Στο σκάκι υπάρχει η κίνηση που δεν επιλέγεις.
Αλλά την κάνεις. Κι ας μην θες.
Την κάνεις γιατί όλες οι προηγούμενες κινήσεις σου έχουν φροντίσει να εξαφανίσουν τις υπόλοιπες επιλογές σου.
Πράγμα που βρίσκω εξαιρετικά ανθρώπινο.
Γιατί κι εμείς έχουμε αυτή τη γελοία ιδέα ότι οι μεγάλες αποφάσεις της ζωής παίρνονται με μουσικές, εσωτερικούς μονολόγους και βλέμμα προς το άπειρο.
Ε... Ποτέ.
Οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται πολύ νωρίτερα, όταν δεν καταλαβαίνουμε καν ότι αποφασίζουμε.
Είναι κάτι που οδηγήσαμε μόνοι μας, σιγά σιγά, τον εαυτό μας χωρίς καν να το έχουμε σχεδιάσει.
Και μετά, μια ωραία πρωία, κοιτάζεις τη σκακιέρα και διαπιστώνεις ότι απέμεινε μία κίνηση.
Και έχεις το θράσος να λες "Δεν είχα επιλογή".
Είχες. Απλώς την είχες πριν από δέκα κινήσεις.
Αυτό είναι το forcé.
Η στιγμή όπου η ζωή σου παρουσιάζει τον λογαριασμό χωρίς να έχεις παραγγείλει εκείνη τη στιγμή τίποτα.
Τα είχες παραγγείλει όλα νωρίτερα.
Και τώρα ήρθε το γκαρσόνι.
Υπάρχει, βέβαια, κάτι αισχρά γοητευτικό στο αναπόφευκτο.
Η ηρεμία του.
Δεν σου ζητάει γνώμη.
Δεν ενδιαφέρεται αν είσαι έτοιμος.
Δεν περιμένει να "δουλέψεις" λίγο τον εαυτό σου.
Δεν δίνει δεκάρα για το timing σου.
Σου λέει μόνο:
- Αυτή είναι η θέση σου και αυτή η μόνη κίνηση που μπορείς να κάνεις. Παίξε.
Κι εκεί τελειώνουν οι θεωρίες. Εύκολο είναι να μιλάς για ελευθερία όταν έχεις δεκαπέντε δρόμους ανοιχτούς.
Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν έχεις έναν.
Εκεί φαίνεσαι.
Όταν έχεις ξεμείνει από επιλογές και τώρα πρέπει να ζήσεις μ’ εκείνες που έκανες.
Γι’ αυτό το forcé μου φαίνεται τόσο όμορφη λέξη.
Γιατί δεν είναι ακριβώς η μοίρα. Η μοίρα είναι πολύ βολική. Έχει κάτι το αθώο μέσα της. Κάτι το "μου συνέβη".
Το forcé είναι πιο άτιμο.
Σου θυμίζει ότι το αναπόφευκτο πολλές φορές δεν κατέβηκε από τον ουρανό.
Το έχτισες μόνος σου. Ένα τετράγωνο τη φορά.
Και τώρα πρέπει να κάνεις την κίνηση.
Μπορεί να είναι η κίνηση που σε σώζει.
Μπορεί να είναι η κίνηση που σε καταστρέφει.
Μπορεί απλώς να καθυστερεί το ματ.
Δεν έχει σημασία.
Το χέρι είναι ακόμα δικό σου. Η κίνηση είναι δική σου.
Κι αυτό είναι το τελευταίο προνόμιο που μας αφήνει η ζωή όταν μας έχει πάρει όλες τις άλλες επιλογές.
Να κινήσουμε μόνοι μας το κομμάτι.
Forcé λοιπόν.
Η στιγμή όπου η ελευθερία συναντά τις συνέπειές της.
Όχι όταν δεν έχεις πια ελευθερία.
Όταν ανακαλύπτεις τι έκανες μ’ αυτήν όσο την είχες.

