Δύο χρόνια μετά

Δύο χρόνια χωρίς εσένα.  

Ήρθα σε ό,τι κοντινότερο υπάρχει στην ύπαρξη σου. Αδύνατον να χωρέσει το μυαλό μου αυτή την πρακτική. Εσύ; Δύο μέτρα κάτω από το χώμα;

Σου έφερα λουλούδια. Μακάρι να πίστευα ότι μπορεις να τα δεις. Μακάρι να πίστευα ότι κάπου υπάρχεις. Κοιτάζω τη φωτογραφία σου. Και μετά κοιτάζω και τις υπόλοιπες στα μνήματα τριγύρω. Μια στιγμιαία αποτύπωση που προσπαθεί να αναπαραστήσει μια ολόκληρη ζωή. Αδύνατον σου λέω.

Ήσουν πολύ καλή μητέρα. Δεν ήσουν τέλεια. Ήσουν όμως πάντα εκεί. Κι αυτό για τα παιδιά λένε είναι πολύ σημαντικό. Για μένα δε, ήσουν και πάντα έτοιμη να γίνουμε συνένοχες. Δεν μου ζήτησες ποτέ εξηγήσεις για τίποτα. Ούτε κι εγώ. Κι ας θυμωναμε πολλές φορές η μία με την άλλη, δεν αλληλοκατηγορηθήκαμε ποτέ.

Ελπίζω όσο ζούσες να κατάλαβες ότι σε αγαπούσα τόσο που όσο κι αν δεν το άντεχα, σε άφησα να πεθάνεις όπως ήθελες. Σπίτι σου. Εσύ με την ησυχία σου κι εγώ με τις τύψεις μου που θα έβρισκα αργότερα τρόπο να τα βγάλω πέρα. Το παλεύω ακόμη, αλλά είμαι σε καλό δρόμο.

Και ξερω τι είπες για μένα πριν πεθάνεις κι ας μην το είπες ποτέ μπροστά μου "Η Μαρία είναι άλλη πάστα ανθρώπου. Είναι σπάνια. Δεν ξέρω πως βγήκε αυτό το θηλυκό έτσι αλλά είναι καλύτερη απ' όλους μας".

Α ρε μάνα...

Δύο χρόνια χωρίς να προσπαθώ να σε σώσω. 

Και μου το έκανες τόσο δύσκολο να σε σώσω, μωρή ρουφιάνα... Μέχρι που σε άκουσα και έγινε το θέλημά σου. Συνωμοτικά πάλι μου το ζήτησες "Μαράκι μου, άσε με εμένα, κοίτα τον άντρα σου που είναι νέος άνθρωπος κορίτσι μου. Εγώ την έζησα τη ζωή μου. Τη χάρηκα όσο μπόρεσα. Σε παρακαλώ άσε με στην ησυχία μου. Δεν αντέχω άλλο". Και ποιος να μου το έλεγε τότε ότι τρεις μήνες αφότου πεθάνεις, θα πέθαινε και ο Κώστας και θα με αφήνατε και μόνη μου. Σαν συννενοημένοι. Απαράδεκτοι και οι δύο, αν με ρωτάς.

Σου έφερα λουλούδια. "Σου έφερα" είπα; Μπούρδες. Για μένα τα έφερα. Μια μικρή τελετουργία έτσι για τη δική μου συνείδηση.

Σε άλλα νέα, ακόμα δεν έμαθα να φτιάχνω πατάτες με αυγά όπως τα δικά σου... Ανεπίδεκτη ξέρω. Το πήρα απόφαση και δεν ξαναδοκιμάζω πια. Τα είχα βγάλει φωτογραφία όμως. Μην κοροϊδεύεις! Ορκίζομαι πως όποτε την κοιτάζω μου έρχεται η γεύση στο στόμα και σε βλέπω να μου δίνεις το μπολ λέγοντάς μου "Έλα σου έφτιαξα το αγαπημένο σου. Πάρε να φάτε με τον Κωστάκη μου".

Δυστυχώς δεν θυμάμαι τη φωνή σου πια. Θυμάμαι μόνο που όταν μιλούσαμε και σε ρωτούσα "Τι κάνεις εσύ;" μου απαντούσες πάντα με παιχνιδιάρικη φωνή "Εγώ; Μεγαλώνω!" Πώς μπορεί μία φράση να κουβαλάει ολόκληρο άνθρωπο ε;

Τι να σου πω δυο χρόνια μετά το θάνατο σου...;

"Ρε μάνα, ευχαριστώ για τα υπέροχα παιδικά χρόνια, για την αγάπη που μου έμαθες, για τη ασφάλεια που μου χάρισες. Και αν μπορείς κάπως κάπου να με ακούσεις, να ξέρεις ότι από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, μεγάλωσα κι εγώ λίγο".