Ανάμεσα στο "φεύγω" και στο "μένω"

Ένα πισωγύρισμα που τίποτα δεν προμήνυε ότι θα συμβεί. Έσωτερικό και απόλυτα ξαφνικό.

Εκεί που νόμιζα ότι παω καλά, ότι ξεμπερδεύω με τον κάλο που με ενοχλούσε (έστω στον εγκέφαλο)… Τσουπ. Να ’τος πάλι.

Σιγά μην ήταν τόσο εύκολο. Και γιατί να είναι δηλαδή; Επειδή είπαμε πέντε πράγματα με τον ψυχοβγάλτη και κατάλαβα; Παπάρια!

Η κατανόηση δεν έχει καμία σχέση με την αντίδραση. Με το ένστικτο της επιβίωσης. Επειδή κατάλαβα τι φοβάμαι και γιατί, σημαίνει ότι θα σταματήσω κιόλας; Αστεία πράγματα...

Άρα σήμερα, αυτό που θα περιγράψω είναι ένα πισωγύρισμα μπας και το καταλάβω κι εγώ... 

Ένα μικρό βήμα πίσω τη στιγμή που θα μπορούσα να μείνω. Κάπως έτσι το αναγνώρισα εγώ. Δεν ήταν ότι δεν ήθελα. Το αντίθετο. Ήθελα πολύ. Ήθελα να μείνω, να χαλαρώσω πλήρως, να νιώσω αυτό το απλό που δεν συμβαίνει συχνά. 

Άλλες φορές είχα μείνει. Όμως, αυτή τη φορά έφυγα. Όχι γιατί δεν περνούσα καλά. Αλλά γιατί περνούσα πολύ καλά.

Λογική μηδέν.

Κάπως έτσι απότομα εμφανίζεται ο φόβος. Όχι σαν σκέψη. Σαν αίσθηση.

Σαν μια φωνή που λέει «Ώπα. Ξανοίγεσαι. Φτάνει. Πρόσεχε.»

Να προσέχω τι;! Πώς;! Ποιον;!

Αν το δω καθαρά, δεν είναι ο άλλος άνθρωπος. Είμαι εγώ. Αυτό που ενδέχεται να συμβεί μέσα μου και που αν χαθεί, θα πονέσω. Και δεν θέλω πάλι.

Οπότε τι κάνω;

Δεν μένω αρκετά. Το κρατάω λίγο πιο έξω. Λίγο πιο ελεγχόμενο. Σαν να λέω στον εαυτό μου «Μέχρι εδώ είσαι ασφαλής». Λες και αν τελειώσει σήμερα, τώρα αμέσως, δεν θα πονέσω. Θα βοηθήσει ότι έφυγα. Όλο μαλακίες... Πόσες αυταπάτες μας ταΐζει αυτός ο εγκέφαλος πια;

Και το χειρότερο; Το είδα την ώρα που συνέβαινε. Την ώρα που το έκανα. Με παρατηρούσα. Δεν είμαι πια τόσο χαμένη. Και είχα το θράσος να το πω κιόλας! Και όταν έλαβα την μόνη απάντηση που θα μπορούσε να με κάνει να νιώσω καλύτερα, ένιωσα χειρότερα με την απόφαση μου. Τελικά ούτε εγώ δεν τα βγάζω πέρα με εμένα. 

Έφυγα... Το λέω και δεν το πιστεύω ακόμη πως γίνεται να σκέφτομαι ένα πράγμα και να κάνω το ακριβώς αντίθετο. Και μάλιστα σε κάτι τόσο απλό. 

Και ειλικρινά, για λίγα λεπτά είχα την ψευδαίσθηση ότι έκανα το σωστό. Ότι προστατεύτηκα. Ότι από κάτι με γλύτωσα που θα μου έκανε πολύ κακό. Εν ειρήνη και εν πλήρη ηρεμία έβαλα πρώτη και ξεκίνησα το δρόμο του γυρισμού.

Και μετά… στο δρόμο, μου έσκασε ένα "κρίμα ρε γαμώτο" από το πουθενά. Ένα ήσυχο και εκνευριστικό «Θα ήταν ωραία, αν δεν είχες φύγει σαν χαζή. Πως κανείς έτσι μωρέ;» που μου έλεγαν τα μάτια μου κάθε φορά που κοιτούσα τον καθρέφτη του αυτοκινήτου.

Και εκεί ήταν το χειρότερο. Γιατί δεν μπορούσα να ρίξω την ευθύνη πουθενά. Ούτε στον άλλον. Ούτε στις συνθήκες. Ούτε στον ανάδρομο Ερμή. Μόνο σε μένα. Γιατί ήθελα να μείνω, αλλά έφυγα. Επειδή… Άκου τώρα... Αναγνώρισα ότι για πολύ καιρό ζω κάτι σταθερά πολύ όμορφο. Και φοβάμαι μην συνηθίσω. Και σας ορκίζομαι ότι στο κεφάλι μου ακούγεται πιο λογικό απ'οσο το διαβάζω τώρα!

Και εκεί κατάλαβα κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου. Ότι δεν είμαι μόνο φυγόπονη και φοβάμαι μην πονέσω. Φοβάμαι πρωτίστως το πόσο καλά μπορεί να νιώσω γιατί όσο καλύτερα περνάω τόσο περισσότερο θα πονέσω αργότερα. Φοβάμαι προκαταβολικά. Βρε τι προνοητικότητα είναι αυτή που με διακρίνει;! Σοκάρομαι!

Θέλω να με μαλώσω. Αλήθεια. Αλλά δεν το κάνω ούτε αυτό. Γιατί μέσα μου έχω πείσει τον εαυτό μου ότι έστω κι έτσι, κάπως προστατεύομαι. Δεν ξέρω πότε θα καταλάβω ότι δεν προστατεύομαι από τίποτα και το μόνο που καταφέρνω είναι να μη ζω όπως θέλω.

Ίσως το επόμενο βήμα δεν είναι να σταματήσω να φοβάμαι όπως λέει και ο ψυχοβγάλτης... Ίσως είναι να μου ρίξω πέντε φάσκελα και μείνω λίγο παραπάνω, παρόλο που φοβάμαι. Όχι πολύ. Λίγο.

Ίσως κάπου ανάμεσα στο «φεύγω» και στο «μένω» να υπάρχει ένας χώρος που δεν τον έχω βρει ακόμα. 

Και ίσως εκεί να είναι η δική μου χρυσή τομή.