Κατηγορια Επιστήμη και λοιπά δαιμόνια

22 Οκτωβρίου 2026

Η ψυχολογία του εμείς και του αυτοί.


Ας το πώ εξαρχής να ξεμπερδευω:

Κατέβαλλα αξιοσημείωτη προσπάθεια να παραμείνω κόσμια στις εκφράσεις μου και δίκαιη απέναντι στους ανθρώπους που εξετάζουμε εδώ. Η προσωπική μου προκατάληψη είναι πως ένας άνθρωπος που θεωρεί άλλους ανθρώπους κατώτερους, ανεπιθύμητους ή απειλητικούς λόγω καταγωγής ή χρώματος δεν είναι και κάποιο περίπλοκο ψυχολογικό αίνιγμα με πόδια. Είναι, κατά βάθος ή και κατά επιφάνεια, ένας κοινός σκατάνθρωπος.

Και μου προκαλεί μια καθόλου ακαδημαϊκή δυσφορία να του παραχωρώ τόσες ώρες διαβάσματος και τελικά παραγράφους κατανόησης. Δεν τις παραχωρώ, όμως, για να τον αθωώσω. Τις παραχωρώ γιατί, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον ρατσισμό, πρέπει να καταλάβουμε πώς ένας άνθρωπος φτάνει να βλέπει έναν άλλο άνθρωπο και να μην βλέπει άνθρωπο!

Η εξήγηση δεν είναι συγχωροχάρτι. Είναι το πρώτο βήμα για να μην αφήνουμε το πράγμα να αναπαράγεται σαν μούχλα. Μπορείς να καταλάβεις πώς φτιάχνεται κάτι φρικτό, χωρίς να πάψεις ούτε στιγμή να το θεωρείς φρικτό.

That being said, πάμε τώρα...

---

Δεν γεννιέσαι ρατσιστής. 

Δεν γεννιέσαι όμως ούτε με έναν έτοιμο ηθικό οδηγό για το πώς να ζεις με ανθρώπους διαφορετικούς από εσένα.

Γεννιέσαι με έναν εγκέφαλο που αναγνωρίζει μοτίβα, ξεχωρίζει το οικείο από το άγνωστο, μαθαίνει από τους ανθρώπους γύρω του και ψάχνει απαντήσεις όταν νιώθει απειλή. Αυτή είναι η πρώτη ύλη. 

Ο ρατσισμός είναι η κατασκευή που μπορεί να χτιστεί πάνω της.

Δεν είναι ένα γονίδιο. 

Δεν είναι ένα μόνο συναίσθημα. 

Και δεν είναι η ειδικότητα μερικών κακών ανθρώπων. 

Είναι ένα σύστημα από ιδέες, συναισθήματα, κοινωνικούς κανόνες και σχέσεις ισχύος που επιτρέπει σε μια ομάδα να θεωρεί κάποια άλλη λιγότερο άξια εμπιστοσύνης, ισότητας, ασφάλειας ή δικαιωμάτων.

Άλλο στερεότυπο, άλλο προκατάληψη, άλλο διάκριση.

Και για να μην γίνουν όλα μια σούπα:

Στερεότυπο: μια γενικευμένη πεποίθηση για μια ομάδα. Π.χ. "οι τάδε είναι έτσι".

Προκατάληψη: η συναισθηματική και αξιολογική φόρτιση αυτής της πεποίθησης. Φόβος, περιφρόνηση, αποστροφή, καχυποψία.

Διάκριση: η πράξη. Δεν προσλαμβάνω, δεν νοικιάζω, ελέγχω περισσότερο, αποκλείω, επιτίθεμαι.

Ρατσισμός: όταν η προκατάληψη και οι διακρίσεις συνδέονται με μια φυλετική ή εθνοτική ιεραρχία και με θεσμούς που τη συντηρούν.

Άρα...

Δεν είναι όλα μια άποψη. Μια γενίκευση στο κεφάλι μπορεί να γίνει άρνηση στέγης, άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες, αστυνομικός έλεγχος ή πολιτική που αφαιρεί δικαιώματα.


1. Ο εγκέφαλος κατηγοριοποιεί. Δεν γεννιέται όμως με εχθρούς.

Ο εγκέφαλος βάζει τον κόσμο σε κατηγορίες. Αλλιώς κάθε νέο πρόσωπο και κάθε νέο γεγονός θα απαιτούσε να ξεκινάμε από το μηδέν. Τα παιδιά παρατηρούν από νωρίς διαφορές στην εμφάνιση, στη γλώσσα, στην προφορά και στα έθιμα. Αυτό από μόνο του δεν είναι ρατσισμός.

Το κρίσιμο πέρασμα είναι:

  • Από το "βλέπω διαφορά" στο "η διαφορά δηλώνει αξία". 
  • Από το "αυτός μιλά άλλη γλώσσα" στο "άρα δεν ανήκει". 
  • Από το "έχει άλλη καταγωγή" στο "άρα ξέρω τι άνθρωπος είναι".

Οι αναπτυξιακές έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά παρατηρούν όχι μόνο ποιος διαφέρει, αλλά και ποια ομάδα έχει κύρος, αριθμητική υπεροχή και πρόσβαση σε πόρους.[1][2] Σε μελέτη 646 λευκών παιδιών 4–8 ετών στις ΗΠΑ, η έκθεση στις φυλετικές ανισότητες και ο τρόπος με τον οποίο τις εξηγούσαν συνδέθηκαν με αντιμαύρη μεροληψία.[1]

Το πόρισμα δεν είναι ότι κάθε παιδί είναι ένας μικρός ρατσιστής που περιμένει να ανθίσει. Είναι ότι βλέπει την κοινωνική ιεραρχία. Αν δεν του εξηγήσεις πως οι ανισότητες έχουν ιστορία, πολιτική και δομή, μπορεί να καταλήξει στην πιο βολική εξήγηση: 

Ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται χαμηλότερα... Κάπως μπορεί και να το αξίζουν.


2. Τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερο από αυτά που παρατηρούν παρά από ό,τι τους διδάσκουμε.

Σπάνια ένας γονιός κάνει επίσημο μάθημα με τίτλο "Πώς να υποτιμάς ανθρώπους 101". Το μάθημα περνά πιο υπόγεια.

Με το βλέμμα που αλλάζει στον δρόμο. 

Με το "εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…". 

Με το έγκλημα ενός ανθρώπου που παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό ενός ολόκληρου λαού, ενώ το ίδιο έγκλημα από έναν "δικό μας" βαφτίζεται μεμονωμένο περιστατικό, δύσκολη παιδική ηλικία ή κακή στιγμή.

Περνά με τα αστεία. Η επανάληψή τους σε μικρές ηλικίες δεν τα αθωώνει, τα κάνει κανόνα. 

Περνά και με τη σιωπή. Το "δεν βλέπω διαφορά" των μεγάλων μπορεί να ακούγεται ευγενικό, αλλά αφήνει τα παιδιά μόνα απέναντι σε ανισότητες που βλέπουν καθαρά. Αν οι ενήλικες δεν τις ονομάσουν, το κενό γεμίζει εύκολα με την εξήγηση ότι κάτι φταίει στους ίδιους τους ανθρώπους που τις υφίστανται.


3. Ο φόβος: Όταν το "νιώθω απειλή" μεταμφιέζεται σε "είναι απειλή".

Η ψυχολογία των δια-ομαδικών σχέσεων ξεχωρίζει συνήθως δύο μορφές αντιλαμβανόμενης απειλής:

  1. ρεαλιστική απειλή: θα χάσω δουλειά, σπίτι, ασφάλεια, πόρους;
  2. συμβολική απειλή: αλλάζουν οι αξίες, η γλώσσα, οι συνήθειες, η ταυτότητα του "εμείς".

Οι μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι όταν κάποιος αισθάνεται πως μια άλλη ομάδα τον απειλεί, είναι πιο πιθανό να αναπτύξει αρνητικές στάσεις απέναντί της.[3]

Η λέξη κλειδί είναι το "αισθάνεται": 

Ο φόβος μπορεί να είναι αληθινός ως συναίσθημα, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογεί να θεωρούμε ένοχους ή επικίνδυνους όλους τους ανθρώπους μιας ομάδας.

Μπορεί να υπάρχουν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, όπως επισφαλής εργασία, στεγαστική κρίση, ανεπαρκείς υπηρεσίες, κακές πολιτικές ένταξης. Το να τα συζητάς δεν είναι ρατσισμός. Ρατσισμός αρχίζει όταν το σύνθετο πρόβλημα συμπυκνώνεται σε έναν συλλογικό ένοχο. "Αυτοί". 

Είναι απείρως πιο εύκολο να κοιτάς τον άνθρωπο δίπλα σου ή αυτόν που είναι χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα, παρά τις αποφάσεις που μοιράζουν άνισα το κόστος.


4. Η σιχαμάρα: Πώς μπορεί να γίνει προκατάληψη

Η σιχαμάρα υπάρχει για έναν πολύ πρακτικό λόγο: μας κρατά μακριά από πράγματα που μπορεί να μας αρρωστήσουν, όπως σάπια τροφή, περιττώματα, σωματικά υγρά, πληγές ή εμφανή σημάδια μόλυνσης. Οι ψυχολόγοι το λένε "συμπεριφορικό ανοσοποιητικό σύστημα". Έναν γρήγορο μηχανισμό αποφυγής κινδύνου, πριν καν χρειαστεί να αναλάβει το κανονικό ανοσοποιητικό.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο μηχανισμός είναι υπερβολικά καχύποπτος. Σαν συναγερμός καπνού που προτιμά να χτυπήσει άδικα επειδή έφτασε ως εκεί ο καπνός του τσιγάρου, παρά να χάσει μια πραγματική φωτιά. Έτσι, μπορεί να προκαλεί δυσφορία απέναντι σε κάτι άγνωστο ή ασυνήθιστο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος.

Εδώ μπαίνει η κοινωνία. Ο εγκέφαλος δεν διαθέτει αισθητήρα που να αναγνωρίζει εθνότητες, φυλές ή θρησκείες ως βιολογική απειλή. Μαθαίνει, όμως, ποιους ανθρώπους να συνδέει με τον κίνδυνο.

Και δεν είναι τυχαίο ότι η ρατσιστική γλώσσα καταφεύγει τόσο συχνά στη βρόμα, τη μόλυνση και τα παράσιτα. Το "είναι ηλίθιοι" δείχνει περιφρόνηση. Το "είναι βρόμικοι" ζητά να υπάρξει απομάκρυνση, αποκλεισμός, προστασία από μια υποτιθέμενη απειλή. Η αποστροφή κάνει αυτές τις λέξεις ιδιαίτερα ισχυρές. Μετατρέπουν ανθρώπους όχι απλώς σε κατώτερους, αλλά σε κάτι που πρέπει να αποφευχθεί ή να απομακρυνθεί.

Άρα η προϋπάρχουσα αποστροφή κάνει τη γλώσσα της "μόλυνσης" πιο εύκολα πειστική. Και η συνεχής περιγραφή μιας ομάδας ανθρώπων ως βρόμικοι, παρασιτα, εισβολείς ή απειλή για την "καθαρότητα" μιας κοινωνίας μπορεί, με τη σειρά της, να δυναμώνει την αποστροφή απέναντί της. 

Άρα δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου:

φόβος/αποστροφή -> γλώσσα μόλυνσης -> περισσότερη αποστροφή -> ευκολότερη απανθρωποποίηση.

Έτσι, ένα κοινωνικά κατασκευασμένο μίσος παριστάνει το φυσικό ενστίκτο μέχρι του σημείου της απανθρωποίησης.

Η αποστροφή, λοιπόν, δεν διαλέγει μόνη της τον στόχο. Αλλά όταν κάποιος θέλει να μετατρέψει μια ομάδα ανθρώπων σε κίνδυνο που πρέπει να φύγει, οι λέξεις της βρόμας και της μόλυνσης είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Δεν ζητούν απλώς να την περιφρόνησή σου, ζητούν να τη θεωρήσεις απειλή για το σώμα και την κοινωνία.

Η έρευνα έχει βρει συσχετίσεις ανάμεσα στην αυξημένη ευαισθησία προς παθογόνα και σε ορισμένες μορφές προκατάληψης. Όμως η σύγχρονη βιβλιογραφία είναι σαφής. Η σχέση είναι πολύ σύνθετη, αλλάζει ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο και δεν σημαίνει ότι η βιολογία "παράγει" ρατσισμό.[4]

Η σιχαμάρα μπορεί να είναι το υλικό που αξιοποιείται. Δεν αποφασίζει όμως μόνη της ούτε ποιος θα θεωρηθεί βρόμικος, ούτε φυσικά τι θα γίνει εναντίον του.


5. Η ανάγκη να είσαι από πάνω

Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο φόβος. Μπορεί να είναι και επιθυμία για ιεραρχία.

Μια μεγάλη μετα-ανάλυση των Sibley και Duckitt, η οποία συνέθεσε 71 μελέτες με συνολικά 22.068 συμμετέχοντες, εξέτασε τη σχέση προσωπικότητας, αυταρχισμού, προσανατολισμού προς την κοινωνική κυριαρχία και προκατάληψης (social dominance orientation). Την τάση δηλαδή να θεωρεί κάποιος φυσικό ή επιθυμητό οι κοινωνικές ομάδες να είναι άνισες. Μελετά επίσης τον δεξιό αυταρχισμό (right-wing authoritarianism). Την προτεραιότητα δηλαδή στην τάξη, στη συμμόρφωση, στην αναγνωρισμένη αυθεντία και στην επιθετικότητα προς όσους παρουσιάζονται ως απειλή.

Στα διαθέσιμα δείγματα, τόσο ο προσανατολισμός προς την κοινωνική κυριαρχία όσο και ο δεξιός αυταρχισμός συνδέονταν ισχυρά με την προκατάληψη.[5]

Άλλοι έλκονται από το "ο κόσμος είναι ανταγωνισμός, άρα κάποιοι δικαιούνται να είναι στην κορυφή". Άλλοι από το "ο κόσμος είναι επικίνδυνος, άρα πρέπει να επιβάλουμε τάξη στους αποδιοπομπαίους". 

Και την πράξη, αυτοί οι δύο δρόμοι συχνά συναντιούνται και προσφέρουν μια πολύ φτηνή και ξεπεσμένη αυτοεκτίμηση: 

- Μπορεί να μη μου πηγαίνουν όλα καλά, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι σαν αυτούς...

Σαν να δηλώνεις πρωταθλητής επειδή απαγόρευσες στους μισούς αθλητές να μπουν στο γήπεδο.


6. Απανθρωποποίηση: όταν ο άλλος παύει να είναι πλήρης άνθρωπος

Για να περάσει κάποιος από την καχυποψία στη σκληρότητα, χρειάζεται συνήθως ένα κύριο βήμα. Ο άλλος να πάψει να φαίνεται πλήρης άνθρωπος.

Η απανθρωποποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος λέει ρητά ότι δεν είναι άνθρωποι. Μπορεί να σημαίνει ότι τους φαντάζεται ως λιγότερο λογικούς, λιγότερο ικανούς για πόνο, λιγότερο ηθικούς, πιο ζωώδεις ή πιο επικίνδυνους από τους "κανονικούς" ανθρώπους.[6]

Γι’ αυτό η γλώσσα έχει σημασία. Όταν άνθρωποι περιγράφονται ως "αγέλη", "μόλυνση", "κύμα", "παράσιτα", "λαθραίοι", δεν είναι αθώα ποιητική αδεία. Μετακινείται το ηθικό πλαίσιο. Δεν συζητάς πια τι οφείλεις σε ανθρώπους, αλλά πώς θα διαχειριστείς ένα "πρόβλημα".

Ο Albert Bandura περιέγραψε αυτό το σύνολο μηχανισμών ως ηθική αποδέσμευση. Η βία γίνεται άμυνα ή αναγκαιότητα, οι συνέπειες υποβαθμίζονται, η ευθύνη διαχέεται, το θύμα παρουσιάζεται ως υπεύθυνο για ό,τι έπαθε και τελικά παύει να αναγνωρίζεται ως άνθρωπος με ισότιμη αξία.[7]

Το τρομακτικό δεν είναι ότι υπάρχουν τέρατα με κέρατα. Είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να αποδέχονται κάτι απάνθρωπο ενώ νιώθουν οι καλοί της ιστορίας. Πατριώτες, προστάτες, νοικοκύρηδες ή απλώς ρεαλιστές.


7. Ο ρατσισμός δεν ζει μόνο μέσα στο κεφάλι

Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο αυτό που πιστεύει ή λέει ένας άνθρωπος ιδιωτικά. Γίνεται πραγματική κοινωνική δύναμη όταν η προκατάληψη συναντά εξουσία. 

  • Όταν ένας εργοδότης αποφασίζει ποιος θα προσληφθεί, 
  • ένας ιδιοκτήτης ποιος θα βρει σπίτι, 
  • ένας δάσκαλος ποιο παιδί θα αγνοήσει, 
  • ένας γιατρός ποιον θα ακούσει πιο προσεκτικά 
  • ή ένας αστυνομικός ποιον θα αντιμετωπίσει εξαρχής ως ύποπτο.

Δεν χρειάζεται κανείς να πει δυνατά "Δεν θέλω αυτούς εδώ!" για να υπάρξει διάκριση. Αρκεί η ίδια ομάδα ανθρώπων να αντιμετωπίζεται, ξανά και ξανά, ως λιγότερο αξιόπιστη, λιγότερο ικανή, πιο επικίνδυνη ή πιο προβληματική. 

Τότε μια σειρά από φαινομενικά μικρές αποφάσεις συσσωρεύεται και μεταφράζεται σε λιγότερες προσλήψεις, χειρότερη στέγαση, αυστηρότερη πειθαρχία στο σχολείο, συχνότεροι έλεγχοι, μικρότερη πίστη όταν καταγγέλλεται μια αδικία.

Αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι ο ρατσισμός μπορεί να είναι και θεσμικός. 

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάθε άνθρωπος μέσα σε έναν θεσμό είναι προσωπικά ρατσιστής ή ότι υπάρχει πάντα μια σκοτεινή εντολή σε κάποιο συρτάρι. Σημαίνει ότι οι κανόνες, η διακριτική ευχέρεια και οι συνήθειες ενός θεσμού μπορούν να παράγουν συστηματικά άνισα αποτελέσματα, ακόμη κι αν όσοι συμμετέχουν δηλώνουν πως έχουν καλές προθέσεις.

Γι’ αυτό δεν αρκεί το χιλιοειπωμενο εγώ δεν είμαι ρατσιστής. 

Χρειάζεται να εξετάζουμε και το αποτέλεσμα. Ποιοι μένουν συστηματικά απ’ έξω, ποιοι περνούν πιο εύκολα μια πόρτα και ποιοι πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύουν ότι είναι άνθρωποι πριν τους αντιμετωπίσουν ως τέτοιους.

Η ατομική ενδοσκόπηση μετράει. Αλλά χωρίς δίκαιους κανόνες, διαφανείς διαδικασίες, έλεγχο των αποφάσεων και λογοδοσία, η καλή πρόθεση είναι απλώς μια ωραία προσωπική γνώμη. Δεν ακυρώνει το αποτέλεσμα.


8. Πώς ξεμαθαίνεται;

Όχι με το "εγώ δεν είμαι ρατσιστής" φυσικά. Συνήθως αυτή είναι η στιγμή που σταματά η σκέψη.

Παύεις να τρέφεις τον ρατσισμό όταν:

  1. Πιάνεις τη γενίκευση πριν γίνει βεβαιότητα. Ένας άνθρωπος δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός λαού ή μιας θρησκείας.
  2. Ξεχωρίζεις συναίσθημα και δεδομένο. Ο φόβος ή η δυσφορία δεν είναι διάγνωση για τον άνθρωπο απέναντί σου.
  3. Ελέγχεις από πού έμαθες αυτό που "ξέρεις". Από δεδομένα; Από προσωπική εμπειρία; Ή από δεκάδες επαναλήψεις των ίδιων εικόνων και τίτλων;
  4. Αντέχεις την αμηχανία. Η αναγνώριση μιας προκατάληψης δεν είναι ισόβια καταδίκη. Είναι το σημείο όπου μπορεί να αρχίσει η πραγματική δουλειά.
  5. Δεν συμμετέχεις στη μικρή συνενοχή. Το αστείο, η βρισιά, η γενίκευση στο τραπέζι, η σιωπηλή συγκατάθεση.
  6. Υπερασπίζεσαι ίσα δικαιώματα ακόμη κι όταν δεν συμπαθείς τον άλλο. Τα δικαιώματα δεν είναι βραβείο συμπάθειας.

Η επαφή φυσικά πάντα βοηθά, αλλά όχι ως μαγικό ραβδί. 

Η μεγάλη μετα-ανάλυση των Pettigrew και Tropp (713 ανεξάρτητα δείγματα από 515 μελέτες) βρήκε ότι η ουσιαστική δια-ομαδική επαφή συνδέεται συνήθως με λιγότερη προκατάληψη.[8] 

Νεότερη διεθνής έρευνα βρήκε την ίδια γενική σχέση ακόμη και σε περιβάλλοντα όπου υπήρχε αίσθηση απειλής ή διάκρισης.[9]

Όχι, δεν αρκεί να έχεις έναν φίλο από μια ρατσιστικά στοχοποιημένη ομάδα για να πάρεις πιστοποιητικό αντιρατσισμού. Η πραγματική γνωριμία όμως χαλάει τις καρικατούρες. Ένας άνθρωπος με όνομα, χιούμορ, οικογένεια, βαρετή δουλειά και τη σπαστική συνήθεια να αργεί στα ραντεβού χωράει δύσκολα στο κουτάκι "οι τάδε είναι έτσι".


Τι δεν λέει η επιστήμη

Δεν λέει ότι όποιος αγχώνεται με τις αλλαγές ή το άγνωστο είναι ρατσιστής. Δεν λέει ότι κάθε διαφωνία για μια πολιτική είναι μισανθρωπία. Δεν λέει ότι ένας δείκτης προσωπικότητας ή ένα συναίσθημα καθορίζει το ηθικό σου μέλλον.

Λέει όμως κάτι αρκετά καθαρό: 

Η ανθρώπινη τάση να χωρίζουμε τον κόσμο σε εμείς και αυτοί γίνεται επικίνδυνη όταν συνδυάζεται με ανισότητα, αντιλαμβανόμενη απειλή, εξουσία, προπαγάνδα και άδεια να μην αναγνωρίζουμε τον άλλον ως πλήρη άνθρωπο.

Ο ρατσισμός δεν είναι φυσικό φαινόμενο σαν την βροχή.

Είναι ανθρώπινη κατασκευή.

Και ό,τι κατασκευάζεται, μπορεί με κόστος, δουλειά και επιμονή να ξηλωθεί.


Πηγές και έρευνες

[1] Rizzo, M. T., Britton, T. C. & Rhodes, M. (2022). Developmental origins of anti-Black bias in White children in the United States: Exposure to and beliefs about racial inequality. Proceedings of the National Academy of Sciences, 119(47). https://www.pnas.org/doi/10.1073/pnas.2209129119

[2] Pauker, K., Williams, A., Steele, J. R. & Jones, B. C. (2016). Children’s Racial Categorization in Context. Child Development Perspectives. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4836385/

[3] Riek, B. M., Mania, E. W. & Gaertner, S. L. (2006). Intergroup Threat and Intergroup Attitudes: A Meta-Analytic Review. Personality and Social Psychology Review, 10(4), 336–353. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr1004_4

[4] van Leeuwen, F., Jaeger, B. & Tybur, J. M. (2023). A behavioural immune system perspective on disgust and social prejudice. Nature Reviews Psychology, 2, 676–687. https://www.nature.com/articles/s44159-023-00226-4

[5] Sibley, C. G. & Duckitt, J. (2008). Personality and prejudice: A meta-analysis and theoretical review. Personality and Social Psychology Review, 12(3), 248–279. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/18641385/

[6] Haslam, N. (2006). Dehumanization: An Integrative Review. Personality and Social Psychology Review, 10(3), 252–264. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/16859440/

[7] Bandura, A. (1999). Moral Disengagement in the Perpetration of Inhumanities. Personality and Social Psychology Review, 3(3), 193–209. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr0303_3

[8] Pettigrew, T. F. & Tropp, L. R. (2006). A Meta-Analytic Test of Intergroup Contact Theory. Journal of Personality and Social Psychology, 90(5), 751–783. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/16737372/

[9] Van Assche, J. et al. (2023). Intergroup contact is reliably associated with reduced prejudice, even in the face of group threat and discrimination. Nature Communications, 14, 1091. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/36892922/

[10] Paluck, E. L., Porat, R., Clark, C. S. & Green, D. P. (2021). Prejudice Reduction: Progress and Challenges. Annual Review of Psychology, 72, 533–560. https://www.annualreviews.org/content/journals/10.1146/annurev-psych-071620-030619

 

19 Οκτωβρίου 2026

Σήμερα, ενήλικα παιδιά μου, θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι.

Την ιστορία αυτή μας τη δίδαξαν στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου, όταν πρωτομαθαίναμε για τα βακτήρια, τις λοιμώξεις και τους παράξενους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο αόρατος κόσμος των μικροοργανισμών.

Τότε την αντιμετώπισα σαν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μάθημα Μικροβιολογίας. Με τα χρόνια, όμως, κατάλαβα πως ήταν και ένα μάθημα για την ανθρώπινη φύση.

Γιατί το παραμύθι μας έχει μυστήριο, φόβο, άγνοια, επιστήμη, εξουσία και ανθρώπους που είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι έχουν δίκιο. Δεν έχει όμως δράκους, κακές μάγισσες ή κάποιον γενναίο πρίγκιπα που θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη.

Και το κυριότερο; Είναι πέρα για πέρα αληθινό!

Ακούστε, λοιπόν...


Μια φορά κι έναν καιρό, το μακρινό 1906, στη Νέα Υόρκη, ζούσε μια μετανάστρια από την Ιρλανδία.

Την έλεγαν Μαίρη Μάλον.

Η Μαίρη δεν ήταν πριγκίπισσα, δεν κατοικούσε σε παλάτι και δεν είχε κάποια καλή νεράιδα να την προστατεύει. Ήταν μια συνηθισμένη εργαζόμενη γυναίκα, που προσπαθούσε να κερδίσει το ψωμί της σε μια ξένη χώρα.

Ήταν όμως εξαιρετική μαγείρισσα!

Έτσι, έβρισκε δουλειά στα σπίτια πλούσιων οικογενειών, όπου ετοίμαζε καθημερινά τα γεύματα των αφεντικών της.

Μόνο που η Μαίρη είχε ένα μυστικό.
Ένα μυστικό που δεν γνώριζε ούτε η ίδια.

Μέσα στο σώμα της κατοικούσε ένας αόρατος επισκέπτης. Ένα βακτήριο που είχε τη δύναμη να προκαλεί μια φοβερή αρρώστια, τον τυφοειδή πυρετό.

Το παράξενο ήταν πως αυτός ο μικροσκοπικός επισκέπτης δεν ενοχλούσε καθόλου την οικοδέσποινά του. Η Μαίρη ήταν υγιής. Δεν είχε πυρετό, δεν πονούσε, δεν αισθανόταν την παραμικρή αδιαθεσία. Και γι' αυτό δεν είχε κανέναν λόγο να υποψιαστεί πως, όταν ετοίμαζε το φαγητό των άλλων, μπορούσε άθελά της να τους μεταδώσει μια θανατηφόρα ασθένεια.

Στα σπίτια όπου εργαζόταν άρχισαν να εμφανίζονται ανεξήγητα κρούσματα τυφοειδούς πυρετού. Άνθρωποι αρρώσταιναν βαριά. Κάποιοι πέθαιναν.

Και η Μαίρη, υγιέστατη, συνέχιζε τη ζωή της...

Ώσπου, το καλοκαίρι του 1906, συνέβη κάτι που έμελλε να αλλάξει τη μοίρα της.
Σε ένα πολυτελές εξοχικό σπίτι, στο Oyster Bay της Νέας Υόρκης, έξι από τους έντεκα ανθρώπους που διέμεναν εκεί αρρώστησαν από τυφοειδή πυρετό. 

Οι ιδιοκτήτες αναστατώθηκαν!

Και, επειδή εκείνη την εποχή ένα σπίτι με ιστορικό τυφοειδούς δεν ήταν ακριβώς ό,τι πιο ελκυστικό στην αγορά ακινήτων, ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να προσλάβει έναν ειδικό για να ανακαλύψει την αιτία.

Τον έλεγαν Τζορτζ Σόπερ. 

Ήταν μηχανικός ειδικευμένος σε ζητήματα υγιεινής και δημόσιας υγείας και είχε ήδη ασχοληθεί με μεγάλες επιδημίες τυφοειδούς πυρετού.

Βλέπετε, αγαπητά μου ενήλικα παιδιά, εκείνη την εποχή οι επιστήμονες γνώριζαν ήδη ότι ο τυφοειδής πυρετός προκαλούνταν από ένα βακτήριο που μπορούσε να περάσει από τα ανθρώπινα περιττώματα στο πόσιμο νερό ή στις τροφές. Γι' αυτό και η ασθένεια συνδεόταν συχνά με μολυσμένα πηγάδια, προβληματικά αποχετευτικά συστήματα και κακές συνθήκες υγιεινής.

Μόνο που στο συγκεκριμένο σπίτι όλα έμοιαζαν να λειτουργούν υποδειγματικά!
Ο Σόπερ εξέτασε το νερό. Τίποτα.
Έλεγξε το γάλα, τις τροφές, την αποχέτευση. Πάλι τίποτα.
Υποψιάστηκε ακόμη και τα οστρακοειδή που συνήθιζε να τρώει η οικογένεια.
Αλλά ούτε εκεί βρήκε την απάντηση...

Ώσπου έμαθε ότι, λίγες εβδομάδες πριν ξεσπάσει η αρρώστια, η οικογένεια είχε προσλάβει μια καινούργια μαγείρισσα.

Τη Μαίρη.

Και τότε ο Σόπερ αποφάσισε να ακολουθήσει τα ίχνη της.

Γύρισε πίσω στον χρόνο, αναζήτησε παλιούς εργοδότες, επισκέφθηκε σπίτια, μίλησε με οικογένειες και συγκέντρωσε πληροφορίες για τις προηγούμενες δουλειές της.

Κατάφερε να εντοπίσει οκτώ οικογένειες στις οποίες είχε εργαστεί η Μαίρη τα προηγούμενα δέκα χρόνια.
Στις επτά είχαν εμφανιστεί κρούσματα τυφοειδούς πυρετού.
Επτά διαφορετικά σπίτια.
Επτά φορές η ίδια παράξενη ιστορία.
Άνθρωποι αρρώσταιναν και η μαγείρισσα παρέμενε υγιέστατη.

Και τότε ο Σόπερ άρχισε να υποψιάζεται κάτι που, παρότι είχε ήδη απασχολήσει ορισμένους επιστήμονες στην Ευρώπη, εξακολουθούσε να μοιάζει σχεδόν αδιανόητο για τον περισσότερο κόσμο.

- Μήπως ένας άνθρωπος μπορούσε να μεταδίδει μια θανατηφόρα ασθένεια χωρίς να εμφανίζει ο ίδιος κανένα σύμπτωμα;

- Μήπως η Μαίρη, χωρίς να το γνωρίζει, μετέφερε το βακτήριο από την κουζίνα της στα πιάτα των ανθρώπων που τάιζε;

Ο Σόπερ υποψιάστηκε ακόμη και ένα επιδόρπιο με ροδάκινα και παγωτό που είχε ετοιμάσει η Μαίρη στο εξοχικό. Σε αντίθεση με το μαγειρεμένο φαγητό, ένα τέτοιο γλύκισμα δεν θερμαινόταν αρκετά ώστε να καταστραφούν τα βακτήρια που ενδεχομένως είχαν μεταφερθεί από τα χέρια της.

Ήταν μια εύλογη υπόθεση. 
Όχι όμως ακόμη απόδειξη.
Για να βεβαιωθεί, έπρεπε να εξετάσει τη Μαίρη.

Και κάπου εδώ, αγαπημένοι μου, αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα...

Όταν ο Σόπερ κατάφερε τελικά να συναντήσει τη Μαίρη, της εξήγησε τις υποψίες του και της ζήτησε δείγματα αίματος, ούρων και κοπράνων.
Εκείνη εξοργίστηκε!

Και, πριν βιαστείτε να την καταδικάσετε, σκεφτείτε για μια στιγμή τη θέση της.

Η Μαίρη δεν είχε πυρετό. Δεν πονούσε. Δεν θυμόταν να έχει περάσει ούτε μία ημέρα στο κρεβάτι εξαιτίας της τρομερής ασθένειας για την οποία την κατηγορούσαν.

...Κι όμως, ένας άγνωστος άντρας είχε εμφανιστεί στη ζωή της, υποστηρίζοντας ότι μέσα στο σώμα της κατοικούσε κάτι επικίνδυνο για τους άλλους.
Κάτι που εκείνη δεν μπορούσε να δει.
Κάτι που δεν μπορούσε να αισθανθεί.
Κάτι που, σύμφωνα με αυτόν τον άγνωστο, μπορούσε να σκοτώσει ανθρώπους.
Και μάλιστα απαιτούσε να τον πιστέψει!

Η Μαίρη εμπιστευόταν όσα της έλεγαν οι αισθήσεις της. Το σώμα της ήταν υγιές. Αυτό το ήξερε.

Γιατί, λοιπόν, να εμπιστευτεί περισσότερο έναν ξένο από την ίδια της την εμπειρία;
Άλλωστε, ήταν μια φτωχή μετανάστρια απέναντι σε ανθρώπους με εξουσία, επιστημονικούς τίτλους και τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τη ζωή της.

Η Μαίρη αρνήθηκε πεισματικά να εξεταστεί.

Ο Σόπερ επέμεινε.

Εκείνη αρνήθηκε ξανά.

Και επειδή η ιστορία δεν είναι από εκείνα τα παραμύθια όπου όλα λύνονται με μια καλοσυνάτη κουβέντα, ο Σόπερ απευθύνθηκε στις υγειονομικές αρχές.

Τον Μάρτιο του 1907, μια γιατρός, η Σάρα Τζόζεφιν Μπέικερ, εμφανίστηκε με αστυνομικούς για να μεταφέρει τη Μαίρη σε νοσοκομείο.
Η Μαίρη δεν είχε καμία διάθεση να τους ακολουθήσει.
Αντιστάθηκε, προσπάθησε να ξεφύγει και κρύφτηκε σε ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο γειτονικού σπιτιού.
Την ανακάλυψαν ύστερα από πολύωρη αναζήτηση.

Τη μετέφεραν με τη βία στο νοσοκομείο.
Και οι εξετάσεις έδειξαν πως ο Σόπερ είχε δίκιο.




Στα κόπρανά της υπήρχε το βακτήριο Salmonella Typhi.
Η Μαίρη ήταν αυτό που σήμερα ονομάζουμε ασυμπτωματικό φορέα.
Δηλαδή ένας άνθρωπος μπορεί να φιλοξενεί έναν παθογόνο μικροοργανισμό χωρίς να εμφανίζει συμπτώματα και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να τον μεταδίδει σε άλλους.

Στην περίπτωση της Μαίρης, τα βακτήρια αποβάλλονταν με τα κόπρανα. Μικροσκοπικά ίχνη μπορούσαν να μεταφερθούν στα χέρια της και από εκεί στις τροφές που ετοίμαζε.

Η ίδια δεν χρειαζόταν να είναι άρρωστη για να αρρωστήσουν οι άλλοι.
Και αυτή ήταν μια αλήθεια που η Μαίρη δυσκολευόταν αφάνταστα να αποδεχτεί.

Οι αρχές, από την πλευρά τους, αποφάσισαν ότι αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και τελικά την έκλεισαν σε ένα μικρό νησί, το North Brother Island, μακριά από την υπόλοιπη πόλη.

Εκεί έμεινε σχεδόν τρία χρόνια.
Τρία χρόνια απομόνωσης.
Τρία χρόνια εξετάσεων.
Τρία χρόνια κατά τα οποία η Μαίρη εξακολουθούσε να μην αισθάνεται άρρωστη.

Μάλιστα, κάποιες εξετάσεις της έβγαιναν αρνητικές, αφού η αποβολή του βακτηρίου δεν ήταν συνεχής. Αυτό ενίσχυε τη δυσπιστία της, παρότι άλλες, επανειλημμένες εξετάσεις ήταν θετικές.

Της πρότειναν ακόμη και να αφαιρέσει τη χοληδόχο κύστη της, όπου μπορούσαν να παραμένουν τα βακτήρια.
Η Μαίρη αρνήθηκε.
Και δεν ήταν παράλογο να φοβάται μια χειρουργική επέμβαση στις αρχές του εικοστού αιώνα, ιδιαίτερα όταν αισθανόταν απολύτως υγιής.

Το 1909 προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας την ελευθερία της.
Δεν την κέρδισε.
Σε μια επιστολή της διαμαρτυρήθηκε ότι την κρατούσαν φυλακισμένη χωρίς να είναι άρρωστη και χωρίς να χρειάζεται θεραπεία.
Ένιωθε πως την είχαν μετατρέψει σε αξιοθέατο για γιατρούς και φοιτητές.

Ακόμη και το όνομά της είχε ήδη αρχίσει να χάνεται πίσω από ένα άλλο, πολύ πιο τρομακτικό:

Typhoid Mary. Η Τυφοειδής Μαίρη.

Έτσι την αποκαλούσαν οι εφημερίδες. Όχι πια μια γυναίκα με όνομα και ιστορία.
Αλλά μια αρρώστια με ανθρώπινο πρόσωπο.

Το 1910 οι αρχές αποφάσισαν τελικά να την αφήσουν ελεύθερη.
Με έναν όρο:
Να μην εργαστεί ποτέ ξανά ως μαγείρισσα.
Η Μαίρη συμφώνησε.

Και για ένα διάστημα όντως προσπάθησε να βιοποριστεί με άλλες εργασίες. Μόνο που αυτές οι δουλειές δεν αμείβονταν όπως η μαγειρική. Και η Μαίρη δεν είχε περιουσία, ούτε κάποιον πλούσιο συγγενή να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και να της λύσει τα προβλήματα, όπως συνηθίζεται στα παραμύθια.
Ήξερε να μαγειρεύει.
Αυτό ήταν το επάγγελμά της.
Αυτή ήταν η τέχνη της.

Και κάποια στιγμή επέστρεψε στις κουζίνες.

Και εδώ είναι που η ιστορία μας αποκτά μια διαφορετική ηθική βαρύτητα.

Γιατί την πρώτη φορά η Μαίρη δεν γνώριζε.

Τώρα όμως είχε ενημερωθεί. 
Είχε εξεταστεί. 
Είχε ακούσει τις εξηγήσεις των γιατρών. 
Είχε συμφωνήσει να μην ξαναμαγειρέψει επαγγελματικά.

Και παρ' όλα αυτά, επέστρεψε.

Όπως βλέπετε, υπάρχει και κάτι ακόμη που κάνει αυτή την ιστορία τόσο ανθρώπινη.

Μερικές φορές δεν δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε μια αλήθεια επειδή δεν την καταλαβαίνουμε. 

Δυσκολευόμαστε επειδή καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι θα σήμαινε για εμάς αν την αποδεχόμασταν.

Για τη Μαίρη, η παραδοχή ότι ήταν φορέας του βακτηρίου θα σήμαινε ενδεχομένως ότι είχε συμβάλει, άθελά της, στην ασθένεια και στον θάνατο άλλων ανθρώπων. Και ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τη δουλειά από την οποία ζούσε.

Δεν γνωρίζουμε βέβαια, αν αυτές οι σκέψεις πέρασαν ποτέ από το μυαλό της. Γνωρίζουμε όμως ότι ο ανθρώπινος νους έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να αμφισβητεί τις πληροφορίες που απειλούν βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις, την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ή τον τρόπο με τον οποίο έχουμε οργανώσει τη ζωή μας.

Και έτσι, το "δεν γνωρίζω" μπορεί σχετικά  εύκολα να μετατραπεί σε "δεν το πιστεύω".

Μόνο που η άγνοια και η άρνηση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και, κυρίως, δεν συνεπάγονται την ίδια ευθύνη.

Το 1915, στο μαιευτήριο Sloane της Νέας Υόρκης, ξέσπασε νέα επιδημία τυφοειδούς πυρετού.
Είκοσι πέντε άνθρωποι αρρώστησαν.
Δύο πέθαναν.

Οι υγειονομικές αρχές συνέδεσαν την επιδημία με τη μαγείρισσα του νοσοκομείου.

Μια γυναίκα που είχε προσληφθεί με το όνομα Μαίρη Μπράουν.

Μόνο που η Μαίρη Μπράουν δεν ήταν άλλη από τη Μαίρη Μάλον που είχε χρησιμοποιήσει άλλο όνομα.

Αυτή τη φορά δεν υπήρξε δεύτερη ευκαιρία...

Την επέστρεψαν στο North Brother Island.
Και εκεί έμεινε μέχρι τον θάνατό της, το 1938.

Η γυναίκα που δεν αισθανόταν άρρωστη πέρασε συνολικά περίπου είκοσι έξι χρόνια της ζωής της σε αναγκαστική απομόνωση.

Και το πιο παράξενο; Στο μεταξύ οι επιστήμονες είχαν αναγνωρίσει εκατοντάδες άλλους ανθρώπους που ήταν ασυμπτωματικοί φορείς του ίδιου βακτηρίου.

Δεν τους έκλεισαν όμως όλους σε κάποιο νησί...

Η Μαίρη δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως ένα από τα διασημότερα παραδείγματα ασυμπτωματικής φορείας, αλλά και ως μια υπενθύμιση ότι η προστασία της δημόσιας υγείας μπορεί να θέσει δύσκολα ερωτήματα για τα όρια της ατομικής ελευθερίας.

Η Μαίρη δεν ήταν τέρας.
Δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν.
Αλλά η απουσία κακής πρόθεσης δεν σημαίνει και απουσία ευθύνης.

Από την άλλη, οι αρχές είχαν πράγματι υποχρέωση να προστατεύσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους από μια επικίνδυνη ασθένεια.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε μέτρο που λαμβάνεται στο όνομα της προστασίας τους είναι αυτομάτως και δίκαιο...

Και τελικά αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας μας σήμερα.

Ότι δεν μπορούμε να βολευτούμε χωρίζοντας τους πρωταγωνιστές μας σε καλούς και κακούς.

Η Μαίρη είχε ευθύνη για τις επιλογές της.

Η κοινωνία είχε ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπισε.

Και ανάμεσα στις δύο αυτές αλήθειες πέρασαν όλες οι ανθρώπινες ζωές που ενεπλάκησαν σε αυτή την ιστορία.


Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Η επιστήμη προχώρησε.

Ανακαλύφθηκαν αντιβιοτικά, αναπτύχθηκαν εμβόλια, βελτιώθηκαν οι συνθήκες υγιεινής και μάθαμε πολύ περισσότερα για τους μικροοργανισμούς και τους τρόπους μετάδοσής τους.

Μάθαμε, μεταξύ άλλων, ότι η Μαίρη δεν ήταν κάποια σπάνια παραξενιά της φύσης.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τον HIV, τους ιούς της ηπατίτιδας ή φιλοξενούν τον μηνιγγιτιδόκοκκο χωρίς να εμφανίζουν συμπτώματα. Ανάλογα με τον μικροοργανισμό και τις συνθήκες, ορισμένοι μπορούν να μεταδώσουν τη λοίμωξη χωρίς να γνωρίζουν καν ότι την έχουν.

Μάθαμε, δηλαδή, ότι το να αισθάνεται κάποιος υγιής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μπορεί να μεταδώσει μια ασθένεια.

Μια γνώση που θα περίμενε κανείς να έχουμε πλέον εμπεδώσει και ότι η ιστορία της Μαίρης θα είχε μείνει οριστικά στο παρελθόν.

Ώσπου, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη Μαίρη, εμφανίστηκε ένας καινούργιος ιός. Ο SARS-CoV-2.

Και η ανθρωπότητα βρέθηκε ξανά μπροστά σε μια γνώριμη πραγματικότητα.

Άνθρωποι μπορούσαν να μεταδίδουν μια λοίμωξη χωρίς να εμφανίζουν συμπτώματα.

Μερικοί αμφισβήτησαν τις επιστημονικές συστάσεις και τα προληπτικά μέτρα. Άλλοι δυσπιστούσαν απέναντι στους εμβολιασμούς, για διαφορετικούς μεταξύ τους λόγους, φυσικά.

Και υπήρχαν κι εκείνοι που, ακόμη κι όταν το τεστ τους ήταν θετικό, συνέχιζαν να κυκλοφορούν κανονικά.

- Μα εγώ δεν έχω τίποτα! Κάποιο λάθος κάνατε. 

Μια φράση τόσο απλή. Τόσο ανθρώπινη.

...Και τόσο εξοργιστικά χιλιοακουσμένη από εμάς που βρεθήκαμε σε εκείνη την πανδημία να δουλεύουμε χωρίς ωράρια και ρεπό για μήνες.

Από εμάς που ζήσαμε τον φόβο για τους οικείους μας, την εξάντληση, την αβεβαιότητα. Που προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε ξανά και ξανά ότι η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει απουσία λοίμωξης. Που βλέπαμε ανθρώπους να αμφισβητούν όσα η επιστήμη είχε ήδη τεκμηριώσει, την ώρα που εμείς προσπαθούσαμε να διαχειριστούμε τις συνέπειες.

Μια φράση που ακούσαμε τόσες φορές, ώστε θα μπορούσε σχεδόν να γίνει το ανεπίσημο σύνθημα εκείνων των χρόνων.

Και τελικά, τόσο οικεία στην ιστορία μας.

Μόνο που η Μαίρη ζούσε στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Δεν είχε στη διάθεσή της περισσότερο από έναν αιώνα επιπλέον επιστημονικής γνώσης. Δεν είχε πρόσβαση σε σύγχρονα διαγνωστικά μέσα, ούτε μπορούσε να ανοίξει το κινητό της και να διαβάσει πώς μεταδίδονται οι λοιμώξεις.

Εμείς τα είχαμε όλα αυτά!

Είχαμε την επιστημονική γνώση, τα διαγνωστικά εργαλεία, την ενημέρωση και τη δυνατότητα να κατανοήσουμε αυτό που για τη Μαίρη έμοιαζε αδιανόητο.

Κι όμως, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, βρεθήκαμε να εξηγούμε ξανά τα ίδια.

Ότι το να αισθάνεσαι υγιής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μπορείς να μεταδώσεις μια ασθένεια. Οτι οι μικροοργανισμοί δεν συμμετέχουν στις ανθρώπινες διαφωνίες. Και σίγουρα δεν ενδιαφέρονται αν πιστεύουμε στην ύπαρξή τους.

Κι όλα αυτά γιατί η πραγματικότητα δεν έχει καμία υποχρέωση να συμφωνεί με την προσωπική μας άποψη.

Και τελικά έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;

Όχι ακριβώς. Η Μαίρη πέθανε σε ένα νησί. Οι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους από τον τυφοειδή δεν γύρισαν πίσω. Και η ανθρωπότητα συνέχισε να μαθαίνει, συχνά με τον δύσκολο τρόπο, ότι η γνώση δεν αποτελεί μόνο προνόμιο.

Δημιουργεί και ευθύνη.

Όσο για το ηθικό δίδαγμα αυτού του παραμυθιού;

Θα αφήσω να το ανακαλύψει ο καθένας μόνος του.

Άλλωστε, το πρόβλημα με τα παραμύθια για ενήλικες είναι ότι, σε αντίθεση με εκείνα των παιδιών, δεν έχουν πάντα κακούς για να τους φορτώσουμε όλες τις ευθύνες.

Και όταν τελειώνουν, δεν μας αφήνουν με απαντήσεις σε όλα μας τα ερωτήματα.


Οι βασικές πηγές, με πλήρεις συνδέσμους:

1. George A. Soper (1939) – The Curious Career of Typhoid Mary. Η πρωτογενής αφήγηση του ανθρώπου που εντόπισε τη Μαίρη.

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC1911442/

2. Marineli et al. (2013) – Mary Mallon (1869–1938) and the History of Typhoid Fever. Επιστημονική ανασκόπηση της ιστορίας της.

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3959940/

3. Amir Teicher (2023) – Typhoid Mary Was Not a Super-Spreader (and Super-Spreaders Are Not “Typhoid Marys”). Σύγχρονη ιστορική και επιστημονική επανεξέταση.

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC10632844/

4. Mary Mallon (1909) – Letter from Mary Mallon: On Being 'Typhoid Mary'. Η επιστολή της ίδιας, σε εκπαιδευτική έκδοση PDF.

https://www.drhartnell.com/uploads/1/2/1/5/12150034/typhoid_mary_-_unit_2_common_lit.pdf

5. CDC Yellow Book (2026) – Typhoid and Paratyphoid Fever. Μετάδοση και χρόνια ασυμπτωματική φορεία.

https://www.cdc.gov/yellow-book/hcp/travel-associated-infections-diseases/typhoid-and-paratyphoid-fever.html

6. CDC (2026) – Clinical Presentation of COVID-19. Ασυμπτωματική και προσυμπτωματική μετάδοση του SARS-CoV-2.

https://www.cdc.gov/covid/hcp/clinical-care/covid19-presentation.html


22 Σεπτεμβρίου 2026

Για πολλά χρόνια οι Denisovan ήταν, κυριολεκτικά, κάτι σαν παλαιοανθρωπολογικό φάντασμα.

Ξέραμε ότι υπήρχαν.
Ξέραμε ότι ήταν στενοί συγγενείς μας.
Ξέραμε ότι συνυπήρξαν και διασταυρώθηκαν τόσο με Νεάντερταλ όσο και με Homo sapiens.

Αλλά από τους ίδιους είχαμε ελάχιστα πράγματα να κοιτάξουμε.

Ένα κομμάτι από μικρό δάχτυλο, εδώ.
Μερικά δόντια, εκεί.
Μια κάτω γνάθο, παρακεί.
Κι αργότερα ένα κρανίο που συνδέθηκε μοριακά με τη γενεαλογική τους γραμμή.

Και τώρα, επιτέλους, έχουμε και πόδια!

Δύο οστά που είχαν ανασυρθεί από τον πυθμένα του στενού Penghu, ανάμεσα στην Ταϊβάν και την ηπειρωτική Κίνα, φαίνεται ότι ανήκαν σε Denisovan.

Το ένα είναι τμήμα μηριαίου οστού και το άλλο κνήμη.

Και τώρα the plot thickens και τα πράγματα γίνονται ενδιαφέροντα. Γιατί οι ερευνητές επιχείρησαν να ανακατασκευάσουν το μήκος των οστών και, από αυτό, να εκτιμήσουν το ύψος των ανθρώπων στους οποίους ανήκαν.

Ο ένας βγαίνει περίπου 1,80 μ.

Ο άλλος περίπου 1,90 μ.

Δηλαδή ντερέκια!

Οι εκτιμήσεις βάρους τους φτάνουν περίπου τα 83 και 91 κιλά αντίστοιχα και, σύμφωνα με τους ερευνητές, πρόκειται για μερικά από τα μεγαλύτερα γνωστά άτομα του γένους Homo από το Πλειστόκαινο.

Πριν όμως αρχίσουμε να ζωγραφίζουμε έναν ολόκληρο πληθυσμό Denisovan σαν ομάδα μπάσκετ, χρειάζεται η γνωστή ενοχλητική λεπτομέρεια που λέγεται επιστημονική ακρίβεια:

Έχουμε δύο ανθρώπους.

Δεν γνωρίζουμε ποιο ήταν το μέσο ύψος των Denisovan. Τα δύο συγκεκριμένα άτομα ήταν μεγαλόσωμα. Μέχρι εκεί μπορεί να ειπωθεί, αλλά το να βγει το συμπέρασμα ότι οι Denisovan ήταν όλοι τεράστιοι θα χρειαστεί αρκετά περισσότερα... πόδια.

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο προέρχεται από την κνήμη, το λεγόμενο Penghu 3.

Η ανάλυση σταθερών ισοτόπων δείχνει ότι ο άνθρωπος αυτός κατανάλωνε μεγάλη ποσότητα ζωικής πρωτεΐνης, σε επίπεδα που θυμίζουν ορισμένους Νεάντερταλ. Παρότι το οστό βρέθηκε σήμερα στον βυθό της θάλασσας, δεν εμφανίζει σαφές ισοτοπικό σήμα σημαντικής κατανάλωσης ψαριών ή άλλων υδρόβιων τροφών.

Δεν σημαίνει ότι οι Denisovan δεν γούσταραν παραλία, ψαράκι, ουζάκι.

Σημαίνει ότι αυτός ο συγκεκριμένος Denisovan φαίνεται να βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε χερσαίες ζωικές πηγές τροφής.

Και υπάρχει ακόμη μία ωραία πληροφορία.

Η ίδια κνήμη είχε στο παρελθόν θεωρηθεί πολύ παλαιότερη. Με νέα άμεση χρονολόγηση με άνθρακα-14 τοποθετείται περίπου 45.000 χρόνια πριν. Αν η χρονολόγηση επιβεβαιωθεί, πρόκειται για έναν από τους νεότερους άμεσα χρονολογημένους Denisovan που γνωρίζουμε.

Να επισημανω κατι ακόμη.

Οι δύο σχετικές μελέτες δημοσιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2026 ως preprints στο bioRxiv. Δηλαδή πρόκειται για κανονική επιστημονική έρευνα, διαθέσιμη για έλεγχο από την επιστημονική κοινότητα, πριν από το peer review που είναι η διαδικασία όπου μια επιστημονική μελέτη, πριν δημοσιευτεί επίσημα σε περιοδικό, ελέγχεται από άλλους ειδικούς του ίδιου πεδίου. Οι reviewers κοιτάζουν αν η μεθοδολογία στέκει, αν τα δεδομένα υποστηρίζουν τα συμπεράσματα, αν υπάρχουν λάθη ή υπερβολές και αν χρειάζονται διορθώσεις ή επιπλέον αναλύσεις.

Άρα αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αναξιόπιστες αλλά δεν τις παρουσιάζουμε σαν τελεσίδικη γνώση.

Οπότε προς το παρόν η εικόνα είναι κάπως έτσι:

Ένας εξαφανισμένος ανθρώπινος πληθυσμός που μέχρι πριν από δεκαέξι χρόνια δεν ξέραμε καν ότι υπήρξε, αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά πρόσωπο, σώμα, διατροφή και ιστορία.

Και όσο προστίθενται οστά στο παζλ, γίνεται ολοένα πιο εμφανές πόσο φτωχή ήταν η παλιά εικόνα της ανθρώπινης εξέλιξης.

Δεν υπήρχαμε απλώς "εμείς οι φωστήρες" και οι Νεάντερταλ.

Η Ευρασία φιλοξενούσε διαφορετικούς ανθρώπινους πληθυσμούς που συναντήθηκαν, διασταυρώθηκαν και άφησαν γενετικό υλικό ο ένας στον άλλον. Μερικό από αυτό το Denisovan DNA υπάρχει ακόμη και σήμερα σε σύγχρονους ανθρώπους.

Και κάπου πριν από περίπου 45.000 χρόνια, στην ανατολική Ασία, κυκλοφορούσε τουλάχιστον ένας τύπος κοντά στο 1,90, έτρωγε μπόλικη ζωική πρωτεΐνη και μάλλον δεν είχε ιδέα ότι δεκάδες χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ψαρεύαμε την κνήμη του από τον βυθό για να μάθουμε τι έτρωγε.

Κακά τα ψέματα, η επιστήμη έχει κατά καιρούς μια εντυπωσιακή έλλειψη σεβασμού στην ιδιωτική ζωή...


Πηγές

https://www.biorxiv.org/content/10.64898/2026.08.07.743438v1.full.pdf

https://www.biorxiv.org/content/10.64898/2026.08.07.743455v1.full.pdf

Εικόνες / Αναπαραστάσεις

https://www.eurekalert.org/multimedia/713417

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Denisovans.jpg


18 Σεπτεμβρίου 2026



Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1947, ένας υπολογιστής στο Harvard άρχισε να κάνει τα δικά του.

Κανείς δεν μπορούσε να πατήσει Ctrl+Alt+Delete γιατί μωρέ, ξέρετε, το 1947 ούτε το Ctrl ούτε το Alt ούτε το Delete είχαν ακόμη ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης.

Το πρόβλημα ήταν πιο... Οργανικό.

Μέσα σε ένα relay του Harvard Mark II είχε σφηνώσει ένας σκόρος.

Οι μηχανικοί τον έβγαλαν, τον κόλλησαν με σελοτέιπ στο ημερολόγιο του μηχανήματος και έγραψαν από κάτω:

"First actual case of bug being found."

(Η πρώτη πραγματική περίπτωση που βρέθηκε bug)


...Και κάπως έτσι ένα ταπεινό λεπιδόπτερο εξασφάλισε μεταθανάτια καριέρα στην ιστορία της πληροφορικής.

Έτσι διάβασα και έτσι κυκλοφορεί στα social. 

Μόνο που τώρα χρειάζεται η πρώτη διόρθωση στον, κατά τα άλλα, πολύ ωραίο μύθο.

Η λέξη bug δεν γεννήθηκε εκείνη την ημέρα. Οι μηχανικοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη για μικρές τεχνικές δυσλειτουργίες ήδη από τον 19ο αιώνα. Ο Thomas Edison μιλούσε για "bugs" στα ηλεκτρικά κυκλώματα από τη δεκαετία του 1870.

Και γιατί bug και όχι hair; Όχι pin, roach... Ξέρω κι εγώ... Γιατί όχι κάτι άλλο;

Στα αγγλικά η λέξη bug είχε πολύ παλιότερα μια σημασία κοντά στο "μικρό ενοχλητικό πράγμα / φόβητρο / κάτι που σε ταλαιπωρεί και δεν το βρίσκεις εύκολα". Συνδέεται ετυμολογικά με παλιότερες λέξεις όπως bugbear και bugaboo, δηλαδή κάτι σαν φόβητρο ή ενοχλητικό "δαιμονάκι". Αργότερα η λέξη χρησιμοποιήθηκε και γενικότερα για μικρά έντομα. Διαδικτυακό λεξικό ετυμολογίας

Στην τηλεγραφία του 19ου αιώνα, όμως, το bug απέκτησε πολύ συγκεκριμένη τεχνική χροιά. Στα τηλεγραφικά κυκλώματα εμφανίζονταν μικρά, ενοχλητικά, συχνά δύσκολο να εντοπιστούν σφάλματα ή ψευδή σήματα. Οι μηχανικοί τα αποκαλούσαν bugs και χρησιμοποιούσαν μέχρι και τον όρο bug trap για διατάξεις που εξουδετέρωναν τέτοια προβλήματα.

Και ο Edison το διασκέδαζε κιόλας! Σε επιστολή του το 1878 μιλά για ένα πρόβλημα στο τηλέφωνό του σαν να ήταν πραγματικό έντομο και γράφει ότι το "έντομο" φαίνεται να βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες στα κυκλώματα κλήσης. Δηλαδή η μεταφορά "ένα μικρό διαβολάκι έχει χωθεί μέσα και χαλάει τη μηχανή" ήταν ήδη ζωντανή και χρησιμοποιούταν. IEEE Spectrum

Το bug δηλαδή ήταν τέλειο επειδή ήταν αόριστο. Κάτι μικρό, ενοχλητικό, κρυμμένο, που προκαλεί ανεξήγητη δυσλειτουργία.

Κάπως σαν να λέγαμε ελληνικά: Κάποιο διαβολάκι έχει μπει μέσα.

Και γι’ αυτό η ατάκα του 1947 είναι τόσο καλή. Το αστείο δεν ήταν "α, βρήκαμε ένα ζουζούνι και από σήμερα θα λέμε τα σφάλματα bugs".

Ήταν ακριβώς το αντίστροφο. "Τόσα χρόνια λέμε τα τεχνικά προβλήματα bugs και τώρα βρήκαμε επιτέλους ένα πραγματικό bug (ζωύφιο) μέσα στη μηχανή."

Γι’ αυτό άλλωστε το σημείωμα γράφει actual bug.

Και τώρα ακολουθεί η δεύτερη διόρθωση.

Η γυναίκα με την οποία συνδέθηκε για πάντα η ιστορία, η Grace Murray Hopper, δεν ξέρουμε αν ήταν εκείνη που ανακάλυψε προσωπικά τον σκόρο. Το Smithsonian αναφέρει ότι τον βρήκαν οι μηχανικοί που δούλευαν στον Mark II και ότι το συγκεκριμένο ημερολόγιο πιθανότατα δεν ήταν καν δικό της.

Η Hopper όμως ήταν μέλος της ομάδας και αργότερα διηγούνταν την ιστορία στις διαλέξεις της. Εκείνη και οι συνάδελφοί της συνέβαλαν ώστε τα bug και debugging να μπουν για τα καλά στο λεξιλόγιο των προγραμματιστών.

Αν όμως σταματούσαμε εδώ, θα ήταν προσβολή για την ίδια.

Γιατί ο σκόρος ήταν απλώς ένα ωραίο ανέκδοτο.

Η Grace Hopper ήταν ένα από τα άτομα που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τον προγραμματισμό (σκεφτόΣαστε βασικά, εγώ δεν σκέφτομαι τίποτα για τον προγραμματισμό).

Η Grace Brewster Murray γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1906 και φαίνεται ότι είχε από μικρή μια ελαφρώς επικίνδυνη σχέση με την ερώτηση:

- Και πώς δουλεύει αυτό;

Σύμφωνα με μια ιστορία που διηγούνταν και η ίδια, όταν ήταν περίπου επτά ετών αποφάσισε να ανακαλύψει πώς λειτουργούσε ένα ξυπνητήρι.

Το διέλυσε. Δεν κατάφερε να το ξαναφτιάξει. Η λογική συνέχεια για ένα φυσιολογικό επτάχρονο θα ήταν να σταματήσει. Η Grace Hopper όμως διέλυσε κι άλλα. Μέχρι να την πάρει χαμπάρι η μητέρα της, είχαν πέσει θύματα της επιστημονικής της μεθόδου 7 (επτά) οικογενειακά ξυπνητήρια.

Τελικά της επέτρεψαν να πειραματίζεται μόνο με ένα. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, δηλαδή, μερικές φορές αυτό που ακούγαμε όλοι μικροί και άρχιζε με το "Μην το πειράζεις..." και συνέχιζε με "...αυτό που κρατάς" δεν πιάνει.

Η Hopper σπούδασε μαθηματικά και φυσική στο Vassar College και συνέχισε στο Yale, όπου πήρε μεταπτυχιακό το 1930 και διδακτορικό στα μαθηματικά το 1934. Κι αυτό, να σημειωθεί, σε μια εποχή όπου αυτό δεν ήταν ακριβώς η συνηθισμένη επαγγελματική διαδρομή μιας γυναίκας. 

Έπειτα δίδαξε μαθηματικά στο Vassar και πιθανότατα θα μπορούσε να είχε συνεχίσει μια απολύτως αξιοπρεπή ακαδημαϊκή καριέρα. Μόνο που ήρθε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το 1943 η Hopper αποφάσισε να μπει στο αμερικανικό Ναυτικό.

Υπήρχαν όμως δύο μικρά προβλήματα.

Ήταν μεγαλύτερη από το συνηθισμένο όριο ηλικίας και ζύγιζε λιγότερο από το απαιτούμενο κατώτατο βάρος.

Με άλλα λόγια, το Ναυτικό κοίταξε αυτή τη μελλοντική Rear Admiral και αρχικά σκέφτηκε περίπου:

- Μμμ... Μπα, ούτε καν.

Χρειάστηκε ειδική εξαίρεση για να ενταχθεί στις WAVES, το γυναικείο σώμα της Naval Reserve.

Το 1944 βρέθηκε στο Harvard, στην ομάδα του Howard Aiken.

Και εκεί συνάντησε τον Harvard Mark I. Δεν ήταν υπολογιστής σαν αυτούς που ξέρουμε.

Ήταν ένας τεράστιος ηλεκτρομηχανικός μηχανισμός, μήκους περίπου ενός δωματίου, γεμάτος διακόπτες, relays και κινούμενα μέρη. Και η Hopper έγινε μία από τους πρώτους ανθρώπους που χρειάστηκε να μάθουν πώς ακριβώς δίνεις εντολές σε κάτι που ακόμη καλά καλά δεν είχε αποφασιστεί τι σημαίνει να προγραμματίζεις υπολογιστή.

Δηλαδή, το επάγγελμα ουσιαστικά κατασκευαζόταν ενώ το ασκούσαν.


Και τότε δημιουργήθηκε μια πολύ παράλογη αλλά πολύ απλή ερώτηση

Σήμερα γράφω σε Python:

print("Hello")

και κανείς δεν εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα. Και πολύ καλά κάνει. Ούτε κι εγώ. 

Εκείνη την εποχή όμως ο προγραμματισμός ήταν πολύ πιο κοντά στη γλώσσα της ίδιας της μηχανής. Αριθμητικοί κωδικοί, διευθύνσεις μνήμης, εντολές που απαιτούσαν από τον άνθρωπο να προσαρμοστεί στον υπολογιστή.

Και η Hopper άρχισε να σκέφτεται κάτι που τότε φαινόταν σε πολλούς σχεδόν ανόητο.

- Γιατί;

Γιατί πρέπει ο άνθρωπος να μάθει να μιλά σαν μηχανή;

Γιατί να μη γράφει κάτι πιο κοντά στη δική του γλώσσα και να υπάρχει ένα πρόγραμμα που θα κάνει τη μετάφραση;

Σήμερα η ιδέα φαίνεται αυτονόητη. Τότε δεν ήταν καθόλου.


Ο compiler

Το 1952 η Hopper ολοκλήρωσε το A-0, ένα από τα πρώτα συστήματα compiler στην ιστορία.

Εδώ χρειάζεται να καταρρίψουμε και τον μύθο ότι η Grace Hopper εφηύρε μόνη της τον πρώτο compiler και τελείωσε.

Η ιστορία των πρώτων compilers έχει τεχνικές και ορολογικές αποχρώσεις και η έννοια του compiler εξελίχθηκε μαζί με τα ίδια τα συστήματα.

Αλλά το A-0 αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πρωτοποριακά πρώτα compiler systems και είχε χαρακτηριστικά που αναγνωρίζουμε στους μεταγλωττιστές που ακολούθησαν. 

Η ουσία της ιδέας ήταν επαναστατική:

Ας κάνουμε τον υπολογιστή να αναλάβει ένα μέρος της δουλειάς του προγραμματιστή. Δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να ξαναγράφει από την αρχή κάθε στοιχειώδη διαδικασία. Μπορεί να χρησιμοποιεί ήδη γραμμένες υπορουτίνες και ένα πρόγραμμα να αναλαμβάνει να τις οργανώσει σε κάτι που μπορεί να εκτελέσει η μηχανή.

Γιατί το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της Hopper ήταν ότι δεν έβλεπε την ευκολία ως τεμπελιά. Την έβλεπε ως πρόοδο. Ο υπολογιστής υπάρχει για να αναλαμβάνει δουλειά από τον άνθρωπο. Όχι για να του δημιουργεί περισσότερη.


Και τώρα ας βάλουμε και λέξεις!

Η Hopper όμως δεν σταμάτησε εκεί.

Εργαζόμενη στην Eckert-Mauchly Computer Corporation και αργότερα στην UNIVAC, προχώρησε στην ανάπτυξη συστημάτων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν εκφράσεις πολύ πιο κοντά στην κανονική αγγλική γλώσσα.

Έτσι φτάσαμε στο FLOW-MATIC, την πρώτη γλώσσα επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποίησε σε σημαντικό βαθμό αγγλικές λέξεις.

Και εδώ αρκετοί δεν ενθουσιάστηκαν καθόλου. Η αντίληψη τότε, ήταν ότι οι υπολογιστές κάνουν αριθμητική. Οι λέξεις είναι δουλειά των ανθρώπων.

Η Hopper επέμενε. Οι άνθρωποι των επιχειρήσεων δεν θα έπρεπε να μάθουν μια σχεδόν εξωγήινη σημειογραφία για να χρησιμοποιήσουν έναν υπολογιστή. Ο υπολογιστής μπορούσε να προσαρμοστεί σε αυτούς.

Εδώ είναι το σημείο όπου αρχίζει να διαφαίνεται γιατί η συνεισφορά της είναι πολύ μεγαλύτερη από έναν compiler.

Η Hopper προωθούσε μια διαφορετική φιλοσοφία για την τεχνολογία.

Μην αναγκάζεις εκατομμύρια ανθρώπους να προσαρμοστούν στη μηχανή αν μπορείς να προσαρμόσεις τη μηχανή στους ανθρώπους.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στην COBOL.

Το 1959 δημιουργήθηκε μια επιτροπή με στόχο μια κοινή γλώσσα προγραμματισμού για επιχειρηματικές εφαρμογές. Από εκεί προέκυψε η COBOL - Common Business-Oriented Language.

Εδώ έχουμε άλλον έναν μύθο που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε.

Όχι, η Grace Hopper δεν έγραψε μόνη της την COBOL. Η COBOL ήταν συλλογική δουλειά πολλών ανθρώπων στο πλαίσιο της CODASYL. Η Hopper όμως είχε σημαντική επιρροή στην κατεύθυνσή της. Το FLOW-MATIC αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους προδρόμους της και η ίδια εργάστηκε έντονα για την ανάπτυξη, τυποποίηση και διάδοσή της. 

Και η COBOL δεν υπήρξε κάποια ιστορική υποσημείωση που εξαφανίστηκε με τις διάτρητες κάρτες. Έγινε μία από τις σημαντικότερες γλώσσες επιχειρηματικού λογισμικού στην ιστορία και παρέμεινε για δεκαετίες βαθιά χωμένη σε τράπεζες, κυβερνητικά συστήματα, ασφαλιστικές εταιρείες και μεγάλα πληροφοριακά συστήματα.

Με άλλα λόγια, υπάρχει μια αξιοπρεπής πιθανότητα κάπου στον πλανήτη να τρέχει ακόμη κώδικας που κουβαλάει "DNA" από τις ιδέες της Grace Hopper.


Η γυναίκα που μοίραζε... νανοδευτερόλεπτα

Κι εδώ ερχόμαστε σε ένα από τα αγαπημένα μου fun facts. 

Η Hopper είχε ένα πρόβλημα ως καθηγήτρια και ομιλήτρια.

Πώς εξηγείς σε κάποιον πόσο μικρό είναι ένα nanosecond;

Ένα νανοδευτερόλεπτο είναι 0,000000001 δευτερόλεπτο.

Ωραία. Το διάβασες. Το ένιωσες; Το αντιλήφθηκες;

Οπότε η Hopper έπαιρνε κομμάτια σύρματος μήκους περίπου 30 εκατοστών. Αυτή είναι περίπου η απόσταση που μπορεί να διανύσει ένα ηλεκτρικό σήμα σε ένα νανοδευτερόλεπτο, και τα μοίραζε στους ακροατές της.

- Να. Ένα nanosecond!

Το Smithsonian έχει μάλιστα στη συλλογή του μια δεσμίδα περίπου εκατό τέτοιων καλωδίων που είχε φέρει η Hopper σε διάλεξή της το 1985.

Και όταν άρχισε να χρειάζεται να εξηγεί picoseconds, δηλαδή τρισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου;

Τα καλώδια παραήταν μικρά. Οπότε χρησιμοποιούσε κόκκους πιπεριού.

Εκπαιδευτική τεχνολογία Grace Hopper "σύρμα και πιπέρι". Και λειτουργεί ακόμη!

Και ναι, είχε και ένα ρολόι που πήγαινε ανάποδα.

Στην Hopper αποδίδεται μια φράση που περιγράφει αρκετά καλά τη σχέση της με την παράδοση:

- Οι άνθρωποι είναι αλλεργικοί στην αλλαγή. Λατρεύουν να λένε "Πάντα έτσι το κάναμε".

Και λέγεται ότι είχε στον τοίχο της ένα ρολόι που γύριζε αριστερόστροφα για να θυμίζει σε όποιον το κοιτάζει ότι κάτι δεν γίνεται σωστό απλώς επειδή συνηθίσαμε να γίνεται έτσι. 

Αυτό, αν το σκεφτεί κανείς, περιγράφει σχεδόν ολόκληρη την καριέρα της.

"Οι υπολογιστές δουλεύουν έτσι."

- Γιατί;

"Έτσι τους προγραμματίζουμε."

- Γιατί;

"Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν τη γλώσσα της μηχανής."

- Γιατί;

Από τις καλύτερες ερωτήσεις όσων ασχολούνται με την επιστήμη!


Την ανάγκασαν να αποστρατευτεί και μετά τη φώναξαν πίσω.

Το 1966 η Hopper αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το Ναυτικό λόγω ηλικιακών περιορισμών. Αργότερα χαρακτήρισε εκείνη την ημέρα μία από τις πιο θλιβερές της ζωής της.

Μερικούς μήνες αργότερα το Ναυτικό συνειδητοποίησε ότι... βασικά τη χρειαζόταν.

Την επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία για να βοηθήσει στην τυποποίηση των γλωσσών και των συστημάτων υπολογιστών του.

Η "προσωρινή" επιστροφή κράτησε περίπου δεκαεννέα χρόνια. 

Το 1986 αποστρατεύτηκε οριστικά. Στην τελετή της έδωσαν 43 κόκκινα τριαντάφυλλα, ένα για κάθε χρόνο υπηρεσίας. Ήταν 79 ετών, είχε τον βαθμό Rear Admiral και τότε ήταν ο γηραιότερος εν ενεργεία αξιωματικός στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

Ζήτησε η τελετή αποστρατείας της να γίνει πάνω στο USS Constitution, το παλαιότερο εν ενεργεία πολεμικό πλοίο του αμερικανικού Ναυτικού. 

Η γηραιότερη εν ενεργεία αξιωματικός στο γηραιότερο εν ενεργεία πλοίο! 

Touché!

Και επειδή προφανώς στα 79 δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να καθίσει σπίτι της, αμέσως μετά πήγε να εργαστεί στη Digital Equipment Corporation.

Γιατί σύνταξη μπορείς να πάρεις μεν, η έμφυτη περιέργεια δεν είναι απαραίτητο να συνεργαστεί με αυτή σου την απόφαση δε. 


Από το "είσαι πολύ μεγάλη" στο USS Hopper

Η Hopper πέθανε την 1η Ιανουαρίου 1992. Τάφηκε με πλήρεις στρατιωτικές τιμές στο Arlington National Cemetery. Είχε ήδη αποκτήσει περισσότερα από σαράντα τιμητικά πτυχία και το 1991 είχε γίνει η πρώτη γυναίκα που έλαβε ως μεμονωμένη αποδέκτρια το National Medal of Technology. 

Το 1996 το αμερικανικό Ναυτικό βάφτισε προς τιμήν της ένα αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων: USS Hopper.

Το 2016 της απονεμήθηκε μεταθανάτια το Presidential Medal of Freedom, η υψηλότερη πολιτική τιμή των ΗΠΑ. 

Και σήμερα το όνομά της βρίσκεται σε πανεπιστημιακούς χώρους, υποτροφίες, συνέδρια και βραβεία πληροφορικής.

Αλλά ίσως το σημαντικότερο μνημείο της δεν έχει πάνω του το όνομά της.

Είναι κάθε φορά που ένας άνθρωπος γράφει μια εντολή σε μια γλώσσα που μπορεί να καταλάβει και αφήνει τον υπολογιστή να κάνει τη μετάφραση...


Τελικά, τι έκανε η Grace Hopper;

  • Δεν ανακάλυψε το πρώτο bug.
  • Δεν εφηύρε μόνη της την COBOL.
  • Αν ψάξουμε την ιστορία της πληροφορικής για έναν μοναδικό άνθρωπο που εφηύρε τον compiler, μάλλον θα καταλήξουμε να τσακωνόμαστε για τους ορισμούς.

Η πραγματική ιστορία της όμως είναι καλύτερη από τον μύθο.

Η Grace Hopper βρέθηκε σε μια εποχή όπου ο υπολογιστής ήταν ένα τεράστιο, δύσχρηστο μηχάνημα που μόνο μια χούφτα ειδικών μπορούσε να χειριστεί.

Και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της υποστηρίζοντας μια ιδέα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητη:

Η τεχνολογία πρέπει να γίνεται ευκολότερη για τον άνθρωπο, 
όχι ο άνθρωπος δυσκολότερος για χάρη της τεχνολογίας.

Ο σκόρος απλώς ήταν εκεί την κατάλληλη στιγμή. 

Η Hopper ήταν αυτή που κατάλαβε προς τα πού έπρεπε να πάει το πράγμα.

Και υπάρχει κάτι υπέροχο στο γεγονός ότι μια γυναίκα που στα επτά της διέλυε ξυπνητήρια για να μάθει πώς λειτουργούν, πέρασε τελικά τη ζωή της διαλύοντας μια πολύ μεγαλύτερη ιδέα:

Έτσι γίνεται επειδή πάντα έτσι γινόταν.

Ευτυχώς, μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να αφήσουν ούτε το ξυπνητήρι ούτε τον κόσμο στην ησυχία του.



Πηγές:

09 Σεπτεμβρίου 2026

Κάθε μέρα κάνουμε μέσα στο κεφάλι μας συζητήσεις που δεν ακούγονται πουθενά. 

Τι; Εσείς όχι; Αποκλείεται!

Θυμόμαστε. 

Προβάρουμε απαντήσεις. 

Ξαναπαίζουμε σκηνές που έγιναν πριν από χρόνια, λες και ο εγκέφαλος είναι σκηνοθέτης που δεν έμεινε ευχαριστημένος από την πρώτη λήψη.

Φανταζόμαστε το μέλλον. 

Ξαναγράφουμε το παρελθόν.

Μαλώνουμε τον εαυτό μας. 

Τον παρηγορούμε. 

Του δίνουμε οδηγίες. 

Του λέμε "μην το κάνεις αυτό" και μετά, συνήθως, το κάνει. Έλα, αμέσως να κρίνετε. Όλοι τόσοι πειθαρχημένοι είστε; Δεν μπορεί!

Αυτή η εσωτερική φωνή μοιάζει τόσο οικεία, που αυθόρμητα τη θεωρούμε "εμάς".

Κι όμως, υπάρχει ένα τόσο δα μικρό πρόβλημα. Μικρό σαν μαύρη τρύπα.

Αν η φωνή μέσα στο κεφάλι μου είμαι εγώ, τότε ποιος την ακούει;

Δεν είναι απλώς μια ποιητική ερώτηση. Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που στην αρχή μοιάζουν χαριτωμένες, τύπου φιλοσοφικό μεζεδάκι για να το πετάξεις σε μια παρέα. Και μετά, αν την πάρεις σοβαρά για πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα, αρχίζει να τρίζει το πάτωμα της πραγματικότητας.

Η εσωτερική ομιλία δεν είναι μυστικισμός. Είναι πραγματικό γνωστικό φαινόμενο, σου λέει. 

Η ψυχολογία και η νευροεπιστήμη τη μελετούν ως μορφή εσωτερικά προσομοιωμένης γλώσσας, που σχετίζεται με τη μνήμη εργασίας, την αυτορρύθμιση, τον σχεδιασμό, τη μεταγνώση και την αίσθηση του εαυτού. Δεν είναι λοιπόν απλώς "μιλάω μόνη μου, άρα πάει, χάλασε το μηχάνημα". Το μηχάνημα έτσι παράχθηκε από το εργοστάσιο. Απλώς δεν συνοδεύεται από εγχειρίδιο χρήσης, γιατί ο Θεός/η εξέλιξη/το χάος είναι γνωστοί τσαπατσούληδες.

Όμως η εσωτερική φωνή δεν είναι ολόκληρη η συνείδηση κι αυτό μπορεί να το δει κανείς πολύ απλά. Αν σταματήσεις για λίγα δευτερόλεπτα να σχηματίζεις λέξεις μέσα σου, δεν εξαφανίζεσαι. Δεν μένει κενό, σαν να έπεσε το ρεύμα στο εργοστάσιο. Μένει επίγνωση. Μένει αίσθηση σώματος. Μένει χώρος. Μένει παρουσία.

Άρα η φωνή είναι κάτι που εμφανίζεται μέσα στη συνείδηση. Δεν είναι η ίδια η συνείδηση.

Πάμε... Βαθιά ανάσα και βουτιά.

Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τον εαυτό σαν ένα κέντρο ελέγχου. Κάπου, θεωρούμε δεδομένο, ότι υπάρχει ένα "εγώ" που αποφασίζει, σκέφτεται, επιλέγει, κρίνει, ακούει, βλέπει, θυμάται. Ένας μικρός κυβερνήτης μέσα στο κρανίο. Ένα ανθρωπάκι σε γραφείο, με καφέ, νεύρα και πρόσβαση στα αρχεία.

Μόνο που αυτό το ανθρωπάκι δεν έχει βρεθεί ποτέ.

Αν κοιτάξεις μέσα σου, δεν βρίσκεις έναν παρατηρητή. Βρίσκεις σκέψεις. Εικόνες. Αναμνήσεις. Επιθυμίες. Φόβους. Σωματικές αισθήσεις. Μικρές ενοχλητικές προτάσεις τύπου "μήπως να ξαναφάς κάτι;" ενώ έχεις ήδη φάει, ας πούμε. Αλλά δεν βρίσκεις ποτέ τον ιδιοκτήτη τους ως ξεχωριστό πράγμα.

Ο Ντέιβιντ Χιουμ το είχε διατυπώσει κάπως σαν όταν κοιτούσε προς τα μέσα, δεν συναντούσε έναν σταθερό εαυτό, αλλά μια διαρκή ροή αντιλήψεων, αισθήσεων και συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, όχι έναν βασιλιά στον θρόνο. Μάλλον μια βουλή σε μόνιμη προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση.

Άρα...

Ίσως το "εγώ" να μην είναι πράγμα.

Ίσως είναι διαδικασία.

Όπως μια δίνη στο νερό. Τη βλέπεις και λες "να, μια δίνη". Φαίνεται σαν αντικείμενο. Μπορείς να τη δείξεις. Μπορεί να έχει διάρκεια. Μπορεί να έχει σχήμα. Αλλά αν προσπαθήσεις να την πιάσεις και να τη βγάλεις από το ποτάμι, δεν υπάρχει τίποτα να πιάσεις. Υπάρχει μόνο νερό που κινείται με συγκεκριμένο τρόπο.

Ίσως κι ο εαυτός να είναι έτσι.

Όχι ένα μικρό συμπαγές "κάτι" που κάθεται μέσα μας. Αλλά ένα μοτίβο. 

Μια δυναμική οργάνωση μνήμης, σώματος, γλώσσας, προσδοκιών, φόβου, επιθυμίας, ιστορίας και προσοχής. Ένα συνεχώς ενημερωμένο μοντέλο που φτιάχνει ο εγκέφαλος για να μπορεί να κινείται στον κόσμο χωρίς να παθαίνει κάθε τρία λεπτά υπαρξιακό 502 Bad Gateway.

Η θεωρία του "μοντέλου του εαυτού", όπως την ανέπτυξε ο Thomas Metzinger, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. 

Αυτό που βιώνουμε ως εαυτό μπορεί να είναι ένα φαινομενικό μοντέλο που παράγει ο εγκέφαλος. Όχι ψεύτικο με την έννοια του ανύπαρκτου. Ψεύτικο όπως ψεύτικος είναι κι ένας χάρτης. Δεν είναι η ίδια περιοχή, αλλά χωρίς αυτόν βρέθηκες αλλού.

Η νευροεπιστήμη από το την άλλη, δεν λέει "δεν υπάρχεις". Αυτό θα ήταν αγενές αρχικά από μέρους της και λίγο άχρηστο τελικά. Λέει όμως ότι αυτό που ονομάζουμε "εγώ" φαίνεται να εξαρτάται από πολλά δίκτυα και διεργασίες, όχι από ένα μοναδικό κέντρο. Το default mode network, για παράδειγμα, έχει συνδεθεί με αυτοαναφορική σκέψη, ανάκληση προσωπικών αναμνήσεων και νοητική περιπλάνηση. Δηλαδή με εκείνες τις στιγμές που ο εγκέφαλος μοιάζει να μην "κάνει τίποτα" και φυσικά κάνει δεκαεπτά πράγματα ταυτόχρονα, γιατί η τεμπελιά του εγκεφάλου είναι απλώς δουλειά χωρίς δελτίο τύπου.

Από την άλλη, θεωρίες όπως το Global Neuronal Workspace προτείνουν ότι κάτι γίνεται συνειδητό όταν μια πληροφορία αποκτά ευρεία πρόσβαση σε πολλά εξειδικευμένα συστήματα του εγκεφάλου. 

Δηλαδή δεν υπάρχει απαραίτητα ένας θεατής στην πλατεία τους θεάτρου. Υπάρχει μάλλον μια σκηνή. Όταν κάτι ανεβαίνει στη σκηνή και φωτίζεται αρκετά, πολλά συστήματα μπορούν να το δουν, να το χρησιμοποιήσουν, να το συνδέσουν με μνήμη, γλώσσα, απόφαση, πράξη.

Αυτό όμως εξηγεί κυρίως το πώς πληροφορίες γίνονται διαθέσιμες στον εγκέφαλο. Δεν εξηγεί πλήρως γιατί υπάρχει εμπειρία.

Και μεταφερόμαστε στο hard problem of consciousness του David Chalmers. Το δύσκολο δεν είναι μόνο να εξηγήσουμε πώς ο εγκέφαλος διακρίνει χρώματα, αναγνωρίζει πρόσωπα, κρατά μνήμες ή παράγει λέξεις. 

Το πραγματικά δύσκολο είναι να εξηγήσουμε γιατί όλη αυτή η επεξεργασία συνοδεύεται από βίωμα. Γιατί υπάρχει κάτι που είναι "να είσαι εσύ". Γιατί το κόκκινο δεν είναι απλώς μήκος κύματος και νευρωνική ενεργοποίηση, αλλά έχει και αίσθηση κόκκινου. Γιατί ο πόνος δεν είναι απλώς σήμα κινδύνου, αλλά πονάει.

Κι εδώ εγώ προσωπικά παραιτούμαι γιατί αλλιώς θα φτάσω να μιλάω για ενέργειες, δονήσεις και "το σύμπαν μου στέλνει σήματα", και για να έρθω στα ίσια μου θα χρειαστώ ολόσωμη και εσωτερική απολύμανση.

Πάμε λοιπόν να αργιεψουμε λίγο, επιστημονικά πάντα. 

Η ερώτηση "ποιος ακούει τη φωνή μέσα στο κεφάλι μου;" δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει ψυχή, ανώτερος εαυτός, κοσμικός παρατηρητής ή κάποιος αιθέριος τύπος με λευκά λινά που κατοικεί πίσω από τον προμετωπιαίο φλοιό. Αυτά είναι ερμηνείες. Μπορεί να έχουν φιλοσοφικό ή πνευματικό ενδιαφέρον και μάλιστα μεγάλο, αλλά δεν είναι επιστημονικά συμπεράσματα.

Αυτό που μπορούμε να πούμε πιο καθαρά είναι το εξής:

  • Η εμπειρία του εαυτού δεν είναι τόσο απλή όσο νομίζουμε.
  • Η φωνή μέσα μας είναι μέρος του συστήματος, όχι απαραίτητα ο κυβερνήτης του συστήματος.
  • Ο παρατηρητής που νομίζουμε ότι υπάρχει δεν είναι απαραίτητα ένα ξεχωριστό "πράγμα", αλλά η ίδια η λειτουργία της επίγνωσης.
  • Και ο εαυτός μπορεί να είναι λιγότερο ένα σταθερό αντικείμενο και περισσότερο μια ιστορία που ο εγκέφαλος ανανεώνει συνεχώς για να μπορεί να συνεχίσει να ζει, να θυμάται, να σχεδιάζει και να μη βγαίνει με το βρακί στο δρόμο.

Αν το δεις έτσι, αλλάζει και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τις σκέψεις μας. Αυτό μάλιστα!

Γιατί αν η σκέψη "δεν αξίζω" εμφανιστεί μέσα μας, δεν χρειάζεται να είναι αλήθεια. Είναι ένα γεγονός του νου, όχι χρησμός των Δελφών.

Αν η σκέψη "θα γίνει κάτι κακό" εμφανιστεί, ακόμα κι αν γίνει τελικά, δεν σημαίνει ότι βλέπεις το μέλλον. Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος τρέχει ένα σενάριο κινδύνου. Μερικές φορές χρήσιμο. Μερικές φορές για τα μπάζα.

Αν η εσωτερική φωνή σε κατηγορεί, δεν σημαίνει ότι μιλάει ο αληθινός σου εαυτός. Μπορεί να μιλάει μια παλιά μάθηση. Μια άμυνα. Μια ανάμνηση. Ένα κομμάτι σου που κάποτε προσπάθησε να σε προστατεύσει και τώρα έχει μείνει σαν παλιό πρόγραμμα σε υπολογιστή που ανοίγει μόνο του μαζί με τα Windows.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορρίπτουμε τις σκέψεις μας.

Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να τις λατρεύουμε κιόλας.

Μπορούμε να τις ακούμε χωρίς να τις πιστεύουμε όλες. Να τις παρατηρούμε χωρίς να τις κάνουμε νόμο. Να αναγνωρίζουμε ότι κάτι μέσα μας μιλάει, χωρίς να βιαζόμαστε να αποφασίσουμε ότι αυτό το κάτι είναι ολόκληρη η αλήθεια μας.

Μάλλον τελικά η ερώτηση "ποιος ακούει;" να μην έχει μία απάντηση.

Μπορεί να είναι παγίδα της ίδιας της γλώσσας.

Γιατί όταν υπάρχει ακοή, εμείς ψάχνουμε αυθόρμητα έναν ακροατή. 

Όταν υπάρχει σκέψη, ψάχνουμε έναν σκεπτόμενο. 

Όταν υπάρχει εμπειρία, ψάχνουμε έναν ιδιοκτήτη της εμπειρίας.

Αλλά ας μην αφήνουμε απ'έξω η πραγματικότητα να είναι πιο παράξενη.

  • Μπορεί να υπάρχει σκέψη χωρίς έναν μικρό συγγραφέα πίσω από κάθε σκέψη.
  • Μπορεί να υπάρχει επίγνωση χωρίς έναν μικρό θεατή πίσω από την επίγνωση.
  • Μπορεί αυτό που λέμε "εγώ" να είναι η ίδια η οργανωμένη ροή της εμπειρίας, όχι κάποιος που κάθεται απ’ έξω και την παρακολουθεί.

Και αυτό ίσως τελικά να δρα απελευθερωτικά.

Γιατί αν δεν είμαι κάθε σκέψη που περνάει από το κεφάλι μου, τότε δεν είμαι καταδικασμένη από την πρώτη ανοησία που θα μου σερβίρει το νευρικό μου σύστημα στις τρεις το πρωί.

Αν δεν είμαι η εσωτερική φωνή, τότε μπορώ να πω:

- Σε άκουσα. Κάτσε τώρα λίγο στην άκρη, γιατί δεν κάνεις κουμάντο μόνη σου το μαγαζί.

Και αφού ο εαυτός είναι μια διαδικασία, τότε μπορεί να αλλάζει.

Όχι επειδή το αποφάσισα και αύριο θα ξυπνήσω φωτισμένος Βούδας με καλύτερη ενυδάτωση.

Αλλά επειδή τα μοτίβα αλλάζουν. Οι συνδέσεις αλλάζουν. Οι ερμηνείες αλλάζουν. Η προσοχή εκπαιδεύεται. Η γλώσσα που χρησιμοποιώ για να μιλήσω στον εαυτό μου μπορεί να γίνει λιγότερο δικαστής και περισσότερο μάρτυρας τους συμβάντος.

Κι εδώ βρίσκεται το πιο πρακτικό δώρο αυτής της περίεργης ερώτησης.

Όχι στο να βρούμε οριστικά ποιος ακούει. Αλλά στο να καταλάβουμε ότι δεν χρειάζεται να υπακούμε τυφλά σε ό,τι ακούγεται.

Η φωνή μέσα μας είναι σημαντική, ναι. Ως πληροφορία. Γιατί ειναι ένας τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος προσπαθεί να φτιάξει νόημα.

Και κάπου ανάμεσα στη φωνή, στη σιωπή, στο σώμα, στη μνήμη και στην επίγνωση, υπάρχει αυτό το παράξενο φαινόμενο που λέμε "εγώ".

Όχι σαν αντικείμενο.

Σαν δίνη.

Σαν φλόγα.

Σαν τραγούδι που υπάρχει μόνο όσο παίζεται.

Μάλλον γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να το πιάσουμε.

Γιατί δεν είμαστε κάτι που κοιτάζει τη ζωή από απόσταση.

Είμαστε η ζωή την ώρα που κοιτάζει τον εαυτό της.


Πηγές:

  • Alderson-Day & Fernyhough — Inner Speech: Development, Cognitive Functions, Phenomenology, and Neurobiology

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4538954/

  • Morin — Self-Awareness and the Importance of Inner Speech

Για τη σχέση εσωτερικής ομιλίας και αυτοεπίγνωσης. 

https://doi.org/10.1111/j.1751-9004.2011.00410.x

  • Hurlburt, Heavey & Kelsey — Toward a Phenomenology of Inner Speaking

Ωραίο για το πώς βιώνουν οι άνθρωποι την εσωτερική ομιλία, όχι απλώς τι νομίζουμε ότι συμβαίνει. 

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/24184987/

  • Pristine Inner Experience and Descriptive Experience Sampling

Για την ιδέα ότι η εσωτερική εμπειρία δεν είναι μόνο λέξεις· έχει εικόνες, αισθήσεις, άμορφες σκέψεις, συναισθήματα. 

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC5733077/

  • 20 Years of the Default Mode Network

Για το δίκτυο που σχετίζεται με αυτοαναφορική σκέψη, μνήμη, φαντασία μέλλοντος και mind-wandering. 

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC10524518/

  • The Default Network and Self-Generated Thought

Πολύ σχετικό με το "ο εγκέφαλος μιλάει μόνος του όταν δεν του δίνεις κάτι εξωτερικό να κάνει". 

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/4039623/

  • Conscious Processing and the Global Neuronal Workspace Hypothesis

Για τη θεωρία ότι κάτι γίνεται συνειδητό όταν "broadcastάρεται" σε ευρύτερα δίκτυα του εγκεφάλου. 

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC8770991/

  • David Chalmers — Facing Up to the Problem of Consciousness

Το κλασικό κείμενο για το hard problem of consciousness. Αυτό είναι το "γιατί υπάρχει εμπειρία και όχι απλώς επεξεργασία πληροφορίας;". 

https://consc.net/papers/facing.html

  • Stanford Encyclopedia of Philosophy — Consciousness

Σοβαρή εγκυκλοπαιδική βάση για τη φιλοσοφία της συνείδησης.

https://plato.stanford.edu/entries/consciousness/

  • David Hume — Of Personal Identity

Το κλασικό σημείο για την ιδέα ότι όταν ψάχνουμε τον εαυτό, βρίσκουμε μόνο ροή αντιλήψεων, όχι έναν σταθερό εσωτερικό ιδιοκτήτη. 

https://davidhume.org/texts/t/1/4/6

  • Thomas Metzinger — Being No One: The Self-Model Theory of Subjectivity

Για την ιδέα ότι ο εαυτός είναι μοντέλο που παράγει ο εγκέφαλος, όχι μικρός καπετάνιος μέσα στο κεφάλι. 

https://direct.mit.edu/books/monograph/1991/Being-No-OneThe-Self-Model-Theory-of-Subjectivity



08 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο αυτό είναι η συνέχεια του "Μέρος Ι - Ποιος αντιγράφει ποιον;" όπου ξεκινήσαμε από τον Dawkins, τα memes, την πολιτισμική εξέλιξη και την ιδέα του "τρίτου αντιγραφέα".

Και τώρα πάμε στο επόμενο μπλέξιμο:

Ποιος χρησιμοποιεί τελικά ποιον;

Η λέξη "εγωιστικό" στον Dawkins δημιούργησε από μόνη της παρεξηγήσεις δεκαετιών.

Τα γονίδια δεν είναι εγωιστές. Δεν ξυπνάνε το πρωί και λένε:

- Σήμερα λέω να πολλαπλασιαστώ και να καταστρέψω τον ανταγωνισμό.

Το "εγωιστικό" δεν περιγράφει πρόθεση. Είναι ένας τρόπος να κοιτάζουμε τη φυσική επιλογή από την οπτική του γονιδίου. Οι γενετικές παραλλαγές που, μέσω των αποτελεσμάτων τους, καταφέρνουν να αφήνουν περισσότερα αντίγραφα στις επόμενες γενιές τείνουν να γίνονται συχνότερες. Αυτό είναι, πολύ χοντρικά, το περίφημο gene’s-eye view της εξέλιξης που έκανε γνωστό ο Dawkins με το The Selfish Gene.

Το ίδιο παιχνίδι σκέψης μπορεί να εφαρμοστεί, μέσα στο πλαίσιο της μιμητικής, όταν μιλάμε για "εγωιστικά memes".

Μια ιδέα δεν διαθέτει βούληση. Αλλά μπορούμε να εξετάσουμε ποια χαρακτηριστικά της (μαζί φυσικά με το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κυκλοφορεί) την κάνουν να μεταδίδεται καλύτερα, ακόμη κι αν η διάδοσή της δεν ωφελεί απαραίτητα τον άνθρωπο που την κουβαλά.

Ο ίδιος ο Dawkins πήγε αργότερα τη μεταφορά ένα βήμα παραπέρα.

Σε ένα δοκίμιο που έγραψε το 1991 με τον εύγλωττο τίτλο Viruses of the Mind ("Ιοί του μυαλού") παρομοίασε ορισμένα memes με ιούς. Πληροφορίες που χρησιμοποιούν έναν ξενιστή για να αντιγραφούν και να περάσουν στον επόμενο.

Και κάπου εδώ η μεταφορά αρχίζει να αποκτά νόημα.

Όχι κυριολεκτικό.

Κανένα σύνθημα δεν πρόκειται να εμφανιστεί στην καλλιέργεια αίματος φυσικά. Αλλά υπάρχουν ιδέες των οποίων η δομή και το περιβάλλον διάδοσης διευκολύνουν την αναπαραγωγή τους, αλλά:

  • Πες το σε δέκα ανθρώπους
  • Όποιος αμφιβάλλει είναι εχθρός
  • Μην ακούς τους ειδικούς, γιατί είναι μέρος της συνωμοσίας
  • Η ομάδα μας έχει πάντα δίκιο

Και τώρα το πιο ωραίο:

Μια τέτοια ιδέα μπορεί να περιέχει ακόμη και μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην αμφισβήτησή της. Αν για παράδειγμα κάθε αντίρρηση χρησιμοποιείται ως επιβεβαίωση της ίδιας της θεωρίας, τότε έχουμε κατασκευάσει ένα εξαιρετικά ανθεκτικό, αυτοσφραγιζόμενο σύστημα πεποιθήσεων.

- Το κρύβουν καλά. Δεν υπάρχουν αποδείξεις!

- Αυτό ακριβώς θέλουν να νομίζεις!

Ωραία...

Καλή τύχη να βγεις από αυτό χωρίς κασμά.


Γονίδια εναντίον memes;

Παλιότερα είχα την τάση να τα βάζω στο ρινγκ.

Στη μία γωνία τα γονίδια.

Στην άλλη τα memes.

Fight!

Σήμερα δεν νομίζω ότι αυτό είναι ο καλύτερος τρόπος να το βλέπω.

Βιολογία και πολιτισμός δεν είναι δύο ανεξάρτητοι κόσμοι που τσακώνονται για το ποιος θα κυβερνήσει τον άνθρωπο.

Αλληλεπιδρούν.


Και έχουμε πολύ ωραία πραγματικά παραδείγματα.

Η γαλακτοπαραγωγική κτηνοτροφία και η κατανάλωση γάλακτος δημιούργησαν, σε ορισμένους ανθρώπινους πληθυσμούς, ένα περιβάλλον στο οποίο ευνοήθηκαν γενετικές παραλλαγές που επιτρέπουν τη διατήρηση της παραγωγής λακτάσης και μετά την παιδική ηλικία.

Η lactase persistence θεωρείται κλασικό παράδειγμα συνεξέλιξης γονιδίων και πολιτισμού, αν και, όπως συμβαίνει συνήθως όταν νομίζουμε ότι βρήκαμε το τέλειο σχολικό παράδειγμα, η πραγματική εξελικτική ιστορία της είναι πιο περίπλοκη από ένα απλό "ήπιαμε γάλα και παρατείναμε την λακτάση".


Οι ανθρώπινες πρακτικές μπορούν λοιπόν να αλλάζουν το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρα η φυσική επιλογή.

Αν, για παράδειγμα, ένας πληθυσμός αρχίσει να εκτρέφει ζώα και να χρησιμοποιεί συστηματικά το γάλα ως τροφή, έχει δημιουργήσει ένα καινούργιο διατροφικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γενετικές παραλλαγές που προηγουμένως μπορεί να μην είχαν ιδιαίτερη σημασία μπορούν ξαφνικά να γίνουν πιο ευνοϊκές.

Αλλά η σχέση δεν είναι μονόδρομος.

Τα βιολογικά μας χαρακτηριστικά επηρεάζουν και το είδος των πολιτισμικών πρακτικών που μπορούμε να αναπτύξουμε. Οι αισθητηριακές μας δυνατότητες, η ανατομία μας, η μνήμη, η κοινωνικότητα, η ικανότητα μάθησης και επικοινωνίας βάζουν κάποια όρια αλλά ταυτόχρονα ανοίγουν και δυνατότητες για το τι είδους πολιτισμούς μπορούν να δημιουργήσουν οι άνθρωποι.

Και μετά ο πολιτισμός παρεμβαίνει ξανά.

Μια νέα τεχνολογία, μια νέα διατροφή, ένας νέος τρόπος κατοίκησης ή μια νέα κοινωνική πρακτική μπορεί να αλλάξει ξανά το περιβάλλον και, μαζί του, ποιες γενετικές παραλλαγές είναι περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκές.

Δηλαδή, πολύ σχηματικά:
  • βιολογία → επηρεάζει τι πολιτισμό μπορούμε να δημιουργήσουμε
  • πολιτισμός → αλλάζει το περιβάλλον στο οποίο ζούμε
  • νέο περιβάλλον → αλλάζει τις πιέσεις φυσικής επιλογής
  • και αυτές οι αλλαγές μπορούν, σε βάθος γενεών, να επηρεάσουν ξανά τη βιολογία.

Και ξανά από την αρχή.

Αυτό είναι το βασικό νόημα της συνεξέλιξης γονιδίων και πολιτισμού: όχι δύο ξεχωριστά συστήματα, αλλά ένας συνεχής βρόχος αλληλεπίδρασης.

Αυτό λέγεται συνεξέλιξη γονιδίων και πολιτισμού.

Η γλώσσα είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να χαράξεις σύνορα.

Έχουμε βιολογικές προϋποθέσεις για την ανθρώπινη γλώσσα. Αλλά καμία συγκεκριμένη ανθρώπινη γλώσσα δεν βρίσκεται γραμμένη στα γονίδιά μας.

Τα ελληνικά μου για παράδειγμα είναι πολιτισμική κληρονομιά. Η δυνατότητά μου να αποκτήσω ανθρώπινη γλώσσα έχει βαθιές βιολογικές βάσεις.

Και τα δύο επίπεδα μπορούν να επηρεάζουν το ένα το άλλο εξελικτικά. Η σύγχρονη έρευνα για την εξέλιξη της γλώσσας εξετάζει ακριβώς αυτή την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις γνωστικές μας δυνατότητες και στην πολιτισμική εξέλιξη των ίδιων των γλωσσών.


Οπότε δεν χρειάζεται να αποφασίσω πια εάν "νικάνε" τα genes ή τα memes. Είμαστε ένα υπέροχο μπέρδεμα βιολογικής και πολιτισμικής κληρονομιάς.

Και πολλών ακόμη πραγμάτων.


Πότε όμως μια ιδέα γίνεται επικίνδυνη;


Αυτό εξακολουθεί να είναι για μένα το πιο ενδιαφέρον σημείο όλης της ιστορίας.

- Πώς φτάνει μια ιδέα να γίνει τόσο ισχυρή ώστε ένας άνθρωπος να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του για αυτήν;

Πατρίδα.

Έθνος.

Τιμή.

Θρησκευτική πίστη.

Φυλετική ανωτερότητα.

Ιερό καθήκον.

Δόξα.

Καμία από αυτές τις έννοιες δεν είναι φυσικό αντικείμενο στον κόσμο με τον τρόπο που είναι ένα δέντρο ή ένα νεφρό.

Υπάρχουν επειδή άνθρωποι τις αναγνωρίζουν, τους αποδίδουν νόημα και οργανώνουν γύρω τους ταυτότητες, θεσμούς, κανόνες και συμπεριφορές.

Κι όμως άνθρωποι έχουν σκοτώσει και πεθάνει γι’ αυτές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ιδέες είναι ίδιες. Ούτε ότι όλες είναι ψέματα.

Σημαίνει ότι τα συμβολικά μας συστήματα μπορούν να αποκτήσουν τεράστια κινητοποιητική δύναμη.

Και εδώ έχουμε μάλιστα πολύ πιο συγκεκριμένη ψυχολογική έρευνα από τη γενική μεταφορά των memes.

Υπάρχει, για παράδειγμα, η έννοια της identity fusion: μια κατάσταση στην οποία η προσωπική ταυτότητα και η ταυτότητα της ομάδας συνδέονται τόσο στενά ώστε το άτομο μπορεί να βιώνει την υπεράσπιση της ομάδας σχεδόν σαν υπεράσπιση του ίδιου του εαυτού του. Μελέτες έχουν συνδέσει την ισχυρή identity fusion με μεγαλύτερη δηλωμένη προθυμία για ακραίες πράξεις υπέρ της ομάδας. Γκουχ-γκουχ. Βήχω και ξεροβήχω.

Παράλληλα, η έρευνα για τις sacred values, τις "ιερές αξίες", δείχνει ότι ορισμένες αξίες μπορούν να πάψουν να αντιμετωπίζονται σαν πράγματα που ζυγίζονται με κόστος και όφελος και να μετατραπούν σε ηθικές υποχρεώσεις που δεν μπαίνουν εύκολα σε διαπραγμάτευση.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να υποθέσουμε ότι κάποιο meme κατέλαβε μεταφυσικά τον εγκέφαλο κάποιου. Έχουμε ήδη ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που μπορούν να εξηγήσουν γιατί μια ιδέα, όταν δεθεί με την ταυτότητα και την ομάδα, αποκτά τεράστια δύναμη.

Και εδώ η έννοια του memeplex (ενός συμπλέγματος δηλαδή αλληλοϋποστηριζόμενων memes) εξακολουθεί να είναι ενδιαφέρουσα ως μεταφορά, ακόμη κι αν δεν τη θεωρήσουμε κυριολεκτική βιολογική οντότητα. Η Susan Blackmore χρησιμοποίησε εκτενώς τέτοιες ιδέες στη μιμητική της προσέγγιση.

Μια μεμονωμένη ιδέα μπορεί να είναι αδύναμη.

Βάλ’ την όμως μέσα σε ένα πακέτο με:

  • ταυτότητα,
  • ομάδα,
  • ιστορία,
  • ήρωες,
  • εχθρούς,
  • τελετουργίες,
  • σύμβολα,
  • ηθικές υποχρεώσεις,
  • υπόσχεση ανταμοιβής,
  • φόβο τιμωρίας

και ξαφνικά δεν έχεις απλώς μια άποψη. Έχεις ολόκληρο κόσμο!

Και αν ο κόσμος αυτός σου λέει ότι η επιβίωση της ιδέας ή της ομάδας είναι σημαντικότερη από τη δική σου ζωή, τότε ναι:

Ένα πολιτισμικό σύστημα μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να ενεργήσει ακόμη και εναντίον της άμεσης βιολογικής του επιβίωσης.

Καμία μαγεία.

Οι άνθρωποι απλώς δεν είναι οργανισμοί που παίρνουν κάθε απόφαση ρωτώντας εάν αυτό που κάνουν θα αυξήσει τη γενετική τους καταλληλότητα;

Ευτυχώς δηλαδή. Θα ήταν πολύ κακή παρέα.


Υπάρχει λοιπόν κάποιο "αντιβιοτικό" απέναντι στους υποτιθέμενους "ιούς του μυαλού";

Εδώ η μεταφορά του Dawkins μού αρέσει ακόμη περισσότερο. Μόνο που θα της αφαιρέσω την επιστημονική κυριολεξία.

Δεν υπάρχει ανοσοποιητικό σύστημα απέναντι στις κακές ιδέες με την έννοια που έχουμε αντισώματα απέναντι σε παθογόνα.

Υπάρχουν όμως γνωστικά φίλτρα. Η επιστημονική μέθοδος ή, ακριβέστερα, οι επιστημονικές μέθοδοι και πρακτικές ελέγχου, είναι ένα από αυτά.

  • Η λογική.
  • Η απαίτηση για αποδείξεις.
  • Η δυνατότητα μιας πρότασης να ελεγχθεί και, αν είναι λανθασμένη, να αποτύχει στον έλεγχο.
  • Η σύγκριση διαφορετικών πηγών.
  • Η επαναληψιμότητα όπου αυτή είναι εφικτή.
  • Η αλλαγή γνώμης όταν εμφανίζονται καλύτερα δεδομένα.
  • Η γνώση των δικών μας γνωστικών προκαταλήψεων.
  • Και κυρίως αυτή η εξαιρετικά ενοχλητική αμφισβήτηση του "Περίμενε. Πώς το ξέρω αυτό είπαμε;"

Ο Dawkins χρησιμοποίησε πράγματι τη μεταφορά των "ιών του μυαλού" και αντιπαρέβαλε σε αυτήν τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη υποβάλλει τις ιδέες σε έλεγχο: δυνατότητα δοκιμής, τεκμήρια, ακρίβεια, συνέπεια, επαναληψιμότητα και άλλες απαιτήσεις της επιστημονικής πρακτικής.

Ο Daniel Dennett χρησιμοποίησε επίσης μεταφορικά την έκφραση meme-immunological systems για τα φίλτρα με τα οποία δεν αποδεχόμαστε αδιακρίτως ό,τι φτάνει στον νου μας. Ο ίδιος όμως τόνιζε ότι τέτοια "ανοσοποιητικά" φίλτρα ούτε αλάνθαστα είναι ούτε μας προστατεύουν από κάθε καλή ή κακή ιδέα.

Κι εδώ υπάρχει μια μικρή αλλά σημαντική ειρωνεία.

Η επιστημονική σκέψη είναι κι αυτή πολιτισμικά μεταδιδόμενη.

Μαθαίνεται.

Διδάσκεται.

Αναπαράγεται.

Άρα, αν δεχτούμε για λίγο το λεξιλόγιο της μιμητικής, είναι κι αυτή ένα meme.

Ένα meme που μας μαθαίνει να μην πιστεύουμε οποιοδήποτε άλλο meme επειδή απλώς αναπαράγεται πολύ καλά.

Μετα-μιμίδιο, δηλαδή. Ένα meme που αφορά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αξιολογούμε ή αντιμετωπίζουμε άλλα memes.

Που έχω βάλει τις δραμαμίνες; Έχω αρχίσει να ανακατεύομαι...

Ας πάμε στον Κοινωνικό Δαρβινισμό μπας και ισιώσω.

Για αρχή χρειάζεται ένα καλό ξεσκόνισμα, γιατί ο όρος χρησιμοποιείται συχνά σαν να αποτελεί απλή κοινωνική εφαρμογή του Δαρβίνου.

Δεν είναι τόσο απλό.

Ο "Κοινωνικός Δαρβινισμός" είναι ιστορικά ένας αρκετά ασαφής και μεταβαλλόμενος όρος. Χρησιμοποιήθηκε (και συχνά εκ των υστέρων αποδόθηκε) σε διαφορετικές θεωρίες και ιδεολογίες που μετέφεραν έννοιες ανταγωνισμού, επιλογής και καταλληλότητας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για να δικαιολογήσει κοινωνική ανισότητα, ακραίες πολιτικές οικονομικού laissez-faire (δηλαδή μιας αγοράς με ελάχιστη κρατική παρέμβαση και κοινωνική προστασία), ρατσισμό, αποικιοκρατία ή ευγονική. Οι ιστορικοί έχουν επισημάνει ότι δεν επρόκειτο ποτέ για μία ενιαία, σαφώς ορισμένη σχολή σκέψης.

Δεν είναι μία θεωρία.

Και κυρίως ο Δαρβίνος δεν είπε ποτέ ότι οι φτωχοί πρέπει να πεθάνουν.

Fun fact: κάτι που εγώ τουλάχιστον έμαθα πολύ αργότερα απ’ όσο θα έπρεπε: 

Η περίφημη φράση "survival of the fittest" ("επιβίωση του ικανότερου" ή "επιβίωση του καλύτερα προσαρμοσμένου") δεν ήταν του Δαρβίνου.

Την επινόησε ο Herbert Spencer το 1864, αφού είχε ήδη διαβάσει τη θεωρία της φυσικής επιλογής. Μερικά χρόνια αργότερα ο Alfred Russel Wallace πρότεινε μάλιστα στον Δαρβίνο να τη χρησιμοποιήσει, επειδή θεωρούσε ότι το "natural selection" (φυσική επιλογή) έκανε κάποιους να φαντάζονται πως η φύση επιλέγει συνειδητά.

Ο Δαρβίνος τελικά την ενσωμάτωσε στην πέμπτη έκδοση του On the Origin of Species το 1869.

Άρα μία από τις πιο διάσημες δαρβινικές φράσεις δεν ήταν καν του Δαρβίνου!


Και το fittest στη βιολογία δεν σημαίνει:

  • πιο δυνατός,
  • πιο έξυπνος,
  • πλουσιότερος,
  • λευκότερος,
  • πιο επιτυχημένος επιχειρηματίας
  • ή ο τύπος που έχει Lamborghini και podcast.

Η εξελικτική fitness αφορά, χοντρικά, τη σχετική αναπαραγωγική επιτυχία ενός οργανισμού ή μιας γενετικής παραλλαγής στις συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες.

Δεν είναι μετάλλιο ποιότητας, αξιολόγηση χαρακτήρα ή οικονομική κατάταξη του Forbes.

Το μεγάλο σφάλμα αρχίζει όταν από το "στη φύση παρατηρείται αυτό" πηδάμε στο "άρα έτσι πρέπει να οργανώσουμε και την κοινωνία".

Όχι.

Από ένα "είναι" δεν προκύπτει αυτομάτως ένα "πρέπει".

Η φυσική επιλογή περιγράφει έναν μηχανισμό. Δεν γράφει Σύνταγμα. Δεν έχει ηθική.

Η φύση περιλαμβάνει ανταγωνισμό.

Περιλαμβάνει όμως επίσης συνεργασία. Αμοιβαιότητα. Γονική φροντίδα. Συμβίωση. Αλληλοβοήθεια. Κοινωνικές ομάδες. Συνασπισμούς.

Και η εξέλιξη της ανθρώπινης συνεργασίας αποτελεί ένα από τα μεγάλα προβλήματα της σύγχρονης εξελικτικής επιστήμης, ακριβώς επειδή η κλίμακα της ανθρώπινης συνεργασίας (ιδιαίτερα μεταξύ μη συγγενών και ακόμη και αγνώστων) ξεπερνά κατά πολύ ό,τι βλέπουμε στα περισσότερα άλλα πρωτεύοντα.

Άρα ο ανταγωνισμός είναι φυσικός και η συνεργασία είναι επίσης φυσική.

Καλώς ήρθατε στη βιολογία. 

Δεν φημίζεται για την υποχρέωσή της να χωράει στα πολιτικά μας συνθήματα.


Αν δεν μπορούμε να εξηγούμε τις τεράστιες ιστορικές ανισότητες μεταξύ ανθρώπινων κοινωνιών λέγοντας απλώς ότι κάποιοι λαοί ήταν "ικανότεροι" από άλλους, τότε πώς εξηγούνται;

Εδώ μπαίνει στη συζήτηση ο Jared Diamond.

Το Guns, Germs and Steel εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο για ένα πολύ συγκεκριμένο, τεράστιο ερώτημα:

Γιατί ορισμένες ανθρώπινες κοινωνίες απέκτησαν ιστορικά τεχνολογικά, οικονομικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων;

Ο Diamond αντιπαραθέτει στις φυλετικές εξηγήσεις παράγοντες όπως η γεωγραφία, η διαθεσιμότητα εξημερώσιμων φυτών και ζώων, τα λοιμώδη νοσήματα και οι δυνατότητες διάχυσης καλλιεργειών και τεχνολογιών. Ο ίδιος παρουσιάζει το βιβλίο ως προσπάθεια να εξηγηθεί η παγκόσμια ανισότητα χωρίς να καταφεύγουμε σε υποθέσεις περί βιολογικής ανωτερότητας ορισμένων λαών.

Αυτό είναι σημαντικό.

Υπάρχει και το ομώνυμο τριμερές ντοκιμαντέρ του PBS/National Geographic, βασισμένο στο βιβλίο.

Κάποτε μάλιστα είχα μεταφράσει στα ελληνικά τους υπότιτλους και των τριών επεισοδίων (εποχές που προφανώς δεν ήξερα ακόμη να κάθομαι ήσυχη).

Αλλά σήμερα δεν θα έγραφα ότι το βιβλίο λύνει το θέμα.

Έχει δεχτεί σοβαρή ακαδημαϊκή κριτική για τον βαθμό στον οποίο δίνει βάρος στη γεωγραφία και στη βιογεωγραφία, για την υποτίμηση της ιστορικής ενδεχομενικότητας και πολιτισμικών παραγόντων και για ορισμένες συγκεκριμένες εμπειρικές υποθέσεις του. Μάλιστα, σύγχρονες ποσοτικές μελέτες έχουν ελέγξει ορισμένες από τις επιμέρους προβλέψεις του αντί να τις θεωρούν δεδομένες.

Άρα το κρατάμε ως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μεγάλη υπόθεση. Όχι όμως ως τελευταία λέξη της ανθρωπότητας επί του θέματος.

Γιατί, εάν κάτι προσπαθώ να ξεμάθω μεγαλώνοντας, είναι η αγαπημένη μου συνήθεια να βρίσκω ένα βιβλίο που με πείθει και να ανακοινώνω:

- Ωραία. Λύθηκε κι αυτό. Πάμε παρακάτω 

Ε, αυτό δεν λύθηκε.


Και καταλήγω... έλεος, ήμαρτον και επιτέλους!

Δεν ξέρω αν τα memes είναι πραγματικοί αντιγραφείς με την αυστηρή έννοια που ήθελαν ορισμένοι υποστηρικτές της μιμητικής.

Δεν ξέρω αν κάποτε θα έχει νόημα να μιλάμε για temes ως τρίτο εξελικτικό σύστημα.

Ξέρω όμως ότι οι ιδέες όντως έχουν ιστορία.

Μεταδίδονται.

Αλλάζουν.

Συνδυάζονται.

Ανταγωνίζονται για την προσοχή μας.

Κάποιες εξαφανίζονται.

Κάποιες επιβιώνουν για χιλιάδες χρόνια.

Κάποιες μας κάνουν καλύτερους συνεργάτες.

Κάποιες μας κάνουν να σκοτώνουμε ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ επειδή ανήκουν στη λάθος ομάδα.

Και σήμερα διαθέτουμε μηχανές που μπορούν να στείλουν μια ιδέα σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε ώρες.

Οπότε, ακόμη κι αν κάποτε εγκαταλείψουμε εντελώς τη λέξη "μιμίδιο" ως επιστημονική μονάδα, το ερώτημα που γέννησε παραμένει τρομακτικά επίκαιρο:

Γιατί κάποιες ιδέες καταφέρνουν να κατοικήσουν μέσα μας τόσο καλά ώστε τελικά να νομίζουμε ότι γεννήθηκαν εκεί;

Και ακόμη περισσότερο:

Πότε μια ιδέα μάς υπηρετεί και πότε αρχίζουμε εμείς να υπηρετούμε εκείνη;

Δεν ξέρω εάν τα δικά μου γονίδια και τα πολιτισμικά μου κατασκευάσματα ενεργούν πάντοτε προς το συμφέρον τους, προς το συμφέρον μου ή προς το συμφέρον οποιουδήποτε.

Ξέρω όμως ότι δεν πρόκειται να σταματήσω να είμαι οπαδός της πολυπολιτισμικότητας, της αλληλοβοήθειας και της παλιάς καλής ερώτησης:

Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;

Και μου έρχεται ξανά εκείνη η φράση από το Notre Musique του Jean-Luc Godard:

Το να σκοτώνεις για να υπερασπιστείς μια ιδέα,

δεν είναι υπεράσπιση μιας ιδέας.

Είναι φόνος.


Και όλα τα υπόλοιπα, για μένα, είναι αρχίδια!



Πηγές και σύνδεσμοι:

  • Gene’s-eye view / Dawkins – The Selfish Gene

https://india.oup.com/product/the-selfish-gene-9780198788607

https://academic.oup.com/book/39940

  • Gene–culture coevolution – Laland, Odling-Smee & Myles

https://www.nature.com/articles/nrg2734

  • Lactase persistence / κτηνοτροφία

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/28426286/

https://www.annualreviews.org/content/journals/10.1146/annurev-genom-091416-035340

DOI: https://doi.org/10.1146/annurev-genom-091416-035340

Annual Reviews

  • Γλώσσα, βιολογία και πολιτισμική εξέλιξη – Kenny Smith

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/30182526/

Δωρεάν πλήρες κείμενο: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7379493/

DOI: https://doi.org/10.1111/tops.12377

PubMed

  • Identity fusion και ακραία συμπεριφορά υπέρ της ομάδας

Swann et al. 2009:

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/19379032/

DOI: https://doi.org/10.1037/a0013668

Και ειδικά για self-sacrifice, Swann et al. 2010:

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20649370/

DOI: https://doi.org/10.1037/a0020014

PubMed

  • Sacred values – Atran & Ginges

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/22605762/

DOI: https://doi.org/10.1126/science.1216902

PubMed

  • Susan Blackmore – The Meme Machine / memeplexes

https://www.susanblackmore.uk/the-meme-machine/

Susan Blackmore

  • Richard Dawkins – Viruses of the Mind

https://secularhumanism.org/1993/07/viruses-of-the-mind/

Αυτή είναι όντως η σελίδα του Free Inquiry για το κείμενο του Dawkins. 

Ελεύθερη Ερώτηση

  • Social Darwinism – ιστορία και ασάφεια του όρου

Hodgson, 2004:

https://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1111/j.1467-6443.2004.00239.x

DOI: https://doi.org/10.1111/j.1467-6443.2004.00239.x

Wiley Online Library

  • "Survival of the fittest" — Spencer → Wallace → Darwin

Darwin Correspondence Project:

https://www.darwinproject.ac.uk/commentary/survival-fittest

Αυτή είναι η πολύ καλή επίσημη πηγή που εξηγεί ότι τη φράση επινόησε ο Spencer και ότι ο Darwin την πρόσθεσε στην 5η έκδοση του Origin το 1869. 

Darwin Correspondence Project

  • Εξέλιξη της ανθρώπινης συνεργασίας – Boyd & Richerson

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/19805434/

Δωρεάν πλήρες κείμενο: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC2781880/

DOI: https://doi.org/10.1098/rstb.2009.0134

PubMed

  • Jared Diamond – Guns, Germs, and Steel

Εκδότης W. W. Norton:

https://wwnorton.co.uk/books/9780393354324-guns-germs-and-steel

PBS – για το βιβλίο και το επιχείρημά του:

https://www.pbs.org/gunsgermssteel/about/

W. W. Norton & Company Ltd. 

  • Σύγχρονος έλεγχος μιας βασικής υπόθεσης του Diamond – "Geography is not destiny" (2024)

https://www.cambridge.org/core/journals/evolutionary-human-sciences/article/geography-is-not-destiny-a-quantitative-test-of-diamonds-axis-of-orientation-hypothesis/3196029E586CC58C6696D5AB9994ADF7

DOI: https://doi.org/10.1017/ehs.2023.34

Cambridge University Press


Eν πoλλaίs aμaρτίaιs. Designed by Oddthemes