Έναν φιλόσοφο που έπεσα πάνω του τυχαία. Διάβασα μια φράση του και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο τύπος είχε μπει εδώ και χρόνια μέσα στο μυαλό μου χωρίς να ξέρω καν την ύπαρξή του.
Και κάπως έτσι έμαθα τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν.
Μέσω μιας μύγας.
Για την ακρίβεια, από μια μύγα παγιδευμένη μέσα σε μια γυάλινη μυγοπαγίδα.
Στις Φιλοσοφικές Έρευνες (παράγραφος 309) ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν (Ludwig Wittgenstein) γράφει:
Was ist dein Ziel in der Philosophie? — Der Fliege den Ausweg aus dem Fliegenglas zeigen.
Δηλαδή:
Ποιος είναι ο σκοπός σου στη φιλοσοφία; — Να δείξεις στη μύγα την έξοδο από τη μυγοπαγίδα.
Ε, αυτό ήταν...
Μια μύγα. Ένα γυάλινο δοχείο. Και ξαφνικά ένα ολόκληρο φιλοσοφικό πρόγραμμα χώρεσε μέσα σε μία πρόταση.
Η εικόνα είναι σχεδόν γελοία απλή. Ο Βιτγκενστάιν δεν μας λέει τι ακριβώς κάνει η μύγα εκεί μέσα. Μας δίνει μόνο τη μύγα, την παγίδα και έναν σκοπό. Να της δείξει η φιλοσοφία την έξοδο.
Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι μόνο ότι η μύγα βρίσκεται παγιδευμένη. Είναι ότι δεν είναι και σε θέση να καταλάβει τη φύση της παγίδας της.
Και κάπου εδώ άρχισα να υποψιάζομαι ότι ο Λούντβιχ δεν μιλούσε και πολύ για μύγες τελικά.
Ντα Ντααααν!
(αλά Netflix φάση, έτσι για το εντυπωσιακό του πράγματος...)
Κι εκεί είπα:
- Γιααα έλα δω. Ποιός είσαι εσύ, πουλάκι μου; Μ'αρεσεις. Μίλα μου για σένα, τρελό αγόρι!
Ο Βιτγκενστάιν γεννήθηκε στη Βιέννη το 1889, σε μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και πέθανε το 1951 στο Κέιμπριτζ.
Σπούδασε μηχανικός, ασχολήθηκε με την αεροναυπηγική, βρέθηκε στο Κέιμπριτζ δίπλα στον Μπέρτραντ Ράσελ, πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποποιήθηκε την τεράστια κληρονομιά του, εργάστηκε ως δάσκαλος σε χωριά της Αυστρίας, ως κηπουρός σε μοναστήρι και τελικά επέστρεψε στη φιλοσοφία και έγινε καθηγητής στο Κέιμπριτζ.
Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα και ασχολήθηκε εμμονικά σχεδόν με ένα ερώτημα που, μέχρι να το σκεφτείς λίγο σοβαρότερα, μοιάζει εξαιρετικά αθώο:
- Τι ακριβώς κάνουμε όταν μιλάμε;
Όπως καταλαβαίνετε, δεν ήταν ακριβώς ένας άνθρωπος που ακολούθησε το αναμενόμενο career path.
Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο... Ο Βιτγκενστάιν κατάφερε κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο για έναν μεγάλο διανοητή:
Επανεξέτασε τη σκέψη του και τη διόρθωσε!
Ο πρώιμος Βιτγκενστάιν, στο Tractatus Logico-Philosophicus, επιχείρησε να διερευνήσει τη λογική σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και στον κόσμο. Πίστευε μάλιστα ότι είχε ουσιαστικά λύσει τα βασικά φιλοσοφικά προβλήματα σε αυτό το μικρό, πυκνό και τρομακτικά φιλόδοξο βιβλίο.
Εκεί γράφει χοντρικά ότι η γλώσσα έχει μια λογική δομή που αντιστοιχεί στη δομή της πραγματικότητας.
Σκεφτείτε το κάπως έτσι σε σειρά:
Κόσμος ---> γεγονότα
Γλώσσα ---> προτάσεις
Και οι προτάσεις μπορούν, μέσω της κοινής λογικής μορφής, να απεικονίζουν δυνατές καταστάσεις πραγμάτων. Έτσι, μια πρόταση έχει νόημα όταν μπορεί να απεικονίσει μια κατάσταση πραγμάτων στον κόσμο. Αυτή είναι η περίφημη picture theory of language.
Παράδειγμα:
"Η γάτα είναι πάνω στον καναπέ."
Υπάρχουν κάποια αντικείμενα και κάποιες σχέσεις μεταξύ τους στον κόσμο. Η πρόταση οργανώνει τα στοιχεία της με έναν τρόπο που μπορεί να αντιστοιχεί σε αυτή την πραγματικότητα.
Αν η γάτα είναι πράγματι πάνω στον καναπέ, τότε είναι αληθής.
Αν είναι κάτω από τον καναπέ, τότε είναι ψευδής.
Αλλά και στις δύο περιπτώσεις η πρόταση έχει νόημα, επειδή μπορούμε να καταλάβουμε ποια κατάσταση του κόσμου περιγράφει.
Εδώ ο πρώιμος Λούντβιχ θέλει να βρει τα όρια αυτού που μπορεί να ειπωθεί με νόημα. Γι' αυτό το Tractatus καταλήγει στο περίφημο:
"Για όσα δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, πρέπει να σωπαίνει."
Δεν είναι μόνο "μη μιλάς για όσα δεν ξέρεις".
Είναι ότι υπάρχουν πράγματα, όπως ηθική, αισθητική, το νόημα της ζωής κ.ά, που για τον πρώιμο Βιτγκενστάιν δεν μπορούν να διατυπωθούν ως προτάσεις για γεγονότα του κόσμου με τον ίδιο τρόπο. Στο ίδιο έργο θα γράψει και την άλλη περίφημη φράση: "Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου".
Και με αυτό, είπε αυτά που είχε να πει και αποχώρησε από τη φιλοσοφία.
Ναι!
Έγραψε ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά έργα του αιώνα, θεώρησε ότι τελείωσε τη δουλειά του και πήγε να κάνει άλλα πράγματα. Δάσκαλος, κηπουρός κτλ.
Μόνο που ο Λούντβιχ δεν είχε τελειώσει με τη φιλοσοφία.
Και, κυρίως, η φιλοσοφία δεν είχε τελειώσει με τον Λούντβιχ.
Χρόνια αργότερα επέστρεψε στο ίδιο του το έργο, το επανεξέτασε και διόρθωσε όσα πλέον θεωρούσε προβληματικά.
Δεν εγκατέλειψε το ερώτημα που τον απασχολούσε. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο το έθετε.
Και αυτό, μεταξύ μας, τον κάνει ακόμα πιο γαμάτο τύπο.
Η συνέπεια στη σκέψη δεν είναι να υπερασπίζεσαι εφ' όρου ζωής ό,τι είπες στα τριάντα σου. Είναι να είσαι αρκετά συνεπής με την αναζήτηση ώστε να μπορείς να διορθώσεις ακόμη και τον εαυτό σου.
Άρχισε λοιπόν να αμφισβητεί την ήδη μεγάλη ιδέα που είχε ο ίδιος. Εκπληκτικό, εάν με ρωτάτε (που δεν, αλλά δεν με νοιάζει. My blog, my rules).
Και που κατέληξε;
Ο ύστερος Βιτγκενστάιν στις Φιλοσοφικές Έρευνες δεν αναζητά πια μία ενιαία λογική μορφή που να εξηγεί τη γλώσσα συνολικά. Στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα χρησιμοποιείται πραγματικά μέσα στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Με άλλα λόγια, η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό. Τη χρησιμοποιούμε για να κάνουμε διαφορετικά πράγματα και δεν λειτουργεί παντού με τον ίδιο τρόπο.
- Άλλο πράγμα κάνω όταν δίνω μια εντολή.
- Άλλο όταν περιγράφω κάτι.
- Άλλο όταν υπόσχομαι.
- Άλλο όταν αστειεύομαι.
- Άλλο όταν ζητάω συγγνώμη.
- Άλλο όταν λέω "Σ' αγαπώ"
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πανηγύρι. Γιατί εμείς συνέχεια:
- Μιλάμε.
- Ρωτάμε.
- Διατάζουμε.
- Υποσχόμαστε.
- Αστειευόμαστε.
- Βρίζουμε.
- Προσευχόμαστε.
- Λέμε ψέματα.
- Λέμε σ' αγαπώ.
Και η ίδια λέξη μπορεί να αποκτά διαφορετική λειτουργία ανάλογα με το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται. Αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στη χρήση της γλώσσας, στους κανόνες της και στις ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα στις οποίες αποκτά νόημα την περιέγραψε μέσα από την έννοια των "γλωσσικών παιχνιδιών".
Να μία από τις ιδέες του που με έκαναν να σταματήσω λίγο και να κοιτάξω το κενό:
Σε μια μεγάλη κατηγορία περιπτώσεων, μας λέει, η σημασία μιας λέξης είναι η χρήση της μέσα στη γλώσσα και δεν χρειάζεται πάντοτε να αναζητηθεί σε κάποια αφηρημένη ουσία κρυμμένη πίσω από τη λέξη.
- Και πως θα τη βρω ρε Λούντβιχ μου; Μη με σκας.
- Εντελώς!
- Άρχισε να το εφαρμόζεις λοιπόν, αφού είναι τόσο απλό (ναι, κάνω και φανταστικούς διαλόγους με τον καινούργιο φανταστικό μου φίλο):
- Τι σημαίνει φυσιολογικός;
- Τι σημαίνει επιτυχημένος;
- Τι σημαίνει εγωιστής;
- Τι σημαίνει πιστός;
- Τι σημαίνει αγάπη;
- Τι σημαίνει οικογένεια;
Λέξεις χρήσιμες. Αναγκαίες πολλές φορές. Αλλά επικίνδυνες όταν ξεχνάμε ότι είναι εργαλεία και αρχίζουμε να τις αντιμετωπίζουμε σαν να είναι τα ίδια τα πράγματα.
Μπορούμε φυσικά να ψάξουμε τους ορισμούς τους. Αλλά μπορούμε να κάνουμε και κάτι άλλο. Να κοιτάξουμε πώς χρησιμοποιούνται αυτές οι λέξεις στην πραγματική ζωή.
Γιατί μπορεί δύο άνθρωποι να χρησιμοποιούν ακριβώς τις ίδιες λέξεις και να παίζουν εντελώς διαφορετικό γλωσσικό παιχνίδι.
"Με αγαπάει". Τι σημαίνει;
- Ότι το λέει;
- Ότι μένει;
- Ότι φροντίζει;
- Ότι ζηλεύει;
- Ότι σέβεται;
- Ότι επιθυμεί;
- Ότι φοβάται να με χάσει;
- Ότι θέλει το καλό μου; Και ποιο είναι αυτό;! Άλλο λαγούμι να πέσεις μέσα και να μη βγεις ποτέ...
Και ξαφνικά η ερώτηση, ας πούμε, "τι είναι αγάπη;" παύει να μοιάζει με αναζήτηση ενός αντικειμένου που βρίσκεται κρυμμένο κάπου μέσα στο σύμπαν και περιμένει τον σωστό ορισμό.
Άρα, σκέφτομαι εγώ:
- Πότε αποκαλούμε κάποιον εγωιστή; Όταν αδιαφορεί για τους άλλους;
...Ή καμιά φορά και όταν αρνείται να κάνει αυτό που θέλουμε εμείς;
- Όταν λέμε "αν με αγαπούσες, θα…", περιγράφουμε την αγάπη;
...Ή χρησιμοποιούμε τη λέξη ως μοχλό πίεσης;
- Όταν λέμε "αυτό δεν είναι φυσιολογικό", περιγράφουμε μια αντικειμενική πραγματικότητα;
...Ή μήπως έχουμε μετατρέψει μια κοινωνική σύμβαση σε φυσικό νόμο χωρίς να το καταλάβουμε;
Νταπ!
Να μια κουτουλιά στο γυαλί.
Και γιατί κουτουλήσα στο γυαλί;
Γιατί οι λέξεις έχουν μια ύπουλη ιδιότητα. Επειδή μοιάζουν γραμματικά μεταξύ τους, μας κάνουν να υποθέτουμε ότι και τα πράγματα στα οποία αναφέρονται πρέπει να υπάρχουν με παρόμοιο τρόπο.
Παράδειγμα, home made by Maria for the slow-burning (βραδύκαυστους) σαν εμένα:
Μπορώ να ρωτήσω "Τι είναι το τραπέζι;"
Μπορώ επίσης να ρωτήσω "Τι είναι ο χρόνος;"
Η γραμματική των δύο ερωτήσεων είναι σχεδόν ίδια.
Μόνο που αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρόνος είναι κάτι που περιμένει κάπου να το δούμε όπως ένα τραπέζι.
Κι όμως, η ίδια η μορφή της ερώτησης μπορεί να μας στείλει να ψάχνουμε τι είδους "κάτι" είναι ο χρόνος.
Νταπ!
...Πάνω στο γυαλί πάλι.
Και ξανά.
Και ξανά.
Κάπου εδώ η εικόνα της μύγας αρχίζει να γίνεται λίγο βασανιστική.
Γιατί η μύγα δεν είναι χαζή. Είναι όμως παγιδευμένη στον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα!
Η γλώσσα, έχει συχνά την ιδιότητα γίνεται τόσο οικεία ώστε καταλήγει σχεδόν αόρατη. Τη χρησιμοποιούμε διαρκώς για να σκεφτόμαστε και γι' αυτό δύσκολα παρατηρούμε πότε ο τρόπος με τον οποίο έχουμε διατυπώσει κάτι έχει ήδη περιορίσει τις πιθανές απαντήσεις.
Και τότε ο φιλόσοφος αποκτά έναν ρόλο που μου αρέσει πολύ περισσότερο από εκείνον του σοφού ανθρώπου που κάθεται κάπου ψηλά και μοιράζει αλήθειες δεξιά κι αριστερά.
Δεν είναι εκεί για να σου πει τι πρέπει να σκεφτείς.
Είναι εκεί για να σε κάνει να κοιτάξεις εκεί όπου μέχρι τώρα έβλεπες τίποτα να σε εμποδίζει και να πεις:
- Για μισό λεπτό ρε παιδιά... Εδώ έχει γυαλί! Τι κοπανιέμαι τόση ώρα;
Ο φιλόσοφος δεν χρειάζεται πάντα να σου δώσει μια καινούργια απάντηση. Μερικές φορές πρέπει να σου δείξει ότι η ερώτηση που βασανίζεσαι να απαντήσεις είναι φτιαγμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να σε κρατάει μέσα στο μπουκάλι.
Δεν χρειάζεσαι λοιπόν καλύτερη απάντηση.
Χρειάζεσαι να δεις διαφορετικά την ερώτηση!!!
Και τι κάνει λοιπόν ο, ανύπαρκτος μέχρι σήμερα, αλλά επιστήθιος φίλος μου παρόλα αυτά, Λούντβιχ;
Δεν υπόσχεται απαραίτητα να μου δώσει την απάντηση.
Προσπαθεί να μου δείξει γιατί έκανα την ερώτηση "έτσι".
- Μήπως το πρόβλημα βρίσκεται ήδη μέσα στην ερώτηση;
- Μήπως θεώρησα δεδομένη μια διάκριση που δεν είναι καθόλου δεδομένη;
- Μήπως μια λέξη με έκανε να πιστέψω ότι υπάρχει ένα "κάτι" που πρέπει οπωσδήποτε να βρω;
- Μήπως ψάχνω επί χρόνια απάντηση σε ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε από τον τρόπο που το διατυπώθηκε;
Και ξαφνικά η φιλοσοφία αποκτά έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο.
Δεν είναι απαραίτητα εκεί για να προσθέσει ακόμη μία θεωρία στο κεφάλι μας.
Μπορεί να είναι εκεί για να αφαιρέσει μια σύγχυση.
Να μετακινήσει λίγο το βλέμμα.
Να μας κάνει να δούμε το γυαλί πάνω στο οποίο χτυπάμε με τα μούτρα τόσα χρόνια!
Και ίσως αυτό είναι που με ενθουσίαζει περισσότερο τώρα που γνώρισα τον Λούντβιχ.
Όχι ότι μου έδωσε μια καινούργια απάντηση.
Αλλά ότι μου έβαλε μια καινούργια υποψία:
Πόσες φορές στη ζωή μου πίστεψα ότι δεν μπορούσα να βρω την απάντηση, ενώ στην πραγματικότητα ήμουν παγιδευμένη μέσα στην ίδια την ερώτηση;
Και πόσα πράγματα θεωρούμε αδύνατον να σκεφτούμε διαφορετικά, όχι επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τα σκεφτούμε, αλλά επειδή δεν έχουμε ακόμη δει το γυαλί;
Δεν ξέρω ακόμη καλά τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Ξέρω όμως ότι μπήκε ήδη στη μικρή λίστα των ανθρώπων που μου χάλασαν για πάντα την αθωότητα μιας λέξης.
Ο άνθρωπος εμφανίστηκε δείχνωντάς μου μια μύγα μέσα σε μια γυάλινη παγίδα και με σε μία πρόταση κατάφερε να μου δημιουργήσει περισσότερες ερωτήσεις απ' όσες είχα πριν τον συναντήσω.
...Πράγμα που, αν το καλοσκεφτώ, είναι μάλλον ένας εξαιρετικός τρόπος για να συστηθεί ένας φιλόσοφος.
Και έχω μια πολύ άσχημη υποψία ότι από εδώ και πέρα, κάθε φορά που θα ακούω μια μεγάλη, βαρύγδουπη πρόταση για το τι είναι "φυσιολογικό", "σωστό", "αληθινό", "αγάπη", "ελευθερία" ή "ευτυχία", κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου θα ακούγεται ένα μικρό:
Νταπ!
Και θα ψάχνω για το γυαλί...
Χάρηκα πολύ, Λούντβιχ.
Θα ήθελα να σε είχα γνωρίσει νωρίτερα.

