26 Ιουνίου 2026
"Να είστε ο δικός σας ορισμός του καταπληκτικού. Αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από οτιδήποτε όμορφο."
Έχω βαρεθεί να διαβάζω λίστες για το πώς πρέπει να είναι κάποιος.
Για τις γυναίκες δε... Να είναι έξυπνη, να είναι αστεία, να είναι περιπετειώδης...
Λες και είμαστε προϊόντα στο ράφι που πρέπει να βελτιώσουν το packaging τους για να πιάσουν καλύτερη τιμή.
Τα πράγματα είναι πιο απλά για μένα.
Δεν είμαι όμορφη. Δεν είμαι άσχημη. Είμαι συνηθισμένη. Δεν θα με χαζεψεις στο δρόμο (εκτός εάν είσαι από μόνος σου χαζεμένος) και το καλύτερο; Δεν με νοιάζει. Το πρόσωπό μου είναι από εκείνα που ξεχνάς μόλις με προσπεράσεις στο πεζοδρόμιο. Δεν προκαλώ εντυπώσεις, δεν ξεκινάω συζητήσεις με την εμφάνισή μου. Και όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο περισσότερο το απολαμβάνω. Γιατί ξέρεις τι κερδίζεις όταν είσαι αδιάφορη για το βλέμμα των άλλων; Την ησυχία σου.
Αυτή η "αποδοχή της πραγματικότητας" δεν είναι κανένα απαύγασμα πνευματικού ταξιδιού. Είναι απλώς η διαπίστωση ότι δεν είχα ποτέ μάλλον την ενέργεια να συντηρώ μια βιτρίνα που εμένα προσωπικά, δεν είχε να μου προσφέρει κάτι αξιόλογο.
Επίσης, έχω καταλήξει ότι το να μην είσαι όμορφη, με τον τρόπο που επιβάλλουν τα περιοδικά, τα φίλτρα και η κοινωνική πίεση, είναι το πιο υπερτιμημένο προνόμιο που υπάρχει. Εγώ το λέω "απαλλαγή από ένα διαρκές, ανούσιο καθήκον". Γιατί, ας μην γελιόμαστε, το να συντηρείς μια ομορφιά "περιοδικού" είναι μια δουλειά πλήρους απασχόλησης. Απαιτεί χρόνο, χρήμα, σκέψη, αγωνία για το πώς θα σε δει ο άλλος, πώς θα σε κρίνει, αν θα γυρίσει το κεφάλι του... Όρεξη να'χεις ν'ασχολεισαι δηλαδή.
Η συγγραφέας επάνω, λέει να είμαι καταπληκτική, να είμαι θυμωμένη, έξυπνη, αστεία. Αλλά το "καταπληκτική" είναι μια ακόμα απαίτηση. Μια άλλη δουλειά που πρέπει να φέρω εις πέρας.
Γιατί να είμαι καταπληκτική όταν είμαι απλώς κουρασμένη; Όταν μπορώ να κοιμάμαι στον καναπέ με τα ρούχα της βάρδιας, χωρίς να έχω κάνει μπάνιο, με τα μαλλιά χάλια, χωρίς να ντρέπομαι που επιδέχομαι "βελτίωση" αλλά δεν έχω καμία πρόθεση να βελτιωθώ για τους άλλους;
Όταν θέλω να κάνω τα μποτέ μου, θα τα κάνω. Τα μπάνια μου, τις κρέμες μου, το πεντικιούρ μου, τα μαλλιά μου, το ντύσιμο μου. Επειδή έτσι το αισθάνομαι καλύτερα εγώ όμως. Οκ;
Δεν έχω καμία διάθεση λοιπόν να γίνω καταπληκτική 24/7. Δεν θέλω να είμαι η γυναίκα που, ενώ γυρνάει από 8 ώρες νυχτερινής βάρδιας, νιώθει ότι πρέπει να περιποιηθεί τον εαυτό της για να μην δείχνει κουρασμένη. Μα είμαι κουρασμένη! Και αυτό είναι αληθινό. Οι μαύροι κύκλοι, τα ανακατεμένα μαλλιά μετά τον ύπνο στον καναπέ, τα ρούχα που είναι άνετα κι ας μην είναι στη μόδα... αυτά δεν είναι απαραίτητα σημάδια αμέλειας, είναι σημάδια μιας ζωής που δεν ξοδεύεται για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες κανενός άλλου πέρα από του εαυτού μου.
Όταν διαβάζω λίστες του τύπου "να είσαι θυμωμένη, να είσαι έξυπνη, να είσαι περιπετειώδης", γελάω. Γιατί κι αυτές οι λίστες, στην ουσία, τις ίδιες απαιτήσεις έχουν. Σου λένε γίνε αυτό για να είσαι αποδεκτή, για να είσαι cool. Αλλά γιατί να γίνω κάτι; Γιατί να μην είμαι απλώς; Έτσι, σκέτο.
Δεν ψάχνω να επιβεβαιώσω την ύπαρξή μου μέσα από το αν θα γυρίσει κάποιος να με κοιτάξει δεύτερη φορά. Αν με κοιτάξει, ας είναι για να δει έναν άνθρωπο. Αν δεν κοιτάξει, ακόμα καλύτερα. Η συνηθισμένη μου ζωή δεν είναι αποτέλεσμα αποτυχίας. Είναι το φρούριο που έχτισα για να ηρεμώ. Και μέσα σε αυτό το φρούριο, κανείς δεν μπορεί να επιβάλει πώς θα μετράει η αξία μου.
Δεν είμαι εδώ για να εντυπωσιάσω με καμία καταπληκτικότητα. Είμαι εδώ επειδή έτυχε να γεννηθώ και, για την ώρα, αναπνέω ακόμα. Είμαι εδώ πρωτίστως για να με αντέχω εγώ. Και αυτό, πιστέψτε με, για μένα είναι το πιο δύσκολο και το πιο "καταπληκτικό" πράγμα που έχω καταφέρει ποτέ.
Αντί για την ομορφιά λοιπόν, επέλεξα άλλα υλικά για να πορευτώ. Υλικά που βρίσκονται μόνο όταν σταματάς να στοχεύεις στο τέλειο, λες και η ζωή είναι μια λίστα με προσόντα που πρέπει να συμπληρώσεις για να πάρεις αξία.
Προσφάτως, ας πούμε, συνειδητοποίησα πόσο λυτρωτικό είναι να μην ζητάω από τους ανθρώπους να γίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Όταν σταματάς να έχεις τέτοιου είδους απαιτήσεις από τους γύρω σου, σταματάς να τους πιέζεις να χωρέσουν στα δικά σου κουτιά, ή να τους συμπεριφέρεσαι σαν πηγές από τις οποίες πρέπει να αντλήσεις κάτι. Κι αυτό, από μόνο του, είναι μια πράξη κατανόησης που λίγοι κατέχουν. Τους αφήνεις να είναι αυτό που είναι κι αν σου αρέσει και τους αρέσει κι αυτών αυτό που είσαι εσυ... κάτι όντως καταπληκτικα απελευθερωτικό μπορεί να συμβεί.
Και όλο αυτό το λογίδριο ξέρω πως ακούγεται σαν αυτοβοήθεια, αλλά δεν είναι.
Είναι η παραδοχή ότι η ομορφιά και η καταπληκτικότητα εάν το καλοσκεφτούμε είναι απλώς ένας θόρυβος, και εγώ προσωπικά επιλέγω την ηρεμία.
22 Ιουνίου 2026

Κάποιος με είπε "ύποπτα καλόβολη". Σε πρώτη ανάγνωση, κολακεύτηκα. Ακούστηκε σαν να θεωρεί πως είμαι πολύ καλόβολη για να είναι αληθινό. Καλό δεν είναι αυτό;
Η αλήθεια, όμως, είναι λίγο διαφορετική. Όχι γιατί δεν είμαι καλόβολη. Είμαι. Απλώς δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο σε αυτό.
Βέβαια, αυτός που το είπε είχε δίκιο. Με ξέρει αρκετά ώστε να καταλάβει ότι είμαι καλόβολη, αλλά όχι τόσο ώστε να καταλάβει γιατί.
Η αλήθεια είναι πως όντως αναπτύσσω έντονα με τα χρόνια κάτι που δεν είναι και τόσο συνηθισμένο. Δεν ψοφάω για παρεξήγηση. Και αυτό για πολλούς, είναι σχεδόν σαν να βλέπουν μονόκερο.
18 Ιουνίου 2026
15 Ιουνίου 2026

Κάποια βιβλία τα διαβάζεις, τα κλείνεις και συνεχίζεις τη ζωή σου και κάποια μοιάζουν με καθρέφτη. Κάθε φορά που τα ξεφυλλίζεις, βλέπεις μέσα τους έναν διαφορετικό εαυτό σου. Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία για μένα. Στην επιφάνεια, η ιστορία του μοιάζει σχεδόν κωμική.
Ένας μεσήλικας Ισπανός ευγενής, ο Αλόνσο Κιχάνο, έχει περάσει τόσες ώρες διαβάζοντας ιστορίες για ιππότες, δράκους και ηρωικά κατορθώματα, ώστε αρχίζει σιγά-σιγά να πιστεύει πως είναι κι ο ίδιος ένας από αυτούς. Αποφασίζει λοιπόν να αφήσει το σπίτι του και να γίνει περιπλανώμενος ιππότης.
Βρίσκει μια παλιά σκουριασμένη πανοπλία, βαφτίζει το αδύναμο άλογό του Ροσινάντε και δίνει στον εαυτό του το όνομα "Δον Κιχώτης της Μάντσας". Για να ολοκληρωθεί η φαντασίωσή του, επιλέγει και μια "κυρία της καρδιάς του", τη Δουλτσινέα, μια απλή χωριατοπούλα την οποία στη φαντασία του μετατρέπει σε αριστοκρατική δεσποσύνη.
Σύντροφός του γίνεται ο Σάντσο Πάντσα, ένας απλός χωρικός, γήινος, πρακτικός και γεμάτος λαϊκή σοφία. Και οι δυο τους ξεκινούν ένα ταξίδι που είναι ταυτόχρονα περιπέτεια, σάτιρα και βαθιά φιλοσοφικός στοχασμός.
Στη διαδρομή τους συμβαίνουν τα πιο παράξενα πράγματα.
Ο Δον Κιχώτης βλέπει κάστρα εκεί που υπάρχουν πανδοχεία. Βλέπει πριγκίπισσες εκεί που υπάρχουν απλές γυναίκες. Βλέπει συνωμοσίες εκεί που υπάρχουν συμπτώσεις. Και, φυσικά, βλέπει γίγαντες εκεί που υπάρχουν ανεμόμυλοι. Με το δόρυ του προτεταμένο ορμά εναντίον τους, αποφασισμένος να σώσει τον κόσμο από το κακό. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Ένας ανεμόμυλος τον εκσφενδονίζει στο έδαφος και εκείνος βρίσκεται τραυματισμένος και γελοιοποιημένος.
Η εικόνα αυτή έγινε μία από τις πιο διάσημες στη λογοτεχνία.
Όμως δεν έμεινε στην ιστορία επειδή ένας τρελός μπερδεύτηκε. Έμεινε γιατί, βαθιά μέσα μας, αναγνωρίζουμε κάτι από τον εαυτό μας σε αυτόν.
Οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη είναι οι δικοί μας ανεμόμυλοι.
Είναι οι φόβοι που μεγεθύνουμε μέχρι να γίνουν τέρατα.
Είναι οι άνθρωποι στους οποίους αποδίδουμε ιδιότητες που δεν έχουν.
Είναι οι σχέσεις που πιστεύουμε ότι μπορούν να γίνουν κάτι που στην πραγματικότητα δεν μπορούν.
Είναι οι μάχες που δίνουμε όχι επειδή είναι λογικές, αλλά επειδή έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι αξίζουν.
Πόσες φορές δεν έχουμε μετατρέψει έναν άνθρωπο σε "σωτήρα"; Πόσες φορές δεν έχουμε δει μια μικρή δυσκολία σαν ανίκητο τέρας; Πόσες φορές δεν έχουμε πολεμήσει με πάθος για κάτι που οι άλλοι έβλεπαν ως χαμένη υπόθεση;
Όλοι μας, κάποια στιγμή, έχουμε υπάρξει Δον Κιχώτης. Και ίσως να συνεχίζουμε να είμαστε.
Η μεγάλη σύγκρουση είναι τελικά μια. Όνειρο vs Πραγματικότητα
Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα δεν είναι απλώς δύο χαρακτήρες. Είναι δύο κομμάτια του ίδιου ανθρώπου. Ο ένας είναι η ανάγκη μας να ονειρευόμαστε. Ο άλλος είναι η ανάγκη μας να επιβιώνουμε.
Ο ένας λέει "Ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος".
Ο άλλος απαντά "Ναι, αλλά πρώτα πρέπει να δεις τον κόσμο όπως πραγματικά είναι".
Ο ένας θέλει το ιδανικό. Ο άλλος το εφικτό. Και η ζωή μας είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Αν ζούμε μόνο σαν τον Σάντσο, κινδυνεύουμε να γίνουμε κυνικοί. Να πάψουμε να πιστεύουμε, να εκπλησσόμαστε, να ελπίζουμε.
Αν ζούμε μόνο σαν τον Δον Κιχώτη, κινδυνεύουμε να χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας.
Χρειαζόμαστε και τους δύο.
Το όνειρο χωρίς πραγματικότητα γίνεται παραλήρημα.
Η πραγματικότητα χωρίς όνειρο γίνεται φυλακή.
Ο Δον Κιχώτης δεν αντέχει έναν κόσμο συνηθισμένο. Δεν αντέχει την ιδέα ότι η ζωή είναι μόνο φαγητό, ύπνος, δουλειά και θάνατος. Χρειάζεται έναν σκοπό. Χρειάζεται μια αποστολή. Χρειάζεται να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο συγκινητική πλευρά του ήρωα. Δεν τρελάθηκε επειδή έχασε το μυαλό του. Τρελάθηκε επειδή αρνήθηκε να δεχτεί έναν κόσμο χωρίς ποίηση. Και αυτό είναι τρομακτικά ανθρώπινο. Γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις. Από νόημα. Από ιστορίες που να κάνουν την ύπαρξή μας να μοιάζει λίγο μεγαλύτερη από την καθημερινότητα.
Ερωτευόμαστε και πιστεύουμε ότι βρήκαμε τον άνθρωπό μας. Κάνουμε παιδιά πιστεύοντας στο μέλλον. Παράγουμε έργο, τέχνη. Φτιάχνουμε οικογένειες. Αγαπάμε. Ονειρευόμαστε. Με έναν τρόπο, όλοι επινοούμε τους δικούς μας γίγαντες.
Και αν ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ο τρελός; Ο Θερβάντες αφήνει ένα πολύ "χμ" ερώτημα.
Μήπως ο πραγματικά δυστυχισμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που βλέπει γίγαντες στους ανεμόμυλους, αλλά εκείνος που δεν βλέπει πια τίποτα;
Εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα. Που δεν ενθουσιάζεται. Που δεν ερωτεύεται. Που δεν συγκινείται. Που δεν ξεκινά καμία μάχη επειδή φοβάται ότι θα χάσει.
Γιατί ο Δον Κιχώτης, παρότι πέφτει ξανά και ξανά, συνεχίζει να σηκώνεται. Και υπάρχει μια παράξενη αξιοπρέπεια σε αυτό. Κάτι βαθιά ανθρώπινο, ομολογουμένως.
Στο τέλος του μυθιστορήματος συμβαίνει κάτι θλιβερό. Ο Δον Κιχώτης επιστρέφει σπίτι του. Ξαναβρίσκει τη λογική του. Καταλαβαίνει ότι δεν ήταν ιππότης. Ότι οι γίγαντες ήταν ανεμόμυλοι. Ότι οι πριγκίπισσες ήταν απλοί άνθρωποι. Και λίγο αργότερα πεθαίνει.
Και είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι δεν πέθανε επειδή γέρασε. Πέθανε επειδή έχασε τον μύθο του. Πέθανε επειδή έπαψε να βλέπει τον κόσμο με εκείνη τη ματιά που τον έκανε να σηκώνεται κάθε πρωί και να πιστεύει ότι έχει μια αποστολή.
Μήπως τελικά το μεγάλο μάθημα του Δον Κιχώτη είναι να γνωρίζουμε ότι οι ανεμόμυλοι είναι ανεμόμυλοι αλλά να μην επιτρέψουμε ποτέ στον εαυτό μας να χάσει ολοκληρωτικά την ικανότητα να βλέπει μέσα τους και λίγους γίγαντες;
Γιατί η ζωή χρειάζεται και λίγη λογική και λίγη τρέλα.
Χρειάζεται τον Σάντσο για να πατάμε στη γη.
Και χρειάζεται τον Δον Κιχώτη για να θυμόμαστε γιατί αξίζει να σηκώνουμε το βλέμμα προς τον ορίζοντα.
12 Ιουνίου 2026
- Νομίζουμε πως ενσυναίσθηση σημαίνει αυτόματα και καλός άνθρωπος. Εάν δεν έχει, από την άλλη, σημαίνει αναίσθητος, εγωιστής, πιθανότατα κάθαρμα και ίσως να του χαράξουμε και το αυτοκινήτο τέτοιος που είναι!
- Λέμε "δεν έχει ενσυναίσθηση" και πολλές φορές εννοούμε ότι απλώς φέρθηκε σαν βλάκας.
- Λέμε "έχω ενσυναίσθηση" όταν στενοχωριόμαστε βλέποντας ένα ζώο στον δρόμο.
- Λέμε "θέλω ενσυναίσθηση" όταν στην πραγματικότητα θέλουμε απλώς κάποιος να μας ακούσει χωρίς να μας πετάξει στο τέλος "έλα μωρέ, μην το σκέφτεσαι".
Η ενσυναίσθηση, πολύ απλά, είναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε κάτι από την εσωτερική εμπειρία ενός άλλου ανθρώπου. Τι μπορεί να νιώθει, πώς μπορεί να βλέπει μια κατάσταση, τι νόημα έχει γι’ αυτόν. Δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε μαζί του. Δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε τη συμπεριφορά του. Και, κυρίως, δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η διαφορά ανάμεσα σε εκείνον και σε εμάς. Άρα... Όση ενσυναίσθηση και να έχουμε δεν σημαίνει ότι έχουμε δίκιο.
- να μπορώ να καταλαβαίνω κάτι από την εμπειρία σου,
- να μπορώ να αισθάνομαι κάτι σε σχέση με αυτή,
- να μπορώ κάπως να κατανοώ τον υποκειμενικό σου κόσμο, και
- ταυτόχρονα να γνωρίζω ότι εσύ είσαι εσύ κι εγώ είμαι εγώ.
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι αποδοχή ή συμφωνία
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι καλοσύνη ή ηθική
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι πάντα βοηθητική
Η ενσυναίσθηση μας βοηθά να καταλάβουμε ή να νιώσουμε κάτι από αυτό που βιώνει ο άλλος.
Η συμπόνια προσθέτει την επιθυμία να ανακουφιστεί ο πόνος του και, όπου μπορούμε, να συμβάλουμε σε αυτό.
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι εφαρμόσιμη σε όλους
- Η ενσυναίσθηση δεν είναι τηλεπάθεια
10 Ιουνίου 2026

Άκουσα πρόσφατα μια φράση σε ένα διαδικτυακό σεμινάριο για φροντιστές:
"Ο φροντιστής έχει μία και μόνο αποστολή. Να καταρρεύσει δεύτερος μετά τον φροντιζόμενο. Δεν έχει την ευχέρεια της επιλογής να καταρρεύσει πρωτος".
Δεν ξέρω αν είναι επιστημονικά σωστή. Δεν ξέρω καν αν είναι ηθικά σωστή. Ξέρω όμως ότι με βρήκε σε μια περίεργη στιγμή της ζωής μου. Γιατί για χρόνια πίστευα ότι ο φροντιστής έχει άλλες υποχρεώσεις. Να μην καταρρεύσει ποτέ, ας πούμε. Να είναι πάντα εκεί. Να αντέχει. Να οργανώνει. Να τρέχει. Να προβλέπει. Να μένει ξύπνιος. Να λύνει προβλήματα. Να προλαβαίνει τις ανάγκες των άλλων πριν καν εκφραστούν.
Κάπως έτσι περνούσαν τα δικά μου τελευταία χρόνια.
07 Ιουνίου 2026

Δεν πιστεύω στα ζώδια.
Ούτε στα ταρώ.
Ούτε στη χειρομαντεία.
Ούτε στην καφεμαντεία.
Ούτε σε οτιδήποτε άλλο έχει εφεύρει ο ανθρώπινος νους για να μάθει τα μελλούμενα.
Κι όμως, με γοητεύουν. Πάντα με γοήτευαν.
Για χρόνια πίστευα ότι με γοήτευε το μυστήριο. Ότι μου άρεσε η ιδέα πως ίσως υπάρχει κάτι κρυμμένο πίσω από όσα βλέπουμε. Μπορεί να υπάρχει και λίγο από αυτό. Αλλά όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι δεν είναι ο πραγματικός λόγος.
Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τις ιστορίες. Αγαπώ τους ανθρώπους. Όχι να τους συναναστρέφομαι, μην τρελαθούμε. Να τους παρατηρώ μου είναι αρκετό.
04 Ιουνίου 2026

Μην μπερδεύεστε. Δεν είμαι κανένας καλός άνθρωπος. Σκατά στα μούτρα μου είμαι.
Ούτε επειδή δεν έχω πληγωθεί αρκετά. Έχω πονέσει. Έχω θυμώσει. Έχω βρεθεί να κάνω την ίδια συζήτηση εκατό φορές μέσα στο κεφάλι μου. Έχω φανταστεί τι θα έλεγα αν είχα άλλη μία ευκαιρία. Έχω ξυπνήσει μέσα στη νύχτα με εκείνη την αίσθηση ότι κάτι έμεινε αδιόρθωτο και ανείπωτο. Έχω ονειρευτεί σενάρια επιστροφής του άλλου γονυπετής, σαν να πηγαίνει για προσκύνημα στην Παναγία της Τήνου και όταν φτάνει να τον κοιτάζω σα να έχω μόλις καταπιεί μια χύτρα ξινόγαλο. Αμε!
Αλλά ποτέ δεν θυμάμαι να ευχήθηκα πραγματικά να υποφέρει κάποιος που με στεναχώρησε.
Κι αυτό με έκανε να αναρωτηθώ:
Τι είναι τελικά αυτή η ανάγκη που έχουν μερικοί άνθρωποι να πονέσει ο άλλος όσο πόνεσαν εκείνοι;
31 Μαΐου 2026
Υπάρχει μια ιδέα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που δεν κάθεται ήσυχα στο κεφάλι μου από τότε που την διάβασα. Δεν είναι από εκείνες τις φράσεις που τις κάνεις quote στο Instagram για να νιώσεις σοφός.
Λέει, περίπου, το εξής: Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να είναι ευτυχισμένος. Είναι φτιαγμένος για να μπλέκει.
Και δεν το κάνει επειδή δεν ξέρει τι θέλει. Το κάνει επειδή, ακόμα κι όταν πάρει αυτό που επιθυμεί, κάτι μέσα του αρχίζει να τσινάει. Κάτι αρχίζει να σαλεύει και θέλει να ανακατέψει το τσουκάλι.
27 Μαΐου 2026
Η κοινωνία που ζούμε, για την εύρυθμη λειτουργία της, απαιτεί να είμαστε σταθερές, ενώ η βιολογία μας προστάζει καθαρή ανυπακοή στη σταθερότητα!
Πώς να είσαι κανονική όταν το σώμα σου κάνει ορμονικό rollercoaster με τον Χάρο;




