Όταν δεν ερωτευόμαστε ανθρώπους, αλλά σενάρια.
Στην αρχή, το σύστημα είναι απλό και σταθερό. Πατάς; Ανταμοιβή. Ο εγκέφαλος μαθαίνει γρήγορα τη σύνδεση και η συμπεριφορά γίνεται ήρεμη, προβλέψιμη, λειτουργική. Κάποια στιγμή όμως, οι κανόνες αλλάζουν. Η ανταμοιβή δεν έρχεται πια κάθε φορά. Άλλοτε εμφανίζεται αμέσως, άλλοτε καθυστερεί, άλλοτε δεν έρχεται καθόλου. Το κουμπί παραμένει το ίδιο, αλλά το αποτέλεσμα γίνεται αβέβαιο. Και εκεί... Αντί το ζώο να απογοητευτεί και να εγκαταλείψει τη συμπεριφορά, συμβαίνει το αντίθετο. Αρχίζει να πατάει το κουμπί όλο και πιο συχνά, πιο έντονα, σχεδόν μανιακά. Η πράξη χάνει τον ρυθμό της και αποκτά χαρακτήρα καταναγκαστικό. Σε πολλές παρατηρήσεις, όταν τελικά εμφανίζεται η τροφή, δεν έχει πια την ίδια σημασία. Μπορεί να καταναλωθεί μηχανικά ή να αγνοηθεί. Δεν είναι πια ο στόχος.
Ο πραγματικός "εθισμός" έχει μετατοπιστεί αλλού. Στην αναμονή. Στο πότε θα συμβεί. Στην αβεβαιότητα.
Αυτό το φαινόμενο δεν έχει να κάνει με απληστία ή έλλειψη αυτοελέγχου. Έχει να κάνει με τη ντοπαμίνη. Η διαλείπουσα ενίσχυση, η αβεβαιότητα δηλαδή, είναι ο πιο ισχυρός τρόπος να κολλήσει ο εγκέφαλος σε μια συμπεριφορά.
Η ντοπαμίνη δεν είναι η χημική ουσία της απόλαυσης, αλλά της προσδοκίας. Όσο πιο απρόβλεπτο είναι το αποτέλεσμα, τόσο πιο έντονα ενεργοποιείται το σύστημα.
Το ίδιο ακριβώς νευρωνικό μοτίβο εμφανίζεται στον τζόγο, στα social media, στις ειδοποιήσεις, στα μηνύματα που άλλοτε απαντιούνται κι άλλοτε όχι. Δεν κυνηγάμε πια την ανταμοιβή. Κυνηγάμε το αν και το πότε.
Έτσι, και το πιο εθιστικό κομμάτι μιας σχέσης δεν είναι ούτε το φιλί, ούτε το σεξ, ούτε καν η συνύπαρξη. Είναι η αναμονή. Το "θα απαντήσει;" το "τι σκέφτεται;" το "ίσως αυτό το είπε για μένα". Εκεί, γαργαλιέται ο εγκέφαλος και του ανάβουν τα λαμπάκια.
Γιατί;
Νευροβιολογικά, αυτό λέγεται ντοπαμίνη σε κατάσταση προσδοκίας. Και εδώ λύνεται το πιο μεγάλο επιστημονικό μπέρδεμα των τελευταίων χρόνων (δικό μου, όχι της επιστημονικής κοινότητας φυσικά).
Η ντοπαμίνη είναι κυρίως
Η ορμόνη της "ΠΡΟΣΔΟΚΙΑΣ της επιβράβευσης"...
ΟΧΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ της επιβράβευσης.
Και αυτό είναι η πρώτη φτυαριά που έφαγα όταν το ξεκαθάρισα.
Ξανά για εμπέδωση:
Η ντοπαμίνη δεν είναι η χημεία της απόλαυσης ή της επιβράβευσης. Είναι η χημεία της προσμονής.
ΔΕΝ εκκρίνεται όταν παίρνεις αυτό που θέλεις.
Εκκρίνεται όταν ΕΛΠΙΖΕΙΣ, ΕΥΧΕΣΑΙ, ΠΡΟΣΔΟΚΑΣ να το πάρεις.
Αααα, τώρα μάλιστα!
Τώρα που το ξανάπα, δένουν αλλιώς όλα.
Τώρα κατάλαβα κι έναν από τους λόγους που χάνεται το πάθος!
Λιγότερες απορίες για αύριο...
Υπάρχουν άνθρωποι που ερωτεύονται αυτόν που έχουν απέναντί τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι, που είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, ερωτεύονται αυτό που θα μπορούσε να γίνει. Όχι τον άνθρωπο. Την πιθανότητα. Και αυτό δεν είναι ρομαντισμός. Είναι νευροβιολογική παγίδα με ψυχολογικό υπόβαθρο. Τώρα για να είμαι και ειλικρινής, σπανίως θα πω κάτι ότι είναι ρομαντισμός, αλλά χέστε το τώρα.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν αντέχει την αβεβαιότητα. Καλά ως εδώ;
Αλλά την ίδια στιγμή… εθίζεται στα ανοιχτά σενάρια λόγω της ντοπαμίνης!
Όταν κάτι δεν έχει κλείσει, όταν δεν ξέρεις αν σε θέλει, όταν δεν ξέρεις πού πάει το πράγμα, ο εγκέφαλος μπαίνει σε κατάσταση συνεχούς πρόβλεψης. Και εδώ συμβαίνει το ύπουλο και υποχθόνιο... Η ντοπαμίνη δεν ενεργοποιείται όταν συμβαίνει κάτι καλό (όπως εσφαλμένα νόμιζα εγώ μέχρι τώρα). Ενεργοποιείται όταν δεν ξέρεις τι θα συμβεί και θα ήθελες να ήταν κάτι καλό!
Α ΧΑ!
Γι’ αυτό το πιο δυνατό συναίσθημα για μερικούς δεν είναι το "είμαστε μαζί". Είναι το "ίσως να είμαστε μαζί". Όσο περιμένεις, τόσο μεγαλώνει η αξία. Ο εγκέφαλος λειτουργεί τόσο απλά και κυνικά. Δεν ερωτεύεσαι επειδή ο άλλος είναι σπουδαίος. Συχνά γίνεται σπουδαίος επειδή εσύ επένδυσες πολύ. Και όσο περιμένεις ένα μήνυμα, μια επιβεβαίωση, μια επιλογή, τόσο το νευρικό σου σύστημα λέει "Αυτό είναι σημαντικό. Αυτό αξίζει. Αυτό με αφορά". Όχι επειδή είναι, απαραίτητα. Αλλά επειδή το περίμενες. Ε; Λογικό δεν ακούγεται τώρα;
Γι’ αυτό, σου λέει, οι άνθρωποι που δίνουν συναίσθημα με το σταγονόμετρο είναι πιο εθιστικοί, οι ασαφείς σχέσεις πιο έντονες, οι μισές ιστορίες πιο δύσκολο να ξεχαστούν. Δεν ερωτεύεσαι τον άλλον. Ερωτεύεσαι το σενάριο που δεν έχει κλείσει. Εκεί μπαίνει η φαντασίωση και μπαστακώνεται και τα βλέπεις όλα όπως το τραγούδι "πήρα κόκκινα γυαλιά κι όλα γύρω σινεμά τα βλέπω".
Οι ψυχοβγάλτες λένε, ότι όταν δεν έχει αρκετά δεδομένα, ο εγκέφαλος συμπληρώνει μόνος του την ιστορία. Και πώς τη συμπληρώνει; Σύμφωνα με τις ανάγκες, τα κενά, τις παλιές πληγές και τις προσδοκίες σου! Ο άλλος γίνεται καμβάς. Και εσύ ζωγραφίζεις επάνω του ό,τι χρειάζεσαι. Δεν ερωτεύεσαι αυτό που είναι είναι. Ερωτεύεσαι ποιος θα ήθελες να είναι για σένα.
Σε αυτό το σημείο, ο ψυχοβγάλτης γελάει από μέσα του γιατί τότε σταματάς να επενδύεις πια την ύπαρξη του άλλου σε αυτή τη σχέση. Δεν σε αφορά καν ο άλλος. Επενδύεις τον εαυτό σου χωρίς να το καταλάβεις. Την ανάγκη, την ελπίδα σου, την παλιά σου πληγή.
-Βρε, παράτα τον. Αφού βλέπεις, είναι μαλάκας. Βρες άλλον! (σου λένε οι φίλοι σου)
-Οοοοοοχι, ο νιός είναι λεβέντης. Αυτόν θέλω! (Χτυπιέσαι εσύ)
Γιατί;
Γιατί για σένα δεν είναι απλά ένας άνθρωπος που δεν σου κάνει. Είναι φορέας των δικών σου φαντασιώσεων. Είναι ο καθρέφτης σου, το πιθανό σου μέλλον, η υπόσχεση ότι αυτή τη φορά θα πάει αλλιώς.
Και μετά, κάποια στιγμή, έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Γιατί ΠΑΝΤΑ έρχεται.
ΝΤΑ ΝΤΑΑΑΑΝ
Το σίγουρο είναι ότι η προσδοκία είτε εκπληρωθεί είτε ματαιωθεί, και στις δύο περιπτώσεις, περνάς άσχημα.
Και εξηγώ αυτό το "και στις 2 περιπτώσεις" που έγραψα:
Αν εκπληρωθεί η προσδοκία, και μας κάτσει το γκομενέτο που είχαμε βάλει στο μάτι, πέφτει η ντοπαμίνη γιατί δεν υπάρχει πια προσμονή (αυτό που ήθελες το πήρες, τι άλλο θες τώρα; Φάτονε στα μούτρα!) Σβήνει η ένταση και αρχίζεις να βλέπεις τον άλλον όπως είναι. Κανονικό. Και τότε πολλοί λένε "Δεν ήταν τελικά αυτό που νόμιζα". Όχι. Ήταν. Απλώς εσύ ήσουν ερωτευμένος με την προσδοκία που είχες, όχι με τον άνθρωπο. Το πάθος δεν χάνεται τυχαία. Χάνεται σιγά σιγά όσο ξεμένεις από προσδοκία. Δηλαδή τη στιγμή που πέφτει η ντοπαμινική υπερδιέγερση.
Αν ματαιωθεί, πονάει πιο βαθιά. Γιατί εδώ δεν χάνεις μόνο τον άλλον. Χάνεις και την ιστορία που είχες χτίσει, το κομμάτι του εαυτού σου που περίμενε να συμβεί αυτό το σενάριο που είχες φτιάξει στο μυαλό σου. Η ματαίωση δεν είναι απλώς απώλεια προσώπου. Είναι κατάρρευση ολοκλήρου εσωτερικού κόσμου. Και γι’ αυτό πονάει υπέρμετρα. Επειδή η φαντασίωση είχε μεγάλη απόσταση από την πραγματικότητα.
Γι’ αυτό οι πιο επικίνδυνες ιστορίες είναι αυτές που δεν άρχισαν ποτέ. Οι ιστορίες που "κάτι υπήρχε αλλά δεν έγινε", που "αν τότε…" ή "ίσως σε άλλη στιγμή…" Αυτές μένουν μέσα μας πιο ζωντανές από τους πραγματικούς έρωτες.
Γιατί;
Γιατί δεν δοκιμάστηκαν, δεν φθάρθηκαν, δεν κατέρρευσαν.Μένουν αιώνια στην τέλεια μορφή της φαντασίωσης. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί κάποιος μας στοιχειώνει χρόνια ενώ δεν ζήσαμε σχεδόν τίποτα μαζί. Η απάντηση είναι γιατί δεν σου λείπει ο άνθρωπος. Σου λείπει η ιστορία που δεν πρόλαβε να χαλάσει. Μένει εκεί, ένα ασφαλές τέλειο σενάριο, μέσα στο κεφάλι σου.
Το πιο δύσκολο σημείο ωριμότητας στις σχέσεις είναι η αντοχή. Μόνο τότε σταματάς να ερωτεύεσαι σενάρια και όχι ανθρωπους. Όταν αντέχεις να βλέπεις τον άλλο στην κανονικότητα της παρουσίας του και να μην τον ντύνεις με δικές σου φαντασιώσεις. Να δεις τον απέναντι σου ως έναν κανονικό άνθρωπο με τα δυνατά και αδύναμα σημεία του. Όπως όλοι μας. Να αντέχεις να μείνεις όταν σβήνει η ντοπαμίνη και να είσαι καλά όπως ακριβώς είστε. Με το να μην χρειάζεσαι τη σχέση για να διορθώσεις κάτι, αλλά να σέβεσαι την ετερότητα του άλλου και το γεγονός ότι κανείς δεν ήρθε να σου επανορθώσει τίποτα. Γιατί οι σχέσεις υπάρχουν για να συναντάμε άλλους ανθρώπους. Άλλους λιγότερο, άλλους περισσότερο ταιριαστούς με εμάς, αλλά πάντοτε "ΑΛΛΟΥΣ".
Τότε συμβαίνει το πιο δύσκολο πράγμα. Αντικαθιστάς τη φαντασίωση με την παρουσία που έχεις δίπλα σου. Και αυτό είναι εντελώς μη-ρομαντικό. Αλλά σίγουρα πιο αληθινό. Και όσο πιο αληθινό είναι κάτι, τόσο λιγότερες φαντασιοπληξίες χωράει.
Ενδεικτικές θεωρητικές αναφορές:
– Schultz, W. (1998). Predictive reward signal of dopamine neurons
– Montague et al. (2004). Computational roles of dopamine in reward and motivation
– Winnicott, D.W.
– Αντικειμενοτρόπες σχέσεις
– Klein, M. – Φαντασίωση και πρώιμη προσκόλληση
