Ένα φλερτ απ' την αρχή

Δεν τον είχε δει καν. Όχι να τον προσέξει κιόλας…

Εκείνη τη μέρα, μέσα στον κόσμο του αντιρατσιστικού, στους ήχους, στις φωνές και στις μυρωδιές του φεστιβάλ που εκείνος έμοιαζε με όλους τους άλλους και με κανέναν, εκείνη απλώς υπήρχε. Μιλούσε, γελούσε, κινούταν μέσα στον χώρο, χάζευε στους πάγκους, χωρίς να ξέρει ότι κάπου, λίγο πιο πέρα, την είχε ήδη ξεχωρίσει.

Εκείνος την είδε. Και η ιστορία έδειξε ότι δεν την είδε με τον τρόπο που κοιτάς έναν άνθρωπο και τον ξεχνάς μετά από λίγο.

Δεν της μίλησε.

Δεν έκανε τίποτα.

Απλώς την κοιτούσε.

Μια σκέψη που δεν είχε ακόμα λέξεις.

Είχε πάει με τη φίλη του, την Αγγελική. Και ως εκ θαύματος, η Αγγελική την ήξερε! Πλησίασαν για να μιλήσουν σε εκείνη και στην αντρική παρέα της. Δυστυχώς ήταν σε σχέση. Και μάλιστα συγκατοικούσαν.

«Ειναι πολύ καλά μαζί τα παιδιά εδώ και τέσσερα χρόνια», του είπε η Αγγελική.

Του έπεσαν λίγο τα μούτρα. Αλλά δεν αποθαρρύνθηκε εντελώς.

– Καλά… αν μάθεις ότι χώρισαν, να μου το πεις αμέσως.

Πέρασαν δύο χρόνια.

Εκείνη συνέχιζε τη ζωή της, χωρίς να ξέρει ότι κάπου, μέσα σε μια άλλη καθημερινότητα, υπήρχε κάποιος που τη θυμόταν συχνά πυκνά και ρωτούσε τι κάνει και αν χώρισε.

Κι όλα αυτά… από μια στιγμή που εκείνη δεν θυμόταν καν.

Η ζωή τα έφερε έτσι και εκείνη χώρισε όντως. Η Αγγελική το έμαθε και του το είπε.

– Θέλω να της μιλήσω. Ζήτα το τηλέφωνό της.

Η Αγγελική το ζήτησε κι εκείνη το έδωσε, σκεπτόμενη «δε βαριέσαι…»

Ε, δεν την πήρε ποτέ!

Έστειλε μετά από δύο εβδομάδες (!) ένα μήνυμα:

«Δεν θέλω να σε τρομάξω. Έχουμε συναντηθεί παλιότερα και θέλω πολύ να σε ξαναδώ»

Μέσα από τα μηνύματα ήταν τόσο απόμακρος που δεν της κέντρισε καθόλου το ενδιαφέρον. Παρ’ όλα αυτά δέχτηκε να βρεθούν. «Τι έχω να χάσω;»

Όταν τελικά συναντήθηκαν, δεν έγινε τίποτα εντυπωσιακό. Τον πήρε με το αυτοκίνητο και πήγαν για ένα καφέ σε ένα παραλιακό μαγαζί. Ένας αναγνωριστικός καφές.

Μια πρώτη συνάντηση εντελώς αμήχανη.

Εκείνη μιλούσε μόνο. Περίεργο για την ιδιοσυγκρασία της, αλλά αφενός δεν την ένοιαζε και πολύ και αφετέρου ένιωθε μια ανεξήγητη οικειότητα.

Εκείνος απέναντι.

Σιωπηλός.

Κοιτούσε, κουνούσε το κεφάλι καταφατικά κατά περίπτωση και χαμογελούσε.

Το ραντεβού θα έλεγε κανείς ότι ήταν παταγώδης αποτυχία.

Στο γυρισμό εκείνη βαρέθηκε να μιλάει άλλο.

Εκείνος δεν βαρέθηκε να σιωπά.

Όταν έφτασαν στο σπίτι του, χωρίς καν να χαιρετήσει, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και εξαφανίστηκε.

Ακούστηκε ένα μακρινό «θα τα πούμε» από εκείνον, κι ένα καθυστερημένο «καληνύχτα…» γεμάτο απορία από εκείνη.

«Άλλο ένα ραντεβού που πήγε κουβά», σκέφτηκε.

«Κρίμα… και είχε ωραία μάτια».

Αν κάποιος τους έβλεπε απ’ έξω, δεν θα καταλάβαινε τίποτα.

Που να φανταστεί ανθρώπου νους ότι εκείνος δεν ήξερε πώς να σταθεί μπροστά σε κάτι που είχε ήδη μεγαλώσει μέσα του πριν καν αρχίσει.

Δεν υπήρχε “έρωτας με την πρώτη ματιά” με τον γνωστό τρόπο.

Υπήρχε κάτι πιο κρυφό αλλά σταθερό κι επίμονο. Κάτι που ξεκίνησε χωρίς τη συμμετοχή και των δύο και κάπου στη διαδρομή… έγινε κοινό.

Εκείνη άργησε να τον ξαναδεί.

Εκείνος ακλόνητος. Κρατούσε επαφή διακριτική.

Για συνάντηση όμως… ούτε λόγος από κανέναν από τους δύο.

Μέχρι που κάποια στιγμή της ζήτησε να ξαναβρεθούν.

Και εκείνο το βράδυ αυτή τα είδε όλα.

Τη φροντίδα.

Την παρουσία.

Το ενδιαφέρον.

Τη διεκδίκηση.

Όλα μαζί.

Σαν εκείνος να τα μάζευε και να τα άδειασε μπροστά της, κάπως αδέξια, με μπουλντόζα.

Κι εκείνη είχε πάντα μια αδυναμία στους αδέξιους γιατί δείχνουν μια αλήθεια που δεν μπορούν να κρύψουν.

Ξαφνικά, της είπε να φύγουν.

Την κρατούσε σφιχτά από το χέρι.

Μπήκαν γρήγορα σε ένα ταξί και πήγαν σπίτι του.

Το καλό σεξ το καταλαβαίνεις από εκείνη την αίσθηση ότι κάποιος σε θέλει χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.

Το υπέροχο σεξ το καταλαβαίνεις όταν ανατριχιάζεις με ένα άγνωστο μέχρι τότε άγγιγμα που δεν ήξερες ότι σου έλειπε τόσο.

Το σώμα δεν ξέρει να λέει ψέματα.

Δεν κοιμήθηκαν.

Μιλούσαν, έτρωγαν, έπιναν, κάπνιζαν, αγγίζονταν, γελούσαν και φτου κι απ'την αρχή.

Πεινούσαν ο ένας για τον άλλον και δεν χόρταιναν.

Για 24 ώρες.

Στη γκαρσονιέρα του που ίσα-ίσα χωρούσε ένα king size κρεβάτι κι ένα γραφείο.

Κάπου εκεί, αν έπαιζε μουσική στο παρασκήνιο, θα μπορούσε να είναι ένα τραγούδι σαν εκείνο που έβαλε στο κινητό του την επόμενη κιόλας μέρα, σαν ήχο κλήσης κάθε φορά που τον καλούσε:

«Όταν σ’είχα πρωτοδεί, κάτι στη ζωή μου ειλικρινά είχε παιχτεί. Κάτι είχε συμβεί μα δεν το 'χα καταλάβει.

Όταν έβγαλες φωνή, μπορώ να πω πως αρχικά είχα σοκαριστεί. Το μήνυμα εστάλη μα δεν το είχα λάβει»

Λέξεις που δεν λέγονται την ώρα που πρέπει.

Βλέμματα που καθυστέρησαν.

Μια επιθυμία που δεν βρήκε γρήγορα τον δρόμο της 

Και ίσως αυτό να ήταν.

Όχι ένας έρωτας που ξέσπασε.

Αλλά ένας έρωτας που… περίμενε ήδη πολύ.


Τα χρόνια πέρασαν.

Η ζωή έκανε αυτό που κάνει πάντα.

Προχώρησε και άλλαξε ότι μπορούσε να αλλάξει.

Αλλά κάποια πράγματα δεν τελειώνουν... Όπως οι μέρες. Η μία φέρνει την επόμενη. Και καμιά φορά… Κάποια επιστρέφουν.

Σαν αίσθηση.

Σαν μια φωνή που έρχεται από μακριά και λέει κάτι που έχει ήδη ειπωθεί, αλλά τώρα ακούγεται αλλιώς.

Ένα τραγούδι που παίζει ξανά και ξαφνικά δεν είναι απλώς ένα τραγούδι στα fm.

Είναι μνήμη.

Είναι βλέμμα.

Είναι εκείνο το μοναδικό που της είχε πει:

- Είχα δίκιο που σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που σε είδα...


Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο.

Είναι σαν να σε φλερτάρει ξανά κάποιος που δεν υπάρχει στο παρόν.

Επειδή αυτό που ένιωθε… δεν έφυγε μαζί του.

Και τελικά αυτό να είναι το πιο κοντινό που έχουμε στην ιδέα ότι κάτι μένει.

Όχι οι λέξεις. Ούτε οι στιγμές.

Αλλά ο τρόπος που κάποιος μας έκανε να νιώθουμε.

Και αυτός ο τρόπος… επιστρέφει.

Σαν να σε βρίσκει από μόνος του.

Σαν να σε βλέπει ξανά από μακριά.

Σαν να φλερτάρει από την αρχή εκείνη την εκδοχή σου.

Εκείνη που μπορούσε να "μπει" χωρίς δεύτερη σκέψη.

Που δεν κρατιόταν.

Που δεν πατούσε φρένο.

Που δεν πήγαινε «σιγά σιγά».


Και τώρα που τη θυμάμαι… Τη βλέπω και αναρωτιέμαι:

«Πού πήγε αυτή; Τι θα την έκανε να φοβάται λιγότερο το αναπόφευκτο;»