Το χρονικό ενός φευγιού (Manual αυτοϋπονόμευσης και η αρχή της αποδόμησής του)
Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν να μένουν.
Να κάθονται μέσα στα πράγματα, να τα αφήνουν να τους ακουμπήσουν, να τους βαρύνουν, να τους αλλάξουν.
Και υπάρχουν κι άλλοι… (πανάθεμά το κεφάλι μας!) Που έχουν μάθει να φεύγουν.
Όχι την κατάλληλη στιγμή απαραίτητα.
Όχι όταν όλα καταρρέουν, τότε είναι εύκολο.
Αλλά λίγο πριν αρχίσουν να χτίζονται.
Το κάνουν σιγά-σιγά και όσο γίνεται πιο αθόρυβα. Πατώντας στις μύτες. Δεν έχει πόρτες που χτυπάνε. Ούτε δραματικές σιωπές. Όλα ήσυχα. Ομαλά. Και όμορφα. Μια πολύ ελαφριά μετατόπιση λίγο πιο πέρα.
Σαν να χαμηλώνεις αργά τη φωνή, ώστε να μην ακουστεί αυτό που πάει να ειπωθεί.
Υπάρχει πάντα αυτό το σημείο.
Δεν έχει γίνει τίποτα σημαντικό.
Αλλά δεν είναι πια και κάτι εντελώς ασήμαντο.
Και είναι μικρό αυτό το σημείο. Σχεδόν αόρατο. Ούτε οι ίδιοι δεν το βλέπουμε να έρχεται.
Αλλά μια μέρα, το γαμήδι, σε κοιτάει λίγο περισσότερο απ’ όσο αντέχεται.
Εκεί που γελάς και νιώθεις ότι το γέλιο σέρνει μαζί του μια πληρότητα.
Εκεί που η παρουσία του άλλου παύει να είναι απλώς παρουσία και αρχίζει να γίνεται χώρος μέσα σου.
Εκεί που, χωρίς να το καταλάβεις, ο άλλος υπάρχει και όταν δεν είναι μπροστά σου.
Ε...
Εκεί.
Και κάπου εκεί, εγώ προσωπικά αρχίζω να μαζεύω βαλίτσες.
Το έκανα πάντα; Φυσικά!
Γέννημα θρέμμα ανισόρροπη.
Αλλά τώρα τερματίζω σε τόσο καλό χρόνο που σκέφτομαι να κατέβω και στους επόμενους Ολυμπιακούς.
Και πώς κατάφερε ένας φοβισμένος άνθρωπος να κάνει 2 μακροχρόνιες σχέσεις, θα μου πείτε...
Αααα. Γιατί με πήραν είδηση νωρίς και με επανέφεραν.
Τους ένοιαζε μάλλον τόσο ώστε να μην πάρουν στα σοβαρά τις μαλακίες μου. Σφύριξαν αντικανονικό πέναλντι και έχασα στα σουτ των επιχειρημάτων. Πήρα τα χαμπάρια μου και ίσιωσα.
Δεν φοβάμαι ότι θα πληγωθώ. Αυτό είναι αποδεκτό και εντελώς αναμενόμενο.
Φοβάμαι ότι θα θέλω.
Και τότε, λίγο πριν φτάσω εκεί, κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα.
Κόβω λίγο.
Όχι πολύ.
Τόσο όσο να μη φανεί πολύ.
Απομακρύνομαι όταν αρχίζει να μου κάνει.
Γιατί ρε φίλε, τα "θέλω" είναι του διαβόλου! Δεν ελέγχονται εύκολα. Δεν υπακούουν σε λογικές. Δεν κρατούν αποστάσεις. Δεν κάνουν υπολογισμούς.
Το "θέλω" σε τραβάει.
...Έτσι φεύγω λίγο.
Όχι από τον άλλον. Το θέμα δεν είναι ποτέ ο άλλος.
Από εκείνο το σημείο του εαυτού μου που πάει να αφεθεί στο "θέλω".
Το πρόβλημα επισημαίνεται τη στιγμή που τον κοιτάω και κάτι μέσα μου λέει "ωπ".
Και αυτό το "ωπ" για εμένα είναι αυτομάτως πρόβλημα. Γιατί δεν ελέγχεται από εμένα. Δεν είναι απόφαση μου. Δεν είναι δική μου επιλογή. Είναι κάτι που απλά… μου συμβαίνει χωρίς την έγκρισή μου.
Και ό,τι συμβαίνει μέσα μου χωρίς να το ελέγχω είναι δυνητικά επικίνδυνο.
Δική μου θεωρία. Ευχαριστώ πολύ για τα φάσκελα. Φέρτε τα μου από το σπίτι να σας τα υπογράψω αυτόγραφα.
Οι μέρες κυλούν σχεδόν χωρίς ρωγμές.
Η ζωή διατηρεί την ισορροπία της και την εξέλιξή της, σταθερή και ακίνητη.
Μόνο που…
Κάπου ανεπαίσθητα μου λείπει το βάθος. Και μαζί, λείπει και το νόημα. Αυτά συνδέονται μέσα μου. Γι'αυτό οποιονδήποτε θελήσω για να μείνει δεν θα είναι ποτέ ρηχό. Μέχρι εκεί το ξέρω. Αλλά ό,τι βαθαίνει θέλει θάρρος για να αποφασίσω να μπω. Και κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορώ πια. Είμαι πολύ ξεχαρβαλωμένη.
Δεν είναι καθόλου εύκολο όμως να σταθώ ακίνητη.
Και μεταξύ μας, κανείς δεν είναι.
Γι’ αυτό είναι πολύ πιο εύκολο να κάνω πισωγυρίσματα (ή ακόμα και να αποσυρθώ εντελώς) και να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό είναι αρχαία θιβετιανή τεχνική προστασίας.
Μα…
κάθε φορά που το σκέφτομαι τελευταία, η σιωπή που μένει πίσω όταν απομακρύνομαι μοιάζει περισσότερο με απώλεια παρά με επιλογή. Και κάπου στο βάθος μένει πάντα μια αίσθηση ότι κάτι πήγε να γίνει… και εγώ δεν το άφησα. Δεν ρώτησα, δεν ζήτησα βοήθεια, δεν έμαθα, δεν ένιωσα όσο θα μπορούσα.
Και δεν είμαι άνθρωπος που δεν νιώθει.
Είμαι άνθρωπος που νιώθει και μετά κάνει πίσω.
Σαν να πατάω φρένο την ίδια στιγμή που αφήνω σιγά σιγά το χειρόφρενο.
Και το πιο εκνευριστικό είναι ότι το βλέπω. Δεν είναι ασυνείδητο "μου ξέφυγε". Είναι "πω πω, θα το κάνω πάλι", και το κάνω κανονικά αμέσως μετά!
Δεν ξέρω αν θα αλλάξει αυτό.
Καλοκουρδισμένη.
Αποτελεσματική.
Και δυστυχώς ρηχή.
Κι αυτό το τελευταίο με ενοχλεί περισσότερο από όσο παλιότερα πια.
Και τώρα, δεν φοβάμαι αυτό που μπορεί να συμβεί αν μείνω. Ξέρω ήδη.
Τώρα σκέφτομαι αυτά που έχασα κάθε φορά που έφυγα.
