"Kiss Off". Το τραγούδι που ωριμάζουμε μαζί.


Κάποια τραγούδια μας θυμίζουν ανθρώπους.

Κάποια άλλα μας θυμίζουν μια εποχή.

Και κάποια ελάχιστα... μεγαλώνουν μαζί μας.


Το "Kiss Off" των Violent Femmes μπήκε στη ζωή μου πριν από περίπου είκοσι χρόνια. Στην αρχή ήταν ρυθμική μουσική με θυμωμένα λόγια που με ξεσήκωνε (οργισμένο νιάτο γαρ), μετά έγινε το "γαμώτο" ενός χωρισμού, μετά μεταλλάχτηκε σε θυμό για την κοινωνία...

Ποτέ δεν σταμάτησα να το ακούω, ποτέ δεν το βαρέθηκα και πρέπει να το έχω ακούσει πάνω από ένα εκατομμύριο φορές στο repeat. Και το νόημά του άλλαζε όσο άλλαζα κι εγώ.


Σήμερα, δεν ακούω πια μόνο ένα τραγούδι. Ακούω όλες τις εκδοχές του εαυτού μου που πέρασαν μέσα από αυτό το τραγούδι. Ακούω αυτό που έχω γίνει σήμερα.



"I need someone, a person to talk to 

Someone who'd care to love 

Could it be you? 

Could it be you?"


Αυτός ο στίχος με συγκινούσε πάντα. Γιατί ξεκινάει με την πιο ανθρώπινη ανάγκη που υπάρχει.

"Χρειάζομαι έναν άνθρωπο."

Όχι σωτήρα. Όχι ήρωα. Έναν άνθρωπο... Έναν άνθρωπο ρε παιδιά. 

"Να μπορώ να του μιλήσω.

Κάποιον που να νοιάζεται."

Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι όλες οι υπόλοιπες ανάγκες σύνδεσης έρχονται μετά από αυτή.


"The situation gets rough, and I start to panic 

It's not enough, it's just a habit 

And, kid, you're sick 

Well, darling, this is it"


Εδώ αρχίζει κάτι να γίνεται κατανοητό. Ή τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ. Συμβαίνει κάτι δύσκολο αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει τον πανικό. Κάτι παλιότερο έχει ήδη κουρδίσει την συγκεκριμένη αντίδραση.

Ίσως αυτό να εννοεί κι ο στίχος όταν λέει “It’s just a habit.” Είναι η συνήθεια.

Πόσα πράγματα στη ζωή μας δεν είναι τελικά ο χαρακτήρας μας, αλλά μια καλοκουρδισμένη συνήθεια;

Συνήθεια να αμυνόμαστε.

Συνήθεια να απομακρυνόμαστε.

Συνήθεια να μην εμπιστευόμαστε.

Συνήθεια να φοβόμαστε.

Και κάποια στιγμή αυτή η συνήθεια παύει να είναι αθώα.

"And, kid, you’re sick.”

Έχει ριζώσει τόσο βαθιά, ώστε έχει γίνει αρρώστια.

"Well, darling, this is it.”

Δηλαδή, λυπάμαι γι' αυτή τη διαπίστωση που μόλις έκανα, αλλά… "αγάπη μου, αυτό είναι". Εδώ βρισκόμαστε. Τι να κάνουμε; Κοίταξέ το κατάματα. Συνήθισε την αλήθεια του. Και ίσως μόνο τότε μπορέσεις να το ξεπεράσεις.


"Well, you can all just kiss off into the air"


Κάποτε πίστευα ότι αυτός είναι ο πιο σημαντικός στίχος του τραγουδιού. Σήμερα πιστεύω ότι είναι ο πιο παρεξηγημένος. Δεν τον ακούω πια σαν θυμό όπως παλιότερα. Τον ακούω σαν μια τελευταία άμυνα. Σαν να λέει "Αφού δεν μπορώ να νιώσω ασφαλής μαζί σας, μου είστε άχρηστοι". Όχι επειδή δεν σας χρειάζομαι, αλλά επειδή είναι ασφαλέστερο για μένα να το πιστεύω. Πανοπλία full extra.


"Behind my back, I can see them stare"


Αυτός ο στίχος με κάνει πάντα να αναρωτιέμαι πόσες φορές φοβόμαστε την κρίση των άλλων χωρίς καν να μας έχουν μιλήσει. Μόνο μας έχουν κοιτάξει.

Αλλά καμιά φορά αυτό αρκεί για να εμφανιστούν όλες μας οι ανασφάλειες.

Είναι πραγματικά τρομερό πόση δύναμη μπορούμε να επιτρέψουμε να έχει ένα βλέμμα πάνω μας.


"They'll hurt me bad, but I won't mind 

They'll hurt me bad, they do it all the time..."


Αυτός είναι ο πιο σκληρός στίχος για μένα. Όχι για τον πόνο που προκαλείται από τους άλλους. Αλλά για τη δική μας εξοικείωση με τον πόνο που μας προκαλούν.

"Θα με πληγώσουν. Δεν με πειράζει. Έτσι κάνουν πάντα."

Όταν ένας άνθρωπος αρχίσει να θεωρεί φυσιολογικό ότι θα πληγωθεί, τότε δεν προστατεύει πια μόνο τον εαυτό του. Προστατεύει και τις προσδοκίες του. Τόσο καλά τις προστατεύει, που στο τέλος δεν ξέρει ούτε ο ίδιος αν εξακολουθούν να υπάρχουν. Και έτσι περιμένει ασυναίσθητα τον πόνο πριν ακόμη έρθει.


Και μετά... Και μετά το τραγούδι απογειώνεται. Εδώ αρχίζει να κουρδίζεται η αντίσταση. Μια φωνή που πάντα φαντάζομαι μια μορφή να μου κουνάει το δάχτυλο στο πρόσωπο και να με απειλεί: 


"I hope you know that this will go down on your permanent record!"


Αυτή είναι η φωνή της εξουσίας για μένα. Είναι η φωνή που όλοι έχουμε ακούσει κάποια στιγμή.

"Αυτό είσαι."

"Θα το πληρώσεις."

"Θα στιγματιστείς."

Δεν είναι το σχολείο, απαραίτητα. Είναι πολλές οι υποψηφιότητες... Είναι η οικογένεια. Η κοινωνία. Η μόδα. Η θρησκεία. Η δουλειά. Οτιδήποτε προσπαθεί να με πείσει ότι η αξία μου εξαρτάται από την υπακοή μου.


"Oh, yeah? Well, don't get so distressed 

Did I happen to mention that I'm impressed?"


Εδώ πάντα χαμογελάω με ευχαρίστηση. Γιατί δεν είναι απάντηση θυμού. Είναι απάντηση... ειρωνικό χειροκρότημα. Σαν να λέει "Α, περίμενες να φοβηθώ; Γιατί εγώ από την άλλη, εντυπωσιάζομαι από το πόσο πολύ προσπαθείς να με φοβίσεις."

Και αυτό είναι κάτι που όσο μεγαλώνω το καταλαβαίνω όλο και περισσότερο. Αντίδραση δεν είναι να φωνάζεις κι εσύ. Είναι να πάψεις να φοβάσαι αυτούς που φωνάζουν.


Και μετά... Οι αγαπημένοι μου ίσως στίχοι όλων των εποχών και τραγουδιών που έχω ακούσει.


"I take one, one, one 'cause you left me

And two, two, two for my family

And three, three, three for my heartache

And four, four, four for my headaches

And five, five, five for my lonely

And six, six, six for my sorrow

And seven, seven for no tomorrow

And eight, eight, I forget what eight was for

But nine, nine, nine for the lost gods

Ten, ten, ten, ten for everything,

everything,

everything"


Αυτό δεν το ακούω σαν καταμέτρηση.

Το ακούω σαν απογραφή ζωής.

Σαν να κάθομαι και να λέω:

Χωρισμοί.

Οικογένεια.

Η καρδιά μου που πονάει.

Οι αιώνιοι πονοκεφάλοι μου.

Η μοναξια μου. 

Η θλίψη που επιστρέφει.

Το αύριο που δεν υπάρχει.

Και μετά...

"I forget what eight was for."

Γιατί κάποια στιγμή στη ζωή... Δεν θυμάσαι πια όλες τις πληγές. Δεν μπορείς καν να τις καταγράψεις όλες.

Και μετά έρχεται το "Nine for the lost gods."

Πόσοι θεοί πεθαίνουν μέσα μας όσο μεγαλώνουμε;

Ο θεός της δικαιοσύνης.

Ο θεός της αιώνιας αγάπης.

Ο θεός που μας έλεγε ότι οι καλοί ανταμείβονται.

Ο θεός ότι η ζωή θα γίνει όπως τη σχεδίασες.

Όλοι αυτοί οι μικροί θεοί ένας ένας με τα χρόνια χάνονται.

Και τέλος... "Ten... for everything."

Δεν ξεχωρίζει τίποτα πια.

Δεν αριθμείται.

Δεν ταξινομείται.

Είναι αδύνατον. Οπότε όλα αφήνονται να γίνουν… η ζωή που κυλάει.


Και σήμερα, γι' αυτό νομίζω ότι μιλάει αυτό το τραγούδι.

Για όσα χάνονται.

Για όσα επιβιώνουν.

Και για τους ανθρώπους που συνεχίζουν να μετράνε και κάποια στιγμή καταλαβαίνουν ότι το "δέκα" δεν είναι το τέλος της καταμέτρησης. Είναι το "everything".


Όμως οι στίχοι είναι μόνο η μισή ιστορία. Γιατί το τραγούδι δεν λέει όλα αυτά μόνο με τις λέξεις. Τα λέει και με τον τρόπο που χτίζεται ο ήχος του.


Η ενορχήστρωση είναι επίσης πολύ προσεγμένη. Δεν ξέρω μουσική ώστε να σας πω με βεβαιότητα ποιο όργανο μπαίνει ακριβώς, γιατί και πότε. Μπορώ όμως να σας πω τι μου αφηγείται ο ήχος. Οπότε υπομονή και ίσως καταλάβετε τι εννοώ ακούγοντας το κιόλας. 


Το τραγούδι είναι σχεδόν θεατρικό. Έχει, πέρα από συνεχείς μικροαυξομειώσεις, κλιμάκωση έντασης. Ο Gordon Gano δεν ξεκινάει φωνάζοντας. Ξεκινάει σχεδόν ντροπαλά. Ένας άνθρωπος που ψάχνει κάποιον να μιλήσει.

I need someone... Ήρεμα. Λες και φοβάται μην ενοχλήσει με την ανάγκη του. Λες και δεν περιμένει καν να ακουστεί.

Μετά αρχίζει να ταράζεται.

Μετά τον φαντάζομαι να σηκώνεται.

Μετά να περπατάει πάνω κάτω.

Μετά να φωνάζει.

Και στο τέλος... Να εκρήγνυται.


Ακούγοντας τον στην αρχη δεν θα περίμενα ποτέ ότι ο ίδιος άνθρωπος θα καταλήξει λίγα λεπτά μετά να ουρλιάζει.

Αυτό είναι υπέροχη κλιμάκωση. Γιατί έτσι ακριβώς λειτουργούν και τα συναισθήματα. Δεν γεννιούνται στο 100%. Χτίζονται. Είναι πολύ ρεαλιστικό.


Και όσο αυτός ταράζεται λοιπόν, ταυτόχρονα σιγά σιγά ο ήχος γεμίζει. 

Προστίθενται όργανα και ένταση.


Μέχρι το αγαπημένο μου σημείο. Η καταμέτρηση.

Στην αρχή...

ένα σχεδόν γυμνό ρυθμικό μοτίβο.

Λίγα όργανα. Ένα ήσυχο μπάσο κι ένας μουλωχτός ρυθμός στα ντραμς.

Πολύς μουσικός χώρος.

Και μετά... Όσο η καταμέτρηση συνεχίζεται, αρχίζουν να προστίθενται κι άλλοι ήχοι, κιθάρες, πιο σύνθετοι ρυθμοί. Γεμίζει ο ήχος μέχρι που στο:

TEN... TEN... TEN... 

παίζουν όλα μαζί δυνατά.


Η μουσική κάνει αυτό που λένε οι στίχοι. Και η στίχοι περιγράφουν αυτό που συμβαίνει στη ζωή. Και η ζωή μαζεύει εμπειρίες.

Μία.

Δύο.

Τρεις.

Τέσσερις...

Κάθε μία προσθέτει ακόμα ένα μουσικό στρώμα.

Ακόμα μία ανάμνηση.

Ακόμα μία μάχη.

Ακόμα μία πληγή.

Ακόμα μία νίκη.

Μέχρι που όταν φτάνει στο "Everything..."

Όλα παίζουν μαζί. Δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις ποιος πόνος ανήκει πού, ποια χαρά γεννήθηκε πότε, ποιό γεγονός σε άλλαξε περισσότερο. Είναι όλα εκεί. Ταυτόχρονα.


Και τότε, όταν η ένταση είναι στο ζενίθ… κόβεται.

Σαν κάποιος να τράβηξε το καλώδιο από τον ενισχυτή.

Και αυτή είναι, στ’ αυτιά μου, η πιο αληθινή αλήθεια που έχει να πει αυτό το τραγούδι.

Όλα κάποια στιγμή…

απλά και εντελώς φυσικά…

παύουν.


Και μένεις μόνο εσύ… λίγο διαφορετικός απ’ όταν πάτησες το play.