Ο Δον Κιχώτης και οι ανεμόμυλοι που κουβαλάμε μέσα μας


Κάποια βιβλία τα διαβάζεις, τα κλείνεις και συνεχίζεις τη ζωή σου και κάποια μοιάζουν με καθρέφτη. Κάθε φορά που τα ξεφυλλίζεις, βλέπεις μέσα τους έναν διαφορετικό εαυτό σου. Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία για μένα. Στην επιφάνεια, η ιστορία του μοιάζει σχεδόν κωμική.

Ένας μεσήλικας Ισπανός ευγενής, ο Αλόνσο Κιχάνο, έχει περάσει τόσες ώρες διαβάζοντας ιστορίες για ιππότες, δράκους και ηρωικά κατορθώματα, ώστε αρχίζει σιγά-σιγά να πιστεύει πως είναι κι ο ίδιος ένας από αυτούς. Αποφασίζει λοιπόν να αφήσει το σπίτι του και να γίνει περιπλανώμενος ιππότης.

Βρίσκει μια παλιά σκουριασμένη πανοπλία, βαφτίζει το αδύναμο άλογό του Ροσινάντε και δίνει στον εαυτό του το όνομα "Δον Κιχώτης της Μάντσας". Για να ολοκληρωθεί η φαντασίωσή του, επιλέγει και μια "κυρία της καρδιάς του", τη Δουλτσινέα, μια απλή χωριατοπούλα την οποία στη φαντασία του μετατρέπει σε αριστοκρατική δεσποσύνη.

Σύντροφός του γίνεται ο Σάντσο Πάντσα, ένας απλός χωρικός, γήινος, πρακτικός και γεμάτος λαϊκή σοφία. Και οι δυο τους ξεκινούν ένα ταξίδι που είναι ταυτόχρονα περιπέτεια, σάτιρα και βαθιά φιλοσοφικός στοχασμός.

Στη διαδρομή τους συμβαίνουν τα πιο παράξενα πράγματα.

Ο Δον Κιχώτης βλέπει κάστρα εκεί που υπάρχουν πανδοχεία. Βλέπει πριγκίπισσες εκεί που υπάρχουν απλές γυναίκες. Βλέπει συνωμοσίες εκεί που υπάρχουν συμπτώσεις. Και, φυσικά, βλέπει γίγαντες εκεί που υπάρχουν ανεμόμυλοι. Με το δόρυ του προτεταμένο ορμά εναντίον τους, αποφασισμένος να σώσει τον κόσμο από το κακό. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Ένας ανεμόμυλος τον εκσφενδονίζει στο έδαφος και εκείνος βρίσκεται τραυματισμένος και γελοιοποιημένος.

Η εικόνα αυτή έγινε μία από τις πιο διάσημες στη λογοτεχνία.

Όμως δεν έμεινε στην ιστορία επειδή ένας τρελός μπερδεύτηκε. Έμεινε γιατί, βαθιά μέσα μας, αναγνωρίζουμε κάτι από τον εαυτό μας σε αυτόν.

Οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη είναι οι δικοί μας ανεμόμυλοι.

Είναι οι φόβοι που μεγεθύνουμε μέχρι να γίνουν τέρατα.

Είναι οι άνθρωποι στους οποίους αποδίδουμε ιδιότητες που δεν έχουν.

Είναι οι σχέσεις που πιστεύουμε ότι μπορούν να γίνουν κάτι που στην πραγματικότητα δεν μπορούν.

Είναι οι μάχες που δίνουμε όχι επειδή είναι λογικές, αλλά επειδή έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι αξίζουν.

Πόσες φορές δεν έχουμε μετατρέψει έναν άνθρωπο σε "σωτήρα"; Πόσες φορές δεν έχουμε δει μια μικρή δυσκολία σαν ανίκητο τέρας; Πόσες φορές δεν έχουμε πολεμήσει με πάθος για κάτι που οι άλλοι έβλεπαν ως χαμένη υπόθεση;

Όλοι μας, κάποια στιγμή, έχουμε υπάρξει Δον Κιχώτης. Και ίσως να συνεχίζουμε να είμαστε.

Η μεγάλη σύγκρουση είναι τελικά μια. Όνειρο vs Πραγματικότητα

Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα δεν είναι απλώς δύο χαρακτήρες. Είναι δύο κομμάτια του ίδιου ανθρώπου. Ο ένας είναι η ανάγκη μας να ονειρευόμαστε. Ο άλλος είναι η ανάγκη μας να επιβιώνουμε.

Ο ένας λέει "Ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος".

Ο άλλος απαντά "Ναι, αλλά πρώτα πρέπει να δεις τον κόσμο όπως πραγματικά είναι".

Ο ένας θέλει το ιδανικό. Ο άλλος το εφικτό. Και η ζωή μας είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτά τα δύο.

Αν ζούμε μόνο σαν τον Σάντσο, κινδυνεύουμε να γίνουμε κυνικοί. Να πάψουμε να πιστεύουμε, να εκπλησσόμαστε, να ελπίζουμε.

Αν ζούμε μόνο σαν τον Δον Κιχώτη, κινδυνεύουμε να χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας.

Χρειαζόμαστε και τους δύο.

Το όνειρο χωρίς πραγματικότητα γίνεται παραλήρημα.

Η πραγματικότητα χωρίς όνειρο γίνεται φυλακή.

Ο Δον Κιχώτης δεν αντέχει έναν κόσμο συνηθισμένο. Δεν αντέχει την ιδέα ότι η ζωή είναι μόνο φαγητό, ύπνος, δουλειά και θάνατος. Χρειάζεται έναν σκοπό. Χρειάζεται μια αποστολή. Χρειάζεται να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο.

Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο συγκινητική πλευρά του ήρωα. Δεν τρελάθηκε επειδή έχασε το μυαλό του. Τρελάθηκε επειδή αρνήθηκε να δεχτεί έναν κόσμο χωρίς ποίηση. Και αυτό είναι τρομακτικά ανθρώπινο. Γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από αφηγήσεις. Από νόημα. Από ιστορίες που να κάνουν την ύπαρξή μας να μοιάζει λίγο μεγαλύτερη από την καθημερινότητα.

Ερωτευόμαστε και πιστεύουμε ότι βρήκαμε τον άνθρωπό μας. Κάνουμε παιδιά πιστεύοντας στο μέλλον. Παράγουμε έργο, τέχνη. Φτιάχνουμε οικογένειες. Αγαπάμε. Ονειρευόμαστε. Με έναν τρόπο, όλοι επινοούμε τους δικούς μας γίγαντες.

Και αν ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ο τρελός; Ο Θερβάντες αφήνει ένα πολύ άβολο ερώτημα.

Μήπως ο πραγματικά δυστυχισμένος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που βλέπει γίγαντες στους ανεμόμυλους, αλλά εκείνος που δεν βλέπει πια τίποτα;

Εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα. Που δεν ενθουσιάζεται. Που δεν ερωτεύεται. Που δεν συγκινείται. Που δεν ξεκινά καμία μάχη επειδή φοβάται ότι θα χάσει.

Γιατί ο Δον Κιχώτης, παρότι πέφτει ξανά και ξανά, συνεχίζει να σηκώνεται. Και υπάρχει μια παράξενη αξιοπρέπεια σε αυτό. Κάτι βαθιά ανθρώπινο, ομολογουμένως.

Στο τέλος του μυθιστορήματος συμβαίνει κάτι θλιβερό. Ο Δον Κιχώτης επιστρέφει σπίτι του. Ξαναβρίσκει τη λογική του. Καταλαβαίνει ότι δεν ήταν ιππότης. Ότι οι γίγαντες ήταν ανεμόμυλοι. Ότι οι πριγκίπισσες ήταν απλοί άνθρωποι. Και λίγο αργότερα πεθαίνει.

Και είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι δεν πέθανε επειδή γέρασε. Πέθανε επειδή έχασε τον μύθο του. Πέθανε επειδή έπαψε να βλέπει τον κόσμο με εκείνη τη ματιά που τον έκανε να σηκώνεται κάθε πρωί και να πιστεύει ότι έχει μια αποστολή.

Ίσως τελικά το μεγάλο μάθημα του Δον Κιχώτη είναι να γνωρίζουμε ότι οι ανεμόμυλοι είναι ανεμόμυλοι αλλά να μην επιτρέψουμε ποτέ στον εαυτό μας να χάσει ολοκληρωτικά την ικανότητα να βλέπει μέσα τους και λίγους γίγαντες.

Γιατί η ζωή χρειάζεται και λίγη λογική και λίγη τρέλα.

Χρειάζεται τον Σάντσο για να πατάμε στη γη.

Και χρειάζεται τον Δον Κιχώτη για να θυμόμαστε γιατί αξίζει να σηκώνουμε το βλέμμα προς τον ορίζοντα.