Διάβασα στο Facebook αυτό:
Δεν θέλω να είσαι δικός μου. Θέλω να είσαι ελεύθερος και παρ’ όλα αυτά να επιλέγεις να μένεις μαζί μου.
Και σκέφτηκα... "Αυτό! Ναι!"
Αυτό ακριβώς προσπαθώ να πω χρόνια τώρα με εξηγήσεις, παραδείγματα και αμέτρητες λέξεις προς πάσα κατεύθυνση και κάποιος κατάφερε να το χωρέσει σε δύο προτάσεις. Ντροπή μου, αλλά δε βαριέσαι...
Δεν έψαξα καν εάν όντως το έχει πει ή γράψει ο Mahmoud Darwish. Αδιαφορώ κιόλας.
Αλλά το ένιωσα.
- Δεν θέλω να μου ανήκεις. (Δεν γίνεται άλλωστε)
- Δεν θέλω να είσαι μαζί μου επειδή δεν μπορείς να φύγεις. (Όλοι μπορούν, και πολλοί το κάνουν, εδώ που τα λέμε)
- Δεν θέλω να είσαι μαζί μου επειδή "έτσι κάνουν οι άνθρωποι". (Οι άνθρωποι κανουν άπειρα παράλογα πράγματα)
- Δεν θέλω καν να είσαι μαζί μου επειδή κάποτε επιλέξαμε να περνάμε τον χρόνο μας μαζί. (Η απόφαση αυτή δεν απέκτησε ισχύ συμβολαίου αορίστου χρόνου)
Θέλω να μπορείς να φύγεις, αλλά να μη θέλεις.
Όχι όμως επειδή σε κρατάω. Επειδή το διαλέγεις.
Και να όλη η διαφορά ανάμεσα στη δέσμευση και την κατοχή.
Έχουμε μάθει να μιλάμε για τις σχέσεις με ένα λεξιλόγιο που, αν το σκεφτείτε λίγο, είναι κάπως ανησυχητικό:
- Είσαι δική μου
- Είναι ο άντρας μου
- Τον κέρδισα
Λες και μιλάμε για ακίνητο ή θέση πάρκινγκ.
Κι όμως, ο άλλος άνθρωπος δεν είναι κάτι που αποκτάς. Δεν είναι περιουσία, ούτε έπαθλο. Δεν είναι κάποιος που επειδή σε αγάπησε, σε ερωτεύτηκε ή σε επέλεξε τέλος πάντων ως αγαπημένη του σύνδεση, σου παραχώρησε ισόβια δικαιώματα πάνω στις επιθυμίες, στον χρόνο, στις αποφάσεις και στη ζωή του.
Και βέβαια, οι περισσότεροι δεν το εννοούμε (ή έτσι θέλω να πιστεύω) κυριολεκτικά όταν λέμε "ο άνθρωπός μου". Υπάρχει τρυφερότητα μέσα σε αυτές τις λέξεις. Υπάρχει οικειότητα, υπάρχει ένας ιδιαίτερος δεσμός.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η μεταφορά γίνεται απαίτηση.
Όταν το "είσαι ο άνθρωπός μου" μετατρέπεται αυτόματα σε:
- άρα πρέπει να λειτουργείς όπως περιμένω,
- άρα πρέπει να θέλεις αυτά που θέλω,
- άρα πρέπει να περιορίσεις ό,τι με φοβίζει,
- άρα η δική σου ελευθερία αυτομάτως απειλεί τη δική μου ασφάλεια.
Γιατί τότε η σύνδεση αρχίζει να μοιάζει λίγο με συνοριακό έλεγχο.
- Χαρτιά, παρακαλώ...
Με ποιους ήσουν;
Ααα, μόνος σου ήθελες να βγεις αλλά μαζί μου όχι;!
Γιατί δεν έστειλες μήνυμα για καληνύχτα, για καλημέρα, για τα κάλαντα... ξέρω 'γω;
Σε ποια μιλούσες;
Γιατί την κοίταξες έτσι;
Γιατί θέλεις να μείνεις μόνος σου σήμερα;
Και φυσικά υπάρχουν συμφωνίες στις σχέσεις. Υπάρχουν όρια. Υπάρχει σεβασμός. Υπάρχουν πράγματα που δύο άνθρωποι αποφασίζουν από κοινού ότι θέλουν ή δεν θέλουν στη σχέση τους.
Αυτό όμως δεν λέγεται φυλακή. Λέγεται συνεννόηση.
Άλλο να πω:
- Αυτός είναι ο τρόπος σχέσης που επιλέγω τώρα και θέλω να ξέρω αν τον θέλεις κι εσύ.
Κι άλλο:
- Από τη στιγμή που είσαι μαζί μου, αυτός είναι ο τρόπος που οφείλεις να ζεις.
Το πρώτο αφήνει στον άλλο επιλογή. Επικοινωνία, αν μη τι άλλο.
Το δεύτερο θεωρεί ότι η επιλογή έχει ήδη παραδοθεί.
Κι εδώ υπάρχει ένα παράδοξο που όσο περνάνε τα χρόνια μου φαίνεται όλο και πιο αληθινό.
Όσο περισσότερο προσπαθείς να εξασφαλίσεις ότι ο άλλος θα μείνει, τόσο λιγότερη αξία έχει τελικά το ότι μένει.
Γιατί, τι ακριβώς σημαίνει να σε έχει διαλέξει κάποιος αν δεν του επιτρέπεται ποτέ να επιλέξει ξανά; Η πραγματική επιλογή δεν γίνεται μία φορά.
Γίνεται ξανά και ξανά μέσα μας.
Στις βαρετές Τρίτες. Τα συναρπαστικά Σάββατα. Στις περιόδους που είμαστε απασχολημένοι με άλλα. Στις εποχές που η ζωή φέρνει άλλους ανθρώπους, άλλες δυνατότητες, άλλες εκδοχές του εαυτού μας. Στα χρόνια που περνούν και μας αλλάζουν.
Το "μένω" έχει νόημα μόνο όταν παραμένει ρήμα στον ενεστώτα. Όχι όταν γίνεται καθεστώς.
Και ίσως γι' αυτό η ιδέα του "για πάντα" μου προκαλεί ένα ελαφρώς ειρωνικό μειδίαμα.
Το "σήμερα είμαι εδώ" όμως είναι κάτι διαφορετικό. Είναι πραγματικό. Χειροπιαστό. Με αυτό, ναι. Μπορώ να πορευτώ. Αν μη τι άλλο, το πιστεύω.
Δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν με μια βαλίτσα δίπλα στην πόρτα και κάθε πρωί να κάνουν δημοψήφισμα για τη σχέση τους. Μην τρελαθούμε κιόλας...
Σημαίνει όμως ότι η δέσμευση δεν χρειάζεται να βασίζεται στην κατάργηση της εξόδου.
- Μπορώ να ξέρω ότι είσαι ελεύθερος και να μην πανικοβάλλομαι.
- Μπορώ να ξέρω ότι υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στον κόσμο και να μη θεωρώ ότι πρέπει να εξαφανιστούν για να νιώσω ασφαλής.
- Μπορώ να ξέρω ότι μπορείς να φύγεις ανά πάσα στιγμή για οποιοδήποτε λόγο και να μην προσπαθώ να σε δέσω περισσότερο.
Γιατί, τελικά, αν χρειάζεται να κλείσω όλες τις πόρτες για να είμαι βέβαιη ότι θα μείνεις, δεν έχω άνθρωπο που μένει. Έχω άνθρωπο παγιδευμένο. Και δεν είναι καθόλου το ίδιο αυτά τα δύο.
Υπάρχει βέβαια και κάτι τρομακτικό σε όλο αυτό. Δεν είμαι βλαμμένη χίπισσα. Έχω κι εγώ τα θέματα ελέγχου μου.
Η ελευθερία του άλλου, φυσικά και σημαίνει ότι δεν έχεις εγγυήσεις ότι αυτό που θες θα το έχεις κιόλας.
Και οι άνθρωποι λατρεύουμε τις εγγυήσεις. Θέλουμε να ξέρουμε ότι αυτό που αγαπάμε δεν θα χαθεί. Θέλουμε ένα συμβόλαιο με τη ζωή ότι αυτός ο άνθρωπος θα είναι εδώ. Δεν θα αλλάξει. Δεν θα φύγει. Δεν θα πεθάνει. Δεν θα πάψει να μας αγαπά.
Μόνο που τέτοιο συμβόλαιο δεν υπάρχει. Ούτε στη μονογαμία, ούτε στον γάμο, ούτε στην κοινή περιουσία, ούτε στα παιδιά, ούτε στις υποσχέσεις. Κακώς ή καλώς, δεν υπάρχει. Και θα πρέπει να το αποδεχτούμε. Τι διάολο, το βλέπουμε να συμβαίνει συνέχεια γύρω μας και σε εμάς τους ίδιους ακόμη.
Υπάρχουν βέβαια τρόποι να δυσκολέψεις την έξοδο. Πόσοι δεν έχουμε προσπαθήσει; Δεν υπάρχουν όμως τρόποι να καταργήσεις την απώλεια.
Και ένα μεγάλο μέρος της κτητικότητας δεν έχει καν σχέση με την αγάπη. Έχει σχέση με τον φόβο.
Δεν θέλω να φύγεις και φοβάμαι μην το κάνεις, άρα θέλω να είμαι βέβαιη ότι δεν μπορείς να φύγεις.
Απολύτως ανθρώπινο. Ποιός δεν το έχει ζήσει; Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό είναι το είδος ασφαλείας που θέλω.
Για μένα υπάρχει ένας άλλος τρόπος να νιώθω ασφαλής. Όχι επειδή είμαι βέβαιη ότι ο άλλος δεν θα φύγει. ΠΟΤΕ και ΚΑΝΕΙΣ δεν θα έπρεπε να αισθάνεται βέβαιος για κάτι τέτοιο.
Αλλά επειδή ξέρω ότι, παρότι μπορεί να φύγει, σήμερα επιλέγει να είναι εδώ. Και αυτό για μένα είναι πολύ πιο τρυφερό. Και πολύ πιο δύσκολο να το αντέξεις.
Γιατί η ελευθερία του άλλου έχει ένα τίμημα. Πρέπει να αποδεχτείς ότι δεν τον ελέγχεις. Ότι είναι ένας άλλος άνθρωπος.
Δικό του σώμα.
Δικές του επιθυμίες.
Δικές του αμφιβολίες.
Δικές του επιλογές.
Δική του ζωή.
Δεν είναι φάρμακο για τους φόβους μου.
Δεν υπάρχει για να μου αποδεικνύει ότι είμαι αρκετή. Αν και είναι απολύτως θεμιτό.
Και ποιος θα αρνηθεί πόσο ωραίο είναι, όταν ένας άνθρωπος σε κάνει να νιώθεις αγαπημένη, επιθυμητή, σημαντική. Αλλά αυτό θα πρέπει να λειτουργεί μόνο συμπληρωματικά. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δική μου δουλειά με τον εαυτό μου.
Γιατί αν χρειάζομαι τον άλλον για να μου αποδεικνύει διαρκώς ότι αξίζω, τότε δεν ζητάω πια αγάπη. Ζητάω επιβεβαίωση.
Και αν χρειάζομαι να περιορίσω την ελευθερία του για να νιώσω ασφαλής, τότε δεν έχω χτίσει ασφάλεια. Έχω απλώς περιορίσει τον κίνδυνο. Τον εχω όμως περιορίσει;
Και το παράξενο είναι ότι αυτή ακριβώς η απόσταση (το γεγονός ότι είμαστε δύο ξεχωριστοί άνθρωποι εννοώ) είναι που κάνει δυνατή την πραγματική εγγύτητα.
Γιατί πώς μπορώ να σε επιλέξω αν σε έχω "απορροφήσει";
Και αντίστροφα δεν μπορείς να με διαλέξεις αν έχεις πάψει να υπάρχεις "έξω" από εμένα. Δεν πιάνεται.
Για να υπάρξει "μαζί", πρέπει να υπάρχουν δύο "εγώ".
Και αυτό δεν κάνει μια σχέση λιγότερο δεμένη. Την κάνει περισσότερο αληθινή.
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια ιδανική μορφή αγάπης. Μάλλον όχι. Οι άνθρωποι κουβαλάμε φόβους, ανασφάλειες, παλιές πληγές, ζήλιες και έναν εγκέφαλο που δεν είναι ακριβώς διάσημος για την ψυχραιμία του όταν απειλείται ένας σημαντικός δεσμός. Έχω να σας πω ιστορίες επ'αυτού...
Τέλος πάντων.
Δεν ζητάω από κανέναν να γίνει βουδιστής μοναχός της συναισθηματικής προσκόλλησης.
Ούτε εγώ μπορώ. Ψέματα θα λέμε τώρα και μεταξύ μας; Αλλά προσπαθώ.
Προσπαθώ γιατί το έχω ζήσει και ξέρω ότι η ιδέα "Είσαι εσύ. Είμαι εγώ. Μπορούμε και οι δύο να φύγουμε όποτε τα φέρει έτσι η ζωή και το αποφασίσουμε. Αλλά σήμερα είμαστε εδώ." με συγκινεί αφάνταστα και με κάνει να πιστεύω στο "παρόν" που ζω.
Και τελικά, μεγαλώνοντας, καταλαβαίνω ότι μόνο μέσα στην ελευθερία μπορούμε να φτάσουμε όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτό που, εγώ τουλάχιστον, εννοώ όταν λέω αγάπη.
Μια αγάπη στην οποία η δέσμευση που αισθανόμαστε (αλλά δεν επιβάλλουμε), δεν ακυρώνει την ελευθερία που της δίνει αξία.

