Αποχωρισμοί-τελείες, ερωτηματικά και αποσιωπητικά

"Με όποιον τρόπο κι αν χαθεί κάποιος, απώλεια είναι. Μην προσπαθείς να μου κάνεις πάλι τις κλασικές κινήσεις σου για να ορίσεις πλαίσιο και να εκτιμήσεις το ρίσκο", είπε με αυστηρό ύφος ο ψυχοβγάλτης μου.

Ναι οκ... αλλά όχι!

Ρε παιδιά, δεν είναι όλες οι απώλειες ίδιες. Δεν είναι ισιάδα όλα. Ο εγκέφαλος και η ψυχή δεν πενθούν με τον ίδιο τρόπο κάθε τέλος.

Ο θάνατος είναι ο απόλυτος αποχωρισμός.

Δεν έχει “μήπως” και “αν”, ούτε έχει σενάρια επανασύνδεσης.

Έχει μόνο οριστικότητα.

Ό,τι ειπώθηκε, ειπώθηκε.

Ό,τι πρόλαβε να γίνει, έγινε.

Και μετά… σιωπή.

Ο θάνατος είναι συχνά ένας σκληρός, αλλά καθαρός πόνος. Δεν έχει απόρριψη όμως μέσα του. Δεν σηκώνεσαι το πρωί σκεπτόμενος ότι κάποιος σε επέλεξε λιγότερο. Ότι κάτι άλλο άξιζε περισσότερο.

Ο άνθρωπος που πέθανε, δεν έφυγε από σένα. Έφυγε από τη ζωή. Και για την ψυχή αυτού που μένει, αυτή είναι μια τεράστια διαφορά. Γιατί ο εγκέφαλος μπορεί να καταλάβει το αναπόφευκτο. Δεν του αρέσει. Στην αρχή μπορεί να το αρνείται, αλλά γρήγορα το καταλαβαίνει. Και ο θάνατος είναι ο ορισμός του "αδύνατον να αλλάξει αυτό. Βρες τρόπο να συνεχίσεις". Και κάπως, μέσα στο αδιανόητο, αυτό δημιουργεί ένα είδος τραγικής μεν, αλλά τάξης δε.

Ο χωρισμός όμως… είναι άλλη ιστορία.

Ο χωρισμός δεν είναι μόνο γεγονός. Είναι ΚΑΙ ερμηνεία. Κουβαλάει σχεδόν πάντα ένα μικρό δηλητήριο "δεν με θέλει". Ακόμα κι όταν ξέρεις ότι λογικά ότι δεν είναι τόσο απλό, το νευρικό μας σύστημα δεν είναι φτιαγμένο για λογική. Είναι φτιαγμένο για επιβίωση. Και η απόρριψη, για τον εγκέφαλο, μοιάζει πολύ με απειλή.

Ο χωρισμός αφήνει χώρο για ερωτήσεις άσχημες και εσωτερικά στοχευμένες. Τι δεν ήμουν αρκετά; Τι έκανα; Τι δεν είδα; Θα μπορούσα να το είχα σώσει;

Και αν υπάρχει κάτι που σιχαίνεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος περισσότερο από τον πόνο, είναι η αβεβαιότητα. Η οριστικότητα του θανάτου πονάει, αλλά η αμφιβολία του χωρισμού μας τρώει τα σωθικά.

Νευρολογικά μάλιστα, η κοινωνική απόρριψη ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται και στον σωματικό πόνο. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος δεν κάνει μεγάλη διάκριση μεταξύ "με απέρριψαν" και "πονάω". Γι' αυτό και ο χωρισμός συχνά βιώνεται σχεδόν σωματικά. Σφίξιμο, ανακατεμένο στομάχι, αϋπνία, ταχυκαρδία, βάρος στο στήθος, εμμονική σκέψη. Δεν είναι θεατρινισμοί (μέχρι ένα όριο πάντα ε;) Είναι βιολογία.

Στον θάνατο, από την άλλη, αλλάζει το νευρολογικό μοτίβο. Ο θάνατος ενεργοποιεί περισσότερο το σύστημα πένθους, το σύστημα προσκόλλησης, τα κυκλώματα της νοσταλγίας και της μνήμης. Όχι το σύστημα απόρριψης. Ο εγκέφαλος καταγράφει "Χάθηκε" όχι "Δεν με θέλει". Και η διαφορά ανάμεσα στο αναπόφευκτο και στο προσωπικό είναι νευρολογικά τεράστια.

Τι συμβαίνει βιολογικά στο πένθος: 

  • Πέφτει η ντοπαμίνη προκαλώντας κάτι σαν σαν στερητικό σύνδρομο γιατί χάνεται το πρόσωπο-ανταμοιβή.
  • Διαταράσσεται η οξυτοκίνη. Σπάει ο δεσμός. Αίσθηση ότι μένεις ξεκρέμαστος.
  • Απογειώνεται η κορτιζόλη. Στρες, στρες και κόντρα στρες.

Αλλά και κάτι ακόμη πιο ύπουλο. Ενεργοποιούνται έντονα τα δίκτυα μνήμης. Και αυτό σημαίνει ότι θα εκτεθείς πολλές φορές χωρίς να το έχεις προγραμματίσει ή να μπορείς να ελέγξεις. Μυρίζεις κάτι και καταρρέεις, ακούς ένα τραγούδι και διαλύεσαι, βλέπεις ένα αντικείμενο και παγώνεις. Και ο εγκέφαλος αρχίζει ψάχνει τον άνθρωπο που ξέρει ήδη ότι δεν υπάρχει πια. Κυριολεκτικά! Σε fMRI (λειτουργική μαγνητική τομογραφία) φαίνεται σαν να τον "καλεί".

Και κάπου εδώ λοιπόν αρχίζει να ξεκαθαρίζει κάτι:

Ο θάνατος χτυπάει κυρίως στην απουσία.

Ο χωρισμός χτυπάει κυρίως στην αξία.

Στον θάνατο θρηνείς αυτό που χάθηκε. Στον χωρισμό, εκτός από την απουσία, κινδυνεύεις να θρηνήσεις και την αξία σου. Και αυτό είναι πιο αποσταθεροποιητικό. Γνώμη μου.

Και τώρα έρχεται η ανατροπή που συνήθως δεν περιμένουμε. Ο θάνατος, όσο παράλογο κι αν ακούγεται, πολλές φορές ενώνει εσωτερικά τον άνθρωπο που ζει με αυτόν που χάθηκε. Ο δεσμός με κάποιο τρόπο συνεχίζεται στη μνήμη. Πονάει, αλλά συνεχίζεται.

Στον χωρισμό όμως πρέπει να γίνει κάτι πολύ πιο δύσκολο. Να αποσυνδεθείς ενώ ο άλλος συνεχίζει να κυκλοφορεί, να τολμάει να γελάει, να ερωτεύεται, να ζει. Ή τέλος πάντων έτσι το φανταζόμαστε όντας παρατημένοι. Και αυτό για το νευρικό μας σύστημα είναι σχεδόν γνωστική πρόκληση. Δεν υπάρχει σαφές "τέλος". Μόνο ένα "τέλος για ΕΜΑΣ".

Υπάρχει και μια απώλεια που έμαθα πρόσφατα που δεν είναι ούτε θάνατος ούτε καθαρός χωρισμός. Η ψυχολογία την ονομάζει “ασαφή απώλεια”.

Είναι όταν κάποιος λείπει χωρίς να έχει φύγει πραγματικά (ή αλλιώς όταν παραμένει χωρίς να είναι πια εκεί). Ο εγκέφαλος δυσκολεύεται τρομακτικά με αυτού του είδους το τέλος, γιατί δεν μπορεί να το καταχωρήσει. Δεν υπάρχει τελεία. Και λένε ότι είναι το πιο εξαντλητικό είδος πένθους. Η εκκρεμότητα.

Άρα, πάμε πάλι...

Ο θάνατος πονά βαθιά.

Ο χωρισμός πονά προσωπικά.

Η ασαφής απώλεια εξαντλεί νευρολογικά.


- Λύστε τα παιδιά. Εγώ έχω τα δικά μου!

Άρα, ποιο από όλα πιστεύω ότι διαλύει περισσότερο; 

  1. Ο θάνατος;
  2. Ένας άνθρωπος που ενώ αγαπάμε πολυ, επέλεξε να φύγει; 
  3. Κάποιος που μένει αλλά είναι απών; 

Ξέρετε κάτι;

Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ποιος πόνος είναι μεγαλύτερος. Δεν είναι διαγωνισμός. Είναι πολυπαραγοντική εμπειρία. 

Εγώ, προσωπικά, μπορώ να αντέξω το τέλος μιας σχέσης χωρίς να καταρρεύσει η αξία μου. Η επιθυμία δεν είναι υπόσχεση διάρκειας και το να μη με θέλει πια κάποιος δεν σημαίνει ότι δεν άξιζα να με θέλει. Αυτό που το νευρικό μου σύστημα δυσκολεύεται να μεταβολίσει είναι η απόλυτη διακοπή επικοινωνίας για να ξέρω τουλάχιστον ότι είναι καλά κάποιος που αγαπώ. Να μη με θέλει ερωτικά; Ανθρώπινο. Να μη θέλει ούτε να μου μιλάει; Ακατανόητο! 

Ο χωρισμός, όσο κι αν πονά, έχει μία δομή. Αλλά η διακοπή επικοινωνίας μου χτυπάει συναγερμό ύπαρξης. Γι'αυτό ο θάνατος δεν αντέχεται. Γιατί εκεί δεν χάνεις μόνο τον άνθρωπο. Χάνεις και κάθε πιθανότητα να επικοινωνήσεις ξανά μαζί του όσο κι αν το θέλεις. 

Ο καθείς κι ο πόνος του, που λένε...

Γενικά μιλώντας όμως, δεν μας διαλύουν μόνο όσοι πεθαίνουν. Μας διαλύουν και όσοι δεν πέθαναν αλλά ούτε έμειναν, μας διαλύσουν και αυτοί που λείπουν αλλά δεν έφυγαν ποτέ. 

Με λίγα λόγια, όλοι είμαστε υπό διάλυση... Και παρόλα αυτά, ο άνθρωπος έχει μια εξωφρενική ικανότητα να ξαναδένει τα κομμάτια του. Μωρέ μπράβο μας...

Τελικά το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να αντέξουμε το γεγονός ότι η ζωή δεν μας χρωστάει ολοκληρωμένες ιστορίες.

Κάποιοι άνθρωποι φεύγουν με τελεία.

Κάποιοι με ερωτηματικό.

Και κάποιοι με αποσιωπητικά.

Και μεγαλώνοντας καταλαβαίνω κάτι που κανείς δεν μου είπε όταν έπρεπε, αλλά θα σας το πω εγώ τώρα που ανεπιτυχώς προπονούμαι για σοφή:

"Η ψυχική δύναμη δεν είναι να μη διαλύεσαι όταν φεύγει κάποιος. Είναι να μάθεις να ζεις χωρίς τις απαντήσεις που δεν θα πάρεις ποτέ. Γιατί οι άνθρωποι (και μιλάω από προσωπική πείρα) πολλές φορές αντέχουν πιο εύκολα τον πόνο απ’ όσο αντέχουν να μην μάθουν ποτέ".

Το σίγουρο είναι πως δεν διαλέγουμε πάντα πώς θα φύγουν οι άλλοι από τη ζωή μας. Διαλέγουμε όμως (αργά, δύσκολα και με πισωγυρίσματα) αν θα παραμείνουμε παγωμένοι στο σημείο που έφυγαν ή αν θα συνεχίσουμε να προχωράμε. 

Και πολύ πιθανόν ωριμότητα να είναι αυτό ακριβώς. Να κουβαλάμε με αξιοπρέπεια τις απουσίες μας όσο συνεχίζουμε τη ζωή μας. 

Γιατί η απώλειες δεν μικραίνουν. Εμείς μεγαλώνουμε γύρω τους.