
Και όταν κάποτε το ξεχάσω (γιατί προφανώς και θα το ξεχάσω) θέλω να θυμηθώ τουλάχιστον ότι η ζωή μου δεν είναι παράσταση στην οποία οφείλω να κρατάω ευχαριστημένο το κοινό.
Κι αν κάποιοι δυσαρεστηθούν επειδή σταμάτησα να παίζω τον ρόλο που τους βόλευε, θα στενοχωρηθώ. Θα το καταλάβω. Ίσως νιώσω και τύψεις γι'αυτό που προκάλεσα, αλλά δεν θα ξανανεβώ στη σκηνή μόνο και μόνο για να με χειροκροτήσουν. Θα αυτοσχεδιάζω με βάση αυτό που νιώθω, χωρίς καν να έχω ανάγκη κανενός είδους χειροκρότημα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν κλείσουν τα φώτα και φύγουν όλοι, εγώ θα πρέπει να μείνω και να ζήσω με εκείνη που έπαιζε.
Και καλό θα ήταν, επιτέλους, να την αναγνωρίζω.


