Δεύτερες σκέψεις

Τώρα δεν είμαι πια τόσο σίγουρη.
Όχι επειδή δεν νιώθω αγάπη μέσα μου. Τη νιώθω. Αλλά αρχίζω να υποψιάζομαι ότι δεν ξέρω τι να την κάνω. Δεν ξέρω πώς να τη δίνω χωρίς να ανησυχώ μήπως τη φορτώσω σε κάποιον. Και σίγουρα δεν ξέρω πώς να τη δέχομαι χωρίς ταυτόχρονα να προετοιμάζομαι ότι θα τελειώσει.
Κάποιοι άνθρωποι λέμε ότι θέλουμε αγάπη, αλλά στην πραγματικότητα μάθαμε τον εαυτό μας να ζούμε χωρίς αυτήν γιατί είναι, λέει, επικίνδυνη. Έτσι έμαθα κι εγώ να τα καταφέρνω όσο μπορώ μόνη μου. Να μην προσδοκώ. Να μην εξαρτώμαι. Και κάθε μου συναισθηματική ανάγκη όταν εκφράζεται να με κάνει να ντρέπομαι.
Κάποιοι λέμε ότι θέλουμε αγάπη. Και το εννοούμε! Αλλά όταν εμφανίζεται, την κοιτάμε λίγο περίεργα. Σαν να είναι κάτι που θα μας χαλάσει τη σειρά των πραγμάτων που με τόσο κόπο φτιάξαμε. Έχουμε μάθει με τέτοια αποτελεσματικότητα να ρυθμίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας, τη ζωή μας, το περιβάλλον μας. Είναι κακή άραγε αυτή η αυτάρκεια;
Όχι μάλλον, αλλά...
Όταν βρίσκεται λίγη φροντίδα, λίγη παρουσία, λίγη τρυφερότητα, εγώ πια ειλικρινά έχω καταλήξει να μην ξέρω τι να κάνω με αυτό.
Να χαρώ;
Να φοβηθώ;
Ή να κάνω ότι δεν συνέβη τίποτα;
Όχι επειδή δεν το θέλω. Αλλά επειδή ξέμαθα να αφήνομαι. Αποδείχθηκε πολύ επικίνδυνο. Και τώρα τι να κάνω με αυτή την μαλακισμένη φοβία που έμπλεξα;
Έχω μάθει να ζω μόνη μου και να στηρίζω όπως μπορώ αυτούς που αγαπώ. Ωραία.
Να διαχειρίζομαι τις μέρες μου χωρίς να περιμένω τίποτα. Τέλειο.
Και ό,τι κατακτήσω να είμαι πάντα προετοιμασμένη να εξαφανιστεί. Όλα υπό έλεγχο λοιπόν, ε;
Μα είναι ζωή αυτή;
Τις περισσότερες μέρες θα πω "ναι". Μου αρέσει να έχω σε έλεγχο τον εαυτό μου.
Σήμερα όμως δεν μου αρέσει.
Δεν μου αρέσει που δεν μπορώ να αφήσω τον εαυτό μου σε μια αγκαλιά χωρίς να σκεφτώ "Φτάνει, μην συνηθίζεις. Αραίωνε!"
Δεν μου αρέσει όταν κάποιος ακουμπά το χέρι μου και κάτι μέσα μου σαστίζει.
Δεν είναι ότι δεν θέλω τρυφερότητα, επιβεβαίωση και νοιάξιμο. Τα θέλω πολύ. Και να τα δώσω και να τα λάβω. Δεν είμαι cyborg. Δεν ξέρω όμως πως να σταματήσω να τα φοβάμαι.
Και αυτή την αγάπη δε... Τη στήνω στα δέκα μέτρα.
Την κοιτάω δύσπιστα. "Αποκλείεται!" σκέφτομαι.
Την αφήνω λίγο πιο μακριά για να δώσω χώρο και στις δύο μας.
Της δίνω και χρόνο να συνηθίσουμε η μια την παρουσία της άλλης.
Τίποτα. Σηκώνω το κουμπούρι και όποιον πάρει ο χάρος. Αυτά πρέπει να τα σκοτώνω από νωρίς γιατί μετά θα το μετανιώσω, σκέφτομαι.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει με την πάρτη μου πια και αντιδρώ έτσι.
Ψέματα. Ξέρω. Να το αλλάξω δεν μπορώ.
Και τελικά το πρόβλημα, δεν έχω καταλάβει...
είναι ότι δεν ξέρω να αγαπάω;
ότι ξεμάθα να αγαπιέμαι;
ή βγαίνουν αληθινά αυτά που έχω ακούσει κατά καιρούς ότι είμαι αναίσθητη και καλά θα κάνω να το πάρω απόφαση;