Τυχερά παιχνίδια

Ούτε αγανάκτηση.
Ούτε την ανάγκη να φωνάξω ότι «η ζωή είναι άδικη».
Το ξέρω ήδη. Όλοι το ξέρουμε.
Και για όσους δεν είχαν μια αξιοπρεπή αφετηρία, αλλά και για όσους είχαν τα βασικά και καταλαβαίνουν την τύχη τους.
Είναι άδικη επειδή κάποιοι άνθρωποι μεγάλωσαν χωρίς ασφαλές περιβάλλον. Και μετά έμαθαν να στέκονται όρθιοι μόνοι τους, με τρόπους που τους έσωσαν τότε αλλά τους δυσκολεύουν τώρα.
Και η μεγαλύτερη αδικία δεν είναι ότι κάποιοι κακοποιήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο (ακόμα κι εγώ έχω βιώματα επαναλαμβανόμενης ντροπής). Η μεγαλύτερη αδικία είναι ότι έμαθαν να ζουν λες και αυτό είναι το φυσιολογικό. Αυτό από καθαρή τύχη δεν το έπαθα. Εγώ ήμουν τυχερή. Αγαπήθηκα. Όχι τέλεια, ούτε χωρίς λάθη, αλλά αληθινά.
Και αυτό κάνει όλη τη διαφορά.
Δεν μεγάλωσα πιστεύοντας ότι πρέπει να αποδεικνύω την αξία μου για να με κρατήσουν.
Δεν έμαθα να ζητιανεύω προσοχή. Την είχα.
Δεν έμαθα ότι ο πόνος είναι το τίμημα της αγάπης. Έζησα αγάπη που μου γιάτρευε τους πόνους.
Κι όμως. Όσο μεγαλώνω, βλέπω ανθρώπους που δεν αγαπήθηκαν ποτέ όπως άξιζαν. Που κουβαλάνε "μπαγκάζια" χωρίς όνομα. Που έμαθαν να ζουν σφιγμένοι, καχύποπτοι, μόνοι, όχι επειδή το διάλεξαν, αλλά επειδή δεν τους δόθηκε ποτέ κάτι άλλο για να ξέρουν έστω ότι υπάρχει, κι ας είναι σπάνιο. Γιατί είναι σπάνιο, ναι.
Και κάπου εκεί έρχεται ένα περίεργο συναίσθημα.
Όχι ενοχή ακριβώς. Ούτε ντροπή.
Ένα «το άξιζαν κι άλλοι και δεν το είχαν».
Μια ήσυχη λύπη για τη δική μου τύχη και για τη δική τους μη-τύχη. Γιατί η αδικία δεν είναι μόνο στη στέρηση. Είναι και στη γνώση. Στο να καταλαβαίνεις πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα, αν κάποιος είχε αγαπηθεί έγκαιρα.
Είναι μέρες σαν αυτή που νιώθω ένα πένθος για τον κόσμο, όχι για μένα. Εκείνο το λεπτό σημείο όπου αναγνωρίζω την τύχη μου και εκεί τρυπώνει ένα σχεδόν-ενοχικό συναίσθημα, γιατί το μυαλό ψάχνει ισορροπία:
«Γιατί εγώ; Τι έκανα για να το αξίζω;»
Δεν υπάρχει απάντηση που να με ανακουφίσει πλήρως. Χρειάζεται; Μπα. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να εξισώσω τον πόνο. Το ζητούμενο είναι τι κάνω με αυτό που έλαβα. Αυτό είναι το αντίθετο της ενοχής. Είναι ευθύνη χωρίς αυτομαστίγωμα.
Να το πω αλλιώς, πιο εύκολα;
Η τύχη μου δεν με βαραίνει.
Με υποχρεώνει όμως ηθικά (και ορθώς κάνει), τουλάχιστον να μην κλείνω τα μάτια.
Δεν πιστεύω ότι «όλα γίνονται για κάποιο λόγο» και ούτε κατά διάνοια στο «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό».
Κάποια πράγματα πληγώνουν και σε αφήνουν λιγότερο απ'ότι σε βρήκαν. Και κάποια απλώς δεν γιατρεύονται ποτέ εντελώς.
Αυτό που έχω αποφασίσει να κάνω συνειδητά είναι το εξής απλό:
Να μη γίνω κι εγώ άδικη.
Να μη θεωρήσω ποτέ δεδομένο αυτό που μου δίνεται.
Να μη κρίνω σκληρά αυτούς που κουβαλάνε βάρη που δεν βλέπω.
Να μην απαιτώ από ανθρώπους να λειτουργούν σαν να μεγάλωσαν όπως εγώ.
Σε καμία περίπτωση δεν μιλάω από θέση ανωτερότητας. Μιλάω από θέση ευγνωμοσύνης.
«Έχω αγαπηθεί πολύ. Κι αυτό ήταν μεγάλη τύχη.»
Δεν είναι έπαρση. Είναι επίγνωση προνομίου.
Η αγάπη που πήρα δεν με έκανε μαλθακή. Με έκανε ανθεκτική χωρίς να γίνω σκληρή. Και αυτό, σύμφωνα με τον ψυχοβγάλτη μου, δεν είναι από τα συνηθέστερα αποτελέσματα της ζωής.
Φυσικά, δεν μπορώ να σώσω κανέναν (προσπάθησα, δεν έπιασε ούτε μια φορα).
Ούτε να διορθώσω τη ζωή (εκεί κι αν απέτυχα).
Μπορώ όμως να αναγνωρίσω.
Και κυρίως να σέβομαι.
Και ίσως αυτό να είναι το μόνο τίμιο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας τυχερός άνθρωπος μέσα σε έναν τόσο άδικο κόσμο.