-Κρατιέσαι ρε;
Όχι δράμα ή κάποιου είδους καταστροφή. Όχι γεγονός να βασιστώ πάνω του και να ξεδιπλώσω το εσωτερικό μου μαναφούκι. Απλώς μια εσωτερική ταλάντωση. Σαν να περπατάω σε γέφυρα που ορκίζομαι ότι τη νιώθω να πάλλεται.
Σαν να έχει μείνει το σώμα σε παλιό σεισμό και να κάνει πρόβα για έναν που δεν λέει να έρθει να τελειώνουμε.
Δεν απειλούμαι όμως. Δεν χάθηκε τίποτα. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική ρωγμή.
Κι όμως, όταν οι μέρες γίνονται πολύ ήσυχες, όταν το σπίτι είναι πολύ σπίτι, η καθημερινότητα πολύ ίδια, όταν το σώμα ζητά επαφή και το μυαλό ζητά νόημα, κάτι μέσα μου ψιθυρίζει: "Υπάρχω στ’ αλήθεια ή απλώς αιωρούμαι στο κενό;"
Και τότε ξεκινάει ο εσωτερικός διάλογος:
— Κρατιέσαι ρε;
— Κρατιέμαι.
— Σίγουρα;
— Όσο μπορώ.
— Μην κάνεις τίποτα. Θα περάσει. Στο υπόσχομαι.
Δεν είναι ανάγκη για επιβεβαίωση.
Δεν είναι έλλειψη.
Δεν είναι πανικός.
Είναι αυτό το μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο "κάτι" που έρχεται όταν όλα είναι απλώς οκ. Όταν δεν υπάρχει ούτε κορύφωση ούτε πτώση. Όταν η ζωή δεν είναι τραγωδία ούτε θρίαμβος. Απλώς… κανονική. Και το σύστημα, μαθημένο σε αρνητική ένταση, κάνει έναν έλεγχο: "Ρε μήπως ετοιμάζομαι να πέσω;"
Γιατί το νευρικό σύστημα έχει μνήμη το γαμημένο. Και η μνήμη δεν θυμάται μόνο γεγονότα. Θυμάται κυρίως βιώματα. Θυμάται πώς ήταν όταν έπεφτα σε slow motion για χρόνια (έτσι για το δραματικό του πράγματος). Θυμάται πώς ήταν να διαλύομαι και μετά να μαζεύομαι κομμάτι κομμάτι.
Οπότε όταν όλα ησυχάζουν, αυτή η ηρεμία μοιάζει ύποπτη. Όχι γιατί είναι. Αλλά γιατί δεν έχω συνηθίσει να εμπιστεύομαι τη σταθερότητα. Έγραψε αλλιώς στη ζωή μέσα μου τα τελευταία χρόνια.
Κι εκεί κάπου αναρωτιέμαι πάλι: "Κι αν, παρόλα αυτά, πέσω;"
Και η απάντηση έρχεται πιο ήρεμη απ’ όσο θα περίμενα. Έχω πέσει και παλιότερα. Δεν ήταν ωραίο. Δεν θα το πρότεινα σε κανέναν ως εμπειρία. Αλλά...
Έπεσα. Πόνεσα. Σηκώθηκα...
Απλό ναι, εύκολο καθόλου.
Αυτό που νιώθω τώρα όμως δεν είναι προειδοποίηση καταστροφής. Είναι μια υπαρξιακή μικροδόνηση. Μια μετατόπιση χιλιοστών στον εσωτερικό άξονα. Σαν το σώμα να κάνει ένα τεστ ισορροπίας μόνο του. Όχι γιατί γλιστράω. Αλλά γιατί θέλει να θυμηθεί ότι στέκομαι. Είναι ο εαυτός μου που ρωτά "Ρε, είσαι όντως καλά ή απλώς δεν έχεις καταλάβει το κακό ακόμα;" Και η ερώτηση δεν είναι πανικός. Είναι έλεγχος συστήματος. Ένα εσωτερικό diagnostic test. Και είμαι καλά.
Ίσως αυτή η ταλάντωση να είναι απλώς ένδειξη ζωής. Ίσως είναι το σώμα που αντιδρά στην παγίωση. Ίσως ο εγκέφαλος που ψάχνει αφήγημα εκεί που υπάρχει απλώς συνέχεια. Δεν σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά. Σημαίνει ότι κάτι μέσα μου είναι λίγο παραπάνω ευαίσθητο, ε; Δεν ξεμαθαίνει εύκολα ο άνθρωπος την επιφυλακή, λένε. Ζει με αυτήν για καιρό.
Κι έτσι, όταν όλα είναι απλώς οκ, ησυχάζουν τα εξωτερικά και αρχίζει να ακούγεται ο εσωτερικός ήχος. Ένα βουητό. Μια αίσθηση ότι η ζωή είναι ευτυχώς και μερικές φορές επίπεδη. Και το επίπεδο έδαφος, για κάποιον που έχει μάθει για χρόνια να περπατάει σε χαλίκι, μοιάζει ύποπτα σταθερό.
Κι εκεί έρχεται το επόμενο ερώτημα: "Κι αν αυτή η σταθερότητα είναι προσωρινή;"
Η απάντηση αυτή τη φορά είναι ακόμη πιο ήσυχη. Σχεδόν συνωμοτικά ψιθυριστή:
- Μα είναι! Όλα είναι! Και τα καλά και τα άσχημα. Και τι μ'αυτό;
Κρατιέμαι λοιπόν...
Όχι γιατί κινδυνεύω να πέσω. Αλλά γιατί μερικές φορές ξεχνάω ότι έχω μάθει πια να αντέχω το κενό. Να αντέχω τη σιωπή. Να αντέχω το "τίποτα".
Και το "τίποτα" δεν είναι κενό. Είναι χώρος. Χώρος που παλιά θα γέμιζε με κάτι. Στην καλύτερη με όμορφες στιγμές, στη χειρότερη... άστο καλύτερα.
Τώρα θα τον γεμίσω με ανάσες.
Κι αν καμιά φορά η γέφυρα μοιάζει να πάλλεται, ίσως δεν φταίει αυτή. Ίσως πάλλομαι εγώ.
Και αυτό τελικά, να μην είναι τρομακτικό και να μην υπάρχει λόγος να ψάχνω κι εγώ δεν ξέρω τι.
Να είναι απλώς ένδειξη ότι ακόμα μπορώ να νιώθω κάτι χωρίς να χρειάζεται να κάνω το παραμικρό.
