Το χρονικό ενός φευγιού (Manual αυτοϋπονόμευσης και η αρχή της αποδόμησής του)


Όταν ξέρεις πολύ καλά να φεύγεις, όλα είναι αφορμή για φευγιό!

Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν να μένουν.

Να κάθονται μέσα στα πράγματα, να τα αφήνουν να τους ακουμπήσουν, να τους βαρύνουν, να τους αλλάξουν.

Και υπάρχουν κι άλλοι… (πανάθεμά το κεφάλι μας!) Που έχουν μάθει να φεύγουν.

Όχι την κατάλληλη στιγμή απαραίτητα.

Όχι όταν όλα καταρρέουν, τότε είναι εύκολο.

Αλλά λίγο πριν αρχίσουν να χτίζονται.

Και το κάνουν ύπουλα γιατί τέτοιοι είναι. 
Ξέρω εγώ που σας λέω (παλιά καραβάνα)!
Το κάνουν σιγά-σιγά και όσο γίνεται πιο αθόρυβα. Πατώντας στις μύτες. Δεν έχει πόρτες που χτυπάνε. Ούτε δραματικές σιωπές. Όλα ήσυχα. Ομαλά. Και όμορφα. Μια πολύ ελαφριά μετατόπιση λίγο πιο πέρα.

Σαν να τραβάς αργά το χέρι σου από ένα άλλο χέρι, χωρίς να το καταλάβει ο άλλος αμέσως.
Σαν να χαμηλώνεις αργά τη φωνή, ώστε να μην ακουστεί αυτό που πάει να ειπωθεί.

Υπάρχει πάντα αυτό το σημείο.

Δεν είναι στην πολύ αρχή. 
Είναι εκεί που αρχίζει να αποκτά σημασία.
Δεν έχει γίνει τίποτα σημαντικό.
Αλλά δεν είναι πια και κάτι εντελώς ασήμαντο.

Και είναι μικρό αυτό το σημείο. Σχεδόν αόρατο. Ούτε οι ίδιοι δεν το βλέπουμε να έρχεται.
Αλλά μια μέρα, το γαμήδι, σε κοιτάει λίγο περισσότερο απ’ όσο αντέχεται.
Εκεί που γελάς και νιώθεις ότι το γέλιο σέρνει μαζί του μια πληρότητα.
Εκεί που η παρουσία του άλλου παύει να είναι απλώς παρουσία και αρχίζει να γίνεται χώρος μέσα σου.
Εκεί που, χωρίς να το καταλάβεις, ο άλλος υπάρχει και όταν δεν είναι μπροστά σου.

Ε...

Εκεί.

Και τότε κάτι μέσα σφίγγει. 
Ένας ήσυχος, παλιός γνώριμος ψίθυρος “οκ, μέχρι εδώ είναι αρκετό”.
Και κάπου εκεί, εγώ προσωπικά αρχίζω να μαζεύω βαλίτσες. 
Τα απολύτως απαραίτητα. 
Δύο αλλαξιές ρούχα, βρακιά, σουτιέν, οδοντόβουρτσα, κάλτσες κι έτοιμη!

Το έκανα πάντα; Φυσικά!

Γέννημα θρέμμα ανισόρροπη.

Αλλά τώρα τερματίζω σε τόσο καλό χρόνο που σκέφτομαι να κατέβω και στους επόμενους Ολυμπιακούς.

Και πώς κατάφερε ένας φοβισμένος άνθρωπος να κάνει 2 μακροχρόνιες σχέσεις, θα μου πείτε...

Αααα. Γιατί με πήραν είδηση νωρίς και με επανέφεραν.

Τους ένοιαζε μάλλον τόσο ώστε να μην πάρουν στα σοβαρά τις μαλακίες μου. Σφύριξαν αντικανονικό πέναλντι και έχασα στα σουτ των επιχειρημάτων. Πήρα τα χαμπάρια μου και ίσιωσα.

Προσοχή!
Δεν φοβάμαι ότι θα πληγωθώ. Αυτό είναι αποδεκτό και εντελώς αναμενόμενο.
Φοβάμαι ότι θα θέλω. 
Ότι θα σκέφτομαι. 
Ότι θα με νοιάζει. 
Ότι δεν θα μπορώ να πω "έλα μωρέ, σιγά…"
Και τότε, λίγο πριν φτάσω εκεί, κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα.
Κόβω λίγο.
Όχι πολύ. 
Ίσα να σωθώ από τον εαυτό μου.

Δεν κάνω σκηνές. 
Δεν εξαφανίζομαι. 
Δεν εκθέτω τη μαλακία του εγκεφάλου μου. 
Απλά… αποσύρομαι λίγο. 
Λίγο λιγότερη επαφή. 
Λίγο λιγότερη επιθυμία. 
Λίγο πιο "παρέα" φάση.
Τόσο όσο να μη φανεί πολύ.
Τόσο όσο χρειάζεται ίσως και ο άλλος σε βάθος χρόνου να με βαρεθεί η ψυχή του (υπαρκτή κι αυτή η εξέλιξη).
ΑΛΛΑ... αρκετά για να μη μπω εγώ κι άλλο μέσα. Αυτό είναι το ζητούμενο μου άλλωστε.

Δεν απομακρύνομαι επειδή δεν μου κάνει.
Απομακρύνομαι όταν αρχίζει να μου κάνει. 
Βγάζει νόημα;
Είναι το ίδιο το γεγονός ότι θέλω, που με προδίδει.

Γιατί ρε φίλε, τα "θέλω" είναι του διαβόλου! Δεν ελέγχονται εύκολα. Δεν υπακούουν σε λογικές. Δεν κρατούν αποστάσεις. Δεν κάνουν υπολογισμούς.

Το "θέλω" σε τραβάει.

 ...Έτσι φεύγω λίγο.

Όχι από τον άλλον. Το θέμα δεν είναι ποτέ ο άλλος.

Από εκείνο το σημείο του εαυτού μου που πάει να αφεθεί στο "θέλω".

Το πρόβλημα επισημαίνεται τη στιγμή που τον κοιτάω και κάτι μέσα μου λέει "ωπ".

Και αυτό το "ωπ" για εμένα είναι αυτομάτως πρόβλημα. Γιατί δεν ελέγχεται από εμένα. Δεν είναι απόφαση μου. Δεν είναι δική μου επιλογή. Είναι κάτι που απλά… μου συμβαίνει χωρίς την έγκρισή μου.

Και ό,τι συμβαίνει μέσα μου χωρίς να το ελέγχω είναι δυνητικά επικίνδυνο.

Δική μου θεωρία. Ευχαριστώ πολύ για τα φάσκελα. Φέρτε τα μου από το σπίτι να σας τα υπογράψω αυτόγραφα.

Και μετά το φευγιό όλα συνεχίζουν κανονικά...
Οι μέρες κυλούν σχεδόν χωρίς ρωγμές. 
Οι επιλογές έχουν λογική. 
Η ζωή διατηρεί την ισορροπία της και την εξέλιξή της, σταθερή και ακίνητη.
Μου λείπει η συντροφιά από την οποία απομακρύνθηκα, αλλά για κάποιο λόγο προτιμώ να βουρδουλιάζομαι νυχθημερόν σαν αυτομαστιγούμενος ασκητής, παρά να αφεθώ (ατρόμητη η ρουφιάνα!)

Μόνο που… 

Κάπου ανεπαίσθητα μου λείπει το βάθος. Και μαζί, λείπει και το νόημα. Αυτά συνδέονται μέσα μου. Γι'αυτό οποιονδήποτε θελήσω για να μείνει δεν θα είναι ποτέ ρηχό. Μέχρι εκεί το ξέρω. Αλλά ό,τι βαθαίνει θέλει θάρρος για να αποφασίσω να μπω. Και κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορώ πια. Είμαι πολύ ξεχαρβαλωμένη.

Οπότε βρίσκω μια βολική απόσταση και μπαστακώνομαι...
Δεν είναι καθόλου εύκολο όμως να σταθώ ακίνητη.
Και μεταξύ μας, κανείς δεν είναι. 
Γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, το πέρασμα του χρόνου δεν βοηθάει. 
Ακινησία + χρόνος = κράμπες.
Γι’ αυτό είναι πολύ πιο εύκολο να κάνω πισωγυρίσματα (ή ακόμα και να αποσυρθώ εντελώς) και να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό είναι αρχαία θιβετιανή τεχνική προστασίας.

Μα…

κάθε φορά που το σκέφτομαι τελευταία, η σιωπή που μένει πίσω όταν απομακρύνομαι μοιάζει περισσότερο με απώλεια παρά με επιλογή. Και κάπου στο βάθος μένει πάντα μια αίσθηση ότι κάτι πήγε να γίνει… και εγώ δεν το άφησα. Δεν ρώτησα, δεν ζήτησα βοήθεια, δεν έμαθα, δεν ένιωσα όσο θα μπορούσα.

Και δεν είμαι άνθρωπος που δεν νιώθει.

Είμαι άνθρωπος που νιώθει και μετά κάνει πίσω.

Σαν να πατάω φρένο την ίδια στιγμή που αφήνω σιγά σιγά το χειρόφρενο.

Και το πιο εκνευριστικό είναι ότι το βλέπω. Δεν είναι ασυνείδητο "μου ξέφυγε". Είναι "πω πω, θα το κάνω πάλι", και το κάνω κανονικά αμέσως μετά!

Δεν ξέρω αν θα αλλάξει αυτό.

Αλλά αρχίζω να υποψιάζομαι ότι το να φεύγω πάντα (στην ώρα μου ή όχι) δεν είναι ένδειξη ωριμότητας. Και όχι πως περνιέμαι για καμιά σοφή… αλλά αυτό πια έχει καταντήσει συνήθεια.
Καλοκουρδισμένη. 
Αποτελεσματική. 
Και δυστυχώς ρηχή. 
Κι αυτό το τελευταίο με ενοχλεί περισσότερο από όσο παλιότερα πια. 
Σαν να έγινα δύτης και τώρα επιλέγω να πλατσουρίζω στα ρηχά. 
Ε, συγνώμη αλλά βαριέμαι!

Και τώρα, δεν φοβάμαι αυτό που μπορεί να συμβεί αν μείνω.  Ξέρω ήδη.

Τώρα σκέφτομαι αυτά που έχασα κάθε φορά που έφυγα.