Τι μπορεί να αποκαλύψει ένα κουμπί delete...
Φαντάσου ότι για μία ώρα αναλαμβάνεις να διαχειριστείς ένα διαδικτυακό φόρουμ.
Μπροστά σου περνούν σχόλια για ένα θέμα που διχάζει. Κάποια συμφωνούν με όσα πιστεύεις. Άλλα σε κάνουν να ανεβάζεις πίεση. Μερικά είναι προσβλητικά, κάποια απολύτως ευγενικά.
Εσύ αποφασίζεις ποια θα παραμείνουν και ποια θα εξαφανιστούν. Δεν σου υπαγορεύει κανείς τι να διαγράψεις. Έχεις απλώς ένα κουμπί: DELETE.
Πόσο σίγουρος είσαι ότι θα κρίνεις το ύφος ενός σχολίου και όχι το πόσο σε βολεύει η άποψη που εκφράζει;
Το πείραμα: τρεις φορές το ίδιο ερώτημα
Το 2020 δημοσιεύτηκε στο Journal of Experimental Social Psychology η εργασία "Censoring political opposition online: Who does it and why", της Ashwini Ashokkumar και επτά συνεργατών της.
Οι ερευνητές δεν αρκέστηκαν να ρωτήσουν τους ανθρώπους αν είναι υπέρ ή κατά της λογοκρισίας. Τους έβαλαν να αποφασίσουν οι ίδιοι τι θα διαγραφεί.
Σε τρεις μελέτες με συμμετέχοντες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ερευνητές δημιούργησαν μια προσομοίωση διαδικτυακού φόρουμ.
Αρχικά κατέγραψαν τις απόψεις των συμμετεχόντων για ζητήματα που προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις, όπως το δικαίωμα στην άμβλωση και η οπλοκατοχή. Εξέτασαν επίσης πόσο σημαντικές ήταν αυτές οι πεποιθήσεις για την προσωπική τους ταυτότητα.
Έπειτα από δύο εβδομάδες, τους κάλεσαν να συμμετάσχουν σε μια φαινομενικά άσχετη δραστηριότητα: να αξιολογήσουν σχόλια σε ένα υποτιθέμενο διαδικτυακό φόρουμ και να αποφασίσουν ποια έπρεπε να διαγραφούν. Οι συμμετέχοντες δηλαδή πίστευαν ότι βοηθούσαν να απομακρυνθεί ακατάλληλο περιεχόμενο.
Οι ερευνητές, από την άλλη, γνώριζαν ποια σχόλια συμφωνούσαν και ποια διαφωνούσαν με τις απόψεις κάθε συμμετέχοντα.
Και περίμεναν να δουν τι θα συμβεί.
Πρώτη μελέτη, 2017: όταν δεν μας αρέσει αυτό που διαβάζουμε
Στην πρώτη μελέτη, 223 άνθρωποι ολοκλήρωσαν και τις δύο φάσεις.
Το θέμα ήταν το δικαίωμα στην άμβλωση.
Οι συμμετέχοντες διάβασαν 40 σχόλια: 15 υπέρ, 15 κατά και 10 άσχετα με το θέμα. Για το καθένα έπρεπε να προτείνουν αν θα έμενε ή αν θα διαγραφόταν.
Το αποτέλεσμα: οι συμμετέχοντες επέλεξαν να διαγράψουν, κατά μέσο όρο, το 25,64% των σχολίων που εναντιώνονταν στη θέση τους και το 20,41% εκείνων που συμφωνούσαν μαζί τους.
Δεν πρόκειται για κάποια τεράστια διαφορά. Πρόκειται, όμως, για μια μετρήσιμη μεροληψία στην ίδια την πράξη της διαγραφής.
Επιπλέον, η τάση ήταν ισχυρότερη όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν ότι η θέση τους στο θέμα αποτελούσε κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Δεύτερη μελέτη, 2019: δεν διαγράφουμε μόνο σχόλια
Οι ερευνητές επανέλαβαν τη διαδικασία με τελικό δείγμα 540 ανθρώπων, πάλι για το ζήτημα των αμβλώσεων.
Αυτή τη φορά χρησιμοποίησαν 28 σχόλια, μοιρασμένα συστηματικά σε σχόλια υπέρ και κατά της άμβλωσης, προσβλητικά και μη προσβλητικά.
Οι συμμετέχοντες πρότειναν τη διαγραφή του 32,40% των αντίθετων σχολίων, έναντι 20,64% των σχολίων που συμφωνούσαν με τις απόψεις τους.
Η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική.
Έπειτα ήρθε μια επιπλέον ερώτηση:
Θα έπρεπε να αποκλειστεί ολόκληρος ο χρήστης που έκανε τις αναρτήσεις;
Το 21,31% των συμμετεχόντων επέλεξε να αποκλείσει τον χρήστη με τις αντίθετες απόψεις, έναντι 15,41% για τον χρήστη με τις σύμφωνες.

Όμως η επιλεκτική διαγραφή δεν περιοριζόταν στα προσβλητικά σχόλια. Εμφανιζόταν ακόμη και όταν οι αντίθετες απόψεις διατυπώνονταν με ευγένεια. Με άλλα λόγια, σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν ήταν ο τρόπος με τον οποίο κάποιος μιλούσε.
Ήταν το γεγονός ότι διαφωνούσε!
Υπήρχε όμως μια ενδιαφέρουσα διαφορά.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσο περισσότερο οι συμμετέχοντες ταύτιζαν τις πεποιθήσεις τους με την προσωπική τους ταυτότητα, τόσο εντονότερη ήταν η τάση τους να διαγράφουν επιλεκτικά σχόλια που τις αμφισβητούσαν.
Αναρωτήθηκαν λοιπόν αν αυτή η ισχυρή ταύτιση θα τους έκανε και πιο πρόθυμους να αποκλείσουν ολόκληρους χρήστες από το φόρουμ.
Εδώ, όμως, η αντίστοιχη συσχέτιση δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Μια πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι ο αποκλεισμός ενός ανθρώπου θεωρείται πολύ πιο ακραία ενέργεια από τη διαγραφή ενός σχολίου. Δεν απέκλεισαν, ωστόσο, το ενδεχόμενο να υπάρχει μια μικρότερη συσχέτιση που η μελέτη δεν είχε επαρκή στατιστική ισχύ για να ανιχνεύσει.
Γιατί στην επιστήμη υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο "δεν βρήκαμε επαρκείς αποδείξεις ότι υπάρχει σχέση" και στο "αποδείξαμε ότι δεν υπάρχει σχέση".
Τρίτη μελέτη, 2020: μήπως απλώς έφταιγε το συγκεκριμένο θέμα;
Για να μη μείνουν σε ένα και μόνο πολιτικά και ηθικά φορτισμένο ζήτημα, οι ερευνητές άλλαξαν θέμα.
Η τρίτη μελέτη αφορούσε πλέον την οπλοκατοχή και τον έλεγχο των όπλων, με τελικό δείγμα 371 ανθρώπων.
Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν 28 σχόλια υπέρ ή κατά της οπλοκατοχής.
Οι ερευνητές χειρίστηκαν προσεκτικότερα και το ύφος: για τα ίδια επιχειρήματα είχαν ετοιμάσει προσβλητικές και μη προσβλητικές εκδοχές.
Τα ποσοστά διαγραφής ήταν 36,97% για τα αντίθετα σχόλια και 27,88% για τα σύμφωνα.
Η διαφορά παρέμεινε στατιστικά σημαντική. Και πάλι, η στενή σύνδεση μιας θέσης με την προσωπική ταυτότητα συσχετιζόταν με ισχυρότερη επιλεκτική διαγραφή.
Υπήρχε όμως και ένα αποτέλεσμα που δεν πρέπει να εξαφανίσουμε επειδή χαλάει την ωραία ιστορία: στην τρίτη μελέτη, η διαφορά ως προς τον αποκλεισμό ολόκληρων χρηστών δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Η τάση επιλεκτικής διαγραφής σχολίων επαναλήφθηκε, ο επιλεκτικός αποκλεισμός λογαριασμών όχι με την ίδια βεβαιότητα.
Πότε μια πεποίθηση γίνεται η ίδια μας η ταυτότητα;
Αυτό είναι το σημείο όπου οι τρεις μελέτες γίνονται ένα.
Οι ερευνητές εξέτασαν το identity fusion, τη σύντηξη δηλαδή της προσωπικής ταυτότητας με έναν σκοπό ή μια πεποίθηση.
Δεν είναι το ίδιο με το να έχεις μια ισχυρή γνώμη. Μπορείς φυσικά να πιστεύεις βαθιά σε κάτι, να το υπερασπίζεσαι με επιχειρήματα, ακόμη και να θυμώνεις όταν αμφισβητείται.
Στο identity fusion, ο άνθρωπος που διαφωνεί μαζί σου δεν αμφισβητεί απλώς ένα επιχείρημα. Μπορεί να νιώθεις ότι αμφισβητεί τις αξίες σου, την ομάδα στην οποία ανήκεις, ακόμη και την εικόνα που έχεις σχηματίσει για τον εαυτό σου. Δηλαδή έχεις ενσωματώσει τόσο πολύ μια θέση στην εικόνα του εαυτού σου ώστε η διαφωνία να μοιάζει με προσωπική απειλή.
Στη δεύτερη και την τρίτη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν και άλλα σχετικά χαρακτηριστικά, όπως τη βεβαιότητα για τις απόψεις, την ηθική πεποίθηση και την ταύτιση με τους ομοϊδεάτες.
Η επιλεκτική διαγραφή συσχετίστηκε με αρκετά από αυτά.
Δεν σημαίνει ότι βρέθηκε μια μοναδική αιτία της λογοκρισίας, οι συσχετίσεις δεν είναι απόδειξη αιτιότητας.
Αλλά... Όταν μια άποψη είναι σχεδόν συνώνυμη του "εγώ", η αντίθετη άποψη παύει εύκολα να είναι κάτι που εξετάζω και γίνεται κάτι που θέλω να απομακρύνω.
Σε αυτή την περίπτωση, πόσο ελεύθερα μπορούμε να σκεφτούμε, όταν μια πεποίθησή μας έχει γίνει τόσο σημαντική ώστε η αμφισβήτησή της να μοιάζει με προσωπική επίθεση;
Ο Φουκώ και ο φύλακας που δεν χρειάζεται να εμφανιστεί
Σχεδόν μισό αιώνα πριν από αυτή την έρευνα, ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault είχε ασχοληθεί με ένα διαφορετικό, αλλά συγγενικό πρόβλημα.
Το 1971 συνίδρυσε στη Γαλλία την Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές, που συγκέντρωνε και δημοσιοποιούσε μαρτυρίες για τις συνθήκες κράτησης. Τέσσερα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το βιβλίο "Επιτήρηση και Τιμωρία", στο οποίο εξέτασε πώς η πειθαρχία και η επιτήρηση λειτουργούν ως μηχανισμοί εξουσίας.
Για να αναπτύξει τη σκέψη του, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Πανοπτικού, ενός σχεδίου φυλακής που είχε προτείνει ο Jeremy Bentham.
Φαντάσου μια κυκλική φυλακή, με τα κελιά τοποθετημένα γύρω από έναν κεντρικό πύργο επιτήρησης. Ο κρατούμενος γνωρίζει ότι μπορεί να παρακολουθείται, αλλά δεν μπορεί να ξέρει αν κάποιος τον κοιτάζει τη συγκεκριμένη στιγμή.
Και αυτό είναι το ευφυές (και τρομακτικό) στοιχείο του σχεδιασμού.
Ο φύλακας δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς στον πύργο. Αρκεί ο κρατούμενος να πιστεύει ότι μπορεί να βρίσκεται εκεί. Έτσι, αρχίζει να ρυθμίζει μόνος του τη συμπεριφορά του, σαν να βρίσκεται υπό διαρκή παρακολούθηση.
Ο Φουκώ υποστήριξε ότι η λογική αυτή δεν περιορίζεται στις φυλακές. Μηχανισμοί πειθαρχίας και ελέγχου υπάρχουν στο σχολείο, στην εργασία, στους θεσμούς και στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις.
Η εξουσία, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, δεν χρειάζεται πάντοτε να επιβάλλεται με απειλές ή τιμωρίες. Μπορεί να λειτουργεί μέσα από κανόνες, συνήθειες και αντιλήψεις που οι άνθρωποι έχουν μάθει να θεωρούν αυτονόητες.
Κάποια στιγμή δεν χρειάζεται κανείς να μας υπενθυμίζει τι θεωρείται αποδεκτό.
Το υπενθυμίζουμε μόνοι μας στον εαυτό μας.
Και, ορισμένες φορές, αναλαμβάνουμε να το υπενθυμίζουμε και στους άλλους.
Φυσικά, οι τρεις μελέτες που παρουσιάσαμε δεν αποδεικνύουν τη θεωρία του Φουκώ. Δεν εξέτασαν ούτε τη θρησκεία ούτε την οικογενειακή ανατροφή ούτε τους κοινωνικούς θεσμούς που περιέγραφε.
Ο παραλληλισμός είναι φιλοσοφικός, αλλά μας οδηγεί σε ένα μεγάλο ερώτημα:
Μήπως μερικές φορές ο φύλακας δεν είναι κάποιος που βρίσκεται πάνω από εμάς, αλλά εμείς οι ίδιοι, όταν αναλαμβάνουμε να επιβάλουμε στους άλλους τη δική μας εκδοχή του αποδεκτού;
Από το "τι θα πει ο κόσμος" στο "διαγράψτε τον"
Η οικογένεια, η εκπαίδευση, η θρησκεία και η κοινωνική ζωή μεταδίδουν αξίες και κανόνες από γενιά σε γενιά.
Αυτό δεν είναι από μόνο του κακό. Χωρίς κανόνες καμία κοινότητα δεν λειτουργεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια αξία γίνεται τόσο απρόσβλητη ώστε η αμφισβήτησή της να αντιμετωπίζεται περίπου ως ηθικό αδίκημα.
Και δεν χρειάζεται πάντοτε κάποιος να επιβάλει έναν κανόνα με τη βία.
Μερικές φορές αρκεί να μεγαλώσεις θεωρώντας ότι ο κανόνας αυτός είναι τόσο φυσικός, ώστε οποιαδήποτε αμφισβήτησή του μοιάζει αδιανόητη.
Και τότε δεν περιορίζεσαι στο να ακολουθείς τον κανόνα. Αρχίζεις να απαιτείς να τον ακολουθούν και οι άλλοι!
Η κοινωνική επιτήρηση παύει να είναι αποκλειστικό προνόμιο κάποιας αρχής. Μπορεί να ασκείται από ανθρώπους που θεωρούν ότι υπερασπίζονται το σωστό, το ηθικό ή το φυσιολογικό.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτή η συμπεριφορά βρίσκει ένα εξαιρετικά εύχρηστο εργαλείο. Χωρίς κάγκελα, πύργοι ή δεσμοφύλακες.
Αρκούν ένα report, ένα block, μια διαγραφή ή μια οργανωμένη προσπάθεια κοινωνικής αποδοκιμασίας.
Πόσοι άνθρωποι περιόρισαν τις επιθυμίες τους, την προσωπικότητά τους, ακόμη και τις επαγγελματικές τους επιλογές, χωρίς ποτέ να τους απειλήσει κάποιος συγκεκριμένα;
Εκεί ακριβώς η επιτήρηση αποκτά κοινωνική διάσταση. Δεν χρειάζεται ένας παντοδύναμος φύλακας. Υπάρχουν πολλοί μικροί φύλακες γύρω μας, που επιτηρούν ο ένας τον άλλον.
Σκέψου τώρα. Κάποτε η κοινωνική πίεση χωρούσε σε λίγες λέξεις όπως "Τι θα πει ο κόσμος". Σήμερα χωράει σε ένα κλικ.
Δεν είναι μόνο ο αλγόριθμος που επηρεάζει τι βλέπουμε και τι λέμε.
Είναι και η προσδοκία της αντίδρασης των άλλων.
Μάλιστα, αυτό συνδέεται με ένα πραγματικό και μελετημένο κοινωνιοψυχολογικό φαινόμενο: τη σπείρα της σιωπής (spiral of silence).
Σε έρευνα του Pew Research Center το 2014 ήταν δημοσκόπηση 1.801 ενηλίκων για την προθυμία να συζητήσουν τις αποκαλύψεις Snowden σχετικά με την κρατική παρακολούθηση, οι συμμετέχοντες δήλωναν μικρότερη προθυμία να εκφράσουν τη γνώμη τους όταν πίστευαν ότι οι άλλοι διαφωνούσαν μαζί τους. Δεν καταγράφηκε άμεσα η συμπεριφορά τους σε κάθε τέτοια συζήτηση. Το φαινόμενο παρατηρήθηκε τόσο διαδικτυακά όσο και εκτός διαδικτύου.
Η κοινωνική κριτική δεν είναι αυτομάτως λογοκρισία, βέβαια.
Κάποιος που αμφισβητεί μια άποψη ασκεί κι εκείνος την ελευθερία του.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η διαφωνία αντικαθίσταται από την απαίτηση συμμόρφωσης και την απειλή κοινωνικού αποκλεισμού.
Και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε κοινωνική αξία είναι κατασκευασμένη αποκλειστικά για να υπηρετεί κάποια εξουσία. Χρειάζεται να εξετάζουμε ποιος την καθιέρωσε, πώς αναπαράγεται, ποιον προστατεύει και ποιον περιορίζει.
Η κριτική μιας άποψης, επίσης, δεν συνιστά φίμωση. Άλλο να αντιπαρατίθεσαι σε ένα επιχείρημα και άλλο να αποφασίζεις ότι δεν πρέπει να ακουστεί.
Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που φωτίζουν οι μελέτες:
Όταν αποκτάμε εξουσία πάνω στην ορατότητα των άλλων, καταφέρνουμε να ξεχωρίσουμε την πραγματικά επιβλαβή συμπεριφορά από την απλή διαφωνία;
Και το μικροσκόπιο γυρίζει προς τα εμάς.
Οι μελέτες δεν λένε ότι όλοι είμαστε λογοκριτές. Δεν προβλέπουν τι θα κάνουμε σε κάθε πραγματικό διαδικτυακό καβγά. Εξετάζουν συγκεκριμένα δείγματα Αμερικανών και μια προσομοιωμένη θέση διαχειριστή.
Δείχνουν όμως κάτι σταθερό σε αυτά τα πειραματικά περιβάλλοντα.
Κατά μέσο όρο οι άνθρωποι ήταν πιο πρόθυμοι να εξαφανίσουν σχόλια που αμφισβητούσαν τις θέσεις τους.
Αν μας έδιναν ένα κουμπί με το οποίο θα μπορούσαμε να εξαφανίσουμε από μια δημόσια συζήτηση μια άποψη που μας εξοργίζει, θα υπερασπιζόμασταν το δικαίωμα του άλλου να την εκφράσει; Ή θα βρίσκαμε έναν πολύ αξιοπρεπή λόγο για να πατήσουμε "delete";
Η πιο απαιτητική μορφή ελευθερίας δεν είναι να υπερασπίζεσαι το δικαίωμά σου να μιλάς. Αλλά το δικαίωμα του άλλου να διαφωνεί μαζί σου.
Όχι όμως άνευ όρων.
Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι άδεια για απειλές, στοχοποίηση, παρενόχληση ή υποκίνηση βίας. Ούτε σημαίνει ότι όλες οι απόψεις είναι εξίσου έγκυρες ή επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Σημαίνει ότι η διαφωνία, όσο δυσάρεστη κι αν μας είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει τη φίμωση κάποιου.
Γιατί οι κανόνες μιας ελεύθερης κοινωνίας οφείλουν να προστατεύουν τους ανθρώπους και τη δυνατότητα του διαλόγου, όχι τις πεποιθήσεις μας από την αμφισβήτηση.
Και τελικά... Πόσες από τις πεποιθήσεις που υπερασπιζόμαστε ως δικές μας τις έχουμε πραγματικά εξετάσει;
Φοβάμαι ότι όσο πιο αυτονόητη θεωρούμε μια πεποίθηση, τόσο λιγότερους λόγους αισθανόμαστε ότι έχουμε να την εξετάσουμε.
Σκέψου λίγο.
Από παιδιά μαθαίνουμε τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι ηθικό και τι ανήθικο, τι θεωρείται φυσιολογικό, αξιοπρεπές, αποδεκτό. Η οικογένεια, το σχολείο, η θρησκεία, η κοινωνική μας ομάδα μάς δίνουν ένα ολόκληρο σύστημα ερμηνείας του κόσμου, πολύ πριν αποκτήσουμε την ικανότητα να το αξιολογήσουμε κριτικά.
Και αργότερα, όταν αποκτούμε αυτή την ικανότητα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τη χρησιμοποιούμε.
Γιατί;
Επειδή η αμφισβήτηση μιας πεποίθησης μπορεί να έχει κόστος. Μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με την οικογένειά μας, την κοινωνική μας ομάδα ή την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας.
Και μερικές φορές είναι ευκολότερο να υπερασπιστούμε μια βεβαιότητα παρά να εξετάσουμε πώς την αποκτήσαμε.
Το ότι μια πεποίθηση είναι κοινωνικά κληρονομημένη δεν σημαίνει ότι είναι λανθασμένη. Ούτε ότι δεν μπορεί να γίνει πραγματικά δική μας. Το ζήτημα είναι αν μπορούμε να την υπερασπιστούμε με λόγους που κατανοούμε, αν γνωρίζουμε τα επιχειρήματα εναντίον της και, κυρίως, αν είμαστε διατεθειμένοι να την αναθεωρήσουμε όταν προκύψουν σοβαρές αντίθετες ενδείξεις.
Γιατί μπορεί να έχεις περάσει ολόκληρη τη ζωή σου υπερασπιζόμενος μια πεποίθηση, χωρίς να έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν την επέλεξες πραγματικά.
Πηγές
1. Ashokkumar, A. et al. (2020). Censoring political opposition online: Who does it and why. Journal of Experimental Social Psychology, 91, 104031.
Πλήρες επιστημονικό άρθρο (PDF):
https://www.sanaztalaifar.com/_files/ugd/ce993c_e2e6e18862e847df9687fb59455cafa3.pdf
2. Ανοιχτή σελίδα της ίδιας δημοσίευσης στο PubMed Central:
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7415017/
3. Open Science Framework — συμπληρωματικό ερευνητικό υλικό και ερωτηματολόγια:
4. Stanford Encyclopedia of Philosophy — Michel Foucault.
Ακαδημαϊκή παρουσίαση της θεωρίας της πειθαρχικής εξουσίας, ειδικότερα στην ενότητα «History of the Prison»:
https://plato.stanford.edu/entries/foucault/
5. Institut Mémoires de l’édition contemporaine — Groupe d'information sur les prisons (GIP).
Αρχειακή τεκμηρίωση της ίδρυσης και της δράσης της ομάδας το 1971:
https://www.imec-archives.com/archives/fonds/159GIP
6. Pew Research Center (2014) — Social Media and the ‘Spiral of Silence’.
https://www.pewresearch.org/internet/2014/08/26/social-media-and-the-spiral-of-silence/




