Το πείραμα της φυλακής του Stanford: ο μύθος, η βία και αυτό που μας έμαθε


"Όποιος έχει τη δύναμη να σε κάνει να πιστεύεις το παράλογο, έχει και τη δύναμη να σε κάνει να κάνεις το άδικο."
- Βολταίρος, Questions sur les miracles (1765), ελεύθερη απόδοση

Η πιο γνωστή ιστορία της κοινωνικής ψυχολογίας λέει:
- Πάρε συνηθισμένους, ψυχικά υγιείς νεαρούς άνδρες, μοίρασέ τους τυχαία σε "κρατούμενους" και "φρουρούς", κλείσ’ τους σε μια ψεύτικη φυλακή και περίμενε. Σε λίγες μέρες, οι φρουροί θα γίνουν σαδιστές και οι κρατούμενοι παθητικά θύματα.


Είναι μια ιστορία σκοτεινή, δραματική και πολύ βολική. Εξηγεί την ανθρώπινη βία με μία φράση ότι δεν φταίνε οι άνθρωποι, αλλά ο ρόλος.

Μόνο που, σήμερα, ξέρουμε ότι η ιστορία είναι πολύ πιο περίπλοκη. Και πως το περίφημο πείραμα της φυλακής του Stanford δεν απέδειξε ποτέ με τον καθαρό τρόπο που για δεκαετίες μάς δίδασκαν ότι απέδειξε.

Αυτό δεν το κάνει ασήμαντο. Το κάνει, ίσως, ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Συνέβη το 1971.

Τον Αύγουστο του 1971, ο ψυχολόγος Φίλιπ Ζιμπάρντο και η ομάδα του στο Πανεπιστήμιο Stanford οργάνωσαν μια προσομοίωση φυλακής στο υπόγειο του τμήματος Ψυχολογίας. Από περίπου 75 άνδρες εθελοντές, επιλέχθηκαν 24, μετά από συνεντεύξεις και ψυχολογικό έλεγχο. Οι συμμετέχοντες μοιράστηκαν τυχαία στους ρόλους του κρατούμενου και του φρουρού.

Η προσομοίωση είχε σχεδιαστεί να διαρκέσει δύο εβδομάδες.

Οι κρατούμενοι συνελήφθησαν συμβολικά από την αστυνομία του Palo Alto, φωτογραφήθηκαν και οδηγήθηκαν στην αυτοσχέδια φυλακή. Τους έδιναν αριθμούς αντί για ονόματα. Οι φρουροί φορούσαν στολές, γκλομπ και γυαλιά καθρέφτη, ώστε να μην υπάρχει οπτική επαφή. Η αρχική οδηγία ήταν να διατηρούν την τάξη χωρίς σωματική βία.

Πολύ γρήγορα, όμως, εμφανίστηκαν εξευτελισμοί, αυθαίρετες τιμωρίες, απομόνωση, εξαντλητικές καταμετρήσεις και στέρηση βασικών διευκολύνσεων. Κάποιοι συμμετέχοντες αποχώρησαν ή απομακρύνθηκαν νωρίς, παρουσιάζοντας έντονες αντιδράσεις άγχους. Το πείραμα τερματίστηκε την έκτη ημέρα, ύστερα και από την παρέμβαση της ψυχολόγου Christina Maslach, η οποία σοκαρίστηκε από όσα είδε.

Το συμπέρασμα του Ζιμπάρντο ήταν ότι δεν χρειάζονται κακοί άνθρωποι για να παραχθεί κακό. Αρκεί ένα περιβάλλον που δίνει εξουσία, ανωνυμία και ατιμωρησία.

Και εδώ αρχίζει το κύριο πρόβλημα.  
Οι ρόλοι δεν έδρασαν μόνοι τους.

Για πολλά χρόνια το πείραμα παρουσιαζόταν ως απόδειξη ότι οι άνθρωποι μεταμορφώνονται αυτόματα από τον ρόλο που τους ανατίθεται. Φοράς στολή, άρα γίνεσαι δεσμοφύλακας. Σου δίνουν έναν αριθμό, άρα γίνεσαι παθητικός κρατούμενος.

Όμως, μια εκτενής έρευνα στα αρχεία του πειράματος από τον ιστορικό Thibault Le Texier έδειξε ότι αυτή η εκδοχή είναι υπερβολικά καθαρή για να είναι αληθινή. Ο Le Texier βρήκε πως οι φρουροί δεν αφέθηκαν απλώς να αυτοσχεδιάσουν. Είχαν λάβει συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς να χειρίζονται τους κρατούμενους και γνώριζαν, σε σημαντικό βαθμό, ποιο ήταν το αποτέλεσμα που οι ερευνητές περίμεναν να δουν. Επιπλέον, οι φρουροί δεν είχαν ενημερωθεί ότι ήταν και οι ίδιοι ουσιαστικά ερευνητικά υποκείμενα. Η μελέτη του στο American Psychologist αναδεικνύει επίσης ελλιπή και μεροληπτική συλλογή δεδομένων.

Με απλά λόγια, δεν είχαμε έναν ουδέτερο ερευνητή που παρατηρούσε τι θα συμβεί. Είχαμε έναν ερευνητή που είχε μπει ο ίδιος στον ρόλο του διευθυντή φυλακής, μια ομάδα που είχε συγκεκριμένη θεωρία για την εξουσία και συμμετέχοντες που προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σκληρές συμπεριφορές ήταν ψεύτικες ή ότι δεν προκλήθηκε πραγματική ψυχική επιβάρυνση. Σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε να πούμε σοβαρά και αυστηρά επιστημονικά ότι οι ρόλοι από μόνοι τους έκαναν φυσιολογικούς ανθρώπους σαδιστές.

Το περίφημο "ένα τρίτο των φρουρών επέδειξε γνήσιο σαδισμό" δεν είναι επιστημονικά καθαρό και μετρημένο εύρημα. Είναι ερμηνεία των ερευνητών, όχι ποσοστό που προέκυψε από κάποια αντικειμενική κλίμακα σαδισμού.

Και οι συμμετέχοντες δεν ήταν απαραίτητα ένα τυχαίο δείγμα της ανθρωπότητας.
Ποιοί δηλώνουν εθελοντές σε μια αμειβόμενη μελέτη για τη ζωή στη φυλακή;

Μια μεταγενέστερη έρευνα των Carnahan και McFarland έδειξε ότι άτομα που ανταποκρίνονται σε αγγελία για μελέτη σχετική με φυλακή τείνουν, κατά μέσο όρο, να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα αυταρχισμού, επιθετικότητας, μακιαβελισμού και κοινωνικής κυριαρχίας και χαμηλότερα επίπεδα ενσυναίσθησης και αλτρουισμού από όσους ανταποκρίνονται σε μια ουδέτερα διατυπωμένη ψυχολογική έρευνα. Αυτό δεν αποδεικνύει τι ακριβώς συνέβη στο Stanford, αλλά διαλύει την άνετη βεβαιότητα ότι οι συμμετέχοντες ήταν ένα τυχαίο δείγμα όλων μας. Η μελέτη εδώ.

Υπήρχαν επίσης μόλις 24 άνδρες, όλοι νεαροί, σε μια τεχνητή συνθήκη, χωρίς ουσιαστική ομάδα ελέγχου. Από ένα τόσο μικρό και ιδιόμορφο δείγμα δεν μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα για το πώς θα συμπεριφέρονταν άνθρωποι σε πραγματικές φυλακές, στρατούς, δικτατορίες ή πολέμους.

Η επιστήμη, ευτυχώς, είναι λιγότερο θεαματική από το ντοκιμαντέρ.

Άρα ήταν όλο άκυρο;

Φυσικά και όχι!

Μάθαμε πολλά, αλλά αυτά που μάθαμε δεν είναι αυτά που νομίζαμε.

Το Stanford δεν απέδειξε ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο κρύβεται ένας σαδιστής που περιμένει απλώς μια στολή για να βγει βόλτα. Απέδειξε πολύ πιο καθαρά πόσο επικίνδυνο είναι να δίνεις εξουσία χωρίς έλεγχο, να μετατρέπεις ανθρώπους σε αριθμούς, να αφήνεις την ταπείνωση να γίνεται μέρος της διαδικασίας και να περιμένεις από τους πάντες να καταλάβουν μόνοι τους πού είναι το ηθικό όριο.

Η βία δεν γεννιέται μαγικά από έναν ρόλο. Χρειάζεται συνήθως ένα ολόκληρο σύστημα που την κάνει νοητή, επιτρεπτή ή και επιθυμητή:
  • μια αυθεντία που ορίζει ποιος έχει δίκιο,
  • μια ομάδα που χωρίζεται σε "εμείς" και "αυτοί",
  • γλώσσα που αφαιρεί από τον άλλον την ανθρώπινη υπόσταση,
  • μικρές παραχωρήσεις που κλιμακώνονται,
  • ατιμωρησία,
  • σιωπή από όσους βλέπουν και δεν μιλούν.
Και τώρα αυτό είναι το σημείο στο οποίο το πείραμα παραμένει χρήσιμο όχι ως απόδειξη, αλλά ως προειδοποίηση. Η τυραννία δεν είναι αυτόματος πιλότος.

Μια μεταγενέστερη και πολύ πιο ελεγχόμενη μελέτη, η "BBC Prison Study" των Stephen Reicher και S. Alexander Haslam, δεν επιβεβαίωσε την ιδέα ότι οι άνθρωποι γλιστρούν αναπόφευκτα στην τυραννία μόλις τους δοθεί ένας ρόλος. Οι ομάδες άλλαξαν, αντιστάθηκαν, δημιούργησαν νέες συμμαχίες και οι δυναμικές εξουσίας δεν εξελίχθηκαν γραμμικά.

Αυτό έχει σημασία. Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε άγγελοι ούτε μαριονέτες της κατάστασης. Δεν αθωώνονται επειδή ένα σύστημα τούς πίεσε, αλλά ούτε εξηγούνται όλα με έναν δήθεν εσωτερικό δαίμονα.

Ο χαρακτήρας μετράει. Οι κοινωνικές συνθήκες μετρούν. Οι θεσμοί μετρούν. Η ιδεολογία μετράει. Η πίεση της ομάδας μετράει. Και μετράει επίσης, όσο άβολο κι αν είναι, αν κάποιος επιλέγει να πει "ως εδώ".

Από το Stanford στη χούντα

Η έρευνα της Μίκας Χαρίτου-Φατούρου για τους βασανιστές της ελληνικής χούντας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή δεν ήταν μια προσομοίωση σε υπόγειο πανεπιστημίου. Βασίστηκε σε συνεντεύξεις πρώην βασανιστών, μαρτυρίες από τις δίκες, στρατιωτικά αρχεία και μελέτη των μηχανισμών εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης της βίας.

Δεν αποτελεί ελληνική επιβεβαίωση του Stanford. Είναι μελέτη στην πράξη του τρόπου με τον οποίο ένας κρατικός μηχανισμός μπορεί να εκπαιδεύει, να νομιμοποιεί και να οργανώνει τη βία. Το βιβλίο της, "The Psychological Origins of Institutionalized Torture", δείχνει ότι ο βασανιστής δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Δημιουργείται μέσα από επιλογή, εκπαίδευση, υπακοή, αποπροσωποποίηση του θύματος και σταδιακή εξοικείωση με πράξεις που αρχικά θα προκαλούσαν φρίκη.

Αυτή είναι πιο ακριβής αλήθεια. Όχι ότι όλοι θα γίνουμε βασανιστές αν μας δώσουν μια διαταγή, αλλά ότι οι κοινωνίες μπορούν να στήσουν μηχανισμούς που κάνουν τη βία να φαίνεται καθήκον.

Το πείραμα της φυλακής του Stanford δεν είναι το αδιαμφισβήτητο επιστημονικό μνημείο που παρουσιαζόταν κάποτε. Είναι ένα βαθιά προβληματικό πείραμα, με σοβαρά μεθοδολογικά και ηθικά ζητήματα, το οποίο έμεινε γνωστό επειδή έδωσε μια απλή και τρομακτική απάντηση σε μια πολύ δύσκολη ερώτηση.

Η απάντηση, όμως, δεν είναι ότι οι συνθήκες μάς απαλλάσσουν από την ευθύνη.

Είναι ότι οι συνθήκες μπορούν να κάνουν τη βία ευκολότερη, τη συνείδηση πιο βολικά σιωπηλή και την ευθύνη να φαίνεται σαν να ανήκει πάντα σε κάποιον άλλον.

Οπότε η αρχική ερώτηση που κάνουμε όλοι στον εαυτό μας όταν διαβάσουμε τέτοια πειράματα "Τι δεσμοφύλακας ή τι φυλακισμένος θα ήμουν;" μετατρέπεται σε: 

- Σε ποιο σημείο θα έβλεπα ότι κάτι έχει αρχίσει να βρωμάει σαπίλα και τι θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω για να μη γίνω μέρος του;



Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση: 

- Haney, C., Banks, W. C. & Zimbardo, P. G. (1973), "Interpersonal Dynamics in a Simulated Prison" (https://pdf.prisonexp.org/ijcp1973.pdf) — η αρχική δημοσίευση της ερευνητικής ομάδας.

- Le Texier, T. (2019), "Debunking the Stanford Prison Experiment" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/31380664/), American Psychologist — αρχειακή επανεξέταση του πειράματος και των ισχυρισμών του.

- Zimbardo, P. G. & Haney, C. (2020), "Continuing to acknowledge the power of dehumanizing environments" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32250143/), American Psychologist — απάντηση των αρχικών ερευνητών στην κριτική.

- Carnahan, T. & McFarland, S. (2007), "Revisiting the Stanford Prison Experiment: Could Participant Self-Selection Have Led to the Cruelty?" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/17440210/), Personality and Social Psychology Bulletin.

- Reicher, S. D. & Haslam, S. A. (2006), "Rethinking the Psychology of Tyranny: The BBC Prison Study" (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/16573869/), British Journal of Social Psychology.

- Haritos-Fatouros, M., "The Psychological Origins of Institutionalized Torture" (https://doi.org/10.4324/9780203714997).


Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes