Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2013

Στους απογόνους

Εικόνα
Όντως ζω σε χρόνους ζοφερούς! Η αθώα λέξη είναι κουταμάρα.  Μέτωπο αζάρωτο μόνο σε αναισθησία παραπέμπει.  Κι όποιος γελάει δεν έχει απλώς ακόμα μάθει το φριχτό που τού ‘χει ρθει μαντάτο. Τί χρόνοι είναι τούτοι,  οπού και μια κουβέντα να πεις για τα δέντρα,  περίπου έγκλημα είναι, αφού περικλείει σιωπή για μύρια όσα αδικήματα! Αυτόν που ήσυχος τραβάει το δρόμο του γιατί κανείς πια φίλος του δεν τον προφταίνει, άμα τυχόν βρεθείς σε αγάγκη μεγάλη; Ναι, είναι αλήθεια: το ψωμί μου ακόμα το βγάζω· αλλά πιστέψτε με: εντελώς από τύχη συμβαίνει.  Τίποτα απ’ όσα κάνω δεν δικαιολογεί τ’ ότ’ είμαι χορτάτος. Και πάλι εντελώς από τύχη την έχω σκαπουλάρει.  (Έτσι και μου τελειώσει η τύχη, πάει, πήγα καλλιά μου.) Μου λένε: Τρώγε-πίνε! Και χαίρου που ’χεις! Μα πώς να φάω και να πιώ,  όταν απ’ τον πεινασμένο το φαΐ μου αρπάζω,  και όταν το ποτήρι μου με το νερό του διψασμένου λείπει; Κι όμως: και τρώω και...

Σαν και σήμερα...

Εικόνα
Σαν και σήμερα... φτιάχναμε κάτι όμορφο. Είχαμε βρει θέμα, στολίδια, στολές και ξεδιπλώναμε την όρεξή μας για αστεία, χορό, σαματά, καζούρα και ζωή. Χρώματα παντού έτοιμα να ξεπηδήσουν από τη χάρτινη, παιχνιδιάρικη υπόστασή τους, να μας κυκλώσουν και να μας κατασπαράξουν μετά τα πρώτα ποτά. Το ξέραμε ότι θα γίνει έτσι. Ήμασταν όλοι ετοιμοπόλεμοι...για να χάσουμε και να παραδοθούμε. Εκεί ήταν το ωραίο. Τα γέλια χτυπούσαν τα κουδούνια, έσερναν και τους φίλους μας ξωπίσω τους. Η μουσική μας υπνώτιζε και κάναμε τα πιο χαζά πράγματα. Θυμάσαι? Θυμάσαι που πίναμε στη υγεία των καινούργιων, των αισιόδοξων και των διάπλατα ανοιχτών? Υποσχεθήκαμε στο θεό της τρέλας να το κάνουμε κάθε χρόνο. Σαν και σήμερα...εδραιώναμε ένα από τα τόσα πολλά που δε χορταίναμε. Μια διαδικασία, ένα γεγονός που θα έχουμε να λέμε. Το ξέραμε. Αναπολούσαμε, ανυπομονούσαμε και φοβόμασταν ταυτόχρονα, μήπως και κάτι επρόκειτο να ήταν λιγότερο ωραίο από την πρώτη φορά. Κάτι λιγότερο από αυτό που είχαμε ήδη ζήσει και φ...

Την πάτησα...

Εικόνα
Ήρθα και μπλέχτηκα σε ένα γαϊτανάκι σωτηρίας κι έμεινα εγώ να πνίγομαι.  Κανείς όμως δε μπορεί πραγματικά να σώσει κανέναν. Ο καθένας μόνος του σώζεται κι ας ακούω τα βαρύγδουπα για το χαρακτήρα μου.  Όλοι λίγο-πολύ τις βρίσκουν τις άκρες τους. Πως γίνεται αλήθεια να είμαι στην ίδια γαμημένη άκρη σε τόσα κουβάρια; Αλήθεια, γίνεται αυτό;