Τι σημαίνει να ακούμε, αλήθεια;

Λέμε συχνά "πες μου" και ακόμα συχνότερα "σε ακούω".

Αλλά τις περισσότερες φορές αυτό που εννοούμε είναι: "Περιμένω να τελειώσεις για να σου πω εγώ".

Συνήθεια; Άμυνα; Λίγος εγωισμός; Δεν ξέρω. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν με απασχολεί ιδιαίτερα η ταμπέλα. Αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι το να ακούς πραγματικά έναν άνθρωπο δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται.

Δεν είναι να πιάνεις τις λέξεις. Είναι να πιάνεις το βάρος πίσω από αυτές. Την παύση πριν ειπωθούν. Το βλέμμα που αποφεύγει. Τον τόνο που σπάει εκεί που δεν θα έπρεπε.

Οι άνθρωποι σπάνια λένε ακριβώς αυτό που τους συμβαίνει. Όχι απαραίτητα επειδή θέλουν να κρύψουν κάτι, αλλά επειδή πολλές φορές δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι πώς να το πουν.

Κι εκεί ξεκινά η πραγματική ακρόαση.

Στην παρατήρηση.

Όχι όταν ο άλλος μιλά καθαρά, ψύχραιμα και ωραία δομημένα. Εκεί εύκολο είναι. Σχεδόν όλοι μπορούν να ακούσουν έναν άνθρωπο που έχει ήδη κάνει μόνος του όλη την ψυχική επεξεργασία και τους παραδίδει το συναίσθημά του συσκευασμένο, τακτοποιημένο και με οδηγίες χρήσης.

Η ακρόαση αρχίζει όταν ο άλλος μπερδεύεται.
Όταν κάνει κύκλους στη σκέψη του.
Όταν αντιφάσκει.
Όταν αρχίζει τα "δεν ξέρω".
Όταν δεν μπορεί να σου εξηγήσει με ακρίβεια τι αισθάνεται, αλλά είναι φανερό ότι κάτι μέσα του δυσκολεύεται να σταθεί όρθιο.

Το δύσκολο δεν είναι να ακούσεις μια ιστορία. 

Το δύσκολο είναι να αντέξεις αυτό που φέρνει μαζί της.
Να μην πεταχτείς να δώσεις λύση.
Να μη βιαστείς να καθησυχάσεις τον άλλον με έτοιμες φράσεις.
Να μη μετατρέψεις τον πόνο του σε κάτι μικρότερο, πιο τακτοποιημένο και πιο εύπεπτο, μόνο και μόνο για να νιώσεις εσύ καλύτερα.

Γιατί, ναι, πολλές φορές δεν βοηθάμε αποκλειστικά για τον άλλον. Βοηθάμε ΚΑΙ για να ηρεμήσουμε εμείς. Για να νιώσουμε ότι κάναμε το χρέος μας. Είπαμε το σωστό. Δώσαμε τη συμβουλή. Πετάξαμε κι ένα "όλα για κάποιο λόγο γίνονται" και αποχωρήσαμε από τη σκηνή με τη συνείδηση καθαρή και τον άλλον λίγο πιο μόνο απ’ ό,τι ήταν πριν.

Η αληθινή ακρόαση, όμως, θέλει κάτι άλλο.
Θέλει να μείνεις.
Χωρίς να διορθώσεις.
Χωρίς να ερμηνεύσεις τα πάντα.
Χωρίς να πάρεις τον έλεγχο της στιγμής.
Χωρίς να εξηγήσεις στον άλλον γιατί δεν θα έπρεπε να αισθάνεται αυτό που ήδη αισθάνεται.
Να πεις, με τον τρόπο σου:
- Είμαι εδώ. Δεν χρειάζεται να το πεις τέλεια. Σε ακούω. Πες το όπως σου βγαίνει και το διευκρινίζουμε μετά.

Και μετά... υπάρχει και το πιο δύσκολο επίπεδο, ειδικά για όσους έχουν μάθει να είναι δυνατοί, χρήσιμοι και επαγγελματίες λύτες των πάντων.

Να ακούς όταν ο άλλος δεν μιλάει.
Όταν κλείνεται.
Όταν αποσύρεται.
Όταν γίνεται απόμακρος χωρίς εξήγηση.
Εκεί οι περισσότεροι αποχωρούν.

- Αφού δεν μου λέει, τι να κάνω;

Και πράγματι, δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να σου μιλήσει. Ούτε είναι φροντίδα να τον στριμώξεις σε μια γωνία και να απαιτήσεις εξομολόγηση επειδή εσύ δεν αντέχεις την αβεβαιότητα.

Η σιωπή, όμως, είναι κι αυτή πληροφορία.
Όχι πληροφορία που πρέπει να αποκωδικοποιήσεις μόνος σου.
Όχι πρόσκληση για να φτιάξεις σενάρια.

Αλλά ένα σημάδι ότι κάτι άλλαξε.
Ότι κάτι μπορεί να τον βαραίνει.
Ότι ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου ίσως δεν είναι διαθέσιμος να μιλήσει τώρα.

Και τότε η ακρόαση δεν σημαίνει να μαντέψεις τι έχει.
Σημαίνει να μην εισβάλεις.
Να μην πιέσεις.
Να μην κάνεις τη σιωπή του προσωπική προσβολή.

Να μείνεις αρκετά κοντά ώστε, αν θελήσει να μιλήσει, να υπάρχει χώρος.
Αυτό είναι φροντίδα.
Όχι η υπερπροσπάθεια.
Όχι η ανάκριση.
Όχι το κυνήγι.

Η παρουσία.

Αλλά εδώ υπάρχει και μια αλήθεια που οφείλω να πω.

Δεν γίνεται να το κάνεις αυτό με όλους. Δεν γίνεται να ακούς κάθε άνθρωπο σε τέτοιο βάθος, να κουβαλάς κάθε σιωπή, να αντέχεις κάθε πόνο και να είσαι μόνιμα διαθέσιμος για συναισθηματική κατάδυση.
Θα αδειάσεις. Θα χαθείς.

Η βαθιά ακρόαση είναι επιλογή. Είναι χρόνος. Είναι ενέργεια. Είναι ψυχική επένδυση. Δεν προσφέρεται στον ίδιο βαθμό σε όλους.

Και εκεί ξεχωρίζουν και οι σχέσεις μας. Όχι μόνο στο πόσο ωραία περνάμε μαζί, στο πόσο γελάμε ή στο πόσο συμφωνούμε όταν όλα είναι εύκολα. Αλλά στο πόσο αντέχουμε να ακούμε όταν ο άλλος δεν είναι ευχάριστος, εύκολος, χαρούμενος και κοινωνικά βολικός.

Γιατί τελικά, το να σε ακούσει κάποιος πραγματικά, χωρίς να σε διορθώσει επειδή δεν είσαι η συνηθισμένη χαρούμενη παρέα, χωρίς να σε μικρύνει, χωρίς να σε βιάσει να γίνεις καλά, είναι μία από τις πιο σπάνιες μορφές αγάπης.

Και ναι.

Αν σε νοιάζει κάποιος, μαθαίνεις να το κάνεις.

Όχι τέλεια.

Όχι πάντα.

Αλλά αληθινά.