Μη μαδάς τη μαργαρίτα
Αν η απάντηση είναι ναι, το λες!
Είναι ομολογουμένως καλή ερώτηση, αλλά λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω, δεν είναι αρκετή.
Γιατί εγώ προσωπικά, πάντα χαιρόμουν όποτε και εάν επέλεγα να μιλήσω για ένα συναίσθημά μου. Δεν το έκανα συχνά, ούτε με ευκολία, αλλά όταν το έκανα δεν είχα δεύτερες σκέψεις. Δεν ζητούσα ανταπόδοση. Δεν έστηνα σενάρια απαντήσεων. Ήμουν εντάξει με τον εαυτό μου. Το έλεγα γιατί ήθελα να το πω και κοιμόμουν εν ειρήνη every single fucking time!
Κι όμως, κάπου κάπως κάποτε, κατάλαβα ότι το θέμα δεν είναι μόνο τι λες. Είναι και σε ποιον το λες και τι είναι ικανός να ακούσει και να κατανοήσει. Όχι γιατί είναι χαζός, αλλά γιατί...
Γιατί εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που λέμε, αλλά όχι για αυτό που θα καταλάβει ο συνομιλητής μας.
Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά βιώματα, διαφορετικά συμπεράσματα. Τόσο απλό!
Η παγίδα είναι συνήθως ότι η έκφραση (κακώς αν με ρωτάς, που δεν ρωτάς αλλά χέστηκα κιόλας) λογίζεται αυτομάτως και για πρόσκληση. Ότι κάτι πρέπει να κάνει ο άλλος ντε και καλά γι'αυτό που ειπώθηκε. Όμως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να ακούσουν ένα όμορφο συναίσθημα και να το αφήσουν εκεί που ανήκει. Να πουν μέσα τους «τι όμορφο» και απ'εξω τους να χαμογελάσουν ή ακόμα και να πουν "ευχαριστώ" και να μείνει εκεί.
Όχι;
Έχω βαρεθεί να βλέπω σε τηλεοπτικές μυθοπλασίες σκηνικά που ο ένας είπε στον άλλον "σε αγαπώ", "μου λείπεις" και ο άλλος είτε δεν απαντά από αμηχανία γιατί δεν αισθάνεται να πει το ίδιο, είτε λέει "ευχαριστώ" και αυτό θεωρείται γαϊδουριά. Μα εάν σε κάποιον προκαλούμε ένα ευχάριστο συναίσθημα και μας το λέει δεν είναι σαν να μας κάνει δώρο αυτή την αναγνώριση; Στα δώρα δεν λέμε ευχαριστώ; Γιατί είναι κακό να πούμε "ευχαριστώ" και γιατί να είμαστε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε "κι εγώ" ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο;
Και υπάρχουν κι άλλοι που, μόλις ακούσουν ή ζήσουν ζεστασιά, τρυφεράδα, το μυαλό τους αρχίζει αυτόματα "RUN PROGRAM: ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ / ΜΕΓΑΛΟ / ΠΑΕΙ ΚΑΠΟΥ" με απρόβλεπτες συνέπειες. Άλλοι μην είδατε τον Παναή κι άλλοι τρέχουν για μπομπονιέρες.
Πείτε! Λέω ψέματα;!
Όχι από κακία οι άνθρωποι. Από έλλειψη. Από φόβο. Από δίψα να πιαστούν από κάτι που μοιάζει ασφαλές ή να φύγουν μακριά από κάτι που αισθάνονται να τους πνίγει. Αυτό που για τον έναν είναι έκφραση ενός συναισθήματος, για τον άλλον έγινε πρόσκληση για πλάνο ζωής ή θηλιά που σφίγγει.
Και εδώ αρχίζει η σύγχυση.
Η ζεστασιά, η τρυφερότητα δεν είναι έρωτας. Αλλά για κάποιους… μοιάζει επικίνδυνα ίδιο και η στοιχειώδης συναισθηματική παρουσία βιώνεται σαν αποκάλυψη. Δεν ερωτεύεται όμως. Κολλάει ο δύστυχος. Χάρηκε με το πώς ένιωσε κι εσύ είσαι το μέσο. Και αυτό δεν είναι λίγο. Έρωτας όμως δεν είναι.
Το μπέρδεμα ξεκινά όταν λες κάτι απλό όπως «μου αρέσεις πολύ» ή «μου έλειψες».
Εκείνος ακούει «Είσαι σημαντικός. Μη φύγεις. Κράτα με.»
Εσύ μιλάς χωρίς προσδοκία. Απλά εκφράζεις το πώς νιώθεις εκείνη τη στιγμή. Εκείνος ακούει με ανάγκη, με φόβο, με πρότερη εμπειρία... Και κάπου εκεί γεννιέται μια εντύπωση για εσένα που δεν ζήτησες, δεν υποσχέθηκες και δεν καταλαβαίνεις πώς σου φόρτωσαν.
Να το πούμε ωμά; Δεν είναι όλοι έτοιμοι να δεχτούν καθαρό συναίσθημα χωρίς να το κάνουν σχέδιο ζωής. Για κάποιους ανθρώπους η ζεστασιά σημαίνει δέσμευση, η τρυφερότητα σημαίνει “μαζί” και η έκφραση θετικού συναισθήματος σημαίνει υπόσχεση για το μέλλον ή υποχρέωση για ανταπόδοση.
Όταν μιλάς ανοιχτά, ξεκάθαρα, χωρίς τακτική, χωρίς «να δω πού πάει» γιατί δεν σε νοιάζει πέρα από το εδώ και το τώρα, θα πέφτεις πολύ συχνά και πάνω σε ανθρώπους που δεν ξέρουν τι να κάνουν με αυτή την καθαρότητα. Και τότε συμβαίνει εσύ να μιλάς, κι ο άλλος να ακούει αυτό που κρυφά φοβάται ή λαχταρά. Το μήνυμα είναι καθαρό. Η μετάφραση είναι προβληματική.
Ξαναλέω. Δεν φταίει απαραίτητα κάποιος. Κι εγώ ακόμη ψάχνω να βρω πώς και γιατί σκέφτομαι όπως σκέφτομαι και άκρη δεν έχω βγάλει. Γι'αυτό τα γράφω. Αλλά έχω καταλήξει ότι η λύση δεν είναι να σταματήσουμε να εκφραζόμαστε λεκτικά ή σωματικά. Πώς διάολο αλλιώς θα επικοινωνήσουμε;
Δεν είμαστε υπεύθυνοι για το συναίσθημα που γεννιέται στον άλλον. Αυτό το λύσαμε. Είμαστε όμως υπεύθυνοι να κρίνουμε αν μπορεί να διαχειριστεί το δικό μας. Με την ευθύνη της λάθος κρίσης όλη δική μας.
Άρα η ερώτηση δεν είναι μόνο «Θα χαρώ που το είπα;»
Είναι και «Αυτός ο άνθρωπος αντέχει να ξέρει το συναίσθημά μου χωρίς να νιώσει υποχρεωμένος να κάνει κάτι γι'αυτό;»
Τρέχει; Δένεται; Μπερδεύει; Φοβάται; Πνίγεται; Υπεραναλύει; Αμφισβητεί; Αν ναι, τότε η όποια ειλικρίνεια σπανίως θα ακουστεί όπως την εννοείς. Η εγγύτητα δεν είναι ουδέτερη για όλους.
Να μιλάς λιγότερο; Όχι.
Να μιλάς πιο συνειδητά; Ναι.
Η λύση δεν είναι να κλείσεις. Όπως για μένα δεν είναι να γυρίσω πίσω στον παλιό, σιωπηλό, στρείδι εαυτό μου. Η λύση είναι να βλέπω το πλαίσιο, να αναγνωρίζω τον συνομιλητή, αν χρειαστεί να πω απλά «Το λέω γιατί έτσι νιώθω. Όχι γιατί ζητάω κάτι» και να εύχομαι να με πιστέψει. Αυτό δεν είναι απολογία. Είναι ενημέρωση.
Και για να συνοψίσουμε...
Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να κρατήσουν ένα όμορφο συναίσθημα στα χέρια τους. Κάποιοι όχι.
Αυτό δεν θα πρέπει να ακυρώνει την έκφρασή μας όμως, ακόμα κι αν αυτό οδηγήσει στην απόσυρση του άλλου από δική του παρανόηση. Θα πρέπει όμως να μας μαθαίνει πού μπορούμε αυτή την έκφραση να την ακουμπήσουμε γιατί ξέρουμε ότι θα βρει την κατανόηση που της αρμόζει χωρίς νέα φανταστικά νοήματα.
Και αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από όλα αυτά, ας είναι αυτό:
Η έκφραση δεν είναι επικίνδυνη. Η ασύμμετρη ανάγνωση είναι.
