ΕΓΩ

Η φωτογραφία μου
Φοβάμαι πως δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζω αν αυτά που γράφω είναι τα αίτια, τα αποτελέσματα ή έστω αυτά που πραγματικά συνέβησαν. Αυτή η εμφανής σύγχυση είναι αποτέλεσμα σύγκρουσης τριών προσωπικοτήτων: αυτής που έχω, αυτής που νομίζουν οι άλλοι ότι έχω και αυτής που δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω ούτε στον εαυτό μου.

Το μη λεκτικό λεξικό των ανθρώπων μας


Υπάρχει κάτι που δεν μας το έμαθε ποτέ κανείς, αλλά το μαθαίνουμε μόνοι μας, αν προσέξουμε λίγο:

Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του γλώσσα.

Και σχεδόν ποτέ δεν είναι οι λέξεις.

Είναι οι μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Παράξενες συνήθειες. Ψυχαναγκαστικά ίχνη που στην αρχή μοιάζουν ασήμαντα, αλλά στην πραγματικότητα είναι χάρτες.

Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε πάντα τι νιώθουν. Αλλά το δείχνουν. Συνεχώς. Και αν κάτσεις να παρατηρήσεις, σιγά σιγά φτιάχνεις ένα προσωπικό λεξικό για τον καθένα.

Ένας φίλος μου σηκώνεται όρθιος όταν θέλει να πει κάτι σοβαρό, λες και χρειάζεται ύψος για να βρει βάρος.

Ένας άλλος περπατάει πάνω κάτω όταν προσπαθεί να συγκεντρωθεί, λες το σώμα του σκέφτεται μαζί με το μυαλό.

Κάποιος τρίτος αρχίζει να τακτοποιεί, να πιάνει πράγματα, τα γυρίζει σαν σβούρα. Το άγχος του ζητάει κίνηση για να μην ξεχειλίσει.

Και μετά είμαι κι εγώ.

Που όταν σκέφτομαι, κοιτάω αλλού. Συνήθως σε ένα κενό τοίχο. Σαν να χρειάζεται να απομακρυνθώ από πρόσωπα και λοιπά οπτικά ερεθίσματα για να μπορέσω να κοιταξω μέσα μου.

Αυτό είναι το μη λεκτικό λεξικό.

Δεν γράφεται. Δεν συμφωνείται. Δεν εξηγείται με συζήτηση τύπου "όταν κάνω αυτό, σημαίνει εκείνο". Χτίζεται με παρατήρηση και κυρίως με νοιάξιμο.

Γιατί για να το μάθεις, πρέπει να σε ενδιαφέρει αρκετά ο άλλος ώστε να το παρατηρήσεις και να το θυμάσαι.

Να πεις "Α, τώρα που κάνει αυτό… κάτι συμβαίνει." Όχι επειδή στο είπε. Αλλά επειδή τον έχεις δει.

Και εκεί γίνεται κάτι πολύ όμορφο, και πολύ σπάνιο.

Αρχίζεις να προλαβαίνεις.

Όχι με την έννοια να επεμβαίνεις.

Αλλά με την έννοια να καταλαβαίνεις πάνω από τις λέξεις.

Να αποκωδικοποιείς, για να το πω καλύτερα.

Να μαλακώνεις όταν βλέπεις ένταση.

Να δίνεις χώρο όταν βλέπεις απόσυρση.

Να μη παίρνεις προσωπικά πράγματα που δεν είναι για σένα.

Κι έτσι, δεν αντιδράς στις λέξεις που ειπώνονται. Αντιδράς στον άνθρωπο.

Αυτό όμως θέλει προσοχή.

Γιατί υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο "σε καταλαβαίνω" και στο "σε ερμηνεύω όπως με βολεύει".

Το μη λεκτικό λεξικό δεν είναι εργαλείο ελέγχου ή πρόβλεψης.

Δεν είναι για να ξέρεις τι έχει ο άλλος πριν μιλήσει. Είναι για να πεις "Σε βλέπω λίγο πιο καθαρά απ’ ό,τι φαίνεται".

Και υπάρχει και κάτι ακόμα.

Δεν αρκεί να μαθαίνουμε τους άλλους. Χρειάζεται, όσο γίνεται, να αφήνουμε και τους άλλους να μάθουν εμάς. Γιατί αλλιώς τους ζητάμε να μαντεύουν. Κι εκεί κάπου χάνεται το παιχνίδι.

Το ιδανικό δεν είναι να μη χρειάζεται ποτέ να μιλάμε, δηλαδή. Αλίμονο!

Είναι να υπάρχει μια γέφυρα που να περιλαμβάνει λίγη παρατήρηση από τον έναν και λίγη εξήγηση από τον άλλον. Και στη μέση, μια σιωπηλή κατανόηση που δεν χρειάζεται πάντα λέξεις για να σταθεί.

Γιατί τελικά, το πιο δυνατό "σε νοιάζομαι" δεν είναι αυτό που λέγεται.

Είναι αυτό που φαίνεται ότι το έχεις προσέξει.

Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes