26 Οκτωβρίου 2024
This is the furthest I will go.
Never the same again.
The vile path calling me,
the day I ran from life again.
If I win this one time,
it will still be the end of me.
My belief that nothing ends well.
This is the end for me.
Day and night heart was uneased.
Broken will frozen smile.
Riding on, heart pumping tears.
Day and night I walk alone.
Bones rotting in the earth,
like your secrets that you long kept from me.
But blood weighs more than silence.
Broken words,
shards in your mouth,
cut deeper than any wound.
Broken vows will never be the same.
Lies like the viper´s bite.
26 Σεπτεμβρίου 2024
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
26 Αυγούστου 2024
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του...
...Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα, σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο...
26 Ιουλίου 2024
Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη· μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι ολότελα ξένη.
Θά ’ρθω μια μέρα, γυμνός απ’ αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου και σύντροφο.
Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.
Μανόλης Αναγνωστάκης
05 Σεπτεμβρίου 2014
04 Αυγούστου 2014
10 Ιουλίου 2014
19 Ιουνίου 2014
12 Ιουνίου 2014
13 Μαΐου 2014
που νόμιζα πως ήταν η ίδια μου η ζωή
κι έζησα το όνειρο μιας επιθυμίας μου τόσο έντονα
που νόμιζα πως ήταν το όνειρο μιας νύχτας
21 Μαρτίου 2014
Μια κυρία στάθηκε δίπλα στο παράθυρο του οδηγού (δηλαδή εμού της ιδίας) και βρήκε λάθος μέρα να διαμαρτυρηθεί για δήθεν ασέβειά μου προς τους νεκρούς. Απαίτησε με τσιριχτή φωνή να κλείσω το ραδιόφωνο πάραυτα. Σε δική μου ερώτηση γιατί, απάντησε ότι θα σηκωθούν οι πεθαμένοι από τους τάφους τους με τους σατανάδες που ακούω.
Προφανώς κ δεν κατάλαβε τι έλεγα αλλά για βλασφημία της φάνηκε κι έτσι φεύγοντας άκουσα τα γνωστά "αντίχριστη" κ "σατανίστρια" αλλά δε βαριέσαι...Φτάνει που βρήκα λόγο να χαμογελάσω πρωί-πρωί.
13 Φεβρουαρίου 2014
Ο
όρος αρχικά υιοθετήθηκε από τον Hermann Lotze το 1958 για να
δημιουργήσει τη γερμανική λέξη "Einfühlung" (ein, "σε" + Fühlung, "συναίσθημα" ), ως μετάφραση από την ελληνική λέξη "εμπάθεια" (εν, "σε" + πάθος, "συναισθηματική κατάσταση"). Η αγγλική λέξη προέρχεται από την ελληνική λέξη "εμπάθεια", η οποία
μεταφέρθηκε ατόφια από τον Edward B. Titchener στην αγγλική γλώσσα ως "empathy".[*Να σημειωθεί ότι στα νέα ελληνικά η λέξη "εμπάθεια" έχει αρνητική σημασία και σημαίνει "μίσος", "απέχθεια", "κακοβουλία" ή "μοχθηρία", γι'αυτό και σωστή μετάφραση του "empathy" στα ελληνικά δεν είναι "εμπάθεια", αλλά "ενσυναίσθηση".]
23 Ιανουαρίου 2014
Εκεί που έχω αποφασίσει να τα παρατήσω όλα και να παραγγείλω σουβλάκια το μεσημέρι, να' σου ένας κονιόρδος με καμπαρτίνα και καπέλο παρακαλώ, να με κοζάρει στα
ψυγεία. Πιάνει τα τυριά, τα χαϊδεύει με νόημα, με κοιτάζει και μου χαμογελά.Δυστυχώς ήταν πολύ αστείος οπότε μου ξέφυγε ένα χαμόγελο κοιτώντας αδιάφορα τα σαλάμια. Δυστυχώς επίσης αυτό του έδωσε θάρρος, οπότε άρχισε να πλησιάζει με την κεφαλογραβιέρα παραμάσχαλα. Πάω στα λαχανικά, από δίπλα αυτός. Βουτάω 2 μαρούλια και πάνω που αρχίζει να έρχεται προς το μέρος μου, πάω στις πατάτες.
Ο "επιθεωρητής Κλουζώ" δεν το πιάνει το νόημα και ακολουθεί. Νομίζει ότι του κάνω τη δύσκολη. Παίρνω ένα διχτάκι πατάτες, έχει τρύπα και πέφτει μια κάτω. Σπεύδει, σκύβει, την πιάνει, απλώνει το ξερό του να μου τη δώσει και μου λέει "όνομα;". Πατάτα, του λέω. "Το δικό σου" μου λέει. Βαγγέλης, του λέω.
Για 2-3 δευτερόλεπτα με κοιτάζει που του χαμογελάω γλυκά. Αποφασίζει να τρομάξει, φεύγει, και το γαϊδούρι πετάει πάλι την πατάτα κάτω.
08 Ιανουαρίου 2014
30 Οκτωβρίου 2013
Κάπως έτσι ξεκινάει το κατά τα άλλα συμπαθές στρουμφάκι, που με διάθεση πάντα θετική αλλά άκρως εγωιστική (να τα λέμε αυτά), προσφέρει δώρα φορώντας το πιο αθώο του χαμόγελο που σε καμία περίπτωση δεν προοιωνίζει το τι θα συμβεί μετά. Κι όταν το κάθε ανύποπτο και χαρούμενο για την ευχάριστη αυτή έκπληξη ομοειδές του, ανοίξει το «πακέτο» για να βρει το δώρο του, αντ’ αυτού...ΚΑΜΠΟΥΜ! Σκάει στα μούτρα του.
Αυτό λοιπόν, τα παιδάκια το βλέπουν και γελάνε (και πολύ καλά κάνουν μιας και το ξάφνιασμα του εγκεφάλου είναι ένας από τους τρόπους για να προκαλέσεις γέλιο). Εγώ όμως ως παιδί με πολλές εσωτερικές αναζητήσεις (ναι αμέ, από τότε τις είχα), το πήγα λίγο παραπέρα. Είναι αστείο, σύμφωνοι. Αλλά... είναι το ίδιο αστείο και γι' αυτόν που σκάσει στα μούτρα του το φαρσοκωμικό μπουρλότο?
Κι έτσι, διδάχτηκα από τα στρουμφάκια (διάβασον, διάβασον), αρχικά να είμαι επιφυλακτική με τις εκπλήξεις γενικότερα (παιδί ήμουν, το γενίκευσα) αλλά και από την άλλη να μη μου φαίνεται αστείο το πάθημα κανενός, ούτε καν σε καρτούν (σύνολο γενικεύσεων σημειώσατε 2). Έτσι κόντρα στο ρεύμα των 5χρονων των αρχών της δεκαετίας του ογδόντα (κάντε τους υπολογισμούς σας), δε μου φαινόταν καθόλου αστείο ένα τσουρουφλισμένο και απορημένο στρουμφάκι.
[*Στη εφηβεία μου βέβαια, άλλαξα δραματικά γούστα στα καρτούν και από τότε κρυφός μου πόθος είναι το Μπιμπ-μπιμπ να γίνει ένα πεντανόστιμο γέυμα για το Κογιότ (έχω σκεφτεί μέχρι και προτάσεις για συνταγές) και βεβαίως ο Σιλβέστερ να μην φάει τον Τουίτι (τι να φάει κι από δαύτο, όλο κεφάλι είναι) αλλά να το μασήσει καλά και μετά να το φτύσει στα μούτρα του σκύλου.]
Μεγαλώνοντας λοιπόν, δεν τα πήγα και καλύτερα με τις εκπλήξεις. Τουτέστιν, δεν είναι και η καλύτερή μου. Και όχι γιατί φοβάμαι πως θα σκάσει στα μούτρα μου το λαχταριστό δωράκι και θα τσουρουφλιστώ κι εγώ (αν και μεταφορικά μιλώντας έχει συμβεί ουκ ολίγες φορές κι αυτό), αλλά από δική μου ιδιοτροπία μάλλον (γιατί η θεωρία με τα στρουμφάκια παραμένει επιστημονικώς ανεπιβεβαίωτη).
Έτσι, πάντα η πρώτη μου επιλογή είναι να γνωρίζω. Εάν γνωρίζω τότε έχω και την επιλογή να αρνηθώ και να γλιτώσω (αν δεν μου αρέσει, δεν έχω όρεξη κτλ.) ή να δεχτώ με χαρά και ανυπομονησία (εάν μου φαίνεται ωραία ιδέα) και τέλος πάντων να έχω κι εγώ τις επιλογές μου. Δε μου αρέσει να μην έχω επιλογές και δυστυχώς στις εκπλήξεις, δεν υπάρχουν επιλογές. Καλή ή κακή, σκάει στα μούτρα σου έτσι κι αλλιώς. Επίσης, γνωρίζοντας τι συμβαίνει μπορώ να χειριστώ την κατάσταση καλύτερα. Στις εκπλήξεις δεν αντιδρώ καλά. Από κεκτημένη ταχύτητα, και ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας προφανής λόγος, για μερικά λεπτά αισθάνομαι άβολα.
Στην επικοινωνία μου με άλλους ανθρώπους βέβαια, αν και έχω κάνει κι εγώ εκπλήξεις σε άλλους (είναι μια πολύ πολύ ωραία διαδικασία, το ομολογώ), πρέπει ή να είμαι 100% σίγουρη ότι θα αρέσει η έκπληξή μου ή εναλλακτικά πάντα με χαρά παίρνω μέρος σε εκπλήξεις που έχουν αποφασίσει άλλοι για άλλους. Έτσι, αν αρχίσει να μπινελικώνει αυτός στον οποίο έχει γίνει η έκπληξη (το έχω ζήσει και αυτό!), να μη έχω τουλάχιστον την ευθύνη (γιατί το πιο πιθανό είναι να του δώσω δίκιο για τα μπινελίκια). Πέραν των δυο αυτών περιπτώσεων, δυστυχώς πολύ φοβάμαι πως είμαι ένας πολύ πολύ πεζός άνθρωπος και αρχίζω τις ερωτήσεις ακόμα και για πιο απλά. "Θες να φύγουμε το Σ/Κ και όπου μας βγάλει?", "Να περάσω να σε πάρω να πάμε έξω?" "Να έρθω να σε δω σήμερα?" και άλλα τέτοια ευγενικά και διακριτικά μεν, αλλά απελπιστικά πεζά δε.
Στην ψυχολογία το ονομάζουν φόβο για το απροσδόκητο που μεταφράζεται ως ανάγκη για δομή και τάξη. Εγώ δεν συμφωνώ. Δεν έχω φόβο για το απροσδόκητο, αρκεί να έχω συμφωνήσει εκ των προτέρων κι εγώ ότι θέλω να το ζήσω (για δομή και τάξη δε ούτε που το συζητάω, όσοι έχουν δει το σπίτι μου καταλαβαίνουν).
Γι' αυτό κι εγώ λοιπόν το ονομάζω σύνδρομο του Χαχανούλη που μεταφράζεται ως ανάγκη να μην αποφασίζουν άλλοι για μένα, αλλά ούτε κι εγώ για λογαριασμό άλλων. Δηλαδή ανάγκη για ηρεμία γενικότερα.









