"Η Πλήξη" του Μοράβια και η θεωρία της προσκόλλησης
Γιατί κάποιοι ερωτεύονται την αβεβαιότητα;
"Γιατί διαλέγω πάντα ανθρώπους που δεν μπορώ να έχω;"
"Γιατί όταν κάποιος με αγαπάει πραγματικά, κάτι μέσα μου παγώνει;"
"Γιατί όταν απομακρύνεται, τον θέλω περισσότερο;"
Αν αυτές οι ερωτήσεις σου φαίνονται γνώριμες, τότε ίσως ο Μοράβια να ήξερε κάτι πολύ πριν εμφανιστεί η σύγχρονη ψυχολογία.
Όχι, δεν ήταν ψυχίατρος.
Δεν ήξερε για τη θεωρία της προσκόλλησης.
Δεν είχε ακούσει ποτέ για την αμυγδαλή, τον προμετωπιαίο φλοιό ή τα κυκλώματα ανταμοιβής.
Κι όμως, έγραψε έναν από τους πιο ακριβείς λογοτεχνικούς "φακέλους" πάνω στον τρόπο που λειτουργεί ένας εγκέφαλος όταν μπερδεύει την αγάπη με την ανακούφιση.
Κι εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον.
Δεν ερωτευόμαστε πάντα τον άνθρωπο. Ερωτευόμαστε αυτό που ενεργοποιεί μέσα μας.
Σκληρή πρόταση. Αλλά σκέψου το λίγο...
Αν ο έρωτας αφορούσε μόνο τον άλλον, γιατί δύο άνθρωποι μπορούν να γνωρίσουν το ίδιο πρόσωπο και ο ένας να συγκλονιστεί ενώ ο άλλος να μείνει εντελώς αδιάφορος;
Επειδή ο έρωτας δεν είναι φωτογραφία. Είναι αλληλεπίδραση. Ο εγκέφαλος δεν ερωτεύεται μόνο χαρακτηριστικά. Ερωτεύεται μοτίβα. Αναγνωρίζει κάτι οικείο. Κάτι που έχει ξαναζήσει. Κάτι που του θυμίζει ασφάλεια... Ή δυστυχώς, κάτι που του θυμίζει πόνο.
Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι όποιος έχει πληγωθεί θα αναζητήσει έναν ασφαλή άνθρωπο. Όχι απαραίτητα. Πολλές φορές αναζητά κάποιον που θα του δημιουργήσει το ίδιο γνώριμο συναίσθημα. Γιατί ο εγκέφαλος δεν αγαπά πάντα αυτό που είναι καλό. Αγαπά αυτό που αναγνωρίζει.
Ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς συναισθηματική συνέπεια μπορεί αργότερα να αισθάνεται μια παράξενη έλξη προς ανθρώπους που μια πλησιάζουν και μια απομακρύνονται. Όχι επειδή αυτό του κάνει καλό. Αλλά επειδή αυτό του φαίνεται γνώριμο. Δεν ερωτεύεται την αστάθεια. Ερωτεύεται την οικειότητα της αστάθειας.
Κι αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Ο Ντίνο δεν κυνηγά τη Σεσίλια. Κυνηγά τη ρύθμιση του νευρικού του συστήματος. Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου η λογοτεχνία συναντά τη νευροεπιστήμη. Κάθε φορά που η Σεσίλια απομακρύνεται, ο οργανισμός του Ντίνου μπαίνει σε συναγερμό.
Η αβεβαιότητα αυξάνει την προσδοκία.
Η προσδοκία αυξάνει την αναζήτηση.
Η αναζήτηση ενισχύει την εμμονή.
Και κάθε μικρή στιγμή προσοχής από εκείνη λειτουργεί σαν ανταμοιβή. Όχι συνεχής. Διακεκομμένη. Ακριβώς όπως στα τυχερά παιχνίδια. Και ξέρουμε πλέον ότι η διακεκομμένη ανταμοιβή είναι από τους ισχυρότερους μηχανισμούς μάθησης που διαθέτει ο εγκέφαλος.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να ξεπεράσουν μια σχέση που ήταν μια "ζέστη, μια κρύο" από μια σχέση που τελείωσε καθαρά.
Δεν τους κρατά μόνο η αγάπη. Τους κρατά η προσδοκία.
Η προσκόλληση δεν είναι αδυναμία. Είναι βιολογία. Όταν γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας δεν έχει στόχο την ανεξαρτησία. Έχει στόχο την επιβίωση. Και για να επιβιώσει χρειάζεται έναν ασφαλή ενήλικα.
Από αυτή την εμπειρία δημιουργούνται τα πρώτα εσωτερικά μοντέλα σχέσεων.
"Ο κόσμος είναι ασφαλής;"
"Οι άνθρωποι είναι διαθέσιμοι;"
"Αξίζω να με αγαπούν;"
"Θα επιστρέψουν όταν φύγουν;"
Αυτές οι ερωτήσεις δεν διατυπώνονται με λέξεις. Γράφονται μέσα στο νευρικό μας σύστημα. Και πολλές φορές συνεχίζουν να καθορίζουν τις σχέσεις μας δεκαετίες αργότερα.
Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε είναι να νομίζουμε ότι η ζήλια αποδεικνύει αγάπη.
Ότι η εμμονή αποδεικνύει πάθος.
Ότι η εξάρτηση αποδεικνύει βάθος συναισθήματος.
Τίποτα από αυτά δεν αποδεικνύει αγάπη. Αποδεικνύει δυσκολία στη ρύθμιση του φόβου. Η αγάπη και η αγωνία δεν είναι συνώνυμες. Απλώς συχνά συνυπάρχουν.
Και οι άνθρωποι που φοβούνται την αγάπη;
Εδώ το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Υπάρχουν άνθρωποι που διψούν για εγγύτητα. Μέχρι να τη βρουν.
Και μόλις τη βρουν... φεύγουν. Δεν φεύγουν επειδή δεν αγαπούν. Φεύγουν επειδή η πραγματική οικειότητα ενεργοποιεί έναν άλλο φόβο. Τον φόβο της απώλειας.
- Αν δεθώ, θα πονέσω.
- Αν συνηθίσω, θα καταρρεύσω όταν φύγει.
- Καλύτερα να φύγω πρώτος.
Δεν προστατεύονται από τον άλλον. Προστατεύονται από τον μελλοντικό πόνο. Και κάπως έτσι χάνουν το παρόν για να γλιτώσουν ένα μέλλον που μπορεί να μην έρθει ποτέ.
Η θεραπεία δεν είναι να βρεις έναν άνθρωπο που θα εξαφανίσει τους φόβους σου. Είναι να καταλάβεις ότι οι φόβοι σου δεν είναι πάντα η πραγματικότητα. Το νευρικό σύστημα κάνει προβλέψεις. Δεν κάνει προφητείες.
Το ότι φοβάσαι πως θα εγκαταλειφθείς δεν σημαίνει ότι θα εγκαταλειφθείς.
Το ότι κάποιος άργησε να απαντήσει δεν σημαίνει ότι έπαψε να νοιάζεται.
Το ότι μια σχέση δεν είναι τέλεια δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένη.
Η ψυχοθεραπεία, η αυτογνωσία, οι ασφαλείς σχέσεις δεν σβήνουν το παρελθόν.
Διδάσκουν στο νευρικό σύστημα μια καινούργια εμπειρία. Και αυτό είναι ίσως το πιο αισιόδοξο νέο που μας έδωσε ποτέ η επιστήμη. Ο εγκέφαλος αλλάζει.
Ο Μοράβια όμως μας αφήνει με την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν υποφέρει μόνο επειδή δεν αγαπιέται. Υποφέρει και επειδή πολλές φορές δεν ξέρει τι να κάνει όταν αγαπιέται.
Γιατί η ασφάλεια είναι παράξενο πράγμα. Σε όσους μεγάλωσαν μέσα της, μοιάζει φυσική. Σε όσους δεν τη γνώρισαν αρκετά, μπορεί να μοιάζει... ύποπτη. Κι έτσι μερικές φορές εγκαταλείπουμε εκείνον που μας ηρεμεί και κυνηγάμε εκείνον που μας αναστατώνει.
Το ονομάζουμε χημεία.
Το ονομάζουμε πάθος.
Το ονομάζουμε μοιραίο.
Ίσως όμως να είναι απλώς ένας πολύ παλιός χάρτης που συνεχίζουμε να ακολουθούμε, χωρίς να έχουμε αναρωτηθεί ποτέ ποιος τον σχεδίασε.
Γι'αυτό αν το καλοσκεφτούμε, ο Μοραβία μας αφήνει με ένα αναπάντητο ερώτημα προς τον εαυτό μας που οφείλει να απαντηθεί.
- Αγαπάω πραγματικά αυτόν τον άνθρωπο ή αγαπάω το συναίσθημα που ενεργοποιείται μέσα μου όταν είμαι μαζί του;
Και η απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να αλλάξει όχι μόνο μια σχέση. Μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή μας.
