Η αβάσταχτη ελαφρότητα του δικού μου "είναι"

Δεν έψαχνα τον Κούντερα. 

Και, μεταξύ μας τώρα, ποιά διαταραγμένη το κάνει αυτό επί τούτου;

Έφτιαχνα τη βιβλιοθήκη. Ξέρετε τώρα... Μία από εκείνες τις δουλειές που αρχίζεις με την αφελή πεποίθηση ότι θα βάλεις σε τάξη τα πράγματά τάκα τάκα και καταλήγουν να βάζουν εκείνα χέρι μέσα σου.

Κάπου ανάμεσα σε βιβλία που θυμόμουν, βιβλία που είχα ξεχάσει και βιβλία που εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα διαβάσω κάποια στιγμή, ξαναβρήκα την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι".

Το ξεσκόνισα και δεν άντεξα. Το άνοιξα και το ξεφύλλισα για να το ξαναθυμηθώ...

Τι μαλακισμένη γίνομαι ώρες ώρες! Πόσο κακή ιδέα!

Δεν χρειάστηκε να το ξαναδιαβάσω ολόκληρο. Τουλάχιστον μέχρι εκεί μου έκοβε. Μερικές σελίδες τσακισμένες, κάποιες υπογραμμισμένες φράσεις (ναι, είμαι από αυτές που τα καταστρέφουν τα βιβλία, δικά μου δεν είναι;) και κυρίως, ο τίτλος ήταν αρκετά.

Ένας τίτλος που θυμόμουν πάντοτε ως ωραίο, βαρύγδουπο και μυστηριώδες λογοτεχνικό κατασκεύασμα ξαφνικά αποφάσισε να μου εξηγήσει τι σημαίνει...

Και κάπου εκεί γαμήθηκε όλο το δικό μου "είναι", μαζί με όλη την αβάσταχτη ελαφρότητά του!

Δεν ξέρω ακριβώς τι είχα καταλάβει όταν διάβασα το βιβλίο την πρώτη φορά. Πάει καμιά εικοσαετία από τότε. Θυμόμουν τον έρωτα, τα σώματα, τις απιστίες, τη φυγή, την Πράγα, την εισβολή, την εξορία. Δεν θυμόμουν ούτε κατά διάνοια, φυσικά, τον Τόμας, την Τερέζα, τη Σαμπίνα, τον Φραντς. Και σίγουρα δεν θυμόμουν να είχα σταθεί πραγματικά στη λέξη "είναι".

Κάνω χώρο στο χαμό γύρω μου και ξεκινάω διάλειμμα (αφορμή έψαχνα για καθισιό) με ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο, μια παγωμένη μαύρη μπύρα από το ψυγείο και 18 τσιγάρα ακριβώς!

Το "είναι", σου λέει, δεν είναι ούτε το "Εγώ" ούτε το "Υπερεγώ" ούτε το φροϋδικό "Εκείνο" που έμαθα πρόσφατα. Είναι η ύπαρξη.

Το γεγονός ότι βρεθήκαμε εδώ και έχουμε μία ζωή να ζήσουμε, χωρίς πρόβα, χωρίς επανάληψη και χωρίς τη δυνατότητα να δούμε τι θα είχε συμβεί αν, σε μια κρίσιμη στιγμή, είχαμε στρίψει προς μια άλλη κατεύθυνση.

Σαν πείραμα με δείγμα n=1, χωρίς ομάδα ελέγχου και χωρίς δυνατότητα αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων. Επιστημονικό αίσχος, δηλαδή. 

Κι όμως, αυτό είναι όλο κι όλο η ζωή μας.

Ο Κούντερα ανοίγει το βιβλίο με την ιδέα της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε (άλλη ψυχή του πάρτι αυτός!). 

Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία κάθε στιγμή της ζωής μας επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, αιώνια, ίδια και απαράλλακτη. Όχι, δεν επιστρέφουμε σοφότεροι για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Δεν είναι "Η μέρα της μαρμότας" με υπαρξιακό μεταπτυχιακό. Ζούμε την ίδια ζωή, κάνουμε τις ίδιες επιλογές, πατάμε τις ίδιες μπανανόφλουδες και πέφτουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, άπειρες φορές. Μαρτύριο!

Στην ανάγνωση του Κούντερα, αυτή η αιώνια επανάληψη φορτώνει κάθε πράξη με το βάρος της αιωνιότητας. Επειδή τίποτα δεν περνά πραγματικά. Κάθε στιγμή επιστρέφει και επιμένει για πάντα. Άρα κάθε πράξη καλείται να αντέξει το βάρος της αιωνιότητας, σαν να μας ρωτά "Θα άντεχες να το ζεις με αυτή σου την απόφαση για πάντα;"

Αντίθετα, μια ζωή που συμβαίνει μόνο μία φορά εμφανίζεται, περνά και χάνεται. Δεν επαναλαμβάνεται, δεν επιβεβαιώνεται και δεν αφήνει κανένα αιώνιο αποτύπωμα. Γι’ αυτό ο Κούντερα τη χαρακτηρίζει "ελαφριά". Μπροστά στον άπειρο χρόνο, μοιάζει σαν τον καπνό από το τσιγάρο μου που περνάει για μια στιγμή και εξαφανίζεται.

Κάπου εδώ άφησα την μπύρα κάτω και άρχισα να μαλώνω με τον συγχωρεμένο τον συγγραφέα.

- Συγγνώμη, Μίλαν μανάρι μου, αλλά θα με πεθάνεις κι εμένα; Από πού κι ως πού; Επειδή ζω μόνο μία φορά, η ζωή μου έχει μικρότερο βάρος; Επειδή μια στιγμή δεν θα επαναληφθεί ποτέ, σημαίνει λιγότερο και όχι περισσότερο βάρος; Επειδή μια απόφαση είναι οριστική και καμία δεύτερη εκδοχή μου δεν θα επιστρέψει για να επιλέξει διαφορετικά, αυτό την κάνει ελαφριά;

Εμένα μου φαίνεται ακριβώς το αντίθετο. Τι έχω καταλάβει λάθος; 

Πάμε... Άλλο τσιγάρο...

- Τι λέει ρε αυτός ο Τσέχος;!

Γυρίζω πάλι στο βιβλίο.

  • Ο Τόμας προσπαθεί να ζήσει ελαφριά. Να μη δεθεί, να μη φυλακιστεί μέσα σε μία μοναδική επιλογή, να κρατήσει την ελευθερία του διαθέσιμη. 
  • Η Τερέζα φέρνει μαζί της το βάρος της αγάπης, του σώματος, της αποκλειστικότητας και της ανάγκης να σημαίνουν τα πράγματα κάτι. 
  • Η Σαμπίνα αναζητά την ελαφρότητα στη φυγή από κάθε ρόλο, κάθε δέσμευση και κάθε ταυτότητα που απειλεί να την καθορίσει. 
  • Ο Φραντς, αντίθετα, χρειάζεται το βάρος των μεγάλων ιδεών για να νιώσει ότι η ζωή του συμμετέχει σε κάτι σημαντικότερο από τον ίδιο.

Κανείς τους δεν είναι μόνο βαρύς ή μόνο ελαφρύς. Και ο Κούντερα ούτε που ασχολείται να δώσει μια καθαρή απάντηση. 

Βάζει τους ανθρώπους του να κινούνται ανάμεσα στα δύο, να πληρώνουν το τίμημα και των δύο και να ανακαλύπτουν ότι αυτό που κάποτε έμοιαζε ελευθερία μπορεί αργότερα να μοιάζει κενό, ενώ αυτό που έμοιαζε βάρος μπορεί να αποδειχθεί το μόνο πράγμα που τους κρατούσε πραγματικά πάνω στη γη.

Γιατί, φυσικά, ένα βάρος μπορεί να γίνει αβάσταχτο.

Οι δεσμοί μπορούν να γίνουν αλυσίδες. 

Η ευθύνη μπορεί να γίνει φυλακή. 

Η αγάπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για έλεγχο, κατοχή και αυτοκατάργηση. 

Επιπλέον, υπάρχουν και βάρη που δεν τα επιλέξαμε και δεν έχουμε κανένα χρέος να τα κουβαλάμε.

Αλλά ούτε η ελαφρότητα είναι πάντοτε ελευθερία.

Μπορεί να είναι φόβος που έμαθε να συστήνεται ως ανεξαρτησία. (Γκουχ γκουχ κάτι κόλλησε στον λαιμό μου)

Μπορεί να είναι η μόνιμη ανάγκη να μένει μια πόρτα ανοιχτή, ώστε να μπορούμε να φύγουμε πριν κάτι αποκτήσει αρκετή σημασία για να μας πληγώσει. (Ω να σου... Μου βγήκε η μπύρα από τη μύτη!)

Υπάρχει μια ολόκληρη εκδοχή της σύγχρονης ωριμότητας που μας προτρέπει να μη χρειαζόμαστε κανέναν. Να μην περιμένουμε τίποτα. Να περνάμε καλά όσο κρατάει. Να είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να συνεχίσουμε μόνοι, χωρίς απώλειες, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς δράματα.

Ακούγεται σοφό. Και μερικές φορές ίσως και να είναι. (Ξέρω εγώ που σας λέω)

Άλλες φορές όμως, είναι απλώς ο φόβος ντυμένος με καθαρό λινό πουκάμισο.

Για πολύ καιρό πίστευα κι εγώ ότι η ελαφρότητα ήταν ασφάλεια. (Σσσσσσς, ακόμα το πιστεύω)

Αν δεν περιμένω, δεν θα απογοητευτώ.

Αν δεν χρειάζομαι, δεν θα εξαρτηθώ.

Αν δεν δεθώ πολύ, δεν θα πονέσω πολύ.

Αν κρατάω πάντοτε ένα μέρος μου έξω από την πόρτα, θα μπορέσω να φύγω πριν καταρρεύσει το κτίριο.

Άψογο σχέδιο. Με μία μικρή ατέλεια. Λειτουργεί θαυμάσια μόνο εφόσον είσαι φίκος στην γλάστρα.

"Οι άνθρωποι αποκτούμε βάρος ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς να συμπληρώσουμε αίτηση και χωρίς να υπογράψουμε συγκατάθεση", μου είχε πει ο ψυχοβγάλτης μου μια μέρα που τον πλήρωσα να με συγχύσει. "Μπαίνουμε σε μια καθημερινότητα, σε συνήθειες, σε μνήμη, σε μικρές έστω προσδοκίες. Κάποιος γίνεται η φωνή που θέλεις να ακούσεις, η παρουσία που υπολογίζεις, ο άνθρωπος στον οποίο θέλεις να πεις κάτι που σου συνέβη ή πριν ακόμα συμβεί".

Και τότε αρχίζει ο πανικός μου...

Γιατί ό,τι αποκτά βάρος μπορεί και να χαθεί. Και εάν χαθεί... Όχι όχι όχι.

Γι'αυτό υπάρχει ο πολύ αποτελεσματικός τρόπος που εφαρμόζω χρόνια, με οχτώ στα δέκα (πες εφτά στα δέκα καλύτερα) επιτυχία ωστε να μην υποφέρω ποτέ από την απώλεια κάποιου: 

  • Να φροντίσεις να μην τον έχεις ποτέ πραγματικά κοντά. 
  • Να μειώσεις προκαταβολικά τη σημασία του. 
  • Να αραιώσεις την οικειότητα. 
  • Να κρατήσεις τη σχέση αρκετά ελαφριά ώστε η πιθανή απουσία της να παραμείνει διαχειρίσιμη. 

(Δεν το μάθατε από εμένα).

Μόνο που έτσι πληρώνεις από πριν για μια απώλεια που μπορεί και να μη συμβεί. "Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις" θα σου πω εγώ. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Αρκεί να ξέρεις τι χάνεις.

Αφαιρείς λίγο λίγο από την παρουσία, για να προστατευτείς από μια μελλοντική απουσία. Χάνεις τον άλλον ηθελημένα και προκαταβολικά σε ελεγχόμενες δόσεις όσο βρίσκεται ακόμη στην ζωή σου, ώστε να μην κινδυνεύσεις κάποτε να πληγωθείς μαζεμένα όταν τον χάσεις ολόκληρο.

Και ξαφνικά η "ελαφρότητα" μοιάζει να βαραίνει... 

Η ελαφρότητα μοιάζει πολύ με μια ζωή από την οποία έχει αφαιρεθεί προσεκτικά οτιδήποτε θα μπορούσε να την κάνει πολύτιμη.

Ίσως, τελικά, να μη μας βαραίνουν μόνο όσα επιτρέψαμε να αποκτήσουν σημασία. 

Ίσως μας βαραίνουν και όσα κρατήσαμε ελαφριά από φόβο.

Οι άνθρωποι που κρατήσαμε ένα βήμα πιο μακριά. 

Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν. 

Οι επιθυμίες που μικρύναμε για να χωρέσουν μέσα στην υποτιθέμενη αυτάρκειά μας.

Γιατί το βάρος δεν είναι μόνο φορτίο. Είναι και σημασία.

Βαραίνει εκείνο που μετράει. Εκείνο που δεν αντικαθίσταται εύκολα. Εκείνο που, αν χαθεί, δεν αφήνει απλώς έναν κενό χώρο αλλά αλλάζει λίγο τη γεωγραφία της ζωής μας, σαν σεισμός.

Ανεξαρτησία δεν σημαίνει να μη χρειάζεσαι ποτέ κανέναν. Σημαίνει να μη χάνεις τον εαυτό σου μέσα σε εκείνους που χρειάζεσαι. Άλλο να στέκεσαι στα πόδια σου και άλλο να απαγορεύεις στον εαυτό σου να ακουμπήσει κάπου, επειδή αυτό το "κάπου" μπορεί μια μέρα να πάψει να υπάρχει.

Ποιος αποφάσισε να εκδόσει αυτόν τον καργιόλη τέλος πάντων;!

Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστή αναλογία βάρους και ελαφρότητας. Έκανα δώδεκα τσιγάρα, έχω κάνει άλλα εφτά τώρα κι ακόμα δεν έχω βρει κάτι αξιόπιστο να βασιστώ.

Ούτε ο Κούντερα προσφέρει κάποια εύχρηστη συνταγή μπας και πάρουμε μια ιδέα. Δεν μας λέει πόσο να αγαπάμε, πόσο να μένουμε, πότε να φεύγουμε ή ποια βάρη αξίζει να σηκώσουμε.

Μάλλον επειδή στη ζωής μας δεν χρειάζεται να επιλέξουμε το βάρος ή την ελαφρότητα μία φορά και για πάντα.

Η διαλογή γίνεται ξανά και ξανά. 

  • Ποιο βάρος μας συντρίβει και ποιο μας γειώνει. 
  • Ποια ελαφρότητα μας ελευθερώνει και ποια μας αδειάζει. 
  • Πότε ένας δεσμός είναι αλυσίδα και πότε είναι άγκυρα. 
  • Πότε η ανοιχτή πόρτα είναι διέξοδος και πότε είναι απλώς η δικαιολογία μας για να μη μπούμε ποτέ ολόκληροι σε κανένα δωμάτιο.

Έκλεισα το βιβλίο και το έβαλα ξανά στη θέση του. Φτάνει!

Η βιβλιοθήκη ήταν πλέον ελάχιστα πιο τακτοποιημένη. Εγώ καθόλου.

Τόσα χρόνια το βιβλίο μάζευε σκόνη, περιμένοντας να αποκτήσω το απαραίτητο βάρος για να καταλάβω τον τίτλο του. Κάποια γαμημένα βιβλία έχουν την ιδιότητα να μένουν ήσυχα στο ράφι μέχρι να τα φτάσει επιτέλους η ζωή μας και να τα ανοίξει.

Εγώ απλώς ξεσκόνισα το εξώφυλλο κι εκείνο ξεσκόνισε την ψευδαίσθηση μου ότι, αν κρατήσω τη ζωή μου αρκετά ελαφριά, θα μπορέσω να την περάσω χωρίς να πονέσω άλλο.

Και τώρα που το είδα γραμμένο κατάλαβα.

Κάθαρμα Μίλαν... Με γάμησες!


Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes