Ο άνθρωπος που χάλασε την ηρεμία του (γιατί μπορούσε)
Υπάρχει μια ιδέα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που δεν κάθεται ήσυχα στο κεφάλι μου από τότε που την διάβασα. Δεν είναι από εκείνες τις φράσεις που τις κάνεις quote στο Instagram για να νιώσεις σοφός.
Λέει, περίπου, το εξής: Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να είναι ευτυχισμένος. Είναι φτιαγμένος για να μπλέκει.
Και δεν το κάνει επειδή δεν ξέρει τι θέλει. Το κάνει επειδή, ακόμα κι όταν πάρει αυτό που επιθυμεί, κάτι μέσα του αρχίζει να τσινάει. Κάτι αρχίζει να σαλεύει και θέλει να ανακατέψει το τσουκάλι.
Ας το πούμε λίγο πιο καθημερινά: Η λογική λέει πως αν ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας, όπως ασφάλεια, αγάπη, αποδοχή, θα ηρεμήσουμε. Θα αράξουμε. Θα πούμε "εδώ είμαι καλά" και θα απλώσουμε τις ποδάρες μας στο τραπέζι. Ο Ντοστογιέφσκι γελάει με αυτό το "κρυστάλλινο παλάτι" της απόλυτης λογικής. Στο "Σημειώσεις από το Υπόγειο", ξεγυμνώνει κάτι. Αν συναντήσεις άνθρωπο σε μια τέλεια, προβλέψιμη ζωή, χωρίς τριβές και αντιφάσεις, θα κάνει κάτι παράλογο. Όχι από ανάγκη. Από αντίδραση. Σας χτυπάει κανένα καμπανάκι;
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη:
Στο πρώτο μέρος, ο αφηγητής, ένας πρώην δημόσιος υπάλληλος που ζει απομονωμένος σε ένα υπόγειο στην Αγία Πετρούπολη, παρουσιάζει τη φιλοσοφία του. Είναι ένας άνθρωπος πικρόχολος, αυτοκαταστροφικός και βαθιά κυνικός. Επιτίθεται στη λογική και στον ορθολογισμό της εποχής (το "κρυστάλλινο παλάτι"), υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια μηχανή που ακολουθεί τους νόμους της φύσης. Η ελεύθερη βούληση, λέει, είναι το πιο σημαντικό μας δικαίωμα, ακόμα κι αν μας οδηγεί στην καταστροφή ή στον πόνο.
Στο δεύτερο μέρος, η ιστορία γίνεται πιο συγκεκριμένη. Ο αφηγητής περιγράφει επεισόδια από τη ζωή του όπου η δική του ανασφάλεια, ο εγωισμός και η ανάγκη του να επιβεβαιώσει την υπεροχή του τον οδηγούν σε συνεχείς ταπεινώσεις. Η πιο σημαντική στιγμή είναι η συνάντησή του με μια νεαρή πόρνη, τη Λίζα. Εκεί, ο αφηγητής προσπαθεί αρχικά να την «σώσει» με ρητορικά κηρύγματα, για να την ταπεινώσει μετά με τον πιο σκληρό τρόπο, επειδή δεν αντέχει την ειλικρινή της αγάπη και την καθαρότητά της.
Με λίγα λόγια δεν είναι ένα βιβλίο με δράση ή πλοκή με την κλασική έννοια. Είναι μια ψυχολογική ανατομία. Δείχνει πώς η απομόνωση, η αμφιβολία και η άρνηση να αποδεχτείς την ευτυχία (γιατί η ευτυχία σύμφωνα με τα λεγόμενα του, είναι "λογική" και "βαρετή") μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στο να καταστρέψει τον εαυτό του και τους γύρω του.
Γιατί; Για να αποδείξει υποσυνείδητα ότι δεν είναι μηχανή!
Κι εδώ αρχίζει το καλό. Δεν αυτοϋπονομεύουμε τις σχέσεις μας επειδή είμαστε "χαλασμένοι". Τις αυτοϋπονομεύουμε γιατί η απόλυτη τάξη μοιάζει με φυλακή. Η ηρεμία, όταν κρατάει πολύ, γίνεται ύποπτη. Η σταθερότητα, όταν δεν έχει ρωγμές, μοιάζει ψεύτικη. Η ευτυχία, όταν δεν έχει δράμα, δεν μας πείθει.
Και τότε έρχεται η γνωστή κίνηση. Λες μια κουβέντα που δεν χρειαζόταν. Τραβάς μια απόσταση χωρίς λόγο. Αμφισβητείς κάτι που μέχρι χθες ήσουν σίγουρος. Παρεκκλίνεις λίγο από τους από κοινού συμφωνημένους κανόνες. Βαφτίζεις την ηρεμία "βαρεμάρα". Δημιουργείς μια ρωγμή. Όχι για να καταστρέψεις. Αλλά για να δεις αν το οικοδόμημα αντέχει.
Εδώ είναι το σημείο που οι περισσότεροι λένε "είμαι άτυχος στις σχέσεις" ή "οι άλλοι αλλάζουν". Όχι. Κάπου, σε μια στιγμή που δεν πρόσεξες καν, έβαλες το δάχτυλο στην πρίζα για να δεις αν έχει ρεύμα. Γιατί δεν σε νοιάζει μόνο να έχεις κάτι. Σε νοιάζει να ξέρεις ότι, αν το ζορίσεις, δεν θα διαλυθεί. Και αν διαλυθεί; Τουλάχιστον θα έχεις μια απάντηση.
Αν αυτό ισχύει, τότε η ελευθερία δεν είναι τόσο ρομαντική όσο νομίζαμε. Δεν είναι μόνο η δυνατότητα να διαλέγεις το καλό για σένα. Είναι και η δυνατότητα να κάνεις κάτι που ξέρεις ότι θα σε χαλάσει. Και με έναν περίεργο τρόπο… εκεί νιώθεις πιο ζωντανός.
Ο Ντοστογιέφσκι δεν λέει να σταματήσουμε να το κάνουμε. Δεν δίνει οδηγίες αυτοβελτίωσης. Πετάει απλώς αυτή την αλήθεια στο τραπέζι. Δεν θες μόνο την ευτυχία. Θες και την απόδειξη ότι δεν σε ορίζει κανένα σύστημα, ούτε καν αυτό που σε κάνει καλά.
Και τώρα το κακό νέο. Αυτό δεν φεύγει με απλή αναβάθμιση στο σύστημα. Το μόνο που αλλάζει είναι ότι, κάποια στιγμή... ίσως... μπορεί... και ενδεχομένως... να αρχίσεις να το βλέπεις την ώρα που πάει να συμβεί.
Εκεί έχεις ένα δευτερόλεπτο.
Ή θα πατήσεις το κουμπί, όπως κάνεις πάντα, και καμπούμ…
Ή θα πεις "Not today Satan!"
