ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά.
Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει. Έχεις δίκιο! Αλλά αναρωτιέμαι: Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια; Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.
Περιμένοντας τον Γκοντό - Σάμιουελ Μπέκετ
Ο Εστραγκόν το λέει πεταχτά...
Γι’ αυτό η φράση χτυπάει τόσο καλά.
Λίγο πριν, ο Βλαντιμίρ έχει αρχίσει έναν ολόκληρο συλλογισμό για τον χρόνο, τη συνήθεια και το μυαλό που κινδυνεύει να θολώσει. Για τις ατελείωτες ώρες που αναγκαζόμαστε να γεμίζουμε με πράξεις που κάποτε μπορεί να είχαν λόγο, αλλά τώρα τις επαναλαμβάνουμε σχεδόν μηχανικά.
Και στο τέλος τον ρωτά:
"Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;"
Η απάντηση του Εστραγκόν είναι:
"Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν."
Θα μπορούσε να είναι απλώς μια αστεία ατάκα.
Δεν είναι.
Γιατί σε λίγες λέξεις αναποδογυρίζει ολόκληρη την αγωνία του Βλαντιμίρ.
Εκείνος αναρωτιέται μήπως το ανθρώπινο μυαλό έχει αρχίσει να χάνει τη διαύγειά του.
Ο Εστραγκόν, περίπου, του απαντά:
- Και ποιος σου είπε ότι ξεκινήσαμε ποτέ από τη διαύγεια;
Μαγικό!
Στο "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Σάμιουελ Μπέκετ, ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν περιμένουν.
Αυτό, σε γενικές γραμμές, κάνουν.
Περιμένουν έναν άνθρωπο που λέγεται Γκοντό.
Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι. Δεν ξέρουμε τι θα φέρει. Δεν ξέρουμε αν θα έρθει. Και όσο προχωρά το έργο αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι ίσως ούτε οι ίδιοι ξέρουν πια γιατί τον περιμένουν.
Το σημαντικό όμως δεν είναι ο Γκοντό. Το σημαντικό είναι η αναμονή.
Κάποια στιγμή ο Βλαντιμίρ λέει:
"Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά".
Και τότε ο Μπέκετ σταματά να μιλά για δύο παράξενους ανθρώπους κάτω από ένα δέντρο.
Αρχίζει να μιλά για όλους μας.
Γιατί τι άλλο κάνουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας;
Γεμίζουμε χρόνο.
Ξυπνάμε.
Δουλεύουμε.
Τρώμε.
Ψωνίζουμε.
Μιλάμε.
Κάνουμε σχέδια.
Ακυρώνουμε σχέδια.
Χαζεύουμε μια οθόνη.
Τακτοποιούμε πράγματα.
Ξανατακτοποιούμε πράγματα.
Πηγαίνουμε κάπου.
Γυρίζουμε.
Περιμένουμε το Σαββατοκύριακο.
Μετά τις διακοπές.
Μετά τα Χριστούγεννα.
Μετά κάτι να αλλάξει.
Μετά κάποιον να έρθει.
Μετά να φύγει κάποιος άλλος.
Και οι πράξεις μας δεν είναι παράλογες. Αυτό είναι το πιο ενοχλητικό!
Οι περισσότερες είναι απολύτως λογικές. Μόνο που η λογική τους δεν εγγυάται και το νόημά τους.
Κι όταν κάτι επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, παύουμε συχνά να αναρωτιόμαστε γιατί το κάνουμε. Το κάνουμε επειδή το κάναμε χθες. Και προχθές. Και επειδή έτσι κάνουν όλοι. Και επειδή κάπως πρέπει να περάσει η μέρα.
Ο Βλαντιμίρ συνεχίζει:
- Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει.
Σαν να υπάρχει ένας κίνδυνος από τον οποίο πρέπει να προστατευτούμε.
Η αδράνεια. Η σιωπή. Η απουσία σκοπού.
Γιατί όταν σταματούν οι κινήσεις, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εμφανιστεί η ερώτηση που αποφεύγαμε όσο ήμασταν απασχολημένοι:
- Γιατί;
- Γιατί το κάνω αυτό;
- Γιατί βρίσκομαι εδώ;
- Γιατί θέλω αυτό που θέλω;
- Γιατί περιμένω;
- Και κυρίως: Τι ακριβώς περιμένω;!
Ο Βλαντιμίρ φοβάται ότι αν σταματήσουν να γεμίζουν τις ώρες τους, το μυαλό τους θα βυθιστεί στο σκοτάδι. Και αμέσως μετά κάνει μια ακόμη πιο ανησυχητική σκέψη:
- Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια;
Ίσως δηλαδή το πρόβλημα δεν είναι ότι μπορεί να χαθούμε. Ίσως έχουμε ήδη χαθεί και απλώς κινούμαστε αρκετά ώστε να μην το καταλάβουμε.
Και τότε ρωτά τον Εστραγκόν:
- Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;
Κι ο Εστραγκόν απαντά:
- Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.
Και έτσι, τόσο απλά, με μία πρόταση, τελειώνει ολόκληρη τη φιλοσοφική συζήτηση.
Ή καλύτερα, την ανοίγει διάπλατα.
Γιατί ο Βλαντιμίρ έχει περάσει αρκετές γραμμές προσπαθώντας να καταλάβει αν το ανθρώπινο μυαλό κινδυνεύει να χάσει τη λογική του.
Και ο Εστραγκόν τού απαντά:
- Ποια λογική;
Ποιος είπε ότι ο άνθρωπος υπήρξε ποτέ το απολύτως λογικό πλάσμα που φαντάζεται ότι είναι; Εμείς είμαστε που επινοήσαμε την εικόνα του ορθολογικού ανθρώπου. Κι όμως αγαπάμε ανθρώπους που μας κάνουν δυστυχισμένους. Επαναλαμβάνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν λειτουργούν. Φτιάχνουμε πολέμους για σύνορα που σχεδιάσαμε μόνοι μας. Καταστρέφουμε το περιβάλλον από το οποίο εξαρτόμαστε. Κυνηγάμε χρήματα που δεν προλαβαίνουμε να απολαύσουμε. Ανησυχούμε για το μέλλον μέχρι να καταστρέψουμε το παρόν. Και συχνά περνάμε τη μισή ζωή περιμένοντας να αρχίσει η άλλη μισή.
Κι όλα αυτά τα κάνουμε με επιχειρήματα.
Με εξηγήσεις.
Με συστήματα.
Με εξαιρετικά λογικές δικαιολογίες.
Η τρέλα στον Μπέκετ ίσως να μην είναι το αντίθετο της λογικής. Ίσως φοράει τη λογική σαν κοστούμι.
Είναι πολύ εύκολο να κοιτάξεις τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν και να αναρωτηθείς «Μα καλά, γιατί δεν φεύγουν;»
Τόση ώρα περιμένουν. Ο Γκοντό δεν έρχεται. Γιατί δεν σηκώνονται να πάνε κάπου αλλού;
Μέχρι να αντιληφθείς ότι αυτή ίσως είναι η πιο επικίνδυνη ερώτηση που μπορείς να κάνεις στο έργο.
Γιατί αμέσως μετά έρχεται η επόμενη:
- Εσύ γιατί δεν φεύγεις;
Από ό,τι περιμένεις.
Από ό,τι επαναλαμβάνεις.
Από εκείνο που κάποτε επέλεξες αλλά τώρα απλώς συνεχίζεις.
Από εκείνο το "όταν" που έχει γίνει μόνιμος βραχνάς και τρόπος ζωής.
Όταν βρω τη σωστή δουλειά.
Όταν χάσω βάρος.
Όταν βρω έναν άνθρωπο.
Όταν με αγαπήσει.
Όταν φύγουν τα παιδιά.
Όταν συνταξιοδοτηθώ.
Όταν ηρεμήσουν τα πράγματα.
Όταν γίνουν καλύτερα.
Ο δικός μας "Γκοντό" δεν λέγεται Γκοντό. Λέγεται "όταν".
Και αυτό κάνει το έργο τόσο δυσάρεστα διαχρονικό.
Δεν μιλά απλώς για την αναμονή.
Μιλά για την τεράστια ανθρώπινη ικανότητα να μετατρέπουμε την αναμονή σε ζωή.
Να κατασκευάζουμε καθημερινότητες γύρω από κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί.
Να γεμίζουμε τις ώρες μας με μικρές κινήσεις ώστε να μην αναγκαστούμε να κοιτάξουμε το κενό ανάμεσά τους.
Και παρ’ όλα αυτά, ο Μπέκετ δεν γράφει ένα καταθλιπτικό φιλοσοφικό κήρυγμα.
Γράφει κωμωδία! Μόνο έτσι αντέχονται αυτά.
Οι άνθρωποί του πειράζονται, καβγαδίζουν, ξεχνούν, γελοιοποιούνται, ξανασυμφιλιώνουν. Μιλούν για το νόημα της ύπαρξης και λίγο μετά ασχολούνται με ένα παπούτσι.
Και αυτή στα δικά μου μάτια είναι η πιο ακριβής περιγραφή του ανθρώπου που έχει γραφτεί.
Είμαστε το ζώο που μπορεί το πρωί να αναρωτιέται για τον θάνατο, το νόημα και την αιωνιότητα και πέντε λεπτά αργότερα να εκνευρίζεται επειδή δεν βρίσκει τα κλειδιά του.
Ευτυχώς, γιατί αυτή είναι και η σωτηρία μας.
Γιατί αν αντιλαμβανόμασταν αδιάκοπα το παράλογο της ύπαρξής μας, πιθανότατα δεν θα σηκωνόμασταν ποτέ από το κρεβάτι.
Έτσι... κάνουμε πράγματα.
Μικρά, γελοία, σημαντικά, ασήμαντα.
Μιλάμε.
Αγαπάμε.
Τρώμε.
Δουλεύουμε.
Γελάμε.
Περιμένουμε.
Και ξανά από την αρχή.
Μπορεί πράγματι όλοι να γεννιόμαστε λίγο τρελοί και κάποιοι παραμένουν.
Μέσα σε όλη αυτή την παράλογη αναμονή όμως, καταφέρνουμε έστω κάποιες φορές να καταλάβουμε ότι η ζωή δεν είναι αυτό που θα συμβεί όταν έρθει ο Γκοντό.
Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όσο καθόμαστε κάτω από το δέντρο και τον περιμένουμε.