Και μετά;

"Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες· ένα τραγούδι, βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντα. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη, να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ."

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ "Τα δημόσια και τα ιδιωτικά"



Και μετά... μένουν αυτά που δεν κληροδοτούνται.
Οι στιγμές.
Ο Ελύτης το έγραψε αλλιώς. 
Εγώ το έμαθα αλλιώς.

Ξέρεις, κανείς δεν μας προετοιμάζει για το τι θα συμβεί αφού σταματήσουν τα συλλυπητήρια, αφού η γη συνεχίζει να γυρίζει σαν να μην συνέβη τίποτα. Η κηδεία τελειώνει. Οι άνθρωποι φεύγουν (στη δική μου περίπτωση τους διώχνω), τα τηλέφωνα σωπαίνουν, η πόρτα κλείνει και μένεις μόνο με μια σιωπή που καθιζάνει στα δωμάτια. Κάθεται δίπλα σου, κοιμάται μαζί σου. Στην αρχή το να πας σπίτι είναι μια από τις δυσκολότερες στιγμές. 

Το πένθος δεν ξεκίνησε τη μέρα που πέθανες. Ούτε καν τη μέρα της κηδείας. Η κηδεία ήταν μόνο μια διεκπεραίωση. Μια στιγμή. Η αληθινή θλίψη είναι όλο αυτό που ξεκίνησε μετά. Μια καθημερινή που γύρισα σπίτι και όλα ήταν στη θέση τους. Το φως άναβε κανονικά. Το ψυγείο έκανε τον ίδιο θόρυβο. Η πόρτα έτριζε όπως πάντα. Και εγώ στεκόμουν εκεί, μ’ ένα σώμα που περίμενε κάποιον που δεν θα ερχόταν ποτέ. 
Το σοκ δεν είναι ότι σταμάτησες να ζεις. 
Το σοκ είναι ότι τίποτα άλλο δεν σταμάτησε μαζί σου.

Ανοίγω την πόρτα και όλα είναι ίδια, όμως τίποτα δεν είναι πραγματικά. Δεν υπάρχει η προσμονή να σε δω αγουροξυπνημένο και να μου πεις "Μπα πανάθεμά σε, πρωί πρωί... Κοίτα τι ωραία μέρα έχει έξω. Χαμογέλα ρε κέρατο!" Δεν υπάρχουν πειράγματα και γέλια να γεμίζουν τον αέρα. Η αγκαλιά σου δεν με προλαβαίνει πια στην είσοδο. Η μυρωδιά σου δεν με περιμένει με ανυπομονησία. Και η φωνή… η φωνή είναι μόνο μνήμη. Το σπίτι ξαφνικά γίνεται πολύ μεγάλο, περίεργα άδειο και αφόρητα αληθινό. Και μετά σου θύμωσα. Για όλα έφταιγες εσύ. Τόσο που σε αρνήθηκα. Ευχήθηκα να μην σε γνώριζα ποτέ μου.

Ψάχνεις για εκείνους που δεν είναι εκεί στις μικρές λεπτομέρειες, μου λέγανε. Τότε κατάλαβα τι εννοούσαν. Μια αναμενόμενη απάντησή σου σε κάτι, που δεν άκουγα ποτέ αλλά έπαιζα με τη φωνή σου κατ' επανάληψη στο μυαλό μου σαν να προσπαθούσα να αναπαράγω την παρουσία σου. Κι άλλα, πιο πεζά αλλά ύπουλα... Ένα ποτήρι που έμεινε εκεί και δεν μάζεψες γκρινιάζοντάς μου, μια πολυθρόνα που δεν καταλαμβάνεις και παρακολουθώ με απορία, γιατί ένα κομμάτι μου αρνείται να δεχτεί ότι είναι πραγματικά άδεια. Τα πράγματα δεν πενθούν. Μένουν εκεί. Ακίνητα. Εγώ είμαι αυτή που τα κοιτάζει αλλιώς. Κάποια ρούχα σου, ακόμα και τώρα δεν είναι απλώς ρούχα. Είναι παγιδευμένος χρόνος. Παρουσία και απουσία ταυτόχρονα.

Το κινητό ήταν το χειρότερο, θυμάμαι. Γιατί εκεί μέσα δεν υπάρχει μόνο η εικόνα σου. Υπάρχει η φωνή σου. Η πιθανότητα απάντησης. Το "θα μιλήσουμε μετά". Το "κοίτα τι είδα". Ήξερα ότι δεν θα απαντήσεις. Κι όμως, το χέρι μου πήγαινε μόνο του για καιρό. Όχι από ελπίδα. Από συνήθεια.

Μετά έπαθα αποφυγή. Έβγαινα σαν να μην υπάρχει αύριο. Μουσική, φώτα, άνθρωποι, σεξ... Οτιδήποτε μπορούσε να με κάνει να ξεχαστώ. Φαντάζεσαι νομίζω, πόσο άτσαλα προσγειώθηκα όταν κατάλαβα ότι αυτή ήταν άλλη μια λάθος τακτική. Γιατί κάθε που γυρνούσα σπίτι το ξημέρωμα, σε έψαχνα για να σου πω πώς τα πέρασα. Το κλάμα τότε γινόταν επιτέλους αληθινό. Κυρίως τις ώρες που δεν χρειαζόταν να είμαι λειτουργική για τίποτα.

Το πένθος δεν θέλει αποφάσεις. Το κατάλαβα γιατί όποιες κι αν πήρα (και πήρα πολλές) απέτυχαν παταγωδώς. Η απουσία σου ήθελε μόνο χρόνο, υπομονή και αντοχή να υποφέρω το ανυπόφορο. Το ζωντανό σώμα όμως δεν κατανοεί τον θάνατο. Ξέρει μόνο από επαναλήψεις. Έπιανα τον εαυτό μου να σου μιλάει. Όχι για μεγάλα πράγματα. Για χαζά. Για κάτι που θα σου έλεγα αν ζούσες. Για άλλα, που θα κουτσομπολεύαμε για μέρες. Αυτό πονάει ακόμη, παρεπιπτόντως. Η ασυνέχεια σου.

Ο πόνος συνεχίζει να είναι ένα αόρατο κενό μέσα μου. Η αγάπη μου που δεν έχει πού να πάει και χτυπάει στους τοίχους του κενού, αλλά δεν φεύγει. Το μόνο που έχει αλλάξει ενάμιση χρόνο μετά είναι ότι χτυπιέται λιγότερο πια. Κάτι είναι κι αυτό. Αποδοχή το λένε.

Δεν υπάρχει πια αυτός που ήξερε πώς πίνω τον καφέ μου κι εγώ τον δικό του. Τώρα δεν φτιάχνω καν καφέ. Που ήξερε πότε σωπαίνω γιατί σκέφτομαι και πότε γιατί δεν αντέχω. Που κοιτιόμασταν σε μια παρέα και συνεννοούμασταν με τα μάτια χαμογελώντας. Που είχε διαλέξει εμένα... Και έπρεπε να μάθω να υπάρχω σε έναν κόσμο που δεν ερωτήθηκα αν είμαι έτοιμη να συνεχίσω αμέσως μετά το θάνατό σου.

Το πένθος δεν είναι θλίψη. Είναι αναδιοργάνωση ζωής χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο. Είναι μια ζωή που ξαναχτίζεται χωρίς τον άνθρωπο που τη στήριζε. Δεν σε κάνει πιο δυνατό. Άσε το λένε. Αν το νιώσεις σωστά, το πένθος σε κάνει πιο ακριβή. Μαθαίνεις πια τι αξίζει και τι όχι. Σύντομα έμαθα κι εγώ ότι το πένθος δεν ξεπερνιέται. Ενσωματώνεται. Δεν φεύγει. Μετακινείται. Αλλάζει θέση. Γίνεται εσωτερικός συνομιλητής. Κι εγώ μ'αυτό, μιλήσαμε πολύ μέχρι να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα και να τα γράφω αυτά. Θα ήσουν περήφανος για μένα αλλά θα άκουγα και ένα σιχτίρι που κατά τη γνώμη σου άργησα τόσο. Ήταν δύσκολο όμως για εμένα. Καταλαβέ με. Κατά κοινή ομολογία με είχες καλομαθημένη. 

Και κάποια στιγμή (όχι ακόμη, αλλά είμαι σε καλό δρόμο) θα μπορώ να σε έχω μέσα μου χωρίς να χρειάζεται να ξεχάσω. Όχι επειδή θα πονάω λιγότερο, αλλά επειδή θα έχω μεγαλώσει αρκετά για να χωράει και η απουσία σου μέσα στη ζωή μου. 

Και τότε θα έχω μάθει ότι το θέμα δεν ήταν ποτέ να μην σε χάσω. Το θέμα ήταν ότι κάποτε υπήρξαμε.