"Η Πλήξη" του Μοραβία και το κενό

"

Η Πλήξη" του Μοράβια δεν μιλάει για τον έρωτα. Μιλάει για το κενό που προσπαθούμε να καλύψουμε με τον έρωτα.

- Είμαι ερωτευμένος.

- Είσαι; Ή μήπως είσαι τρομοκρατημένος;

Να μια ερώτηση που δεν κάνουμε σχεδόν ποτέ.

Διαβάζοντας την Πλήξη του Αλμπέρτο Μοράβια, ήταν εύκολο να πιστέψω ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εμμονής. Ένας άντρας γνωρίζει μια γυναίκα, την ποθεί, τη χάνει, τη ζηλεύει, προσπαθεί να την κρατήσει και στο τέλος χάνεται μέσα στην ίδια του την ανάγκη.

Δεν είδα όμως μόνο αυτό. Αυτό ήταν η επιφάνεια. Ο Μοράβια δεν γράφει για τη Σεσίλια. Η Σεσίλια είναι σχεδόν... αδιάφορη. Δεν είναι καν αυτή το θέμα.

Το θέμα είναι ο Ντίνο. Και, δυστυχώς, λίγο ή πολύ, όλοι έχουμε υπάρξει ο Ντίνο.Όχι απαραίτητα επειδή γίναμε εμμονικοί με έναν άνθρωπο. Αλλά επειδή κάποια στιγμή πιστέψαμε ότι ένας άνθρωπος θα μας γλιτώσει από το κενό μας.

Κι εκεί ξεκινάει η τραγωδία. Η πλήξη δεν είναι αυτό που νομίζεις. Η λέξη μάς ξεγελάει. Όταν ακούμε πλήξη, σκεφτόμαστε έναν άνθρωπο που δεν έχει τι να κάνει.

Ο Μοράβια μιλά για κάτι πολύ πιο τρομακτικό. Για έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να συνδεθεί. Με τη δουλειά του. Με τους ανθρώπους. Με τα αντικείμενα. Με το σώμα του. Με τη ζωή. Όλα υπάρχουν. Αλλά τίποτα δεν τον αγγίζει.

Σήμερα η νευροεπιστήμη θα μας έλεγε ότι ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί μόνο για να σκέφτεται. Λειτουργεί κυρίως για να δημιουργεί σχέση. Με το περιβάλλον, με τους άλλους, με το ίδιο μας το σώμα. Όταν αυτή η σχέση διαταράσσεται, δεν χάνεται μόνο η χαρά. Χάνεται το νόημα. Κι όταν χάνεται το νόημα, αρχίζουμε να ψάχνουμε σωτήρες. Έναν σύντροφο. Ένα παιδί. Μια επιτυχία. Ένα καινούργιο σπίτι. Ένα ταξίδι. Ένα ακόμη πτυχίο. Ένα ακόμη like. Κάτι. Οτιδήποτε.

Γιατί έχουμε μπερδέψει τη ζωντάνια με τη διέγερση.νΗ ντοπαμίνη δεν είναι ευτυχία. Ζούμε σε μια εποχή που λατρεύει τη ντοπαμίνη. Νέα ειδοποίηση. Νέα γνωριμία. Νέα αγορά. Νέο βίντεο. Νέο ερέθισμα. Ο εγκέφαλος παίρνει μια μικρή δόση ανταμοιβής και ζητά αμέσως την επόμενη. Κάπως έτσι, πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν ούτε δέκα λεπτά χωρίς να πιάσουν το κινητό τους.

Όμως, η ντοπαμίνη δεν δημιουργεί δεσμό. Δημιουργεί αναζήτηση. Άλλες νευροχημικές διεργασίες, όπως εκείνες που σχετίζονται με την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και τη συναισθηματική σύνδεση, είναι αυτές που μας κάνουν να νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου.

Ο Ντίνο, όμως, δεν ψάχνει σύνδεση. Ψάχνει ανακούφιση. Και οι δύο αυτές έννοιες απέχουν όσο η δίψα από το θαλασσινό νερό.

- Αν με αγαπάς, γιατί δεν με ηρεμείς;

Αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη απαίτηση που μπορεί να γεννηθεί μέσα σε μια σχέση. Να ζητάμε από τον άλλον να ρυθμίσει όσα δεν έχουμε μάθει να ρυθμίζουμε μόνοι μας.

- Αν με αγαπάς, κάνε με να μη φοβάμαι.

- Αν με αγαπάς, μην κοιτάξεις κανέναν άλλον.

- Αν με αγαπάς, απάντησε αμέσως.

- Αν με αγαπάς, απόδειξέ το!

Και κάθε απόδειξη γεννά την ανάγκη για άλλη μία. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η έλλειψη αποδείξεων. Ήταν η αδυναμία μας να τις πιστέψουμε. Εκεί που ο έρωτας φοράει τη μάσκα της εξάρτησης.

Υπάρχει μια στιγμή στο βιβλίο όπου καταλαβαίνεις ότι ο Ντίνο δεν ενδιαφέρεται πια να γνωρίσει τη Σεσίλια. Ενδιαφέρεται να την ελέγξει. Να προβλέψει κάθε της κίνηση. Να εξουδετερώσει κάθε πιθανότητα απώλειας.

Αλλά πείτε μου...

Αν μπορούσαμε να προβλέψουμε απολύτως τον άνθρωπο που αγαπάνε...

Θα ήμασταν ακόμη ερωτευμένοι ή θα ζούσαμε με ένα κατοικίδιο βεβαιότητας;

Ο έρωτας περιέχει πάντα μια δόση άγνοιας. Αβεβαιότητας. Ελευθερίας. Αυτό ακριβώς τον κάνει όμορφο. Και αυτό ακριβώς τον κάνει τρομακτικό.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία ξέρετε ποια είναι;

Ότι ο Ντίνο πιστεύει πως υποφέρει επειδή η Σεσίλια δεν του δίνει αρκετή αγάπη. Ενώ στην πραγματικότητα υποφέρει επειδή δεν μπορεί να αντέξει την αβεβαιότητα. Και ξαφνικά το βιβλίο παύει να μιλά για έναν άντρα στην Ιταλία του 1960. Μιλά για εμάς.

Για εκείνον που βλέπει ότι ο άλλος είναι συνδεδεμένος στο Messenger αλλά δεν απαντά. Για εκείνη που μετρά πόση ώρα πέρασε από το τελευταίο μήνυμα. Για εκείνον που ελέγχει ποιος έκανε like. Για εκείνη που ψάχνει αποδείξεις αγάπης αντί να παρατηρεί αν νιώθει ασφαλής. Δεν άλλαξαν ο άνθρωποι. Άλλαξαν μόνο τα εργαλεία της αγωνίας.

Και τώρα η δύσκολη ερώτηση:

Αν αύριο ξυπνούσες και είχες την απόλυτη βεβαιότητα ότι ο άνθρωπός σου δεν θα σε εγκαταλείψει ποτέ...

Θα εξαφανιζόταν ο φόβος;

Ή θα έβρισκε άλλη μορφή;

Γιατί ο φόβος της εγκατάλειψης πολύ συχνά δεν γεννιέται από τη συμπεριφορά του άλλου. Γεννιέται από την ιστορία που κουβαλάμε μέσα μας. Κι αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μήνυμα του Μοράβια.

Δεν μπορείς να θεραπεύσεις ένα υπαρξιακό κενό κατακτώντας ανθρώπους.

Δεν μπορείς να νικήσεις την ανασφάλεια συλλέγοντας διαβεβαιώσεις.

Δεν μπορείς να βρεις τον εαυτό σου μέσα στην κατοχή κάποιου άλλου.

Τελικά... ποιος είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής;

Ούτε ο Ντίνο.

Ούτε η Σεσίλια.

Ο πρωταγωνιστής είναι το κενό.

Εκείνο που όλοι προσπαθούμε να γεμίσουμε.

Άλλοι με σχέσεις.

Άλλοι με δουλειά.

Άλλοι με χρήματα.

Άλλοι με πνευματικότητα.

Άλλοι με ατελείωτη παραγωγικότητα.

Άλλοι με ουσίες.

Άλλοι με επιτυχίες.

Άλλοι με ανθρώπους που δεν έφταιξαν ποτέ για όσα τους ζητήσαμε να κουβαλήσουν.

Κι ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο αυτού του βιβλίου. Δεν σου λέει πώς να αγαπήσεις. Σε αναγκάζει να αναρωτηθείς γιατί αγαπάς.

Και κυρίως...

Ποιο κομμάτι σου ζητά απεγνωσμένα να σωθεί κάθε φορά που λες "δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα";

Γιατί, πολλές φορές, αυτό που δεν μπορούμε να αντέξουμε δεν είναι η απουσία του άλλου. Είναι η συνάντηση με τον ίδιο μας τον εαυτό.