Θεραπεία σε δημόσια θέα

Δεν φοβήθηκα ποτέ πραγματικά το σώμα μου.

Φοβήθηκα τα βλέμματα των άλλων πάνω του.

Αυτό το κατάλαβα πολύ αργότερα. Μικρή νόμιζα ότι το πρόβλημα ήμουν εγώ. Όχι η κοροϊδία, τα γέλια, τα σχόλια. Εγώ.

Γιατί ήμουν χοντρή. Και το χοντρή, τότε, δεν ήταν λέξη. Ήταν ταυτότητα. Στο σχολείο δεν σε κορόιδευαν μία φορά και τέλος. Σε κορόιδευαν κάθε μέρα κι από λίγο. Και το λίγο, επαναλαμβανόμενο, γίνεται χαρακτήρας.

Έμαθα λοιπόν ότι όταν φαίνομαι πολύ, κάτι πάει λάθος. Ότι το σώμα μου τραβάει βλέμματα που δεν είναι ασφαλή για την ψυχολογική μου ευημερία. Ότι αν σταθώ λίγο πιο μπροστά, αν γελάσω λίγο πιο δυνατά, αν υπάρξω λίγο πιο έντονα… κάποιος θα βρει κάτι να πει. Στις εκδρομές, στα διαλείμματα, στο δρόμο ακόμα... Το σώμα μου ήταν πάντα το πρώτο πράγμα που έβλεπαν. Και το πρώτο πράγμα που σχολίαζαν.

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά με το να φαίνομαι. Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή άρχισα να κάνω αυτό που κάνουν όλα τα παιδιά όταν κανείς δεν τα προστατεύει αρκετά.

Μίκρυνα όσο μπορούσα. 

Στο χώρο. 

Κρύφτηκα κάτω από ρούχα. 

Κρύφτηκα πίσω από χιούμορ.

Κρύφτηκα και μέσα μου. 

Άρχισα να διαβάζω, πολύ. Να μαθαίνω. Να καλλιεργούμαι. Προσπάθησα να κάνω το μυαλό μου καλύτερο από το σώμα μου για να μην το κοιτάνε. Παράλληλα, έμαθα να στέκομαι λίγο στο πλάι, λίγο πιο πίσω, λίγο στο background. Όχι γιατί δεν είχα πράγματα να πω. Αλλά γιατί όταν φαίνεσαι, θα πονέσεις. Αυτό είχα μάθει.

Μέχρι που έφυγα στο Εδιμβούργο για σπουδές. Και εκεί συνέβη κάτι παράξενα απλό. Η βιολογία!

Διάλεξα ασυναίσθητα μια επιστήμη που με έμαθε να βλέπω το σώμα όχι σαν διακόσμηση, αλλά σαν αυτό που πραγματικά είναι. Μια μηχανή επιβίωσης γονιδίων. Μια μηχανή που αναπνέει, προσαρμόζεται, αντέχει, επουλώνεται και κουβαλάει μνήμη. Θα μπορούσα να είχα διαλέξει κάτι πιο καλλιτεχνικό. Κάτι με έκφραση, με σκηνή, με έκθεση. Αλλά… η έκθεση ήταν για μένα πάντα μεγάλο πρόβλημα.

Και ταυτόχρονα, εκεί, για πρώτη φορά στη ζωή μου, είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ανθρώπους ντυμένους αστεία, ψηλούς, κοντούς, χοντρούς, πολύ αδύνατους. Διαφορετικούς. Εκκεντρικούς. Άλλους εντελώς, εκτός "μέτρου".

Και… κανείς δεν τους κοιτούσε περίεργα. Κανείς δεν γελούσε στο δρόμο. Κανείς δεν σχολίαζε. Περπατούσαν απλώς. Υπήρχαν. Και τότε, πολύ αργά και πολύ ήρεμα, μου ήρθε μια σκέψη που δεν την είχα επιτρέψει ποτέ μέχρι τότε...

"Μήπως τελικά… δεν είμαι εγώ το πρόβλημα; Μήπως το πρόβλημα είναι των γύρω μου;"

Γύρισα Ελλάδα με κάτι καινούργιο μέσα μου. Όχι αυτοπεποίθηση. Αυτή, περιέργως την είχα. Κάτι πιο βαθύ. Την υποψία ότι η ντροπή μου δεν είναι δική μου. Είναι μια μαθήμενη ντροπή που μου την επέβαλαν με τη βία.

Κάποια στιγμή αδυνάτισα. Και ως δια μαγείας… ο φόβος έφυγε. Όχι γιατί θεραπεύτηκα. Αλλά γιατί εξαφανίστηκε ο κίνδυνος. Κανείς δεν με κορόιδευε πια. Κανείς δεν με κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα και το σώμα έγινε "ουδέτερο". Ασφαλές. Και αφελές να νομίζω ότι λύθηκε το θέμα μου. Ότι ήταν τα κιλά και απλώς έπρεπε να διορθώσω την αφορμή.

Μέχρι που τα κιλά γύρισαν γιατί η ζωή είναι μεγάλη καργιόλα και ότι δεν μάθεις με το καλό, θα το μάθεις με το κακό. Και μαζί τους γύρισε κάτι πολύ παλιότερο. Όχι η ανασφάλεια. Ξέρω την αξία μου. Η ντροπή όμως, εκεί! Όχι "δεν είμαι όμορφη". Δεν με αφορά καν αυτό. Αλλά αυτό το "Σε βλέπουν. Μαζέψου".

Και τώρα κατάλαβα κάτι που δεν είχα δει ποτέ καθαρά. Το πρόβλημα μου δεν ήταν ποτέ το σώμα. Ήταν το ότι κάποτε έμαθα πως όταν με βλέπουν, εκτίθεμαι κι όταν εκτίθεμαι, κινδυνεύω. 

Δεν φοβάμαι την κριτική. Φοβάμαι την έκθεση. Φοβάμαι εκείνο το παλιό βλέμμα των αγνώστων. Γίνομαι το παιδί που στεκόταν μπροστά σε τάξεις, δρόμους και προαύλια και μάθαινε σιγά σιγά ότι καλύτερα είναι να μη φαίνεται.

Και τώρα…

γράφω.

Αυτό το ύπουλο πράγμα που κάνω τελευταία και εκτίθεμαι ανεπανόρθωτα. Ανοίγομαι. Λέω πράγματα που κανονικά θα τα έλεγα μόνο σε δύο ανθρώπους και στον ψυχοβγάλτη μου. Και κάθε φορά που πατάω «δημοσίευση»… σφίγγεται λίγο το στομάχι μου. Όχι γιατί λέω κάτι ψέματα. Αλλά ακριβώς επειδή δεν λέω! Και με βλέπουν. Άγνωστοι και κάποιοι λίγοι γνωστοί. Και εκεί, χωρίς να το θέλω, είναι κι εκείνο το παιδί που κάποτε έμαθε πως το να φαίνομαι ποτέ σε καλό δεν βγαίνει. Και με κοιτάει αυστηρά. Το μαλακισμένο!

Μόνο που τώρα κάτι πολύ σημαντικό έχει αλλάξει. Δεν είμαι πια αυτό το κορίτσι. Δεν με βλέπουν με το ίδιο βλέμμα που με έβλεπαν τότε. Σήμερα είμαι ώριμη, έξυπνη, με λόγο, άποψη, βάθος και χιούμορ. Και το βλέμμα των ενηλίκων δεν είναι πια βλέμμα κοροϊδίας. Είναι βλέμμα περιέργειας, ενδιαφέροντος, έλξης ή απλής ουδετερότητας.

ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΜΑΘΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

Όχι το μυαλό. Το μυαλό μου το ξέρει ήδη (είπαμε, είμαι έξυπνη). 

Και αυτό είναι το πιο παράδοξο κομμάτι της θεραπείας. Γράφω γιατί πρέπει να μάθω ότι, όταν φαίνομαι… Δεν παθαίνω τίποτα. Δεν με κρίνουν. Μερικοί με καταλαβαίνουν. Μερικοί με νιώθουν. Μερικοί απλώς προσπερνούν. Μερικοί διαφωνούν. Αλλά μέχρι εκεί. Και εάν με κοροϊδέψουν, ε δεν εξαρτάται και η ζωή μου από αυτό πια! Είναι απλά μια παλιά αντίδραση που κακώς έχει παγιωθεί. Σιγά σιγά όμως, με μικρά ελεγχόμενα ανοίγματα, το νευρικό μου σύστημα θα μάθει το σωστό.

Δεν ξέρω αν θα αγαπήσω ποτέ το σώμα μου όπως λένε στα σεμινάρια αυτοβελτίωσης. Ξέρω όμως κάτι πιο ουσιαστικό. Μαθαίνω επιτέλους να μην ντρέπομαι που υπάρχω στο χώρο. Γιατί αυτό το γαμημένο το σώμα, όπως και να είναι, με έχει φέρει ως εδώ, έχει φροντίσει ανθρώπους, έχει προσφέρει χαρά και έχει αντέξει κακομεταχείριση. Του οφείλω τουλάχιστον να το αποδεχτώ και να το φροντίσω.

Και εάν το καταφέρω αυτό για μένα, είναι πολύ πιο μεγάλη νίκη από οποιοδήποτε νούμερο στη ζυγαριά.