Η πιο θλιβερή λέξη

Ναι.
Το "σχεδόν" είναι το φάντασμα του "παρά λίγο".
Είναι αυτό που έζησε το μισό και έμεινε να στοιχειώνει το ολόκληρο.
Δεν έχει το καθαρό τέλος του "ποτέ". Το "ποτέ" πονάει, αλλά εμπεριέχει το τέλος. Σε κόβει έστω και βίαια, αλλά σε αφήνει να πας παρακάτω.
Δεν έχει ούτε τη συνέχεια του "ναι". Το "ναι" σε τραβάει μέσα, σε βάζει να δεις τι θα γίνει.
Το «σχεδόν» δεν κάνει τίποτα από τα δύο.
Κρέμεται.
Σαν εκκρεμές που δεν αποφασίζει προς τα πού πέφτει.
Σχεδόν αγαπήθηκαν.
Σχεδόν έγινε.
Σχεδόν τόλμησε.
Σχεδόν πρόλαβαν.
Σχεδόν έζησαν.
Το "σχεδόν" είναι η ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ, αλλά δεν έπαψε να υπάρχει. Δεν έχει σώμα, αλλά έχει βάρος. Δεν έχει γεγονός, αλλά έχει μνήμη. Και το χειρότερο; Δεν έχεις τι να το κάνεις. Μένεις σε ένα ενδιάμεσο που δεν λέγεται ούτε παρελθόν ούτε παρόν. Μένεις με το "αν". Και το "αν" είναι το πιο επίμονο παράσιτο του μυαλού.
Αν το είχα πει.
Αν το είχα κάνει.
Αν είχα μείνει.
Αν είχα φύγει.
Αν…
Το "σχεδόν" δεν είναι ποτέ αθώο. Δεν είναι απλώς μια συγκυρία. Πολλές φορές είναι και δισταγμός. Είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε "δεν ήταν η στιγμή". Είναι η απόφαση που δεν πήραμε και την βαφτίσαμε τύχη.
Και ναι, θα το πω πιο σκληρά.
Το "σχεδόν" δεν είναι πάντα αυτό που απλώς συνέβη ή όχι. Είναι και αυτό που επιλέχτηκε από κάποιον να μην ολοκληρωθεί. Γι’ αυτό πονάει.
Κι όμως…
Το "σχεδόν" δεν είναι μόνο θλίψη. Είναι και ένδειξη. Ένδειξη ότι κάτι άγγιξες. Ότι κάτι πήγε να συμβεί. Ότι υπήρξε δυνατότητα. Και η δυνατότητα, όσο κι αν πονάει όταν δεν ολοκληρώνεται, είναι ταυτόχρονα και υπενθύμιση. Υπενθύμιση του τι θέλεις. Του τι φοβήθηκες. Του πού έκανες πίσω.
Το "σχεδόν" δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Είναι το σημείο που σου δείχνει πού χρειάζεται να τολμήσεις. Όχι για να μην ξαναζήσεις το "σχεδόν". Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από εμάς. Αλλά για να μην αφήνεις τη ζωή σου να κρέμεται μόνιμα στο "παρά λίγο".
Γιατί στο τέλος, δεν θυμόμαστε μόνο αυτά που ζήσαμε.
Θυμόμαστε, εξίσου έντονα, κι αυτά που έφτασαν μέχρι τη μέση…
και έμειναν εκεί.